Η «επόμενη μέρα» για το κίνημα και την Αριστερά

image_pdfimage_print

Το κεντρικό πολιτικό άρθρο της εφημερίδας “Κόκκινo Νήμα” Νο43 που κυκλοφορεί

Η µεγάλη πολιτική στροφή δεξιά, η άνοδος της άκρας δεξιάς και η επανεµφάνιση των φασιστών στη Βουλή, η βαθιά κρίση του ΣΥΡΙΖΑ και η ανακοπή του ΜΕΡΑ25, η ισχνή εκλογική νίκη του ΚΚΕ, η αντικαπιταλιστική Αριστερά και η Ανταρσύα

Για δεύτερη φορά ύστερα από τον Ιούλιο του 2015 ο κόσµος της Αριστεράς συζητεί για µια µεγάλη ήττα, αναλογίζεται τις συνέπειες και αναζητεί απαντήσεις για την από εδώ και πέρα πορεία. Για δεύτερη φορά µετά το 2015, επίσης, µόνο στην αντικαπιταλιστική Αριστερά συναντά κανείς φωνές που λένε ότι το πρόβληµα είναι -ήταν και τότε- στρατηγικό. Για δεύτερη φορά, τέλος, την πολιτική συναίσθηση ότι η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και του ΜΕΡΑ25 συνιστά ήττα για την Αριστερά συνολικά τη συναντά κανείς µόνο στους ηττηµένους ή και σε χώρους που δεν έχουν καµία διάθεση να αναζητήσουν τα αίτια των ηττών στο στρατηγικό λάθος. Θα µπορούσαµε να προσθέσουµε και άλλες αντιστοιχίες ή αντιστίξεις στον κατάλογο, αλλά όσα ειπώθηκαν ήδη αρκούν για να σχηµατίσουµε µια πρώτη ιδέα: η Αριστερά µοιάζει αποφασισµένη να επαναλαµβάνει τον εαυτό της και να συντηρεί τα λάθη της στον ίδιο βαθµό και µε τον ίδιο ρυθµό που συσσωρεύονται οι ήττες της. Ανάγκη λοιπόν να (ξανα)πάρουµε τα πράγµατα από την αρχή.

Ο «δικοµµατισµός», που είχε πεθάνει από το 2012

Ως Κόκκινο Νήµα υπογραµµίζαµε, σε ανύποπτο χρόνο, όταν η δικαιολογηµένη οργή για τη µνηµονιακή προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ακόµη νωπή, τη θέση ότι δεν υπάρχει κυβερνητικό «δίδυµο» Νέας ∆ηµοκρατίας – ΣΥΡΙΖΑ που συγκροτεί τους πόλους ενός καθεστωτικού δικοµµατισµού. Ένας τέτοιος «δικοµµατισµός» δεν υπήρχε όχι µόνο από το 2012 ως το 2015, αλλά ούτε από τον Σεπτέµβριο του 2015 ως το 2019. Στις διπλές εκλογές του 2023 συνέβη η προδιαγεγραµµένη κατάρρευση του «δικοµµατισµού», ο οποίος στην πραγµατικότητα είχε καταρρεύσει από τις εκλογές του 2012 και στη συνέχεια υπήρχε µόνο το φάντασµά του. Για ποιον λόγο ο δικοµµατισµός είδε καταρρεύσει από το 2012; ∆ιότι από το πρώτο µνηµόνιο και ύστερα η ελληνική αστική τάξη απέσυρε κάθε ενδιαφέρον για ένα λειτουργικό δικοµµατισµό και έβαλε πλώρη για να αποκτήσει την κυβέρνηση των ονείρων της, οικοδοµώντας ένα πολιτικό σύστηµα µε έναν ηγεµόνα και µικρές περιφερειακές δυνάµεις. Για τον ίδιο λόγο, η αστική τάξη ήθελε την πλήρη αστική προσαρµογή του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν τον ήθελε βασικό κυβερνητικό «παίκτη». Οι απαιτήσεις της «πολεµικής δεξιάς» που εκπροσωπεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι τέτοιες, ώστε δεν ανεχόταν οποιαδήποτε άλλη λύση πέραν µιας κυβέρνησης που δεν θα είδε κανέναν δισταγµό και περισπασµό, ώστε να κάνει χωρίς καµία έκπτωση όλα όσα έκανε -και πρόκειται να κάνει- η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. «Σέρνοντας» πίσω του έναν «στρατό» κόσµου της Αριστεράς και εργατολαϊκών στρωµάτων, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν «ακατάλληλη» γι’ αυτόν τον ρόλο – όσο κι αν προσπάθησε φιλότιµα να πείσει για την καταλληλότητά της… Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε ή «δεν πρόλαβε» να γίνει στην κυριολεξία αστικό κόµµα, παρά τα γενναία βήµατα της ηγεσίας του στην κατεύθυνση της σοσιαλδηµοκρατικοποίησης και αστικοποίησης, γιατί α) Η αστική τάξη είχε πολύ πιο επιθετικούς στόχους και ανάγκες, β) ο «περίεργος στρατός» κόσµου της Αριστεράς και εργατολαϊκών στρωµάτων που τον ακολουθούσε, χαλούσε την «εικόνα» του και µετρίαζε την ταχύτητα προσαρµογής του.

