Ποια Αριστερά μπορεί να είναι αξιόμαχος αντίπαλος;

image_pdfimage_print

Το κεντρικό πολιτικό άρθρο του φύλλου 35 της εφημερίδας “Κόκκινο Νήμα” που κυκλοφορεί

Πόλεµος, πολυκρίση και κλιµατική κρίση ορίζουν τις συντεταγµένες µιας ιστορικών διαστάσεων ολόπλευρης κρίσης του καπιταλισµού

Όταν ξεκινούσε ο πόλεµος µε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, προβάλαµε τη θέση ότι είναι το πρελούδιο ενός ακήρυκτου ιµπεριαλιστικού πολέµου. Η έκφραση «πόλεµος Ρωσίας-ΝΑΤΟ δι’ αντιπροσώπου» είναι εντελώς ακατάλληλη για να εκφράσει την ουσία αυτού του πολέµου.

Η σύγκλιση και αλληλοδιείσδυση τριών δοµικών κρίσεων

Πόλεµοι «δι’ αντιπροσώπων» υπήρξαν και άλλοι στις πρόσφατες δεκαετίες, αλλά κανένας δεν είχε τα χαρακτηριστικά του πολέµου στην Ουκρανία. Οι διαφορές δεν έγκεινται στην έκταση των καταστροφών ή στον αριθµό των θυµάτων, αλλά σε τρεις θεµελιώδεις παραµέτρους: 

Πρώτο, ότι αυτός ο πόλεµος ξεσπά στην ιστορική συγκυρία που έχει ανοίξει ευθέως και µε άµεσο τρόπο ο αγώνας για την ηγεµονία στο ιµπεριαλιστικό στρατόπεδο ανάµεσα στις ΗΠΑ (και τους συµµάχους τους) και την Κίνα (και τους συµµάχους της, εν προκειµένω τη Ρωσία). Αυτό το δεδοµένο δεν υπήρχε την εποχή των πολέµων στη Γιουγκοσλαβία, του Ιράκ και του Αφγανιστάν. Πάντα κάποιες δυνάµεις εύχονταν ή ήλπιζαν να επωφεληθούν από µια ήττα των ΗΠΑ σε κείνους τους «πολέµους δι’ αντιπροσώπων», που τα συµφέροντά τους εξυπηρετούνταν καλύτερα από µια νίκη του Ιράκ ή του Αφγανιστάν, αλλά δεν υπήρχε ακόµη ο υποψήφιος νέος ηγεµόνας που αµφισβητούσε τα σκήπτρα του παλιού. Έτσι, στην πράξη, δεν επρόκειτο καν για πολέµους «δι’ αντιπροσώπων», διότι το Ιράκ και το Αφγανιστάν δεν ήταν, στην πράξη, αντιπρόσωποι κανενός! Κανένας δεν είχε τη δύναµη -και γι’ αυτό ούτε τη βούληση- να τους υποστηρίξει πραγµατικά στον πόλεµο καθαυτόν. Με δηλώσεις, διπλωµατικές διαφοροποιήσεις, ευχές και έκφραση συµπάθειας κανένας δεν νιώθει ούτε είναι στην πράξη «αντιπρόσωπος» κανενός. Εκείνοι οι πόλεµοι ήταν, λοιπόν, µονοµερείς ιµπεριαλιστικές εκστρατείες του παλιού ηγεµόνα σε συγκυρίες που η ηγεµονία του ήταν ακόµη αδιαµφισβήτητη. 

∆εύτερο, µετά την κρίση του 2008, εκτός από τον ανταγωνισµό για την ιµπεριαλιστική πρωτοκαθεδρία µεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, έχουµε και µια δεύτερη θεµελιώδη µεταβολή στην ιστορική συγκυρία: Ο καπιταλισµός εισήλθε σε µακρύ καθοδικό κύµα, από το οποίο δεν έχει βρει ακόµη την πόρτα της εξόδου. 

Τρίτο, στα χρόνια µετά το 2008 και µέχρι σήµερα ωριµάζει µέχρι το «σηµείο βρασµού» µια άλλη κρίση: η κλιµατική. Είναι κι αυτή καπιταλιστική κρίση, που οφείλεται στο γεγονός ότι ο καπιταλισµός λεηλάτησε επί αιώνες, µε κριτήριο το κέρδος, τόσο ασύστολα τους φυσικούς πόρους, ώστε αυτοί να οδηγούνται σε εξάντληση και να γίνεται άµεσος ο κίνδυνος για τη ζωή πάνω στον πλανήτη. 

