Μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί: Ελληνο-τουρκικός ανταγωνισμός και εθνικ(ιστι)κή υποκρισία

της Έλενας Παπαγεωργίου

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόφαση του Ερντογάν να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τζαμί είναι ενέργεια που υπηρετεί τα σχέδια του τουρκικού εθνικισμού και εντάσσεται στην κλιμάκωση του ελληνο-τουρκικού ανταγωνισμού με βασικό αντικείμενο τις ζώνες θαλάσσιας κυριαρχίας στη νοτιοανατολική Μεσόγειο (ΑΟΖ) και τους δρόμους μεταφοράς πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ότι ένα ζήτημα πολιτισμού εντάσσεται άμεσα και υπηρετεί αυτόν τον ανταγωνισμό, είναι ενδεικτικό του καθολικού χαρακτήρα που αυτός προσλαμβάνει και του βαθμού όξυνσης που τον χαρακτηρίζει. 

Στο πλαίσιο αυτό, οι εκατέρωθεν κραυγές θρησκευτικής και εθνικής «ευαισθησίας» ηχούν, όπως και είναι, εντελώς υποκριτικές. Παρ’ όλα αυτά, τα ιστορικά ζητήματα και η ιστορική γνώση έχουν τη δική τους σημασία. Και το μόνο που αποδεικνύουν, είναι ότι οι σχετικές κραυγές, και από τις δύο πλευρές, εκτός από υποκριτικές, είναι και ανιστόρητες. Όταν το 1934, 12 μόλις χρόνια ύστερα από την Μικρασιατική Καταστροφή, ο Κεμάλ Ατατούρκ μετέτρεψε τον χαρακτήρα της Αγίας Σοφίας σε μνημείο του ανθρώπινου πολιτισμού, προτάθηκε γι’ αυτόν τον λόγο για Νόμπελ Ειρήνης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο – και σε αυτό δεν έπαιξαν ρόλο εθνικές, θρησκευτικές ή ανθρώπινες «ευαισθησίες» αλλά λόγοι καθαρά πολιτικής σκοπιμότητας.    

Πηγαίνοντας πιο πίσω, στα χρόνια της Ανατολικής Ρωμαϊκής-Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κυριάρχησαν άλλες σκοπιμότητες – και βεβαίως καμία ευαισθησία…

Χριστιανισμός εναντίον Ελληνισμού

Στα χρόνια του Ιουστινιανού (527-565) υπήρξε μαζική μετατροπή αρχαίων ναών σε χριστιανικές εκκλησίες. Τότε φαίνεται ότι έχουμε και τη μετατροπή του Παρθενώνα στην Παναγία την Αθηνιώτισσα. Προηγουμένως, το 423 μ.Χ., ο  Θεοδόσιος ο Β’ με διάταγμά του χαρακτηρίζει τις εθνικές λατρείες… δαιμονικές και απειλεί με φυλακίσεις και βασανιστήρια όσους τις ασπάζονται, ενώ το 438 μ.Χ. έχουμε εκδηλώσεις βανδαλισμού που θα ζήλευαν οι φανατικοί του Ισλαμικού Κράτους, καθώς οι χριστιανοί καταστρέφουν τα γυμνά γλυπτά του Παρθενώνα.

Μάλιστα, ο Ιουστινιανός διέταξε την αφαίρεση των καλύτερων μαρμάρων του Παρθενώνα, αλλά και άλλων σπουδαίων αρχαίων ναών, όπως των Δελφών, της Μιλήτου και της Εφέσου, και τη μεταφορά τους στην Κωνσταντινούπολη, για την ανέγερση της Αγίας Σοφίας – κι όμως, κανείς «ευαίσθητος» δεν ζήτησε μέχρι σήμερα την επιστροφή τους… Επί αιώνες οι χριστιανοί κατέστρεφαν τον Παρθενώνα κι έκτιζαν με τα μάρμαρά του τις πάμπολλες χριστιανικές εκκλησίες που υπάρχουν γύρω από τον Ιερό Βράχο.

Παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα από τους Κώδικες του Ιουστινιανού:

«Να κλείσουν όλοι οι ναοί σε όλες τις πόλεις και σε όλους τους τόπους της οικουμένης. Αν κάποιος με οποιαδήποτε δύναμη παραβεί (αυτόν τον νόμο) θα τιμωρηθεί με αποκεφαλισμό».