Το τέλος του δικοµµατισµού, όµως, έχει άµεσες συνεπαγωγές: α) την επιστροφή σε ένα πολιτικό σύστηµα που έχει ηγεµόνα την πιο επιθετική δεξιά  του τελευταίου µισού αιώνα, άρα και σε µια νέα ιστορικά µορφή κράτους της ∆εξιάς, β) την πορεία για την πλήρη συνταγµατοποίηση του νεοφιλελευθερισµού, έµµεση µέσω της «υγειονοµικής ζώνης» που αποκλείει κάθε παρέµβαση και πίεση της Αριστεράς και των κινηµάτων στην κεντρική πολιτική σκηνή και το πολιτικό σύστηµα και ενδεχοµένως άµεση µε µια συνταγµατική µεταρρύθµιση, γ) τη διόγκωση της άκρας δεξιάς και την ανασυγκρότηση της φασιστικής δεξιάς – το τελευταίο αυτό ως συνέπεια.   

Το αποτελέσµατα των εκλογών σηµατοδοτούν τέτοιες ιστορικές µετατοπίσεις, και η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και δευτερευόντως του ΜΕΡΑ25 ήταν σηµαντικά προαπαιτούµενα για να συντελεστούν. Από τον δικοµµατισµό και τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές (στο φάσµα από ήπιες-νεοκεϊνσιανές µέχρι ακραίες µονεταριστικές) περνάµε στον πολιτικό µονόλιθο ενός πολιτικού συστήµατος

Η ήττα και η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ   

Γιατί µιλάµε για ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και γιατί αυτή έχει άµεση συνεπαγωγή µια βαθιά κρίση; Γιατί αφορά ευρύτερα την Αριστερά, το κίνηµα, τον ταξικό συσχετισµό, τι θα γίνει µε τον κόσµο της Αριστεράς και το εργατολαϊκό κόσµο που συσπειρωνόταν µέχρι τώρα σε αυτόν. Ό,τι χάθηκε από τον Συριζα σε αυτές τις εκλογές δεν κατευθύνθηκε αριστερά και δεν κερδήθηκε από την Αριστερά – παρά µόνο σε πολύ µικρό ποσοστό από το ΚΚΕ. Τον Σεπτέµβριο του 2015 χάθηκε ένα µέρος αυτού του κόσµου προς τη αποχή, το 2019 ένα ακόµη µεγαλύτερο – που ξανά δεν πήγε προς την Αριστερά. Τώρα, το ίδιο. Αν η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν µόνο ήτα της ηγεσίας του και του κοµµατικού του µηχανισµού, δεν θα υπήρξε λόγος να µιλάµε για ήττα συνολικά της Αριστεράς.

∆υστυχώς όµως, οι ήττες του ΣΥΡΙΖΑ αποδιαρθρώνουν και διαλύουν τµήµα τµήµα το κοινωνικό µπλοκ που σχηµατίστηκε στη διάρκεια του αντιµνηµονιακού αγώνα. Αυτό όµως διαµορφώνει µια συνθήκη περισσότερο ασφυκτική για όλη την Αριστερά και το κίνηµα – και αυτό µε τη σειρά του δίνει περισσότερο χώρο και ορµή στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και σε ό,τι εκπροσωπεί.