Πρόκειται για ιστορική συνάντηση τριών κρίσεων µε διαφορετικά χαρακτηριστικά και χρόνους ωρίµανσης: Οι δοµικές οικονοµικές κρίσεις έχουν τον πιο σύντοµο κύκλο: 1929 – 1972 – 2008. Οι  κρίσεις ηγεµονίας στο ιµπεριαλιστικό στρατόπεδο λίγο µεγαλύτερο: µετά τον Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο, η νέα κρίση ηγεµονίας χρειάστηκε πάνω από µισό αιώνα για να ωριµάσει. Η κλιµατική κρίση δεν έχει κύκλους εµφάνισης και επανεµφάνισης: ωριµάζει στον πολύ µακρύ ιστορικό χρόνο – οι συγκρίσεις για την αύξηση τη µέσης επιφανειακής θερµοκρασίας της ατµόσφαιρας γίνονται µε την προβιοµηχανική εποχή. Το ιστορικό γεγονός είναι ότι κυοφορούνταν για αιώνες και ωρίµασε τώρα, σε αυτή την ιστορική συγκυρία.   

Η µοναδικότητα της ιστορικής συγκυρίας έγκειται στο γεγονός ότι συγκλίνουν στον ιστορικό χρόνο της µεσοπρόθεσµης συγκυρίας, αυτής που µετριέται µε 2 ή 3 δεκαετίες, τρεις δοµικές κρίσεις. Και όχι µόνο συγκλίνουν, αλλά διαπλέκονται, αλληλοδιεισδύουν και παράγουν πάµπολλα «υβρίδια», δηλαδή τις πάµπολλες, δευτερεύουσας και τριτεύουσας σηµασίας (µε την έννοια ότι είναι παράγωγες) πλευρές της συνολικής κρίσης. Αυτή την πραγµατικότητα προσπαθεί να αποδώσει ο όρος που έχει επικρατήσει στην πολιτική και δηµοσιογραφική διάλεκτο: πολυκρίση. Όρος βέβαια που προσπαθεί να περιγράψει τα συµπτώµατα, και µάλιστα ούτε όλα ούτε σε κάποιο βάθος.   

Από την άλλη, ο όρος που αντλείται από την παράδοση της Αριστεράς, «ολόπλευρη κρίση», δεν µπορεί επίσης να έχει φιλοδοξίες να αποδώσει το περιεχόµενο της τωρινής καπιταλιστικής κρίσης. 

Στο πεδίο σύγκλισης των τριών δοµικών κρίσεων (κρίση ηγεµονίας στο ιµπεριαλιστικό στρατόπεδο, κρίση οικονοµική, κρίση κλιµατική) γεννιέται µια βαθιά, ιστορικών διαστάσεων κρίση του καπιταλισµού. Η αδυναµία απαντήσεων που να οδηγούν σε έξοδο από την κρίση, της προσδίδει έντονα παρακµιακά χαρακτηριστικά και ωθεί σε σπασµωδικές προσπάθειες διαχείρισης των συµπτωµάτων της µε κλιµακούµενη πολιτική απολυταρχία και σκληρές εκδοχές ρατσισµού, εθνικισµού, ανορθολογισµού. Είναι όλα αυτά που βιώνουµε – και οι αιτίες τους, που έχει τεράστια σηµασία να αναγνωρίσουµε. 

Ξαναγυρνώντας στον πόλεµο και υπό το πρίσµα όσων έχουν ως τώρα ειπωθεί, ούτε η γενοκτονική επιχείρηση του Ισραήλ στη Γάζα είναι απλώς ένα ακόµη επεισόδιο του «Παλαιστινιακού». Η επίθεση της Χαµάς από την οποία ξεκίνησαν όλα, υπηρετούσε εξαρχής -µεταξύ άλλων- τη διάχυση της αντιπαράθεσης ώστε να αφυπνιστούν οι αραβικές µάζες αλλά και να µετατραπεί η σύγκρουση σε περιφερειακή υπονοµεύοντας τα διπλωµατικά και οικονοµικά σχέδια των ΗΠΑ στην περιοχή. Είναι όµως η συγκυρία της κρίσης ηγεµονίας στο ιµπεριαλιστικό στρατόπεδο που επιτρέπει τέτοια στοχοθεσία – η οποία µάλιστα αποδεικνύεται πετυχηµένη. 

