Σκέψεις για τον Φασισμό, την ακροδεξιά και το αντιφασιστικό κίνημα

Ο φασισµός είναι η αντιδραστικότερη µορφή διαχείρισης του καπιταλισµού. Ιστορικά, λίγες φορές τα φασιστικά κινήµατα έχουν πάρει την πολιτική εξουσία (Ιταλία 1922, Γερµανία 1933, Ισπανία 1936). Οι φασιστικές δικτατορίες  σήµαναν ολοσχερή καταστροφή για τις οργανώσεις της εργατικής τάξης και για τα πολιτικά κόµµατα της επαναστατικής και της άκρας αριστεράς αλλά και της σοσιαλδηµοκρατίας στις χώρες αυτές. Σήµαναν στρατόπεδα συγκέντρωσης και θαλάµους αερίων για ανθρώπους που ανήκαν σε υπό εξόντωση κατηγορίες (εβραίοι, οµοφυλόφιλοι, ανάπηροι, συνδικαλιστές, µαρξιστές). Παγκόσµιους πολέµους µε τις καταστροφικότερες µέχρι σήµερα συνέπειες (Β’ Παγκόσµιος πόλεµος). Για να αποφύγουµε τις συνέπειες µιας παρόµοιας  ιστορικής τραγωδίας στο µέλλον, ο φασισµός χρειάζεται να αντιµετωπίζεται έγκαιρα από την εργατική τάξη και την αριστερά, µε στόχο οι φασιστικές οργανώσεις να διαλυθούν πριν αποκτήσουν ισχύ και οπωσδήποτε πριν κατακτήσουν την πολιτική εξουσία. Η αντιµετώπιση του φασισµού στηρίζεται πλέον στην ιστορική εµπειρία, στις σωστές και τις λάθος τακτικές αντιµετώπισής του από τους επαναστάτες προηγούµενων γενιών. Για να µπορέσουµε να αντιµετωπίσουµε αποτελεσµατικά τον φασισµό χρειάζεται να έχουµε µια ανάλυση για την φύση του, τις κοινωνικές δυνάµεις που τον στηρίζουν, τις συνθήκες της ανάπτυξής του. 

Σύµφωνα µε τον Τρότσκι ο φασισµός είναι ένα αντιδραστικό κοινωνικό κίνηµα. Αναπτύσσεται σε περιόδους καπιταλιστικής κρίσης. Κοινωνικά στηρίζεται στα µεσοστρώµατα (εµπόρους, µικροϊδιοκτήτες, αγρότες, αυτοαπασχολούµενους µικροεπιχειρηµατίες κ.λ.π.). Έλκει τµήµατα του πληθυσµού που είναι χτυπηµένα από το σύστηµα, εξατοµικευµένα και περιθωριοποιηµένα (ανέργους, περιθωριακά και λούµπεν στοιχεία, ασυνδικάλιστους εργάτες). Η αντιδραστική ιδεολογία του φασισµού δεν είναι αυτοτελής αλλά δανεισµένη από την αστική τάξη: εθνικισµός, ρατσισµός, σεξισµός. Κατά περίπτωση παίρνει διάφορες συγκεκριµένες µορφές (π.χ. αντισηµιτισµός στον µεσοπόλεµο στη Γερµανία). Στόχος του φασισµού είναι η διάλυση των οργανώσεων της εργατικής τάξης (συνδικάτα και οργανώσεις της αριστεράς). Για να το κάνει αυτό, απαραίτητο εργαλείο του φασισµού είναι το φασιστικό κόµµα: µε οργανώσεις βάσης στις γειτονιές και µε τάγµατα εφόδου (παραστρατιωτικές συµµορίες µε στρατιωτική δοµή και οργάνωση).

