Η Ιστορία της Φεβρουαριανής Επανάστασης

Mε αφορμή σαν σήμερα την κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων και την κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους το 1917 αναδημοσιεύουμε ένα παλαιότερο άρθρο του Kevin Murphy

Δεν ήταν σύμπτωση που η πιο σημαντική απεργία στην παγκόσμια ιστορία ξεκίνησε με εργάτριες στην υφαντουργία της Πετρούπολης κατά την Διεθνή Μέρα της Γυναίκας το 1917 (23 Φλεβάρη στο παλιό ιουλιανό ημερολόγιο). Αυτές οι γυναίκες, δουλεύοντας ως και δεκατρείς ώρες τη μέρα ενώ σύζυγοι και γιοι πολεμούσαν στο μέτωπο, είχαν φορτωθεί χωρίς καμία βοήθεια μια ζωή υποστήριξης των οικογενειών τους και πολύωρης αναμονής στην ουρά σε θερμοκρασίες υπό το μηδέν με την ελπίδα λίγου ψωμιού. Όπως λέει ο Τσουγιόσι Χασεγκάβα στην καθοριστική του πραγματεία[1] για την Επανάσταση του Φλεβάρη, “δεν χρειαζόταν προπαγάνδα για να διεγείρει αυτές τις γυναίκες σε δράση.”

Η βαθιά κοινωνική κρίση της Ρωσίας απέρρεε από την αποτυχία του τσαρικού καθεστώτος να εφαρμόσει οποιεσδήποτε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, όπως και από το οικονομικό χάσμα μεταξύ πλουσίων και υπόλοιπης ρωσικής κοινωνίας. Την Ρωσία κυβερνούσε ένας αυταρχικός ηγεμόνας, ο Τσάρος Νικόλαος Β’, που είχε διαλύσει επανειλημμένα τη Δούμα, ένα ανίσχυρο σώμα εκλεκτόρων που βάσει νόμου κυριαρχούνταν από άνδρες με περιουσία.

Στις παραμονές του πολέμου, η απεργιακή δραστηριότητα ανταγωνιζόταν εκείνη της Επανάστασης του 1905 με τους εργάτες να σηκώνουν οδοφράγματα στους δρόμους της πρωτεύουσας. Ο πόλεμος έδωσε στον τσαρισμό προσωρινή αναστολή, αλλά οι σωρευόμενες στρατιωτικές ήττες και τα περίπου επτά εκατομμύρια απωλειών έφεραν το καθεστώς αντιμέτωπο με πρωτόγνωρες κατηγορίες για διαφθορά από σχεδόν κάθε κοινωνική μερίδα. Τόσο βαθιά ήταν η σαπίλα που ο μέλλων πρωθυπουργός, Πρίγκηπας Λβοφ, ηγήθηκε συνωμοσίας -αν και χωρίς να αναλάβει δράση- για την απέλαση του τσάρου και το κλείσιμο της τσαρίνας σε μοναστήρι. Ο Ρασπούτιν, ο τσαρλατάνος μοναχός που είχε κερδίσει πελώρια επιρροή στην τσαρική αυλή, δολοφονήθηκε όχι από αναρχικούς, αλλά από μοναρχικούς το Δεκέμβρη του 1916.

Στην Αριστερά, οι Μπολσεβίκοι ήταν η κυρίαρχη δύναμη ενός ευρύτερου περιβάλλοντος επαναστατών που ηγούνταν του μεγαλύτερου απεργιακού κύματος στην παγκόσμια ιστορία (τα υπέρ του πολέμου τμήματα των μετριοπαθών σοσιαλιστών συχνά απείχαν από απεργιακές δράσεις).

Για χρόνια μάχονταν τον τσαρισμό. Τριάντα πολιτικές απεργίες είχαν εξαπολυθεί μέσα σε μισή δεκαετία από την σφαγή 270 εργατών στα χρυσωρυχεία του Λένα στα 19122, ενώ είχαν αψηφήσει τους διαρκείς γύρους συλλήψεων της τσαρικής μυστικής αστυνομίας (Οχράνα). Η ανάλυση των συλληφθέντων επαναστατών στα 1915 και 1916 καταγράφει την σχετική δύναμη εντός της Αριστεράς της Πετρούπολης: Μπολσεβίκοι 743, ακομμάτιστοι 553, Σοσιαλεπαναστάτες (εσέροι) 98, Μενσεβίκοι 79, Μεσραγιόντσι 51, αναρχικοί 39. Με κάπου 600 μέλη των Μπολσεβίκων στα εργοστάσια μετάλλου, μηχανών και υφασμάτων του Βίμποργκ, η συνοικία υπήρξε μακράν η μαχητικότερη σε όλη τη διάρκεια του πολέμου [το Βίμποργκ βρίσκεται στα βόρεια της Πετρούπολης, ΣτΜ].

Στις 9 Γενάρη 1917, εικοστή επέτειο της σφαγής της Ματωμένης Κυριακής που ξεκίνησε την Επανάσταση του 1905, 142.000 εργάτες απέργησαν. Όταν η Δούμα άνοιξε στις 14 Φλεβάρη, άλλοι 84.000 εργάτες διαδήλωσαν, σε μια δράση όπου ηγούνταν Μενσεβίκοι υπέρ του πολέμου.