Ο πόλεµος στην Ουκρανία, από την άλλη, αποδεικνύει δύο πράγµατα: α) Ότι η Ρωσία δεν είναι ούτε Ιράκ ούτε Αφγανιστάν (ώστε να µπορούµε να χαρακτηρίσουµε τον πόλεµο πόλεµο του ΝΑΤΟ για τον διαµελισµό της Ρωσίας), όχι µόνο λόγω οικονοµικού µεγέθους αλλά και για επειδή αποτελεί πυρηνική υπερδύναµη , αλλά και διότι διαθέτει πολλούς και σηµαντικούς συµµάχους, όχι στα λόγια αλλά στην πράξη. β) Ότι η Ρωσία δεν θα άντεχε αυτόν τον πόλεµο χωρίς την αµέριστη διπλωµατική και στρατιωτική βοήθεια από την Κίνα, τη Βόρεια Κορέα, το Ιράν κ.λπ., αλλά και την οικονοµική στο θεµελιώδες ζήτηµα των οικονοµικών κυρώσεων στα ενεργειακά προϊόντα χωρίς την άµεση ή έµµεση βοήθεια πολύ περισσότερων. Και αυτή η βοήθεια δεν θα υπήρχε αν δεν ήµασταν σε µια περίοδο που αντικείµενο του ιµπεριαλιστικού ανταγωνισµού είναι οι κορυφές της ιµπεριαλιστικής πυραµίδας κι όχι απλώς συµφέροντα περιφερειακής κλίµακας. Το γεγονός πάντως ότι στην Ουκρανία έχουµε ένα επεισόδιο ιµπεριαλιστικού πολέµου αποδεικνύεται µεταξύ άλλων από το γεγονός ότι ο στρατιωτικός συσχετισµός δύναµης και οι µεταπτώσεις του δεν αρκούν για να υπάρξει διάθεση συµβιβασµού. Ο πόλεµος διαρκεί διότι είναι ασυµβίβαστα τα αντιπαρατιθέµενα ιµπεριαλιστικά συµφέροντα όχι ειδικά στην Ουκρανία, αλλά στον πόλεµο των παγκόσµιων συσχετισµών.   

Είµαστε λοιπόν ήδη στην αρχή του κύκλου του ιµπεριαλιστικού πολέµου, που για την ώρα είναι περιφερειακής εµβέλειας, αλλά όπως όλα τα στοιχεία δείχνουν, µάλλον κλιµακώνεται και διευρύνεται παρά αποκλιµακώνεται. 

Πώς ξεπερνά ο καπιταλισµός τις κρίσεις του; 

Η απάντηση είναι γνωστή και δεν αλλάζει: µε καταστροφές, σε τέτοια κλίµακα ώστε να δηµιουργούνται οι όροι για µια δυναµική επανεκκίνηση. Είναι κρίσιµο ερώτηµα που ζητεί επιτακτικά απάντηση αν ο καπιταλισµός έχει σχέδιο ή δυνατότητες εξόδου από την ιστορικών διαστάσεων κρίση του. Αυτό που αυτή τη στιγµή µπορούµε να πούµε είναι ότι σχέδιο δεν υπάρχει: Το νεοφιλελεύθερο µοντέλο συσσώρευσης είναι σε κρίση – και απάντηση στην κρίση του δεν υπάρχει. Στο ζήτηµα του ιµπεριαλιστικού ανταγωνισµού, είναι γνωστό ότι η απάντηση είναι… ο πόλεµος – και οι καταστροφές του. Όσο για την κλιµατική αλλαγή, εκεί η ουσιαστική απάντηση είναι δοµικά αντίθετη µε τη φύση του καπιταλισµού.  