Ο φασισµός στον µεσοπόλεµο, ξεπήδησε µέσα από τον µονοπωλιακό καπιταλισµό, σε µια φάση που οι κανονικές – µέχρι τότε – µέθοδοι της κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης δεν µπορούσαν να αντιµετωπίσουν την συγκυρία. Σε µια φάση που – όπως έλεγε ο Τρότσκι – «ακόµα και η πιο περιορισµένη δυνατότητα οργάνωσης των εργατών γίνεται ανυπόφορη για τους µεγάλους καπιταλιστές». Τηρουµένων των αναλογιών αντίστοιχες οικονοµικές συνθήκες υπάρχουν σήµερα µετά τη µεγάλη κρίση του 2008 και συντηρούνται από τις αρνητικές προβλέψεις για τη διεθνή οικονοµία στο ορατό µέλλον. Όµως η οικονοµική κρίση δεν είναι η µόνη αιτία ανάπτυξης του φασισµού. Υπάρχουν πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες που παίζουν ρόλο: 1) η κατάσταση της εργατικής τάξης και της αριστεράς και οι συνεπαγόµενοι κίνδυνοι που απορρέουν για την κυριαρχία της αστικής τάξης από το εργατικό κίνηµα και 2) η πιθανότητα ύπαρξης κοινού σχεδίου ξεπεράσµατος της κρίσης τόσο για την αστική τάξη όσο και για τα φασιστικά κινήµατα.

Η αστική τάξη λοιπόν ενδέχεται να επιλέξει τον φασισµό ως µορφή διακυβέρνησης, αν εκτιµά ότι αποτελεί αποτελεσµατικό και χρήσιµο καθεστώς για τη συνέχιση και επέκταση της κυριαρχίας της. Για να συµβεί κάτι τέτοιο, χρειάζεται να συνυπάρχουν δύο προϋποθέσεις: Πρώτο, να είναι δύσκολες έως αδύνατες οι προηγούµενες µορφές διακυβέρνησης (ρεφορµιστικά και αστικά κοινοβουλευτικά κόµµατα), καθώς πλέον είναι περιορισµένες για τους αστούς οι δυνατότητες έστω και µικρών παραχωρήσεων στην εργατική τάξη ή είναι δύσκολο να παρθούν πίσω διαφορετικά κατακτήσεις και δικαιώµατα της εργατικής τάξης. Και δεύτερο, ο φασισµός να έχει ήδη αποδείξει τη χρησιµότητά του για την αστική τάξη, επικρατώντας στο δρόµο, διαλύοντας απεργίες και τροµοκρατώντας τους πολιτικούς του αντιπάλους. Με άλλα λόγια ο φασισµός δεν αποτελεί «πραξικόπηµα των καπιταλιστών», παρά το γεγονός ότι για να καταλάβει την εξουσία απαιτείται το χρίσµα της αστικής τάξης. Είναι αυτόνοµο αντιδραστικό κίνηµα που υπό προϋποθέσεις µπορεί να έχει κοινούς στόχους µε τους καπιταλιστές. ∆εν είναι όµως η πρώτη επιλογή του συστήµατος, ακόµα και σε περιόδους οικονοµικής κρίσης. Κι’ αυτό γιατί η φασιστική εξουσία συνεπάγεται και ρίσκα για τους µεγάλους καπιταλιστές, εξ’ αιτίας της πίεσης παραχωρήσεων υπέρ των µεσοστρωµάτων που εκπροσωπεί πολιτικά ο φασισµός. Για παράδειγµα στο πρόγραµµα των Ναζί στη Γερµανία υπήρχαν µια σειρά σηµεία που είχαν κόστος για το σύστηµα και τους µεγάλους καπιταλιστές, όπως «η κατάργηση της σκλαβιάς των τόκων για τους µικρέµπορους, η εθνικοποίηση πολλών επιχειρήσεων, η διανοµή µερισµάτων από τα κέρδη των µεγάλων βιοµηχανιών, η «δηµοτικοποίηση» των αποθηκών χονδρικής και η ενοικίασή τους σε χαµηλή τιµή σε µικρούς εµπόρους, η κατάργηση τόκου στις υποθήκες των αγροτών, η θανάτωση των τοκογλύφων». Βέβαια κάτω από την πίεση της αστικής τάξης τα περισσότερα από αυτά έµειναν κενό γράµµα όταν οι ναζί ανέλαβαν την κρατική εξουσία, όµως η εφαρµογή τους ή µη αποτέλεσε περιεχόµενο συνεχούς διαπραγµάτευσης του ναζιστικού κράτους µε τους καπιταλιστές.