Εντεινόμενες ελλείψεις τροφίμων ανάγκασαν την κυβέρνηση να διεξάγει επιτάξεις σιτηρών στην ύπαιθρο. Καθώς έκλειναν οι φούρνοι της Πετρούπολης και οι προμήθειες λιγόστευαν σε επίπεδα μερικών εβδομάδων, οι τσαρικές αρχές επιδείνωναν την κρίση ισχυριζόμενες ότι δεν υπήρχαν καθόλου ελλείψεις. Η Οχράνα ανέφερε πολυάριθμες συγκρούσεις μεταξύ αστυνομίας και εργατριών στις ουρές των συσσιτίων της Πετρούπολης. Μητέρες “που έβλεπαν τα μισοπεθαμένα από την πείνα και άρρωστα παιδιά τους, βρίσκονται ίσως πιο κοντά στην επανάσταση από τους Κους Μιλιουκόφ, Ροντίτσεφ και Σία και βέβαια είναι πολύ πιο επικίνδυνες.”

Στις 22 Φλεβάρη, ο Μπολσεβίκος Καγιούροφ μίλησε σε μια συγκέντρωση γυναικών του Βίμποργκ, παρακινώντας τες να μην απεργήσουν την Μέρα της Γυναίκας και να ακούσουν “τις οδηγίες του κόμματος”. Προς απογοήτευση του Καγιούροφ -αργότερα θα έγραφε ότι είχε “αγανακτήσει” που Μπολσεβίκες είχαν αγνοήσει τις κομματικές κατευθύνσεις- το επόμενο πρωί απέργησαν πέντε υφαντουργεία.

Γυναίκες υποκινήτριες στα κλωστήρια του Νέβα φώναξαν “Στους δρόμους! Σταματήστε! Αρκετά πια!” άνοιγαν τις πλάτες διάπλατα και οδήγησαν εκατοντάδες γυναίκες σε διπλανά μεταλλουργεία και μηχανουργεία. Ρίχνοντας χιονόμπαλες στο Μηχανουργείο Νομπέλ, πλήθη γυναικών έπεισαν τους εργάτες εκεί να ενωθούν μαζί τους, χειρονομώντας και κραυγάζοντας “Βγείτε έξω! Σταματήστε τη δουλειά!” Επίσης, γυναίκες βάδισαν προς το εργοστάσιο Έρικσον, όπου ο Καγιούροφ και άλλοι Μπολσεβίκοι συνεδρίασαν σύντομα με Εσέρους και Μενσεβίκους του εργοστασίου και αποφάσισαν ομόφωνα να πείσουν και τους άλλους εργάτες να ενταχτούν.

Η αστυνομία ανέφερε πλήθη γυναικών και νεαρότερων εργατών που απαιτούσαν “ψωμί” και τραγουδούσαν επαναστατικά τραγούδια. Οι γυναίκες άρπαζαν τα κόκκινα λάβαρα από τους άντρες στην πορεία: “Είναι δική μας επέτειος. Εμείς θα κουβαλήσουμε τα λάβαρα.” Στην Γέφυρα Λιτιένι, παρά τις επανειλημμένες εφόδους των διαδηλωτών, οι αστυνομία τους εμπόδισε να βαδίσουν ως το κέντρο της πόλης. Ως αργά το απόγευμα εκατοντάδες εργάτες είχαν διασχίσει τον πάγο και είχαν δεχτεί την επίθεση της αστυνομίας. Στο κέντρο “χίλιοι, κυρίως νεαροί και γυναίκες” έφτασαν ως την Λεωφόρο Νέφσκι αλλά τους διέλυσαν. Η Οχράνα ανέφερε ότι οι διαδηλώσεις ήταν τόσο προκλητικές που “χρειάστηκε να ενισχυθούν παντού τα αστυνομικά αποσπάσματα.”

Εξήντα χιλιάδες από τους 78.000 απεργούς, ήταν από την συνοικία του Βίμποργκ. Αν και είχαν εγερθεί αντιπολεμικά και αντιτσαρικά συνθήματα, το πιο διαδεδομένο αίτημα ήταν για το χωμί. Πράγματι, οι τσαρικές αρχές τη θεώρησαν ως άλλη μια διαμαρτυρία για το ψωμί, παρόλο που θορυβήθηκαν από τη διστακτικότητα των έμπιστών τους κοζάκικων στρατευμάτων να εφορμήσουν στους διαδηλωτές. Εκείνη τη νύχτα, οι Μπολσεβίκοι του Βίμποργκ συνεδρίασαν και ψήφισαν να οργανώσουν μια τριήμερη γενική απεργία με πορείες προς τη Νέφσκι.

Την επομένη, το απεργιακό κίνημα διπλασιάστηκε σε 158.000, γενόμενο η μεγαλύτερη πολιτική απεργία του πολέμου. Εβδομήντα πέντε χιλιάδες εργάτες του Βίμποργκ απέργησαν, όπως και είκοσι χιλιάδες από καθεμία από τις συνοικίες του Πέτρογκραντ, του Βασίλιεφσκι και της Μόσχας [συνοικία στα νότια της Πετρούπολης, ΣτΜ], όπως και εννιά χιλιάδες από τη Νάρβα [συνοικία στο κέντρο της πόλης, ΣτΜ]. Μπροστά μπήκαν σαν μαχητές των δρόμων νεαροί εργάτες, παλεύοντας με αστυνομία και στρατό στις γέφυρες και για της Νέφσκι στο κέντρο της πόλης.

