Από τα κάτω και προς τ’ αριστερά

image_pdfimage_print

Το κεντρικό πολιτικό άρθρο της εφημερίδας “Κόκκινo Νήμα” Νο46 που κυκλοφορεί

Με ενιαίο µέτωπο και µαζική αντικαπιταλιστική αριστερά ενάντια στις «εναλλακτικές» του Κέντρου και της άκρας δεξιάς, να µετατρέψουµε τη δυσαρέσκεια σε µαζική αντίσταση

Οι κοινωνικές συνθήκες δηµιουργούν κοινωνική δυσαρέσκεια σε διευρυνόµενη κλίµακα, αλλά οι ήττες και η ιστορικών διαστάσεων αδυναµία της Αριστεράς δεν επιτρέπουν στην κοινωνική δυσαρέσκεια να εκφραστεί απ’ τα κάτω και προς τα αριστερά, µε αποτέλεσµα ο πολιτικός άξονας να µετατοπίζεται δεξιότερα, να κυβερνούν η δεξιά ή το ακραίο κέντρο και να ενδυναµώνεται η φευδο-εναλλακτική της άκρας δεξιάς. Αυτή θα µπορούσε να είναι µια απλή-γενική περιγραφή της πολιτικής κατάστασης στην Ελλάδα και την Ευρώπη, µε όλες τις αναγκαίες προσαρµογές µε βάση τις ιδιαιτερότητες των επιµέρους χωρών. Στην Ελλάδα, αυτές οι ιδιαιτερότητες είναι σηµαντικές και παράγουν σηµαντικά πολιτικά αποτελέσµατα στην τωρινή συγκυρία. 

Οι πηγές της κοινωνικής δυσαρέσκειας

Η βασικότερη πηγή κοινωνικής δυσαρέσκειας είναι η ακρίβεια. Η µεγάλη άνοδος της τιµής των βασικών προϊόντων που αποτελούν το λεγόµενο «καλάθι του νοικοκυριού», δηλαδή τα βασικά αγαθά και υπηρεσίες που τα εργατικά-λαϊκά νοικοκυριά πρέπει να προµηθευτούν για να ζήσουν, σηµαίνει αντίστοιχη µείωση του πραγµατικού εργατικού εισοδήµατος. Όταν το εισόδηµα ενός νοικοκυριού αυξάνεται κατά 3, 5 ή 7% (µε βάση τις πρόσφατες ή τις αναµενόµενες από 1/1/2024 αυξήσεις σε µισθούς και συντάξεις στον ιδιωτικό και δηµόσιο τοµέα, αλλά η ακρίβεια καλπάζει µε 20 και 25% στη διετία της πληθωριστικής έκρηξης (2022-2023), η αγοραστική δύναµη του εργατικού µισθού µειώνεται από 10-15%.  

Το 2012, µε το δεύτερο µνηµόνιο, ο κατώτερος µισθός στον ιδιωτικό τοµέα µειώθηκαν 22,5%. Στα χρόνια των µνηµονίων, οι µισθοί στον δηµόσιο τοµέα µειώθηκαν έως και κατά 40% ενώ καταργήθηκαν δύο επιπλέον µισθοί, τα δώρα Χριστουγέννων – Πάσχα και το καλοκαιρινό επίδοµα άδειας. Μόλις µε την τελευταία αύξηση από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, 11 χρόνια µετά, ο κατώτατος µισθός στον ιδιωτικό τοµέα ξεπέρασε λίγο τα επίπεδα του 2011! Όσο για τον δηµόσιο τοµέα, είµαστε ακόµη πολύ πίσω και µακριά από τα επίπεδα του 2011!  

Το κύµα της ακρίβειας στην πραγµατικότητα έρχεται να λειτουργήσει σαν µια νέα µνηµονιακή µείωση του εργατικού µισθού. Η συνέπεια είναι προφανής: για τη µεγάλη πλειονότητα των µισθωτών, που όπως δείχνουν οι στατιστικές έχει µισθό από λίγο κάτω (λόγω µερικής ή επισφαλούς απασχόλησης) έως και λίγο πάνω από τον κατώτατο µισθό, οι συνθήκες ζωής είτε χειροτερεύουν είτα παραµένουν στάσιµες. Για να το πούµε αλλιώς: στο ζήτηµα του εισοδήµατος δεν βγήκαµε ποτέ από τα µνηµόνια!  