Φασισµός και ακροδεξιά σήµερα

Σήµερα ο καπιταλισµός βρίσκεται σε διαφορετική φάση από εκείνη του µεσοπολέµου. Ήδη εδώ και πολλές δεκαετίες, η διεθνοποιηµένη του µορφή επιβάλλει υπερεθνικές αστικές οικονοµικές και πολιτικές συµµαχίες. Στο οικονοµικό πεδίο το πολυεθνικό κεφάλαιο και το χρηµατοπιστωτικό σύστηµα λειτουργούν σε διεθνές επίπεδο µε παγκοσµιοποιηµένο τρόπο. Από την άλλη µεριά η διεθνής οικονοµική κρίση έχει επανεισάγει µεθόδους εθνικού προστατευτισµού ιµπεριαλιστικών οικονοµικών µπλοκ και έντασης των στρατιωτικών ανταγωνισµών (όπως ο εµπορικός πόλεµος των ΗΠΑ κατά της Κίνας, της ΕΕ κατά της Ρωσίας, η νέα ανάφλεξη στη Μέση ανατολή µε επίκεντρο το Ιράν επιπρόσθετα της Συρίας, η ΕλληνοΤουρκική διαµάχη για τις ΑΟΖ µε διεθνείς συµµάχους, οι αλλαγές στο γεωστρατηγικό πεδίο µε ρήξη των κλασσικών συµµαχιών, η σταδιακή αυτονόµηση περιφερειακών δυνάµεων όπως η Τουρκία από τη ΝΑΤΟϊκή συµµαχία, κ.λ.π.). Η κρίση του 2008 έχει εντείνει τους ανταγωνισµούς και µια νέα επιδείνωση της κατάστασης στο ορατό µέλλον κλιµακώνει την αβεβαιότητα, παρά τη σηµερινή σχετική οικονοµική σταθεροποίηση.

Στο στρατόπεδο της ακροδεξιάς και του φασισµού, η ιδεολογία του εθνικο-σοσιαλισµού της κρατικοµονωπωλιακής δεκαετίας του ’30 έχει αντικατασταθεί από τον εθνικο-φιλελευθερισµό της παγκοσµιοποιηµένης καπιταλιστικής στασιµότητας. Σε αυτές τις συνθήκες είναι δύσκολο ο κλασσικός φασισµός να αποκτήσει σοβαρές ρίζες στην κοινωνία και κάποιο σχέδιο εξόδου από την κρίση που να βολεύει ταυτόχρονα την αστική τάξη, όπως συνέβη σε κάποιες χώρες τη δεκαετία του ‘30. Για την ακρίβεια είναι πολύ δύσκολο γενικότερα για την αστική τάξη να αποκτήσει οποιοδήποτε νέο σχέδιο διεξόδου από την κρίση και κινείται στην πεπατηµένη του ακραίου χρηµατοπιστωτικού νεοφιλελευθερισµού ενισχύοντας τους ενδοϊµπεριαλιστικούς ανταγωνισµούς και συσσωρεύοντας τα υλικά για µια νέα κρίση. Ο εθνικός προστατευτισµός της νέας ακροδεξιάς του Τραµπ, του Τζόνσον και του Σαλβίνι, λογοδοτούν στη στήριξη τµηµάτων της αστικής τάξης προς προστατευτικές (ακρο)δεξιές πολιτικές στο φόντο µιας νέας οικονοµικής επιδείνωσης. Σε καµία περίπτωση όµως δεν πρόκειται για ανάδυση φασιστικών δυνάµεων µε αξιώσεις, τέτοιων όπως η φασιστική Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, η Casa Pound στην Ιταλία, το Jobbik στην Ουγγαρία ή το ΕΛΑΜ στην Κύπρο. Στην Ελλάδα η Χρυσή Αυγή υποσκελίζεται από τον Βελόπουλο, στην Ιταλία η Casa Pound από τον Σαλβίνι, στην Ουγγαρία το Jobbik από τον Ορµπάν, ενώ στην Κύπρο το ΕΛΑΜ κινείται κάτω από τη σκιά του (ακρο)δεξιού κυβερνητικού ∆ΗΣΥ.