Στο εργοστάσιο Αβιάζ, Μενσεβίκοι και Εσέροι ομιλητές καλούσαν σε απομάκρυνση της κυβέρνησης, έκαναν εκκλήσεις στους εργάτες να μην προβούν σε ανεύθυνες πράξεις και τους παρότρυναν να βαδίσουν προς το Ανάκτορο της Ταυρίδας, όπου μέλη της Δούμας προσπαθούσαν απεγνωσμένα να πείσουν τον τσαρισμό να κάνει παραχωρήσεις. Οι Μπολσεβίκοι του Έρικσον ικέτευαν τους εργάτες να βαδίσουν προς την πλατεία Καζάν και να εξοπλιστούν με μαχαίρια, σίδερα και πάγο για τις επικείμενες μάχες με την αστυνομία.

Μια μάζα 40.000 διαδηλωτών συνεπλάκη με την αστυνομία στην Γέφυρα Λιτιένι, αλλά τους απέκρουσαν και πάλι. 2500 εργάτες του Έρικσον ήρθαν αντιμέτωποι με Κοζάκους πάνω στην Λεωφόρο Σαμψόνιεφκσι. Οι αξιωματικοί εφόρμησαν μέσα στο πλήθος, αλλά οι Κοζάκοι τους ακολούθησαν προσεκτικά μέσα στον διάδρομο που άνοιγε. “Κάποιοι από αυτούς χαμογελούσαν”, θυμόταν ο Καγιούροφ, “και ένας τους έκλεισε με νόημα το μάτι στους εργάτες.” Σε πολλά μέρη οι γυναίκες πήραν την πρωτοβουλία: “Έχουμε συζύγους, πατέρες και αδερφούς στο μέτωπο… κι εσείς έχετε μάνες, γυναίκες, αδερφές, κόρες, παιδιά. Θέλουμε ψωμί και να τελειώσει ο πόλεμος.”

Οι διαδηλωτές δεν έκαναν καμία απόπειρα συναδέλφωσης με την μισητή αστυνομία. Νεαροί σταματούσαν άμαξες των δρόμων, τραγουδούσαν επαναστατικά τραγούδια και πετούσαν πάγο και μπουλόνια στην αστυνομία. Αφού διέσχισαν τον πάγο αρκετές χιλιάδες εργατών, ξέσπασαν σφοδρές μάχες μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομικών για τον έλεγχο της Νέφσκι. Εντωμεταξύ, οι εργάτες κατόρθωναν να στήσουν συγκεντρώσεις στα παραδοσιακά επαναστατικά κέντρα του Καζάν και της Πλατείας Ζναμένσκαγια, στον διάσημο “ιπποπόταμο”, το άγαλμα του Αλέξανδρου Γ’. Τα αιτήματα γίνονταν πιο πολιτικά καθώς οι ομιλητές δεν απαιτούσαν μόνον ψωμί, αλλά επίσης αποκήρυτταν τον πόλεμο και την αυταρχία.

Την 25η, η απεργία έγινε γενική, με υπαλλήλους, δασκάλους, σερβιτόρους και σερβιτόρες, φοιτητές, μέχρι και γυμνασιόπαιδες να ενώνονται με πάνω από 240.000 εργοστασιακούς εργάτες. Οι αμαξάδες ορκίστηκαν ότι θα οδηγούσαν μονάχα του “ηγέτες” της εξέγερσης.

Και πάλι, οι εργάτες ξεκίνησαν να συγκεντρώνονται στα εργοστάσιά τους. Σε μια θορυβώδη συνέλευση του Εργοστασίου Παρβιάνεν στο Βίμποργκ, Μπολσεβίκοι, Μενσεβίκοι και Εσέροι ρήτορες παρακινούσαν τους εργάτες να βαδίσουν προς τη Νέφσκι. Ένας ομιλητής τέλειωσε με την επαναστατική στροφή: “Κάνε στην άκρη, παρωχημένε κόσμο, σάπιε απ’την κορφή ως τον πάτο. Η νέα Ρωσία ξεκινάει!”

Διαδηλωτές ενεπλάκησαν σε δεκαεπτά βίαιες συγκρούσεις με την αστυνομία και στρατιώτες και εργάτες κατάφερναν να απελευθερώνουν συντρόφους που εκείνη είχε αρπάξει. Οι στασιαστές κέρδισαν το πάνω χέρι, καταβάλλοντας τις τσαρικές δυνάμεις σε πολλές γέφυρες ή διασχίζοντας τον πάγο μέχρι το κέντρο. Αποκτώντας τον έλεγχο της Νέφσκι, οι διαδηλωτές ξαναμαζεύτηκαν στην Ζναμένσκαγια. Αστυνομικοί και Κοζάκοι μαστίγωναν το πλήθος, μα όταν ο αρχηγός της αστυνομίας επιχείρησε έφοδο, τον έριξαν κάτω οι σπαθιές -από το χαντζάρι ενός Κοζάκου. Ξανά οι εργάτριες έπαιξαν κρίσιμο ρόλο: “Αφήστε κάτω τις ξιφολόγχες σας”, παρότρυναν. “Ενωθείτε μαζί μας.”

Ως το απόβραδο, η πλευρά του Βίμποργκ ελεγχόταν από τους εξεγερμένους. Διαδηλωτές είχαν λεηλατήσει τα αστυνομικά τμήματα, είχαν καταλάβει περίστροφα και σπάθες από τσαρικούς φρουρούς και είχαν εξαναγκάσει αστυνομία και χωροφυλακή σε άτακτη υποχώρηση.