Ήταν η εποχή όχι της «σύνθεσης» του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό, αλλά της ωμής τρομοκρατίας των αρχόντων του Βυζαντίου ενάντια στις λατρευτικές πεποιθήσεις και παραδόσεις της ελληνιστικής περιόδου, και του βανδαλισμού των λατρευτικών τους χώρων και μνημείων.    

Ο ρόλος της Εκκλησίας μετά το 1453

Η εκκλησία θεωρείται ένας από τους θεσμούς που δημιούργησε, διατήρησε ή και ανάπτυξε ο «ελληνισμός» κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Τόσο ο Κ. Παπαρρηγόπουλος όσο και ο Α. Βακαλόπουλος στις αντίστοιχες ιστορίες τους («Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» και «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού») υιοθέτησαν και ανέπτυξαν αυτή την αφήγηση. Σύμφωνα με αυτήν, οι Έλληνες ζώντας κάτω από ένα αλλόθρησκο τυραννικό και καταπιεστικό καθεστώς, είχαν κατορθώσει να διαμορφώσουν τους δικούς τους θεσμούς για να συγκροτήσουν τη δική τους ελληνορθόδοξη κοινωνία, να περιχαρακωθούν έναντι της αλλόθρησκης οθωμανικής και να διασώσουν, μέσα από αυτούς, την εθνική συνείδηση. Αυτοί οι θεσμοί αντιστοιχούσαν στους τέσσερις βασικούς τομείς που συγκροτούσαν τις προνεωτερικές κοινωνίες, δηλαδή τη θρησκεία, την πολιτική διοίκηση, το στρατό και την παιδεία. Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, λοιπόν, η Εκκλησία αποτελούσε τον πρώτο θεσμό του ελληνισμού, η οποία εφάρμοσε ένα καθολικά ισχύον και συγκεντρωτικό πλαίσιο λειτουργίας, που είχε παραχωρηθεί από την Υψηλή Πύλη και μέσω του οποίου διασώθηκε «το ελληνικό πνεύμα» και προετοιμάστηκε η Επανάσταση του 1821.

Ωστόσο, τα ιστορικά δεδομένα αμφισβητούν ευθέως αυτό το ερμηνευτικό σχήμα. Όταν οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη βυζαντινή πρωτεύουσα, ο πατριαρχικός θρόνος ήταν κενός. Η τοποθέτηση νέου πατριάρχη ήταν αποτέλεσμα της βούλησης του σουλτάνου. Ο ίδιος κίνησε τη διαδικασία για την εκλογή και μάλιστα επέλεξε τον Γεννάδιο (Β’) Σχολάριο για τη θέση αυτή. Ο Γεννάδιος ήταν από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της ανθενωτικής μερίδας στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη. Ο σουλτάνος επέλεξε το πρόσωπο αυτό, το οποίο έχαιρε γενικότερης εκτίμησης λόγω της παιδείας του, για να εμπεδωθεί στην ελληνορθόδοξη κοινωνία η ανθενωτική στάση έναντι της Δύσης – ξανά οι πολιτικές σκοπιμότητες. Την εποχή αυτή οι Οθωμανοί, παρ’ όλη την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, σε καμιά περίπτωση δεν αισθάνονταν ασφαλείς έναντι μιας επίθεσης από τη Δύση. Γι’ αυτόν το λόγο ήθελαν να προστατευτούν από ενδεχόμενη φιλοδυτική στάση των χριστιανών υπηκόων τους και συμμετοχή τους σε πόλεμο εναντίον των Οθωμανών.

Ένα από τα πρώτα μελήματα του Μεχμέτ Β ́ -ο οποίος και πρώτος μετέτρεψε την Αγία Σοφία σε τζαμί- ήταν ο ανασυνοικισμός της Κωνσταντινούπολης, ώστε να καταστεί η πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του. Στόχος του σουλτάνου δεν ήταν να μετατραπεί η Κωνσταντινούπολη σε μουσουλμανική πόλη, αλλά να διατηρήσει τους προηγούμενους κατοίκους της. Γι’ αυτό προχώρησε σε ένα πρόγραμμα υποχρεωτικής μετακίνησης πληθυσμών από χριστιανικές περιοχές της αυτοκρατορίας. Με την ανασύσταση του πατριαρχείου ο σουλτάνος ενσωμάτωνε στο κράτος του έναν προ-οθωμανικό (βυζαντινό) θεσμό, ο οποίος χάρη στην άρτια διοικητική οργάνωσή του που έφτανε μέχρι τις πιο απόμακρες επαρχίες, θα μπορούσε να αποτελέσει όχημα για τη διάδοση της κρατικής πολιτικής προς αυτούς τους πληθυσμούς και ταυτόχρονα να τους ελέγχει.