Η ήττα της µνηµονιακής διαχείρισης του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, η πολιτική υποχώρηση των Podemos στην Ισπανία ή η συνθηκολόγηση κυβερνήσεων τύπου Λούλα στη Βραζιλία δεν στοιχειοθετούν ιδιαίτερο κίνδυνο ανάτασης της κινητοποίησης της εργατικής τάξης τέτοιο που να απειλεί πολιτικά την αστική διαχείριση και να επιταχύνει την ανάγκη σοβαρής ενίσχυσης φασιστικών οργανώσεων και κοµµάτων από τους αστούς. Η ανάδυση νέων κινηµάτων σε µια σειρά από χώρες όπως η Χιλή, το Ιράκ, το Χονγκ Κονγκ κ.λ.π. υπογραµµίζει τα αδιέξοδα και τους κινδύνους του διεθνούς καπιταλισµού και αντιµετωπίζεται από τα καθεστώτα αυτά µε ακραίο αυταρχισµό και καταστολή, παρά µε τη µέθοδο του φασισµού. Περισσότερο ανησυχητική για το σύστηµα ήταν η απεργιακή κλιµάκωση στη Γαλλία, τη χώρα που το ακροδεξιό κόµµα της αντικοµµουνίστριας Λεπέν διατηρεί υψηλά ποσοστά. Κάτι που επιβεβαιώνει την εκτίµηση πως η ακροδεξιά µπορεί να αντλεί εκλογική πελατεία στη βάση του ρατσισµού και της εθνικής προτίµησης/εθνικισµού, παρόλα αυτά δεν είναι σε θέση να καταστείλει ή να διαβρώσει το εργατικό κίνηµα σε µεγαλύτερο βαθµό από αυτόν που τα «καταφέρνουν» οι γραφειοκρατικές συνδικαλιστικές ηγεσίες από µόνες τους τις τελευταίες δεκαετίες.

Όλα αυτά δεν σηµαίνουν πως οι φασιστικές οργανώσεις απώλεσαν τους δεσµούς που διατηρούσαν µε το βαθύ κράτος ή πως δεν αντλούν δυνάµεις στο έδαφος του εθνικισµού και του ρατσισµού που δηµιουργούν οι αστικές τάξεις και οι ακροδεξιές διαχειρήσεις. Αποτελούν χρήσιµες εφεδρείες του αστικού κράτους που συντηρούνται προληπτικά για µελλοντική χρήση παρά άµεσα για να αντιµετωπίσουν υπαρκτούς σηµερινούς κινδύνους. Η πρόσφατη επανεµφάνιση  ρατσιστικών ακροδεξιών και παραστρατιωτικών οµάδων στα νησιά του Αιγαίου και στον Έβρο υπό τη σκέπη δεξιών πολιτευτών και κυβερνητικών παραγόντων, στο έδαφος του κελισίµατος των συνόρων για τους πρόσφυγες, αναδεικνύει πως οι αιτίες ανάπτυξης του φασισµού παραµένουν ζωντανές και απειλητικές. Η αντιµετώπιση του φασισµού από το κίνηµα και την αριστερά παραµένει εποµένως επίκαιρη για να µην αποκτήσει δυναµική αντίστοιχη µε του 2010-2013 και να µην αποτελέσει όχηµα ενός νέου αντιδραστικού κύκλου επίθεσης σε δηµοκρατικές ελευθερίες και δικαιώµατα συµπληρωµατικού του αυταρχικού κράτους έκτακτης ανάγκης της Ν∆.

