«Τζόκερ»: μια βαθιά πολιτική ταινία

Και όχι, δεν είναι ο Τζόκερ ο «κακός», είναι ο καπιταλισµός

του Μάριου Αυγουστάτου

Ο  Τοντ Φίλιπς µε το αριστούργηµά του το «Τζόκερ», φέρνει τον πυρήνα της πολιτικής στο προσκήνιο. Για το κινηµατογραφικό-σκηνοθετικό κ.λπ. κοµµάτι τα έχουν πει πολλοί, όπως και για την απίστευτη ερµηνεία του Joaquin Phoenix. Πολλοί εστίασαν στα καθαρά προσωπικά χαρακτηριστικά του Τζόκερ και (καλώς) έκαναν κριτική ότι αποτελεί στερεοτυπικό λάθος ο συσχετισµός ψυχικών νοσηµάτων-βίας: παιδική κακοποίηση, ψυχικές διαταραχές, επαγγελµατικό αδιέξοδο. Προσωπικά χαρακτηριστικά όµως που είναι αποτέλεσµα -σε µεγάλο βαθµό- των κοινωνικών συνθηκών:

 – Ολοένα συρρικνούµενο κράτος πρόνοιας (που στην περίπτωσή του παύει να χορηγεί ψυχολογική υποστήριξη και φάρµακα, όπως λέει η κοινωνική λειτουργός: «και εσένα και εµένα µας έχουν χεσµένους»)…

– Μια ολοένα πιο φτωχοποιηµένη πλειοψηφία καταδικασµένη να ζει στερούµενη ακόµα και τα βασικά (που εναποθέτει τις ελπίδες της στον Χ Ψ µεγαλοσχήµονα – εδώ στον υποψ. δήµαρχο Τόµας Γουέιν). Κι απέναντι, µια ολοένα πλουσιότερη µειοψηφία που ζει εις βάρος της πλειοψηφίας…

– Η ξεδιάντροπη αλητεία των χρυσοπληρωµένων golden boys που αρχικά επιδίδονται σε σεξιστική επίθεση σε µια µοναχική κοπέλα στο µετρό κι αµέσως µετά επιτίθενται στον Τζόκερ, βλέποντας στο πρόσωπό της την πειθήνια-γυναίκα-που-υπηρετεί-τον-αφέντη-άντρα και το «σκουπίδι», που έλεγε κι ο αρχιµπάτσος εδώ πρόσφατα…

– Οι «συνάδελφοι», που επιδίδονται σε λυσσαλέο ανταγωνισµό, πισώπλατα µαχαιρώµατα κ.λπ., για δύο ψίχουλα παραπάνω από το αφεντικό…

– Τα µέσα µαζικής «ενηµέρωσης», που απ’ τη µια διασύρουν τους απεργούς στην καθαριότητα (από αστειάκια (ο γιος µου µε ρώτησε «τώρα που έχουν απεργία από πού θα παίρνουµε σκουπίδια;»), µέχρι την επίκληση του φόβου και των «υγειονοµικών βοµβών»). Κι απ’ την άλλη κατασκευάζουν τηλεαστέρες-τέρατα και γελοιοποιούν δηµόσια ανθρώπους, καταστρέφοντάς τους µε -κατά παραγγελία της φωτεινής επιγραφής- γέλια και χειροκροτήµατα, προς τέρψιν και αποβλάκωση του φιλοθεάµονος κοινού που οι ίδιοι διαµορφώνουν…

Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας είναι εξαιρετική η απεικόνιση των ταξικών αντιθέσεων: απ’ τη µια τα φτωχικά διαµερίσµατα (του Άρθουρ Φλεκ και όχι µόνο) και απ’ την άλλη το παλάτι-φρούριο του καπιταλιστή Τόµας Γουέιν. Απ’ τη µια οι δρόµοι µε τις εξαθλιωµένες µάζες, κι απ’ την άλλη η γκλαµουράτη αίθουσα συναυλιών µε τους κουστουµάτους…

Ο κυνισµός της ταξικής µονοµέρειας των «από πάνω» συµπυκνώνεται στο λόγο του Τόµας Γουέιν: «για µένα όλοι αυτοί δεν είναι παρά κλόουν, οι άτυχοι της ζωής. Τι να κάνουµε, εµείς είµαστε οι τυχεροί». Όπως είπε και κάποιος εγχώριος εκπρόσωπος των «από πάνω»: «ε, δεν είµαστε και όλοι ίσοι, πώς να το κάνουµε;». Η λογική των «αρίστων», που για να αιτιολογήσουν το κοινωνικό τους στάτους, που για να διατηρήσουν και να αυξήσουν τα υπερκέρδη τους πίνουν το αίµα τον πολλών, βρίσκουν ένα σωρό αφηγήµατα και δίπολα (τυχεροί-άτυχοι, άριστοι-µη άριστοι) για να γίνουν πειστικοί.

Το πόσο «εύκολα» πυροδοτήθηκε η εξέγερση δείχνει πόσο εύθραυστο είναι το σύστηµα και κατ’ επέκταση ο καπιταλισµός. ∆εν είναι τυχαίο ότι το FBI τοποθέτησε σε αίθουσες πράκτορές του για να προλάβει και να καταστείλει αντιδράσεις του κοινού, που θα εµπνευστούν απ’ όσα δείχνει η ταινία.

 

Είναι η τυφλή «εκδικητική» βία η απάντηση;

Ο ίδιος ο Τζόκερ όταν τον ρωτάνε για το κίνηµα που είχε ξεσπάσει, απαντάει: «δε µε ενδιαφέρει η πολιτική». Ένας άνθρωπος αποµονωµένος σε µεγάλο βαθµό (οι παραισθήσεις κοινωνικότητας που έχει το ενισχύουν αυτό) είναι δύσκολο να δει τη «µεγάλη εικόνα».

Η δική του εικόνα του όµως, το µατωβαµµένο χαµόγελό του, γίνεται η σπίθα που πυροδοτεί τα πάντα.

Οι εξαθλιωµένες µάζες που επιδίδονται σε µπάχαλα, βλέποντας το περιπολικό π.χ. σαν εκπρόσωπο του «κακού», είναι απόλυτα δικαιολογηµένες.

Όπως και να το κατονοµάσει κανείς, ζούµε ένα ταξικό πόλεµο σε εξέλιξη.

Η συσσωρευµένη οργή απέναντι στο σύστηµα µπορεί να γίνει απλά ένα βίαιο ξέσπασµα των εξαθλιωµένων και καταπιεσµένων που γρήγορα θα ξεφουσκώσει -λειτουργώντας σαν βαλβίδα εκτόνωσης σε χύτρα που βράζει- ή µαζική κοινωνική επανάσταση.

Ο ρόλος των οργανωµένων δυνάµεων, των οργανώσεων και συλλογικοτήτων που αντιστέκονται στην επέλαση του απάνθρωπου καπιταλισµού (δεν είναι τυχαίο που ο Φίλιπς την τοποθετεί στη δεκαετία του ’80, της επέλασης του ριγκανισµού) είναι κοµβικότατος, ώστε να ωθήσει το ποτάµι της οργής στο να γυρίσουν όλα πραγµατικά τούµπα.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.