Αρχαιότητα – Βυζάντιο – Νέος ελληνισμός

Το σχήμα της τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνισμού σε τρεις σταθμούς «Αρχαιότητα – Βυζάντιο – Νέος ελληνισμός» παραμένει το βασικό ιδεολόγημα από το οποίο διέπεται τόσο η δημόσια όσο και η σχολική ιστορία και οφείλεται στον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο.

Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος δεν πρωτοτυπούσε ασφαλώς με την ιδέα της ένταξης του Βυζαντίου ως συνδετικού κρίκου μεταξύ αρχαίων και νέων Ελλήνων, καθώς πρώτος εκφραστής της περίπου την ίδια εποχή είχε υπάρξει ο συνάδελφός του Σπυρίδων Ζαμπέλιος, από τον οποίο ο Παπαρρηγόπουλος υιοθέτησε και το σχήμα περί θεϊκής νομοτέλειας στην Ιστορία. Περίπου μία δεκαετία νωρίτερα, ο ίδιος δεν φαινόταν να ενστερνίζεται ακόμα τις απόψεις περί ελληνικότητας του Βυζαντίου. Η ένταξη της περιόδου αυτής στην διαμορφούμενη εθνική αφήγηση είχε κύριο στόχο να ενισχύσει με περισσότερα βέλη τη φαρέτρα του ελληνικού εθνικισμού, που από τη δεκαετία του 1840 λαμβάνει πλέον την μορφή που θα τον καθορίσει ως και τη Μικρασιατική Καταστροφή, δηλαδή τη μορφή της Μεγάλης Ιδέας. Εξάλλου, ο Παπαρρηγόπουλος υπήρξε στενά συνδεδεμένος πολιτικά τόσο με τον για ένα διάστημα πρωθυπουργό και εμπνευστή του όρου Ιωάννη Κωλέττη, όσο και με τον επίσης οπαδό της Μεγάλης Ιδέας βασιλιά Όθωνα. Υπήρξε επίσης πρόεδρος της παραστρατιωτικής εθνικιστικής οργάνωσης «Εθνική Άμυνα», όπως και του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων», βασικού ημιεπίσημου εργαλείου προώθησης της εθνικής πολιτικής του κράτους σε ελληνόφωνους αλλά κυρίως αλλόφωνους πληθυσμούς εκτός της ελλαδικής επικράτειας, κυρίως στην Οθωμανική Μακεδονία.

Και ασφαλώς η ερμηνεία από αυτόν του όρου «Έλληνας» έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την προσπάθεια του Ρήγα να λύσει προκαταβολικά το οξύ ζήτημα της εθνικής πολυμορφίας της νέας πολιτείας, καταφεύγοντας σε ένα δημοκρατικό ορισμό του «έθνους», ο οποίος πήγαζε από την πλέον ριζοσπαστική ιακωβινική παράδοση της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτός τόνιζε ότι η Ελληνική Δημοκρατία θα ήταν ενιαία και αδιαίρετη κρατική οντότητα και όχι ομοσπονδία μικρότερων δημοκρατικών ή εθνοτικών κοινοτήτων. Βέβαια, το σύνταγμα αναγνώριζε τις διάφορες εθνότητες και θρησκείες, αλλά επί της αρχής ότι φορέας της κυριαρχίας ήταν ο ένας και αδιαίρετος λαός στο σύνολό του και όχι οι επιμέρους πολιτισμικές ομάδες. Αυτό θα είχε αποτέλεσμα οι ατομικές και συλλογικές διαφορές να διαπεραστούν από τη δημοκρατική αρχή της ατομικής και συλλογικής ισότητας. Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εξεταστεί η χρήση του «Έλληνας» και «ελληνικός» στα κείμενα του Ρήγα, ενώ και οι Φιλικοί χρησιμοποίησαν τον ίδιο όρο στα πλαίσιο μιας προσπάθειας καλλιέργειας εθνικής συνείδησης.