Φασισµός και ακροδεξιά στην Ελλάδα

Η Ελλάδα το 2015 πέρασε στην φάση της «αριστερής» µνηµονιακής διαχείρισης του ΣΥΡΙΖΑ. Οι κοινωνικές συµµαχίες του ΣΥΡΙΖΑ µε την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώµατα στο έδαφος της ανατροπής των µνηµονίων µεταλλάχθηκαν σε πελατειακές εκλογικές σχέσεις στη βάση του «µικρότερου κακού». Η πέραν του ΣΥΡΙΖΑ αριστερά απέτυχε να συγκροτήσει αξιόµαχη πολιτική δύναµη µε κοινοβουλευτική παρουσία. Το κίνηµα που είχε αναπτυχθεί για την ανατροπή του µνηµονίου υποχώρησε αισθητά στην περίοδο διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η εξέλιξη επέτρεψε τη µερική ανάκαµψη των παλιών συστηµικών δυνάµεων της Ν∆ και του ΠΑΣΟΚ και έδωσε τη δυνατότητα στη δεξιά να ξαναγίνει κυβέρνηση το 2019. Στο δεξιό/ακροδεξιό στρατόπεδο, ο ακροδεξιός «αντισυστηµικός» ριζοσπαστισµός που είχε εκφραστεί στα εκλογικά ποσοστά και την κοινωνική δυναµική της Χρυσής Αυγής, σε συνδυασµό µε το Μακεδονικό, πριµοδότησε τη δυναµική της επανόδου της δεξιάς στην κυβέρνηση ως άµεση απάντηση στον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ένα άλλο τµήµα της ενίσχυσε το νέο «κόµµα» Βελόπουλου, αντίστοιχο του παλαιότερου ακροδεξιού σχηµατισµού του ΛΑΟΣ.

Η αποδυνάµωση της Χρυσής Αυγής, πέρα από την εκλογική δυναµική της Ν∆, εδράζεται στη συνεχιζόµενη δίκη της ναζιστικής συµµορίας και στην κινητοποίηση του αντιφασιστικού κινήµατος. Μπορεί η καύσιµη ύλη του εθνικισµού και του ρατσισµού να συνεχίζει να τροφοδοτεί την ακροδεξιά, όµως έχει υποχωρήσει η ελκτική δύναµη των ταγµάτων εφόδου ως όχηµα για την επιβολή φασιστικής δυναµικής που µπορεί ταυτόχρονα να µεταφράζεται σε κοινωνικές ρίζες και πολιτική επιρροή στο κεντρικό πολιτικό πεδίο. Άλλωστε η ίδια η Χρυσή Αυγή έχει αποδυναµωθεί σε µεγάλο βαθµό οργανωτικά και πολιτικά µετά τις συνεχείς της  διασπάσεις και δεν είναι προς το παρόν σε θέση να πείσει για τη χρησιµότητά της στο πεδίο του δρόµου και να ξαναγοητεύσει παλιότερους υποστηρικτές της. Επιπρόσθετα εµφανίζεται µια υποχώρηση του ακροδεξιού ριζοσπαστισµού στο έδαφος της νέας «κανονικότητας» του συστήµατος που υπόσχεται οικονοµική ανάπτυξη στο έδαφος της σχετικής σταθεροποίησης και της «µεταµνηµονιακής περιόδου». Επίσης οι αστοί δεν χρειάζονται πλέον σε τέτοιον βαθµό όπλα τύπου ΧΑ. Θυµίζουµε ότι η ΧΑ άρχισε να τροφοδοτείται από την αστική τάξη µετά το 2008 (εξέγερση ∆εκέµβρη), όταν οι αστοί τροµάξανε µπροστά στις «εικόνες από το µέλλον» και  η τροφοδότηση των Ναζί κορυφώθηκε το 2011-2012 (όταν υπήρξαν γιγάντιες απεργίες και διαδηλώσεις που αποσταθεροποίησαν το αστικό καθεστώς). Τέτοιες προϋποθέσεις για την ώρα έχουν εκλείψει.