Η εξέγερση έσπρωξε τον Τσάρο Νικόλαο Β’ στα άκρα. “Διατάζω οι ταραχές στην πρωτεύουσα να τελειώσουν αύριο”, διακήρυξε και πρόσταξε τον διοικητή της φρουράς του Πέτρογκραντ, τον Χαμπαλόφ, να διαλύσει τα πλήθη με σφαίρες. Ο Χαμπαλόφ είχε επιφυλάξεις (“Πώς θα τους σταματούσαν την επόμενη μέρα;”), αλλά δέχτηκε την ντιρεκτίβα. Στο δημαρχείο, ο υπουργός εσωτερικών Προτοπόποφ, ενθάρρυνε τους υπερασπιστές της αυταρχίας να καταστείλουν τις ταραχίες: “Προσευχηθείτε και ελπίστε στη νίκη”, είπε. Νωρίς το επόμενο πρωί, είχαν τοιχοκολληθεί προκηρύξεις που απαγόρευαν τις διαδηλώσεις και προειδοποιούσαν ότι το διάταγμα θα επιβαλλόταν διά των όπλων.

Νωρίς το πρωί της Κυριακής 26 Φλεβάρη, η αστυνομία συνέλαβε τον πυρήνα της Επιτροπής Πετρούπολης των Μπολσεβίκων και άλλους σοσιαλιστές. Τα εργοστάσια ήταν κλειστά, οι γέφυρες σηκωμένες και το κέντρο της πόλης μεταμορφωμένο σε εξοπλισμένο στρατόπεδο. Ο Χαμπαλόφ τηλεγράφησε στο αρχηγείο ότι “είναι πολύ ήσυχα στην πόλη από το πρωί.” Λίγο μετά από αυτήν την αναφορά, χιλιάδες εργάτες διέσχισαν τον πάγο και εμφανίστηκαν στη Νέφσκι τραγουδώντας επαναστατικά τραγούδια και φωνάζοντας συνθήματα, αλλά οι στρατιώτες τους πυροβολούσαν συστηματικά.

Αποσπάσματα από το Σύνταγμα Βολίνσκι ανέλαβαν την αποστολή να αποτρέψουν συγκεντρώσεις στην Πλατεία Ζναμένσκαγια. Έφιππα περίπολα μαστίγωναν το πλήθος, μα αδυνατούσαν να το διαλύσουν. Τότε ο διοικητής διέταξε το στράτευμα να πυροβολήσει. Αν και κάποιοι στρατιώτες πυροβόλησαν στον αέρα, πενήντα διαδηλωτές σκοτώθηκαν μέσα και γύρω από την Ζναμένσκαγια, ενώ οι διαλυμένοι εργάτες κρύφτηκαν σε σπίτια ή έτρεξαν μέσα σε καφενεία. Οι πιο πολλοί σκοτωμοί έγιναν από ειδικές έμπιστες μονάδες εκπαίδευσης υπαξιωματικών. Ωστόσο, η αιματοχυσία δεν κατέπνιξε την εξέγερση.

Μια αστυνομική αναφορά περιγράφει το καταπληκτικό επίπεδο αντοχής και αυτοθυσίας των εξεγερμένων:

“Στην εξέλιξη των ταραχών παρατηρήθηκε ως γενικό φαινόμενο ότι ο εξεγερμένος όχλος έδειχνε ακραία αψηφισιά προς τα στρατιωτικά περίπολα, προς τα οποία, όταν τους ζητούσαν να διαλυθούν, πετούσαν πέτρες και κομμάτια πάγου που έσκαβαν από το δρόμο. Όταν ρίχτηκαν στον αέρα προειδοποιητικές βολές, το πλήθος όχι μόνο δεν διαλυόταν αλλά απάντησε στις βολές με γέλια. Μόνο όταν πυροβολήθηκαν γεμάτα φυσίγγια καταμεσής στο πλήθος, έγινε δυνατό να διαλυθεί ο όχλος, οι συμμέτοχοι…. θα κρύβονταν σε αυλές διπλανών σπιτιών και μόλις σταματούσαν οι πυροβολισμοί ξανάβγαιναν στο δρόμο.”

Οι εργάτες έκαναν έκκληση στους στρατιώτες να αφήσουν κάτω τα όπλα τους και αποπειράθηκαν συζητήσεις που ενείχαν την πάλη για την ίδια την καρδιά του στρατιώτη. Όπως παρατηρούσε ο Τρότσκι, με τις επαφές “μεταξύ εργατών κι εργατριών και στρατιωτών, υπό τον αμείωτο κρότο τουφεκιών και πολυβόλων, κρίνεται η μοίρα της κυβέρνησης, του πολέμου, της χώρας”3.

Το απόβραδο της 26ης, οι ηγέτες των Μπολσεβίκων του Βίμποργκ συναντήθηκαν σε έναν λαχανόκηπο στα περίχωρα της πόλης. Πολλοί πρότειναν ότι ήταν ώρα να σημάνουν τη λήξη της εξέγερσης, μόνο όμως για να καταψηφιστούν. Ο πλέον κραυγαλέος υποστηρικτής της συνέχισης της μάχης αποκαλύφθηκε αργότερα ότι ήταν πράκτορας της Οχράνα. Από στρατιωτική άποψη, η επανάσταση θα έπρεπε να είχε ακινητοποιηθεί μετά την 26η. Αλλά η αστυνομία δεν μπορούσε να συντρίψει την εξέγερση χωρίς τη στήριξη χιλιάδων στρατιωτών.