∆εν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ζούµε την κατά Γκράµσι «εποχή των τεράτων»: η σύγκλιση των τριών δοµικών κρίσεων και οι τροµερές συνέπειες και περιπλοκές που γεννούν σε συνδυασµό µε την ανυπαρξία ηγεµονικού σχεδίου από την πλευρά του καπιταλισµού σηµαίνουν αναπόφευκτα ότι είµαστε σε περίοδο επιδεινούµενων καταστροφών. Από τους πολέµους, την κλιµακούµενη λιτότητα, την ακρίβεια, τη διάλυση των εργασιακών σχέσεων και του κοινωνικού κράτους, τα διαρκώς εντεινόµενα ακραία καιρικά φαινόµενα. 

Οι µεγάλοι κίνδυνοι, που εκφράζουν την πλευρά της βαρβαρότητας στο γνωστό δίληµµα «σοσιαλισµός ή βαρβαρότητα» είναι τέσσερις: 

α) Να συνεχίζονται και κλιµακώνονται οι ποικίλες καταστροφές σε βάρος του φυσικού περιβάλλοντος, της εργατικής τάξης και των αδύναµων (σε κάθε χώρα και παγκόσµια) και να αναπτύσσονται παράλληλα η πολιτική απολυταρχία, ο ανορθολογισµός, ο ρατσισµός, η ακροδεξιά και ο φασισµός, µαζί µε όλο και µεγαλύτερες δόσεις κτηνωδίας και αµοραλισµού. Σε χαµηλή (ακόµη) ένταση, είναι αυτό ακριβώς που ζούµε ήδη. 

β) Ο πόλεµος να πάρει το προβάδισµα, να γίνει η «πρώτη ταχύτητα» των εξελίξεων και το πεδίο του «µεγάλου ξεκαθαρίσµατος», µε εφιαλτικές πιθανά συνέπειες.

γ) Η κρίση να συνεχίζεται και να περιπλέκεται αδιέξοδα και να αναδειχθεί σε πρώτη ταχύτητα των εξελίξεων η κλιµατική κρίση. Ο χρονικός ορίζοντας για να περάσουµε το σηµείο των µη αντιστρεπτών και ανεξέλεγκτων εξελίξεων είναι τόσο κοντά, όταν το 2023 η µέση επιφανειακή θερµοκρασία της ατµόσφαιρας προσέγγισε όριο του 1,5ο C που είχε τεθεί για το… 2050, κυµαινόµενη στην περιοχή 1,4-1,48ο C.  

Όλα αυτά είναι σαφείς και ορατοί κίνδυνοι για όσο ο άλλος πόλος του ιστορικού διλήµµατος, ο σοσιαλισµός, είναι από αδύναµος έως ανύπαρκτος στο πεδίο της αντιπαράθεσης. 

Η στρατηγική, το πρόγραµµα, το κόµµα

Όλο το πρόβληµα λοιπόν συνοψίζεται στο εξής καίριο ερώτηµα: πώς ο σοσιαλισµός µπορεί να γίνει ξανά αξιόπιστη και αξιόµαχη εναλλακτική. Το οποίο εξειδικεύεται στα ερωτήµατα «τι Αριστερά χρειαζόµαστε» και «τι κόµµα χρειαζόµαστε».

Πριν επιχειρήσουµε µια απάντηση, πρέπει να πάρουµε υπόψη µας και έναν ακόµη κρίσιµο παράγοντα, τον παράγοντα του χρόνου. Η σύγκλιση των τριών δοµικών κρίσεων στο πεδίο µιας ιστορικών διαστάσεων κρίσης του καπιταλισµού έχει συνέπειες και στο ζήτηµα του χρόνου. Ο ιστορικός χρόνος συµπυκνώνεται ξανά, καθώς καµία από τις τρεις κρίσεις, εποµένως και ο συνδυασµός τους σε συνολική κρίση, δεν µπορεί να µείνει εκκρεµής για πολύ. Στον ορίζοντα των επόµενων 2-3 δεκαετιών θα παιχτούν οι τύχες της ανθρωπότητας και το προς τα πού θα βαδίσει και θα εξελιχτεί. ∆εν υπάρχει λοιπόν χρόνος για να σπαταληθεί. Όσον αφορά τις απαντήσεις, η συγκυρία εγκαθιστά την απαίτηση «εδώ και τώρα». 