Γιατί η ήτα του ΣΥΡΙΖΑ το βάζει σε διαδικασία βαθιάς κρίσης; Όχι βέβαια γιατί έχασε την επαφή µε την κυβέρνηση. ∆εν υπάρχει νόµος που να λέει ότι µια σοσιαλδηµοκρατία τύπου θα είναι για πάντα εν αναµονή κυβέρνηση – και µάλιστα σε µια χώρα όπως η Ελλάδα. Το ζήτηµα είναι ως και γιατί έχασε ο Συριζα. Το ζήτηµα δεν είναι γιατί δεν κέρδισε τη «µεσαία τάξη», αλλά γιατί έχασε µαζικά τα εργατολαϊκά του στηρίγµατα, ιδιαίτερα στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη. Οι λόγοι είναι προφανείς:

Πρώτο, γιατί… κοίταζε και απευθυνόταν αλλού: στο πολιτικό κέντρο και στη µεσαία τάξη. Ενώ όµως υπήρχαν συγκυριακοί λόγοι που η «µεσαία τάξη» ψήφισε µαζικά και «µασίφ» τον Μητσοτάκη και δεν µπορούσε να κερδηθεί από τον Σύριζα, δεν ήταν καθόλου αναπότρεπτο να χάσει µαζικά τα εργατολαϊκά του στηρίγµατα. Γι’ αυτή την απώλεια φταίει αποκλειστικά ο ίδιος και η διαρκής αστικοποίηση-σοσιαλδηµοκρατικοποίησή του.

∆εύτερο, γιατί εν ενστερνίστηκε το δόγµα περί «κυβερνώσας Αριστεράς», ότι δηλαδή η Αριστερά µπορεί να είναι µαζική και χρήσιµη µόνο αν διατηρεί το στάτους της κυβερνητικής δύναµης. Όµως, η ιστορία άλλα λέει: Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεπετάχτηκε σε µαζικό εκλογικά κόµµα το 2012 και το 2015, όταν επικρατούσαν τα αντισυστηµικά και κινηµατικά. Και άρχισε να καταρρέει σε δόσεις όταν άρχισε να εγκαταλείπει αυτά του τα χαρακτηριστικά, να στρέφεται προς το κέντρο και να γίνεται κόµµα-καρτέλ. Αυτό είναι θεµελιώδες συµπέρασµα και έχει προφανή συνέπεια: η µόνη σωτηρία και η µόνη διαδικασία αντιστροφής της διαλυτικής δυναµικής µπορεί να είναι µια εµφατική στροφή αριστερά, µια επιστροφή στον προ του Ιουλίου 2015 αντισυστηµικό του εαυτό. Το γεγονός ότι δεν «επέστρεψε» εκεί από το 2019, µε άµεσο αποτέλεσµα το είδος της αντιπολίτευσης στον Μητσοτάκη που (δεν) έκανε, τιµωρήθηκε σκληρά σε αυτές τις εκλογές. Αν δεν το κάνει ούτε ώρα, το δόγµα της «κυβερνώσας Αριστεράς», της στροφής στο πολιτικό και κοινωνικό κέντρο κ.λπ., θα τον αποδιαλύσει.

Τρίτο, γιατί τα δύο προηγούµενα εµπνέονται από µια ρεφορµιστική στρατηγική που δεν µπορεί να συντηρήσει στοιχειωδώς µαζικό ρεφορµιστικό φαινόµενο και οτιδήποτε δεν θα είναι νέτα σκέτα ΠΑΣΣΟΚ.

Αν έτσι έχουν τα πράγµατα, είναι φανερό ότι δεν υπάρχει η παραµικρή πιθανότητα για αριστερή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Θα συνεχίσει να βράζει στο ζουµί µιας αδιέξοδης κρίσης. Ο κύκλος του 2015 κλείνει χωρίς να ανοίγει –για τον ΣΥΡΙΖΑ µιλώντας- ένα επόµενος.            

Η ήττα του ΜΕΡΑ25

Η ήττα του ΜΕΡΑ25 είναι ήττα µιας αριστερής εκδοχής σοσιαλδηµοκρατίας, ενός ανέφικτου win-win της εργατικής τάξης και της αστικής τάξης ταυτόχρονα στην Ελλάδα του πιο επιθετικού αστισµού, µιας ασαφούς κοινωνικά και ταξικά απεύθυνσης. Είναι επίσης ήττα µιας προσωποπαγούς και ναρκισιστικής διαχείρισης όλων αυτών των επιλογών. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ µετά το 2019 διέψευσε τη δική του επαγγελία για «επιστροφή» σε κάποιου είδους ριζοσπαστική πολιτική, το ΜΕΡΑ25 διέψευσε τις προσδοκίες για πραγµατική γραµµή ρήξης. Ρήξη χωρίς να µιλήσεις καν για κρατικοποίηση του σιδηρόδροµου, για το όργιο καπιταλιστικών κερδών και την καθήλωση του εργατικού εισοδήµατος και για την ανάγκη αναδιανοµής εις βάρος των κερδών, δεν µπορεί να υπάρξει.    