Το προηγούμενο απόγευμα, εργάτες είχαν προσεγγίσει τα στρατόπεδα Παβλόφσκι: “Πείτε στους συντρόφους σας ότι και το Παβλόφσκι μας πυροβολεί -είδαμε στρατιώτες με τη στολή σας στην Νέφσκι.” Οι στρατιώτες “έμοιασαν όλοι να αναστατώνονται και να χλωμιάζουν.” Παρόμοιες εκκλήσεις αντηχούσαν στους στρατώνες κι άλλων συνταγμάτων. Εκείνο το απόβραδο, οι στρατιώτες του Παβλόφσκι έγιναν οι πρώτοι που ενώθηκαν με τους εξεγερμένους (αν και καταλαβαίνοντας ότι ήταν μεμονωμένοι, επέστρεψαν στους στρατώνες τους, όπου τριάντα εννιά ηγήτορές τους συνελήφθησαν πάραυτα).

Νωρίς στις 27, η εξέγερση έφτασε στο σύνταγμα Βολίνσκι, του οποίου οι εκπαιδευτές είχαν πυροβολήσει τους διαδηλωτές στην Πλατεία Ζναμένσκαγια. Τετρακόσιοι στασίασαν, λέγοντας στον υπολοχαγό τους, “δεν πρόκειται να πυροβολήσουμε άλλο κι επίσης δεν επιθυμούμε να χύσουμε άλλο αδερφικό αίμα άσκοπα.” Όταν εκείνος απάντησε διαβάζοντας την τσαρική διαταγή για κατάπνιξη της εξέγερσης, τον εκτέλεσαν με συνοπτικές διαδικασίες. Άλλοι στρατιώτες του Βολίνσκι εντάχτηκαν στην εξέγερση κι έπειτα κινήθηκαν προς τα κοντινά στρατόπεδα του συντάγματος Πρεομπραζένσκι και του συντάγματος των Λιθουανών, που επίσης στασίασαν.

Ένας συμμέτοχος αργότερα περιέγραφε τη σκηνή: “Ένα φορτηγό γεμάτο στρατιώτες, με τουφέκια στα χέρια, χωρίστηκε απ’το πλήθος καθώς γκαζώνοντας προς τα κάτω την Σαμψονιέφσκι. Κόκκινες σημαίες κυμάτιζαν από τις ξιφολόγχες των τουφεκιών, κάτι πρωτοφανές… τα νέα που έφερνε το φορτηγό -ότι τα στρατεύματα είχαν στασιάσει- επλώθηκαν σας πυρκαγιά.” Ενώ ένα τιμωρητικό απόσπασμα υπό την ηγεσία του Στρατηγού Κουτέποφ συνέχιζε ακώλυτο για ώρες να πυροβολεί διαδηλωτές και φορτηγά γεμάτα εργάτες, ως το βράδυ ο Κουτέποφ έγραφε “ένα μεγάλο τμήμα της δύναμής του αναμίχτηκε με το πλήθος.”

Εκείνο το πρωί, ο Στρατηγός Χαμπαλόφ είχε επιθεωρήσει όλα τα στρατόπεδα της πόλης απειλώντας στρατιώτες με τη θανατική ποινή αν εξεγείρονταν. Εκείνο το βράδυ, ο Στρατηγός Ιβάνοφ, του οποίου τα στρατεύματα ήταν καθοδόν προς στήριξη των πιστών στον Τσάρο, τηλεγράφησαν στον Χαμπαλόφ να δώσει εκτίμηση της κατάστασης.

Ιβάνοφ: Σε ποια μέρη της πόλης διατηρείται η τάξη;

Χαμπαλόφ: Όλη η πόλη είναι στα χέρια των επαναστατών.

Ιβάνοφ: Λειτουργούν όλα τα υπουργεία σωστά;

Χαμπαλόφ: Τα υπουργεία έχουν καταληφθεί από τους επαναστάτες.

Ιβάνοφ: Τι αστυνομικές δυνάμεις βρίσκονται στη διάθεσή σας την παρούσα στιγμή;

Χαμπαλόφ: Καμία απολύτως.

Ιβάνοφ: Ποιοι τεχνικοί και ανεφοδιαστικοί θεσμοί του Υπουργείου Πολέμου βρίσκονται τώρα υπό τον έλεγχό σας;

Χαμπαλόφ: Δεν έχω κανέναν.

Ειδοποιημένος για την κατάσταση, ο Στρατηγός Ιβάνοφ αποφάσισε να υποχωρήσει. Η στρατιωτική φάση της επανάστασης είχε τελειώσει. Το παράδοξο της Φεβρουαριανής Επανάστασης ήταν ότι ενώ σάρωσε τον τσαρισμό, τον αντικατέστησε με μια κυβέρνηση μη εκλεγμένων φιλελεύθερων που τρομοκρατούνταν από την ίδια την επανάσταση που τους είχε δώσει την εξουσία. Στις 27 “ακούγονταν αναστεναγμοί… Ήρθε. Ή πραγματικά ειλικρινείς εκφράσεις φόβου για τη ζωή”, έγραφε ένας φιλελεύθερος βουλευτής της Δούμας. Αυτά διακόπηκαν για λίγο από χαρμόσυνα, αλλά ανακριβή, νέα ότι “οι ταραχές σύντομα θα κατασταλούν”. Άλλος ένας παρατηρητής σημείωνε ότι “ήταν κατατρομαγμένοι, έτρεμαν, ένιωθαν αιχμάλωτοι που στα χέρια εχθρικών στοιχείων ταξίδευαν σε άγνωστο δρόμο.”