Τα πλήγµατα στο εργατικό εισόδηµα, τον «µισθό  στο χέρι», συνοδεύονται από εξίσου µεγάλα -αν όχι µεγαλύτερα- πλήγµατα στον «κοινωνικό µισθό»: τις συντάξεις, αλλά κυρίως τα προνοιακά επιδόµατα και τις υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας καθώς και την υγεία συνολικά και την παιδεία. Ύστερα από τα µεγάλα πλήγµατα που δέχθηκε επί µνηµονίων, µε τις θηριώδεις περικοπές στις κοινωνικές µεταβιβάσεις (τους πόρους που µεταβιβάζονται από τον κρατικό προϋπολογισµό σε αυτούς τους τοµείς), οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη από τις εκλογές του 2019 µέχρι και σήµερα συνεχίζουν συστηµατικά την υποβάθµιση, απαξίωση, διάλυση των τοµέων της καθαυτό κοινωνικής πολιτικής. Κι όχι µόνο: ευρύτερα των δηµόσιων υπηρεσιών, περιλαµβανόµενων και των διοικητικών, που σχετίζονται εν τέλει µε κοινωνικές υπηρεσίες προς τον πολίτη και ιδιαίτερα τον πολίτη που βγάζει το ψωµί του από την εργασία του κι όχι από την εργασία των άλλων, δηλαδή τον µισθωτό, τον εργαζόµενο, την εργατική τάξη.   

Η απαξίωση, υποβάθµιση, διάλυση του κοινωνικού κράτους συνιστά, όχι µόνο θεωρητικά αλλά στην πραγµατική ζωή και την καθηµερινότητα των ανθρώπων, µια δεύτερο, εξίσου σηµαντική µείωση του εργατικού µισθού. Με τον απλό τρόπο που είναι στην καθηµερινή εµπειρία όλων: το εργατικό νοικοκυριό χρειάζεται επιπλέον δαπάνες ή στερείται, ανεξάρτητα και από δαπάνες, θεµελιώδεις υπηρεσίες υγείας, πρόνοιας και παιδείας. Σε αυτά πρέπει να προσθέσουµε πλέον και τις συνέπειες των ακραίων καιρικών φαινοµένων, τις οποίες υφίστανται µε τη µεγαλύτερη βιαιότητα οι πλέον απροστάτευτοι, τα εργατικά νοικοκυριά, τα θύµατα της «ευέλικτης» εργασίας, οι άνεργοι, οι «περιττοί» πληθυσµοί της κοινωνικής εξαθλίωσης. Σε αυτόν τον τοµέα δεν χτίστηκε ποτέ κοινωνικό κράτος και ο νεοφιλελευθερισµός θα περάσει κατευθείαν στην «ατοµική ευθύνη»: όποιος/α µπορεί, ας ασφαλίσει τα σπίτια του, τα χωράφια του, την περιουσία του – για τους/τις υπόλοιπους/ες, καλή τύχη…    

Αν αυτά µπορεί κανείς να τα αναγνώσει και µέσα από τις επίσηµες στατιστικές, υπάρχει ένα ακόµη έµβολο υποβάθµισης της ζωής της εργατικής τάξης: η απίστευτη κλίµακα στην οποία λειτουργεί η εντελώς αποθρασυµένη εργοδοσία. Η κλοπή ωρών εργασίας, υπερωριών και δώρων, η «διευθέτηση» του ωραρίου κατά το δοκούν, το µάνατζµεντ ανθρώπινου δυναµικού για δούλους, οι εκβιασµοί και εκφοβισµοί, η σεξουαλική παρενόχληση για τις γυναίκες εργαζόµενες.  