Αν έτσι έχουν τα πράγµατα, τότε υπάρχουν κάποιες προφανείς συνεπαγωγές: 

Σε µια τέτοια ιστορική συγκυρία η ανάγκη της στρατηγικής επανέρχεται πελώρια, αξονική, θεµελιώδης. Αριστερά που ζει στο µικροσύµπαν της τακτικής και των τακτικισµών, που δεν εξασφαλίζουν καν αξιοπρεπώς τη διατήρηση των δυνάµεών της, που ζει µε τις «µικροσκοπικές σκοτούρες» του µεροδούλι-µερορφάι, δεν µπορεί να υπάρξει και πολύ περισσότερο να αναχθεί σε αξιόµαχο αντίπαλο του συστήµατος. Ασφαλώς η τακτική είναι απαραίτητη, αλλά χρειαζόµαστε τακτική/ές που να εκπροσωπεί στο επίπεδο της καθηµερινής πολιτικής και της κάθε φορά τρέχουσας συγκυρίας µια σαφή σοσιαλιστική στρατηγική. 

 Η µόνη στρατηγική που µπορούµε να διανοηθούµε σε µια τέτοια ιστορική συγκυρία είναι η αντικαπιταλιστική-σοσιαλιστική στρατηγική. ∆εν υπάρχει πλέον ο παραµικρός «χώρος» για φιλολαϊκό µεταρρυθµισµό. Οι δυνάµεις της σοσιαλδηµοκρατίας, των µαζικών σταλινικών ΚΚ και του ευρωκοµµουνισµού που τον εκπροσώπησαν, έχουν συντριβεί. Στη θέση της παλιάς σοσιαλδηµοκρατίας, που κατέρρευσε παντού στην Ευρώπη, αναδύθηκε στην καλύτερη περίπτωση η κεντροαριστερά, αλλά πλέον κυριαρχεί το αστικό κέντρο ή και το ακραίο κέντρο. Ακόµη και η κεντροαριστερά είναι είδος υπό εξαφάνιση που επιβιώνει ακόµη µε εµβέλεια κυβερνητικής δύναµης µόνο στην Ιβηρική χερσόνησο. Η µόνη εκδοχή αριστερής σοσιαλδηµοκρατίας που επιβιώνει από την «ανθρωπιστική καταστροφή» είναι η Ανυπότακτη Γαλλία µε επικεφαλής τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν. ∆εν είναι τυχαίο: Η µόνη σοσιαλδηµοκρατία που µπορεί να υπάρξει, είναι αυτή που θα διατηρεί κάποια στοιχεία «ανυπακοής» στο σύστηµα. Ή, όπως έχει ειπωθεί, «ακόµη και για να είσαι σήµερα στοιχειωδώς αξιοπρεπής σοσιαλδηµοκράτης, πρέπει να είσαι αρκετά λενινιστής»… 

Το παράδειγµα της Ελλάδας, µε την εκλογική – πολιτική κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ και την εν συνεχεία «επιθετική εξαγορά» της ηγεσίας του από τον Κασσελάκη και την ολοκληρωτική µετατόπισή του στο αστικό κέντρο, αλλά και η εξωκοινοβουλευτική πολιτική εµβέλεια του ΜΕΡΑ25 και της Νέας Αριστεράς είναι πολύ εύγλωττα γεγονότα για την «ασφυξία πολιτικού χώρου» από την οποία κατατρύχεται η συµβιβασµένη ή ψευδεπίγραφα – αναξιόπιστα ριζοσπαστική σοσιαλδηµοκρατία.    

Η πάλη ενάντια στον καπιταλισµό σε ιστορική κρίση πρέπει να γίνει κάτω από τη σηµαία αντικαπιταλιστικού-σοσιαλιστικού προγράµµατος. Ο καπιταλισµός της κρίσης δεν έχει χώρο ούτε για τα θεµελιώδη θέσφατα της µεταπολεµικής αστικής δηµοκρατίας, πολύ περισσότερο για ρεφορµισµό/φιλολαϊκό µεταρρυθµισµό.    