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης “η θέση της αστικής τάξης ήταν πολύ καθαρή∙ βρισκόταν σε θέση από τη μία πλευρά να κρατήσει τις αποστάσεις της από την επανάσταση και να την προδίδει στον τσαρισμό και από την άλλη να την εκμεταλλεύεται για δικούς της σκοπούς.” Αυτή ήταν η εκτίμηση του Σουχάνοφ, ηγέτη του Σοβιέτ της Πετρούπολης που συμπαθούσε τους Μενσεβίκους και θα έπαιζε κρίσιμο ρόλο στην παράδοση της εξουσίας στους φιλελεύθερους.

Θα τον βοηθούσαν πολύ οι πιο μετριοπαθείς σοσιαλιστές. Ο Μενσεβίκος ηγέτης Σκόμπελεφ πλησίασε τον Ροτζιάνκο, πρόεδρο της Τέταρτης Δούμας, για να εξασφαλίσει αίθουσα στο Παλάτι της Ταυρίδας. Σκοπός του ήταν να οργανώσει το σοβιέτ των εργατών βουλευτών, ώστε να διατηρήσει την τάξη. Ο Κερένσκι κατεύναζε τους φόβους του Ροτζιάνκο ότι το σοβιέτ ίσως ήταν επικίνδυνο, λέγοντάς του “κάποιος πρέπει να αναλάβει την ευθύνη των εργατών.”

Αντίθετα με το εργατικό σοβιέτ του 1905 που είχε αναδειχθεί ως όργανο ταξικής πάλης, το σοβιέτ που σχηματίστηκε στις 27 Φλεβάρη συγκροτήθηκε μετά την επανάσταση και τα καθοδηγητικά μέλη στην εκτελεστική του επιτροπή ήταν σχεδόν αποκλειστικά διανοούμενοι που δεν είχαν λάβει μέρος στην επανάσταση.

Υπήρχαν και άλλα ελλείμματα: οι αντιπρόσωποι των 150.000 στρατιωτών της Πετρούπολης υπερεκπροσωπούνταν σε αυτό το σοβιέτ εργατών και στρατιωτών. Ήταν συντριπτικά ανδρικό, με τις γυναίκες να υποεκπροσωπούνται θλιβερά με μια χούφτα αντιπροσώπων μεταξύ των 1200 (στο τέλος σχεδόν 3000 αντιπρόσωποι). Το σοβιέτ δεν συζήτησε καν τη διαδήλωση της 19ης Μάρτη για το εκλογικό δικαίωμα των γυναικών, στην οποία συμμετείχαν 25.000, περιλαμβάνοντας και χιλιάδες γυναίκες της εργατικής τάξης.

Το Σοβιέτ της Πετρούπολης πράγματι ενέκρινε το περίφημο Διάταγμα Νούμερο 14 -που εξουσιοδοτούσε τους στρατιώτες νε εκλέξουν δικές τους επιτροπές για τη διοίκηση των μονάδων τους και να υπακούν τους αξιωματικούς και την Προσωρινή Κυβέρνηση5 μόνο εάν οι διαταγές δεν αντιπαρατίθεντο σε εκείνες του σοβιέτ- αλλά αυτό το διάταγμα εφαρμόστηκε μόνο με πρωτοβουλία ριζοσπαστών στρατιωτών.

Μολαταύτα, η σχηματισμός του σοβιέτ ανάγκασε τους φιλελεύθερους και τον Εσέρο σύμμαχό τους Κερένσκι να δράσουν. Ο Ροτζιάνκο ισχυρίστηκε ότι “αν δεν πάρουμε εμείς την εξουσία, θα το κάνουν άλλοι” αφού ήδη είχαν “εκλεγεί κάποιοι απατεώνες στα εργοστάσια.” “Αν δεν σχηματίζαμε προσωρινή κυβέρνηση άμεσα”, έγραψε ο Κερένσκι, “το σοβιέτ θα αυτοανακηρυσσόταν υπέρτατη αρχή της Επανάστασης.” Σύμφωνα με το σχέδιο, μια αυτόκλητη ομάδα που αποκαλούσε τον εαυτό της Προσωρινή Κυβέρνηση θα ενεργούσε ως αντίβαρο στο σοβιέτ. Αλλά οι μηχανορράφοι δεν είχαν πολλή πίστη στο ίδιο τους το σχέδιο∙ άφησαν τους Μενσεβίκους και Εσέρους ηγέτες του σοβιέτ να κάνουν τη βρώμικη δουλειά τους.

Η μενσεβίκικη επαναστατική άλγεβρα πρόσταζε ότι “η κυβέρνηση που θα έπαιρνε τη θέση του Τσαρισμού πρέπει να είναι αποκλειστικά αστική”, έγραφε ο Σουχάνοφ. “Ολόκληρη η κρατική μηχανή… μπορούσε να υπακούει μόνον στον Μιλιουκόφ”.

Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της εκτελεστικής του σοβιέτ και των μη εκλεγμένων φιλελεύθερων ηγετών έλαβαν χώρα στη 1 Μάρτη. “Ο Μιλιουκόφ κατανοούσε τέλεια ότι η Εκτελεστική Επιτροπή βρισκόταν σε τέλεια θέση ή να δώσει την εξουσία στην αστική κυβέρνηση ή να μη τη δώσει”, αλλά, πρόσθετε ο Σουχάνοφ “η εξουσία που θα αντικαταστήσει τον Τσαρισμό μοιραία θα είναι αστική εξουσία… Πρέπει να χαράξουμε πορεία με βάση αυτό το αξίωμα. Αλλιώς η εξέγερση δεν θα πετύχει και η επανάσταση θα καταρρεύσει.”