Τέλος, αλλά πλέον όχι έσχατο σε σηµασία, η εκτίναξη των τιµών των ενοικίων και των κατοικιών είναι πρωτοφανής, σε επίπεδα έως 40% τα τελευταία χρόνια. Αυτό σηµαίνει ότι δηµιουργείται οικιστική κρίση, κρίση στέγης, για σηµαντικά τµήµατα εργατικών νοικοκυριών που ζουν στο νοίκι. Πολλά µπορεί να στερηθεί ή να περικόψει ένας εργαζόµενος, αλλά το να έχει «κεραµίδι πάνω από το κεφάλι του» δεν µπορεί να το στερηθεί – γιατί τότε γίνεται άστεγος, εξαθλιωµένος, πετιέται κυριολεκτικά στον δρόµο. Τι κάνει λοιπόν για να µη χάσει αυτό το θεµελιώδες αγαθό; Περικόπτει τις δαπάνες για όλα τα υπόλοιπα ή έστω για όσα από αυτά δεν θεωρεί πρώτης προτεραιότητας. Όταν, σε καιρούς µεγάλης ακρίβειας, όπως λένε οι στατιστικές η δαπάνη για τη στέγαση αντιστοιχεί στο 40% των συνολικών δαπανών του νοικοκυριού, τότε οι υπόλοιπες δαπάνες περικόπτονται αγρίως. 

Ποιο είναι το συνολικό αποτέλεσµα όλων αυτών; Μπορεί να κωδικοποιηθεί σε τίτλους ως εξής: 

Οι συνθήκες ζωής του µεγαλύτερου τµήµατος της εργατικής τάξης υποβαθµίζονται σηµαντικά – και συστηµατικά. Η θεωρία του trickle down διαψεύδεται: οι υψηλοί ρυθµοί ανάπτυξης και τα υψηλά κέρδη των καπιταλιστών, αυτό που οι νεοφιλελεύθεροι αποκαλούν µε µία λέξη «ανάπτυξη», δεν διαχέουν ισοµερώς τα αγαθά τους στην κοινωνία. Η αστική τάξη και τα κέρδη της ευηµερούν, αλλά η εργατική τάξη και οι µισθοί πένονται. 

Εκτός από το προηγούµενο, η συµπίεση της κλίµακας των µισθών κοντά στον κατώτατο µισθό (λίγο κάτω και λίγο πάνω απ’ αυτόν) για το µεγαλύτερο τµήµα της εργατικής τάξης, αλλά και η µεγάλη επέκταση της µερικής-«ευέλικτης» εργασίας γεννάει ένα διαρκώς διευρυνόµενο τµήµα εργαζόµενων φτωχών, δηλαδή εργαζόµενων µε εισόδηµα κάτω από το όριο της φτώχειας. 

Η ανεργία στην Ελλάδα παραµένει υψηλή παρά τους υψηλούς ρυθµούς ανάπτυξης των τελευταίων χρόνων, πάνω από το 10% και πλέον πολύ δύσκολα και πολύ αργά θα αποκλιµακωθεί (αν αποκλιµακωθεί) σε χαµηλότερα επίπεδα. Αυτό σηµαίνει ότι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι δεν έχουν εισόδηµα. Ένα µικρό ποσοστό απ’ αυτούς (περί το 7%) και για λίγο είναι δικαιούχοι του ταµείου ανεργίας. Ένα άλλο µέρος, όσοι/ες έχασαν µε πιο µόνιµο τρόπο την επαφή µε την αγορά εργασίας, είναι τρόφιµοι/ες του Ελάχιστου Εγγυηµένου Εισοδήµατος – του εισοδήµατος κοινωνικής εξαθλίωσης. 

Αναπόφευκτα, στους διάφορους δείκτες της φτώχειας και της κοινωνικής στέρησης η Ελλάδα φιγουράρει, µαζί µε κάποιες χώρες των Βαλκανίων και της Βαλτικής, στις πρώτες θέσεις της κοινωνικής δυστυχίας πανευρωπαϊκά.    

Ένας τέτοιος, συνοπτικός λόγος για τα βάσανα της ελληνικής εργατικής τάξης, στην οποία περιλαµβάνεται και το πιο καταπιεσµένο και εκµεταλλευόµενο τµήµα της, οι µετανάστες/στριες εργαζόµενοι/ες, είναι λόγος για την εργατική τάξη ως τάξη. Και αυτό οδηγεί στο επόµενο βήµα: υπάρχει κανείς που να της απευθύνεται µιλώντας µε τ’ όνοµά της, που να θέλει και να επιδιώκει να συµβάλει στην οργάνωση των αγώνων της και να την εκπροσωπήσει πολιτικά στο πολιτικό επίπεδο της ταξικής πάλης; Με αυτό το ερώτηµα θα ασχοληθούµε στη συνέχεια.  