Αγιά Σοφιά – Μεγάλη Ιδέα

Το θέμα της τύχης της Αγιάς Σοφιάς ανακινήθηκε στo πλαίσιo της Μεγάλης Ιδέας στις αρχές του 20ού αιώνα με την εντολή του ελληνικού στρατού να αποβιβασθεί στη Σμύρνη και τη διοίκηση της Κωνσταντινούπολης και των Στενών υπό Διασυμμαχική Επιτροπή. Ο Βρετανός διευθυντής του λονδρέζικου Βασιλικού Κολλεγίου (King’s College) Ρόναλντ Μπάροους (Ronald Burrows) και προσωπικός φίλος του Ελευθέριου Βενιζέλου συνέστησε τον Ιανουάριο του 1919 την «Επιτροπή Εξαγοράς της Αγιάς Σοφιάς» ένεκα του διάχυτου φόβου της καταστροφής της μέσα στο πολεμικό κλίμα που βίωνε η Τουρκία με τον Κεμάλ. Στο κλίμα αυτό της έξαρσης των εθνικών πόθων και παθών τελέσθηκε και θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία από τον Κρητικό στρατιωτικό ιερέα Ελευθέριο Νουφράκη και μερικούς Έλληνες στρατιώτες, όταν τα πλοία τους πέρασαν από την Κωνσταντινούπολη, καθοδόν προς το Κριμαϊκό πεδίο της μάχης εναντίον των Μπολσεβίκων.

Σήμερα τόσο η Αγία Σοφία όσο και ο Παρθενώνας παρουσιάζονται ως τμήματα και αποδείξεις της «υπερτρισχιλιετούς συνέχειας» του ελληνισμού, είναι όμως φανερό ότι ο χριστιανισμός για να επικρατήσει προσπάθησε να καταστρέψει συθέμελα την αρχαία θρησκεία και βέβαια δεν είναι τυχαίο ότι ο Ιουστινιανός ήταν αυτός που έκλεισε την Ακαδημία του Πλάτωνα.

Ύστερα από τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο και την ανταλλαγή των πληθυσμών, τόσο ο τουρκικός όσο και ο ελληνικός πολιτισμός κατέστρεψαν ανηλεώς ή μετέτρεψαν τον χαρακτήρα και τη χρήση της συντριπτικής πλειονότητας των λατρευτικών χώρων οι μεν των δε. Η Αγία Σοφία, ωστόσο, ήταν πράγματι ένα εμβληματικό αρχιτεκτόνημα που συγκέντρωνε το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Έτσι, τελικά εξαιρέθηκε των εκατέρωθεν βανδαλισμών. Τώρα, η δυναμική του ελληνο-τουρκικού ανταγωνισμού την κάνει ξανά, «αντικείμενο» της διαμάχης του. Ο Ερντογάν ισχυρίζεται ότι πρόκειται για νόμιμη πράξη εθνικής κυριαρχίας, όταν όλοι αντιλαμβάνονται ότι πρόκειται για πράξη που εντάσσεται στην στρατηγική του τουρκικού εθνικισμού. Οι εκπρόσωποι του ελληνικού εθνικισμού διαρρηγνύουν υποκριτικά τα ιμάτιά τους, όταν και οι ίδιοι έχουν εμπλακεί και υπηρετούν ψυχή τε και σώματι τη στρατηγική του ελληνικού εθνικισμού. Ο παμφάγος ανταγωνισμός ανάμεσα στον τουρκικό και ελληνικό εθνικισμό, την τουρκική και ελληνική άρχουσα τάξη, απειλεί να καταπιεί και να «βανδαλίσει» όχι μόνο μνημεία της παγκόσμιας κληρονομιάς και λατρευτικούς χώρους, αλλά ακόμη περισσότερο, τα δικαιώματα, τις κατακτήσεις και τις ζωές μας – και στις δύο όχθες του Αιγαίου.   

Όποιος/α θέλει να δει τις πραγματικές -και καθόλου ή πολύ δευτερευόντως πολιτισμικές και θρησκευτικές- «ευαισθησίες» πίσω από τις διακηρύξεις του ελληνικού και του τουρκικού εθνικισμού, ας ψάξει όχι στις αγιογραφίες της Αγίας Σοφίας αλλά στους χάρτες για τις ΑΟΖ που διακινούν οι δύο πλευρές – εκεί αποτυπώνεται η ωμή αλήθεια για τους εκατέρωθεν επεκτατισμούς, της «Γαλάζιας πατρίδας» από τη μια, της «Ελλάδας επί 5» από την άλλη… 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.