Οι ηγέτες του σοβιέτ ήταν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν μέχρι και το μίνιμουμ πρόγραμμα των “τριών φαλαινών” που είχαν συμφωνήσει όλες οι επαναστατικές ομάδες (οχτάωρο, κατάσχεση των γαιοκτησιών και αβασίλευτη δημοκρατία) αρκεί μόνο οι φιλελεύθεροι να αναλάμβαναν την εξουσία. Φοβισμένος από την προοπτική να υποχρεωθεί να κυβερνήσει, ο Μιλιουκόφ επέμεινε με πείσμα σε μια έσχατη προσπάθεια διάσωσης της μοναρχίας.

Οι σοσιαλιστές έκαναν το απίστευτο και ενέδωσαν, επιτρέποντας στον αδερφό του Τσάρου, τον Μιχαήλ, να αποφασίσει ο ίδιος αν θα κυβερνούσε. Μη παίρνοντας εγγυήσεις για την προσωπική του ασφάλεια, ο Μεγάλος Δούκας αρνήθηκε ευγενικά. Όλες αυτές οι διαπραγματεύσεις των παρασκηνίων διεξάγονταν, βέβαια, έξω από την οπτική ακτίνα των εργατών και των στρατιωτών.

Το σύστημα της “δυαδικής εξουσίας”6 που αναδύθηκε από αυτές τις συζητήσεις -το σοβιέτ από τη μία πλευρά και η μη εκλεγμένη Προσωρινή Κυβέρνηση από την άλλη- θα διαρκούσε για οχτώ μήνες.

Η Ζίβα Γκαλίλι έχει περιγράψει αυτές τις διαπραγματεύσεις ως “την καλύτερη στιγμή των Μενσεβίκων”. Ο Τρότσκι τις παρομοίασε με σκηνή βαριετέ χωρισμένη στα δύο: “Στη μία, οι επαναστάτες ικέτευαν τους φιλελεύθερους να σώσουν την επανάσταση∙ στην άλλη, οι φιλελεύθεροι ικέτευαν τη μοναρχία να σώσει τον φιλελευθερισμό.”7

Επομένως, για ποιον λόγο οι εργάτες και οι στρατιώτες, οι οποίοι είχαν παλέψει τόσο γενναία για την ανατροπή του τσαρισμού, επέτρεψαν στο σοβιέτ να παραδώσει την εξουσία στη νέα κυβέρνηση που εκπροσωπούσε άνδρες με περιουσία; Πρώτον, οι περισσότεροι εργάτες δεν είχαν ακόμη ξεκαθαρίσει τις πολιτικές των ποικίλων σοσιαλιστικών κομμάτων. Επιπρόσθετα, οι ίδιοι οι Μπολσεβίκοι δεν ήταν πολύ καθαροί για το σκοπό που πάλευαν, εν μέρει επειδή διατηρούσαν μια (γοργά ξεπερασμένη) κατανόηση της επανάστασης ως αστικοδημοκρατικής, στην οποία θα κυβερνούσε μια προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση. Το τι σήμαινε αυτό στην πράξη, ειδικά μετά τη συγκρότηση της Προσωρινής Κυβέρνησης, ήταν ανοιχτό σε διαφορετικές ερμηνείες. Παρόλο που αγωνιστές Μπολσεβίκοι έπαιξαν κρίσιμο ρόλο όλες τις μέρες της επανάστασης, συχνά το έκαναν κόντρα στην ηγεσία τους. Οι γυναίκες μέλη της υφαντουργίας είχαν απεργήσει το Φλεβάρη παρά τις αντιρρήσεις των κομματικών ηγετών που θεωρούσαν τη στιγμή “ακόμη ανώριμη” για μαχητική δράση.

Η ηγεσία του Μπολσεβίκικου Γραφείου (Σλιάπνικοφ, Μόλοτοφ και Ζαλούτσκι) ήταν εξίσου ελλειματική. Ακόμη και μετά την απεργία της 23ης Φλεβάρη, ο Σλιάπνικοφ ισχυριζόταν ότι ήταν πρόωρο να καλεστεί γενική απεργία. Το Γραφείο απέτυχε να βγάλει φυλλάδιο για να μοιραστεί στα στρατεύματα και αρνήθηκε τα αιτήματα για εξοπλισμό των εργατών για τις επικείμενες μάχες.

Οι πιο πολλές πρωτοβουλίες έρχονταν είτε από την περιφερειακή επιτροπή του Βίμποργκ, που λειτουργούσε σαν ντε φάκτο ηγεσία για τον κομματική οργάνωση της πόλης, είτε από μέλη της βάσης -ιδιαίτερα κατά την πρώτη μέρα, όταν οι γυναίκες αγνόησαν τους κομματικούς ηγέτες και έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στην πυροδότηση του απεργιακού κινήματος.

Κατά τη διάρκεια όλου του Μάρτη, οι Μπολσεβίκοι κατατρύχονταν από σύγχυση και διαφωνίες. Όταν το Σοβιέτ της Πετρούπολης παρέδωσε την πολιτική εξουσία στην μπουρζουαζία στη 1 Μάρτη, ούτε ένας Μπολσεβίκος από τους έντεκα στην εκτελεστική επιτροπή δεν αντιτάχθηκε. Όταν αριστεροί Μπολσεβίκοι αντιπρόσωποι στο σοβιέτ έθεσαν σε ψηφοφορία μια πρόταση που καλούσε το σοβιέτ να σχηματίσει κυβέρνηση, μόνον δεκαεννιά ψήφισαν υπέρ και πολλοί Μπολσεβίκοι καταψήφισαν. Στις 5 Μάρτη, η Επιτροπή Πετρούπολης υποστήριξε την έκκληση του σοβιέτ στους εργάτες να επιστρέψουν στις δουλειές τους, έστω κι αν το οχτάωρο, ένα από τα κύρια αιτήματα του επαναστατικού κινήματος, δεν είχε ακόμη καθιερωθεί.