Ποιος «είναι µε
την εργατική τάξη»; 

 ∆εν µπορείς να «είσαι µε την εργατική τάξη»:

Αν διστάζεις και να προφέρεις το «όνοµά» της, αν δεν της απευθύνεσαι µε το «όνοµά της». Όποια οργάνωση, κόµµα, πολιτικό ρεύµα δεν «βλέπει» το 75% της µισθωτής εργασίας, τη µακράν πιο µαζική κοινωνική δύναµη, δεν µπορεί ούτε να «συνοµιλήσει» ούτε να οικοδοµήσει σχέσεις µαζί της ούτε, πολύ περισσότερο, να την εκπροσωπήσει πολιτικά. Η Ν∆, το κατεξοχήν κόµµα του κεφαλαίου, δεν θέλει να το κάνει – εκπροσωπεί την αστική τάξη. Το ΠΑΣΟΚ είναι κόµµα που µετέχει περιφερειακά αλλά και σε κεντρικούς αρµούς του µπλοκ εξουσίας -είναι λοιπόν αστικό κόµµα του κέντρου- και εκφράζει δευτερεύοντα, µεσαία κυρίως τµήµατα της αστικής τάξης. Μόνη του χρησιµότητα να είναι µπαλαντέρ στο µπλοκ εξουσίας της αστικής τάξης και µόνη του φιλοδοξία να καταφέρει να συµµετάσχει και στο κεντρικό πολιτικό επίπεδο της εξουσίας, δηλαδή στην κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει προ πολλού αποδυθεί σε… ξετσίπωτο φλερτ µε τη µεσαία τάξη. Η εκλογική του κατάρρευση και η θεαµατική του πολιτική υποβάθµιση στη δεύτερη πολιτική κατηγορία δεν οφείλεται κυρίως στην παταγώδη του αποτυχία σε αυτό το φλερτ αλλά στο ότι έχασε κάτι που είχε – µέχρι ενός σηµείου και βαθµού: στην κατάρρευση της µαζικής του επιρροής στην εργατική τάξη. Ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ τόσο του Τσίπρα όσο και -πολύ περισσότερο- του Κασσελάκη δεν δείχνει να… αναγνωρίζει την εργατική τάξη, δεν της απευθύνεται µε κανέναν τρόπο και ανταγωνίζεται µε το ΠΑΣΟΚ για τα µάτια της µεσαίας τάξης. Ο Βαρουφάκης και το ΜΕΡΑ25 επίσης δεν αναγνωρίζουν στην εργατική τάξη τον ρόλο της κοινωνικής δύναµης που πρέπει να συγκροτηθεί σε αντίπαλο δέος µε την αστική τάξη και να εκπροσωπηθεί πολιτικά µε τέτοιους όρους – για την ιδιότυπη µετα-σοσιαλδηµοκρατία του ΜΕΡΑ25, όπως και για όλους τους προηγούµενους, όλα αυτά είναι tres banal.
Τι µένει; Η αντικαπιταλιστική-επαναστατική Αριστερά και το ΚΚΕ. Ακόµη όµως και αυτό το τελευταίο, άρχισε να µιλάει σαν τον ΣΥΡΙΖΑ παλαιότερων εποχών, στο όνοµα των «πολλών» ενάντια στους «λίγους». 