Η «νίκη» του ΚΚΕ και οι πανηγυρισµοί

Το ΚΚΕ πανηγύρισε για νίκη. Σε τι συνίσταται αυτή; Εκλογικά, ανέβασε το ποσοστό του – αλλά από τα χαµηλά στα οποία είχε βυθιστεί επί µία δεκαετία – και µάλιστα µία δεκαετία µαζικών κοινωνικών αγώνων και στη συνέχεια µεγάλων πολιτικών διεργασιών. Το ΚΚΕ πρέπει να αναλογιστεί (αυτό είναι το ουσιαστικό πολιτικό ερώτηµα) γιατί δεν κέρδισε παρά πολύ µικρό ποσοστό του κόσµου της Αριστεράς και κυρίως του εργατικού και λαϊκού κόσµου που έφυγε από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αν έθετε στον εαυτό του αυτό το ερώτηµα, θα αντιλαµβανόταν ότι η ισχνή εκλογική του νίκη είναι κατ’ ουσίαν πολιτική ήτα και µάλιστα δεινή. ΟΙ πανηγυρισµοί πάντως (µε καπνογόνα κ.λπ.) σε κάποιες γειτονιές αποδεικνύουν ότι το ΚΚΕ ζει σε δικό του «πλανήτη» και αδυνατεί8 να καταλάβει τι έχει συµβεί. Μία και πλέον δεκαετία αποχής από τις πολιτικές διακυβεύσεις µιας εξαιρετικά πλούσιας σε γεγονότα και ευκαιρίες συγκυρίας, έχουν αποτέλεσµα την έλλειψη συναίσθησης για την κλίµακα και τη σηµασία των πολιτικών εξελίξεων.      

Ηγεµονία Μητσοτάκη, άνοδος ακροδεξιάς, ανασυγκρότηση φασιστών

Η πολιτική ηγεµονία Μητσοτάκη, η άνοδος της ακροδεξιάς, η ανασυγκρότηση των φασιστών µέσω των «Σπαρτιατών» και το αθροιστικό σχεδόν 15% δεξιότερα της πιο δεξιά µετατοπισµένης Ν∆ του τελευταίου µισού αιώνα, είναι σαφές µέτρο των πολύ αρνητικών πολιτικών συσχετισµών που έχουν δηµιουργηθεί. ∆εν είναι όµως αρκετά για να µιλήσουµε για συνολική συντηρητική στροφή της κοινωνίας αν µε αυτό εννοούµε συνολικά ιδεολογικά πρότυπα. Από την άποψη των πολιτικών συσχετισµών υπάρχει σαφέστατα δεξιά στροφή. Σε επίπεδο ιδεολογικό, η πορεία επικράτησης του νεοφιλελευθερισµού από τα µέσα της δεκαετίας του ’80 και η υποχώρηση της Αριστεράς, έχουν µετατοπίσει δεξιά και το συνολικό ιδεολογικό υπόβαθρο της κοινωνίας. Όµως δεν υπάρχει µια αξιόλογη συντηρητική µετατόπιση µετά το 2019 που να εξηγεί τα τωρινά εκλογικά αποτελέσµατα. Αντίθετα, είχαµε προδροµικά σηµάδια µιας αρχόµενης κρίσης της νεοφιλελεύθερης ηγεµονίας όπως εκφράστηκε από λιγότερο ή περισσότερο µαζικές κοινωνικές πρακτικές (στο χώρο της νεολαίας, στα Τέµπη κ.λπ.). Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΜΕΡΑ25 έχουν κάθε λόγο να αποστρέφουν το βλέµµα από τις δικές τους ευθύνες για την ήττα τους µιλώντας για «φαινόµενο» που τους ξεπερνάει, αλλά καµιά συντηρητικοποίηση δεν µπορεί να εξηγήσει γιατί έχασαν τη επιρροή τους σε κόσµο της Αριστεράς και σε εργατολαϊκά στρώµατα που «κοίταζαν» προς α αριστερά.       