Η καρδιά της αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής στρατηγικής ωστόσο είναι ο χαρακτήρας της Αριστεράς και του κόµµατος που πρέπει να οικοδοµήσουµε. Χρειαζόµαστε µαζικό/ά αντικαπιταλιστικό-επαναστατικό κόµµα/κόµµατα. Και όπως µάθαµε από την εµπειρία του επαναστατικού κύµατος του περασµένου αιώνα, τέτοια κόµµατα δεν φτιάχνονται ad hoc για τις ανάγκες της στιγµής, αλλά προετοιµάζονται πριν γίνουν εντελώς απαραίτητα για τα µεγάλα τεστ των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων. Το 2015 αποδείχθηκε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν όχι απλώς ένα κόµµα που έκανε λάθη, αλλά ένα «λάθος κόµµα». Το να προσπαθούµε να ζεστάνουµε ξανά την ίδια πολιτική «σούπα» σχεδόν µία δεκαετία µετά και ενώ η κρίση του καπιταλισµού έχει εµβαθυνθεί και τα περιθώρια «ανοχών» του έχουν εξαντληθεί, µόνο προϊόν πολιτικής απελπισίας ή απολίτικων τακτικισµών του ποδαριού µπορεί να είναι. Επιπλέον, είναι και αυτοκτονική, διότι η πολιτική δυναµική της κεντρώας σοσιαλδηµοκρατίας τύπου ΜΕΡΑ25 και Νέας Αριστεράς έχει καθηλωθεί σε εξωκοινοβουλευτικά επίπεδα.  

Μια νέα πολιτική συγκυρία

Βεβαίως, στην ερώτηση «τι κόµµα χρειαζόµαστε» και χωρίς τη συνδροµή του ορού της αλήθειας, σύµπασα η αντικαπιταλιστικής αριστερά θα απαντήσει «κόµµα αντικαπιταλιστικό – επαναστατικό». Στη συνέχεια όµως πολλοί είναι αυτοί που αποθέτουν αυτή τους την απάντηση στο εικονοστάσι των αριστερών αξιών, ενώ στην πραγµατική ζωή συµµαχούν ή προσανατολίζουν την παρέµβασή τους στην εξωκοινοβουλευτική σοσιαλδηµοκρατία του ΜΕΡΑ25 ή της Νέας Αριστεράς. Αυτός λοιπόν είναι ο δρόµος για τη οικοδόµηση… µαζικού αντικαπιταλιστικού κόµµατος; Ή µήπως απλώς πρόκειται για την «ελπίδα της απελπισίας» να δυναµώσει κάπως εκλογικά κάποιου τύπου σοσιαλδηµοκρατικός ρεφορµισµός για να αναζωογονηθούµε κι εµείς από τη θέρµη του καθώς θα συµπορευόµαστε µαζί του;   

∆υστυχώς στην αντικαπιταλιστική Αριστερά δεν έχει συνειδητοποιηθεί η σηµασία και το βάθος των πρόσφατων πολιτικών εξελίξεων και διεργασιών. Αυτές δεν είναι προϊόν λάθος πολιτικών τακτικών ή επιλογών του Τσίπρα ή του Βαρουφάκη, αλλά προϊόν της «ασφυξίας χώρου» για τον σοσιαλδηµοκρατικό ρεφορµισµό -και κάθε ρεφορµισµό- που δηµιουργούν οι τροµακτικές πιέσεις του καπιταλισµού σε ιστορική κρίση. Οι µόνοι πολιτικοί χώροι που αποµένουν «σχετικοί µε το θέµα», δηλαδή σε καταρχήν προγραµµατική, πολιτική και οργανωτική επαφή µε τις απαιτήσεις της πάλης ενάντια σε αυτόν τον καπιταλισµό είναι το η αντικαπιταλιστική Αριστερά και το ΚΚΕ. Το δεύτερο εκπροσωπεί έναν ιδιότυπο ρεφορµισµό κοµµουνιστικών αναφορών αλλά επί της ουσίας πολύ συντηρητικό και στην πράξη καθόλου αντισυστηµικό. Η ανάπτυξη της εκλογικής του δυναµικής το θέτει προ πολιτικών καθηκόντων µαζικής ηγεσίας, στα οποία δεν µπορεί να ανταποκριθεί. Τα αδιέξοδα και η κρίση αυτού του ρεφορµισµού είναι µπροστά.  

Σε αυτό το πλαίσιο, η αντικαπιταλιστική αριστερά βρίσκεται µπροστά στη δική της ιστορική ευκαιρία. Από τον χώρο αυτόν µπορεί και πρέπει να ξεπηδήσει το διπλό εγχείρηµα της οικοδόµησης µαζικού αντικαπιταλιστικού µετώπου και ταυτόχρονα µαζικής επαναστατικής οργάνωσης.

 

       

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.