Αν δεν αναφέρεσαι επίσης ονοµαστικά στην αστική τάξη ως κυρίαρχη τάξη που κανοναρχεί κατά το συµφέρον της τις οικονοµικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Η κοινωνία δεν είναι κάτι άµορφο όπου διάφορα πολιτικά ρεύµατα επιδιώκουν να το πλάσουν κατά το δοκούν και προσπαθούν να κερδίσουν πόντους στο πολιτικό χρηµατιστήριο· είναι καπιταλιστικός κοινωνικός οργανισµός, συγκροτείται από τάξεις και µερίδες τάξεων, έχει κυρίαρχη τάξη και κοινωνικές συµµαχίες που στηρίζουν το µπλοκ εξουσίας της, έχει ύστατο φρουρό το αστικό κράτος – που όποτε χρειάζεται βγαίνει σε πρώτο πλάνο.   Όλα αυτά δεν έχουν µόνο αφηρηµένη-θεωρητική αξία: είναι οι κανόνες και το πλαίσιο του «παιχνιδιού». ∆υστυχώς, όχι µόνο η εκφυλισµένη σοσιαλδηµοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ που τώρα µετατοπίστηκε ολοκληρωτικά στο αστικό κέντρο, αλλά και η ελάσσων και ιδιότυπη µετα-σοσιαλδηµοκρατία του ΜΕΡΑ25 καθώς και τµήµατα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που προσβλέπουν σε συµµαχία µαζί της, εκλαµβάνουν την αριστερή και αντικαπιταλιστική πολιτική σαν ένα «παιχνίδι» απόκτησης αξίας στο πολιτικό χρηµατιστήριο, «κατάλληλης τοποθέτησης» στη γεωµετρία του πολιτικού συστήµατος και διεύρυνσης της πολιτικής επιρροής µε εκλογικούς ή στενά οργανωτικούς όρους. 

Ο ρεφορµισµός δεν µπορεί να ξαναγίνει µαζικός

∆εν µπορούµε να γνωρίζουµε τι θα συµβεί αν δηµιουργηθούν συνθήκες πολιτικής αστάθειας όπως αυτές της περιόδου 2010-2012.  Υπό «κανονικές συνθήκες» όµως, ο σοσιαλδηµοκρατικός ρεφορµισµός τύπου Νέα Αριστερά και ΜΕΡΑ25 (παρότι δεν ταυτίζονται) δεν µπορεί να ξαναγίνει µαζικός. Όλη η εµπειρία των τελευταίων χρόνων στην Ευρώπη (η Λατινική Αµερική είναι µια άλλη ιστορία, αν και όχι εντελώς διαφορετική) αποδεικνύει ότι η συµβιβασµένη σοσιαλδηµοκρατία καταστρέφεται, πολιτικά και εκλογικά, κατά κύµατα. Η διαδικασία καταστροφής της είναι τυπική: συµβιβάζεται-συµβιβάζεται-συµβιβάζεται, ακολουθεί κατά πόδας τη δεξιά µετατόπιση του συνολικού πολιτικού άξονα, εγκαταλείπει κάθε  στοιχείο στοιχειώδους ταξικής αναφοράς, στρέφεται στο κέντρο και πριν φτάσει σε αυτό το πολιτικό Ελντοράντο του αστισµού, καταρρέει εκλογικά και πολιτικά. Όπου αρνείται να ακολουθήσει αυτή την πορεία και προσπαθεί να λειτουργήσει σαν στοιχειωδώς συνεπής σοσιαλδηµοκρατία, δέχεται τα συντονισµένα πυρά του συστήµατος και πολώνεται στ’ αριστερά αλλά συρρικνούµενη. Το συµπέρασµα είναι ότι σε αυτές τις εποχές, για να είσαι στοιχειωδώς συνεπής σοσιαλδηµοκράτης, πρέπει να είσαι «αρκετά λενινιστής». 

∆εν είναι λοιπόν τυχαία, αλλά τυπική περίπτωση πολιτικής χρεοκοπίας ό,τι συνέβη στον ΣΥΡΙΖΑ. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ του Κασσελάκη αυξήσει τα ποσοστά του στο µέλλον, κάτι που θεωρητικά δεν µπορεί να αποκλειστεί, θα το κάνει ως αστικό κόµµα του κέντρου – και άρα θα είναι εντελώς αδιάφορο για την Αριστερά. 