Η πολιτική δεξιά στροφή εξηγείται από τις πολιτικές ήττες της Αριστεράς – όχι το αντίστροφο. Όσο για την ιδεολογική, δηλαδή η νεοφιλελεύθερη, στροφή, αυτή είχε ήδη σχεδόν ολοκληρωθεί πολύ πριν τις τωρινές εκλογές. Αυτό δεν σηµαίνει ότι η κατάσταση δεν είναι πολύ δύσκολη και επικίνδυνη. Οι πολιτικές ερµηνείες όµως είναι κρίσιµες, αφού αυτές καθοδηγούν τα επόµενα βήµατα. Αν εδώ υπάρχει ένα ιδεολογικό φαινόµενο συντηρητικοποίησης που µας ξεπερνά, για ο οποίο δεν ευθύνεται η Αριστερά και άρα δεν µπορεί να το αντιµετωπίσει, τότε πάµε σε µια λογική όπως-όπως επιβίωσης, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να συσπειρωθούµε µε αυτούς ακριβώς που ευθύνονται για τις διαδοχικές ήττες – στο όνοµα µάλιστα του ενιαίου µετώπου. Αν όχι, πρέπει να πούµε ενότητα στη δράση, αλλά ταυτόχρονα «Βάρκιζα τέλος», και να εργαστούµε για µια πολιτική ανασυγκρότηση που θα ξεριζώνει τις διαρκείς αιτίες των διαδοχικών ηττών.     

Ανταρσύα και αντικαπιταλιστική Αριστερά

Από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει «σενάριο εργασίας» για την πολιτική ανασυγκρότηση της Αριστεράς πέρα από τη συγκρότηση µαζικής αντικαπιταλιστικής-επαναστατικής αριστεράς. Όλες οι διαχειριστικές, σοσιαλδηµοκρατικές ή µισο-σοσιαλδηµοκρατικές εκδοχές (ανα)συγκρότησης της Αριστεράς ηττήθηκαν εµφατικά και κατ’ εξακολούθηση την τελευταία δεκαετία, ενώ το ΚΚΕ συµπεριφέρεται σαν υπερµεγέθης γκρούπα ιδεολογικής προπαγάνδας και σταθερής αποχής από τις πολιτικές διακυβεύσεις, χώρια που είναι ακραία σεχταριστικό απέναντι στην υπόλοιπη Αριστερά και µέσα στο κίνηµα. Αυτό όµως δεν σηµαίνει ότι η Ανταρσύα νίκησε ή ότι επιβεβαιώθηκε η ορθότητα της πολιτικής της. Η συγκρότησή της ήταν µια προωθητική στιγµή για την αντικαπιταλιστική Αριστερά, µε ευεργετικές επιπτώσεις για τον συντονισµό των δυνάµεών της σε σηµαντικούς κοινωνικούς χώρους, αλλά οι αδυναµίες του πολιτικού της σχεδίου την έχουν φανερά καθηλώσει.

Η στι8γµή όµως είναι ιστορική, δηλαδή από αυτές που διακρίνονται για το «τέλος εποχής» και τη µαζική ζήτηση για µια συζήτηση προσανατολισµού, όπου ευνοούνται νέα ξεκινήµατα. Η αντικαπιταλιστική-επαναστατική αριστερά δεν πρέπει να χάσει κι αυτή ην ευκαιρία. Πρέπει να επιδείξει την ωριµότητα να πάρει πρωτοβουλίες που θα δείξουν σε κόσµο της Αριστεράς και των κινηµάτων που «ψάχνεται» ότι µπορεί να κάνει υπερβάσεις και να αποτελέσει το πολιτικό «έδαφος» µιας απάντησης στα αδιέξοδα.

Σε ένα τοπίο απογοήτευσης και γενικής σύγχυσης, πρέπει να αρχίσουµε ξανά από το πρόγραµµα (τι έχουµε να προτείνουµε σον κόσµο) και τη συγκεκριµένη εξειδίκευση της τακτικής του ενιαίου µετώπου. Αν δεν το κάνουµε, η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ και του ΜΕΡΑ25 θα επεκταθεί σύντοµα και στα δικά µας µέρη…

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.