Το κομματικό γραφείο υπό τον Σλιάπνικοφ μετακινήθηκε κοντά στους ριζοσπάστες του Βίμποργκ, που καλούσαν το σοβιέτ να κυβερνήσει. Αλλά όταν οι Κάμενεφ, Στάλιν και Μουράνοφ επέστρεψαν από τη σιβηρική εξορία και ανέλαβαν το γραφείο στις 12 Μάρτη, η κομματική πολιτική στράφηκε απότομα δεξιά -προκαλώντας τέρψη σε Μενσεβίκους και Εσέρους ηγέτες και οργή σε πολλούς κομματικούς αγωνιστές στα εργοστάσια, κάποιο εκ των οποίων παρότρυναν σε διαγραφή της νέας τρόικας.

Ο Λένιν ανήκε στους οργισμένους. Στις 7 Μάρτη, έγραψε από την Ελβετία “αυτή η νέα κυβέρνηση είναι ήδη δεμένη χειροπόδαρα από το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο, από την ιμπεριαλιστική πολιτική του πολέμου και της λαφυραγωγίας.”8 Ο Κάμενεφ, αντιθέτως, επιχειρηματολογούσε στην Πράβδα στις 15 Μάρτη ότι ο “ελεύθερος λαός” θα “σταθεί γερά στο πόστο του, απαντώντας στη σφαίρα με σφαίρα και στην οβίδα με οβίδα.” Και στα τέλη Μάρτη, Ο Στάλιν μίλησε υπέρ μιας ενοποίησης με τους Μενσεβίκους και ισχυρίστηκε ότι η Προσωρινή Κυβέρνηση “έχει αναλάβει το ρόλο της οχύρωσης των επαναστατικών κατακτήσεων.”

Ο Λένιν ήταν τόσο ανήσυχος με την δεξιά στροφή της ηγεσίας που στις 30 Μάρτη έγραψε ότι προτιμούσε “μια άμεση διάσπαση με οποιονδήποτε μέσα στο Κόμμα μας, όποιος κι αν είναι, από τις παραχωρήσεις στο σοσιαλπατριωτισμό των Κερένσκι και Σία.” Δεν χρειαζόταν δικηγόρος για να ξεκαθαρίσει τα λόγια του Λένιν ή για ποιους μιλούσε. “Ο Κάμενεφ πρέπει να αντιληφθεί ότι φέρει ευθύνη παγκόσμια και ιστορική.”9

Η ουσία του Λενινισμού10 από το 1905 τόνισε την ολοκληρωτική δυσπιστία προς τον φιλελευθερισμό ως αντεπαναστατική δύναμη και επέκρινε σκληρά εκείνους τους σοσιαλιστές που είχαν βαλθεί να τον καλοπιάνουν με το ζόρι. Κι όμως η ίδια η διατύπωση του Λένιν από το 1905 που καλούσε για μια προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση που θα διεξήγαγε μια αστική επανάσταση είχε αντιπαρατεθεί με αυτό που καταλόγιζε ως “παράλογες και μισοαναρχικές ιδέες” του Τρότσκι που καλούσαν σε “σοσιαλιστική επανάσταση”. Ο ίδιος ο Λένιν τώρα μετακινούνταν προς αυτήν την παράλογη ιδέα για το σοσιαλισμό, ενώ οι συντηρητικοί Παλιοί Μπολσεβίκοι τον κατηγορούσαν, κατανοητά, για “Τροτσκισμό”.

Από πολλές απόψεις, το πραξικόπημα των αρχών του Μάρτη έμοιαζε να ανήκει στον κανόνα εκείνων του περασμένου αιώνα -μια μικρή μη εκλεγμένη κλίκα σφετερίζεται την εξουσία για τους δικούς της ταξικούς σκοπούς, εις βάρος του κινήματος που της έδωσε την εξουσία. Υπήρχαν, όμως, δυο μείζονες διαφορές. Η μια ήταν ότι υπήρχε ένα κόμμα των εργατικών μαζών που θα πολεμούσε ανελέητα για τα συμφέροντά του. Και η δεύτερη, υπήρχαν σοβιέτ.

Η Ρώσικη Επανάσταση είχε μόλις αρχίσει.

Υποσημειώσεις:

1 https://books.google.com/books/about/The_February_Revolution_Petrograd_1…

2 https://libcom.org/history/1912-lena-massacre

3 https://www.marxists.org/archive/trotsky/1930/hrr/ch07.htm

4 https://www.marxists.org/history/ussr/government/1917/03/01.htm

5 https://www.marxists.org/glossary/orgs/p/r.htm#provisional-government

6 https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1917/apr/09.htm

7 https://www.marxists.org/archive/trotsky/1930/hrr/ch09.htm

8 https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1917/lfafar/first.htm

9 https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1917/mar/30jsh.htm

10 https://www.jacobinmag.com/2014/07/the-lies-we-tell-about-lenin/

Μετάφραση: Βασίλης Μορέλλας

Πηγή: https://www.jacobinmag.com/2017/03/february-revolution-strike-tsar-lenin/

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.