Μπορεί το ΜΕΡΑ25 και ο Βαρουφάκης να επαναλάβουν την επιτυχία του Μελανσόν; Όχι, γιατί εδώ το µεγάλο τεστ βρίσκεται πίσω µας κι όχι µπροστά µας. Ο Βαρουφάκης δοκιµάστηκε το 2015 – και απέτυχε. Η πολιτική φόρµουλα που κοµίζει η συσπείρωση γύρω από το ΜΕΡΑ25, επίσης δοκιµάστηκε, στη µορφή του αντιµνηµονιακού ΣΥΡΙΖΑ και της ΛΑΕ µετά το 2015 – και απέτυχε επίσης. Η ιδέα επανενεργοποίησης ενός τέτοιου «µηχανισµού» πολιτικής µαζικοποίησης µε αριστερο-ρεφορµιστικούς όρους είναι αυταπάτη και σπατάλη δυνάµεων. Στην Ελλάδα, η εποχή που ο σοσιαλδηµοκρατικού τύπου ρεφορµισµός µπορούσε να γίνει µαζικό ρεύµα έχει περάσει. Στο προβλεπτό διάστηµα, ο ρεφορµισµός δεν µπορεί πλέον να είναι µαζικός. Έτσι, είναι καταστροφική η ιδέα να συσπειρωθούν δίπλα του ή γύρω του κοµµάτια της αντικαπιταλιστικής αριστεράς µε την ελπίδα ότι θα επωφεληθούν έτσι από την πολιτική του µαζικοποίηση και θα αποκτήσουν πολιτικό σχέδιο έστω µε τη µορφή «σεναρίου εργασίας».   

Μαζική αντικαπιταλιστική αριστερά! 

Αντίθετα, δηµιουργούνται οι όροι ώστε να γίνει η αντικαπιταλιστική αριστερά µαζικό πολιτικό ρεύµα. Οι πρόσφατες δηµοτικές και περιφερειακές εκλογές πρόσφεραν τις πρώτες ενδείξεις. Η ιστορική συγκυρία προσφέρει τη δική της ετυµηγορία: µόνο η αντικαπιταλιστική αριστερά -ως πρόγραµµα, οργανωτική κουλτούρα και συνδυασµός στρατηγικής «ακαµψίας» και τακτικής ευελιξίας, δηλαδή επαναστατικής στρατηγικής και τακτικής ενιαίου µετώπου, µπορεί να είναι άξια µαχήτρια απέναντι στον καπιταλισµό και τον ιµπεριαλισµό της γενικής κρίσης και παρακµής. Μόνο αυτή µπορεί να δηµιουργήσει όρους µαζικού αντισυστηµικού ρεύµατος και ριζοσπαστισµού «από τα κάτω και προς τα αριστερά» και να δώσει έτσι αριστερή και αντικαπιταλιστική διέξοδο στις αντισυστηµικές διαθέσεις που τώρα κανιβαλίζει η άκρα δεξιά. 

Το αστικό κέντρο, όπου µετατοπίστηκε ολοκληρωτικά ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν µας αφορά πλέον µε κανέναν τρόπο. Η πάλη ενάντια στη δεξιά, την άκρα δεξιά, τον καπιταλισµό της «πολυκρίσης» και τον ιµπεριαλισµό δεν µπορεί να στηριχτεί στην εναλλακτική του «δηµοκρατικού κέντρου» (ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ). Η σοσιαλδηµοκρατία δεν είναι εναλλακτική και δεν µπορεί να ξαναγίνει µαζικό ρεύµα. Το ΚΚΕ δεν µπορεί να είναι εναλλακτική – για λόγους που έχουµε εξηγήσει σε προηγούµενα κείµενά µας. Ας εξετάσουµε λοιπόν τις προϋποθέσεις επιτυχίας του πολιτικού στόχου για οικοδόµηση µαζικού µετώπου-ρεύµατος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Αν διδαχθεί από τα λάθη της και τα διορθώσει, η αντικαπιταλιστική αριστερά µπορεί να γίνει µαζικό πολιτικό ρεύµα.

 

1 Σχόλιο

  1. Γενικά συμφωνώ με το κείμενο….ο Κασσελάκης πιστεύω δεν έχει τελειώσει όπως έχει “τελειώσει” η Νέα Αριστερά και το ΜΕΡΑ25…. σίγουρα η επαναστατική αριστερά έχει να παίξει το ρόλο της άμα ξεφύγει από χρόνιες παθογένειες, αερολογίες και να μπει στο κόσμο… και μακριά από τον μικρόκοσμο της…

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.