Αυτές οι εξελίξεις µετατοπίζουν τµήµα του ακροδεξιού ακροατηρίου σε επιλογές κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης από τους φασίστες µε γραβάτα τύπου Βελόπουλου, αντί για τους φασίστες των ταγµάτων εφόδου της ΧΑ. Η παρουσία του ακροδεξιού σχηµατισµού του Βελόπουλου στο κεντρικό πολιτικό  σκηνικό επισηµαίνει τη δυναµική της ακροδεξιάς, παρά την υποχώρηση της Χρυσής Αυγής. Πρόκειται για κυριλέ φασίστες που διατηρούν όλη την ακραία εθνικιστική και ρατσιστική πολιτική επιχειρηµατολογία της ΧΑ στα δεξιά της Ν∆ και θα µετατοπίζονται σε ολοένα και πιο ακραίες θέσεις όσο δεξιότερα θα µετατοπίζεται η ρητορική και η πολιτική της Νέας ∆ηµοκρατίας. Αποτελεί επικίνδυνο  πολιτικό µόρφωµα συµπληρωµατικό στην ακροδεξιά διαχείριση της Ν∆ που είναι απαλλαγµένο από τη ρετσινιά του µαχαιροβγάλτη. Πρόκειται ωστόσο για συγκοινωνούν δοχείο τόσο µε την ακροδεξιά πτέρυγα της Ν∆ όσο και µε τη ναζιστική συµµορία. Γι’ αυτό είναι απαραίτητη η πολιτική αντιµετώπισή του ως δεκανίκι του συστήµατος στην άσκηση πολιτικών λιτότητας και καταστολής σε βάρος της εργατικής τάξης. Η ανάδειξη ενός µαζικού λαϊκού αντιρατσισµού ως ταξική επιλογή των εργατών και της νεολαίας στην πάλη τους µε το σύστηµα που παράγει λιτότητα και ρατσισµό. Χρειάζεται επίσης µε κάθε ευκαιρία η αποκάλυψη των σχέσεων του κόµµατος Βελόπουλου µε πρώην και νυν Χρυσαυγίτες σε κεντρικό και τοπικό επίπεδο.

Μπορεί η Χρυσή Αυγή να ξαναγεννηθεί από τις στάχτες της;

Η εισαγγελική πρόταση για αθώωση της Χρυσής Αυγής από την κατηγορία της εγκληµατικής οργάνωσης υπενθυµίζει πως η Χρυσή Αυγή δεν είναι ξοφληµένη. ∆ιατηρεί ακέραιες τις στενές της σχέσεις µε το βαθύ κράτος. Εξακολουθεί να συντηρείται από δυνάµεις του συστήµατος για να µπορεί να παίξει το ρόλο συµπληρωµατικής κατασταλτικής δύναµης του κρατικού µηχανισµού σε µελλοντικές συνθήκες ανάτασης του λαϊκού κινήµατος στο ενδεχόµενο µιας νέας κρίσης. Γι’ αυτό παρότι η Χρυσή Αυγή εµφανίζεται αποδυναµωµένη, θα χρειαστεί να εντείνουµε τον αντιφασιστικό αγώνα, τόσο µέχρι να τελειώσει η δίκη της εγκληµατικής οργάνωσης όσο και µετά από το δικαστήριο. Η απαίτηση να καταδικαστούν τα ηγετικά στελέχη των ναζί για διεύθυνση εγκληµατικής οργάνωσης θα είναι στο επίκεντρο του αντιφασιστικού κινήµατος τους επόµενους µήνες. Τυχόν αθώωση των πρωτοκλασσάτων στελεχών της ΧΑ θα σηµαίνει ηρωοποίησή τους στα µάτια των απογοητευµένων οπαδών της, οικονοµική ανάσα από την απόδοση της κρατικής επιχορήγησης που είχε παρακρατηθεί κατά τη διάρκεια της δίκης και πιθανή ανασυγκρότηση των ταγµάτων εφόδου της. Σε κάθε περίπτωση, είτε αθωωθεί είτε καταδικαστεί ο Μιχαλολιάκος, ο αγώνας ενάντια στο φασισµό στην Ελλάδα θα εξακολουθήσει να αφορά την περιθωριοποίηση της ΧΑ που αποτελεί τον µεγαλύτερο κίνδυνο για τις δηµοκρατικές ελευθερίες και την ασφάλεια προσφύγων/µεταναστών-τριών και ντόπιων αγωνιστώνιτριών. Η βάση της αντιφασιστικής πάλης παραµένει η ταξική απάντηση στο φασισµό που αποτελεί δεκανίκι του συστήµατος για να συγκρούονται οι φτωχοί µε τους φτωχότερους αντί για τα αφεντικά και τις κυβερνήσεις που παράγουν δεινά για όλους, ντόπιους εργάτες, πρόσφυγες και µετανάστες.

Αντιφασιστική ενότητα

Η αντιµετώπιση του φασισµού αφορά τόσο την προπαγάνδα, όσο και τη µαζική δράση στο δρόµο. Συνδέεται στενά µε την κινητοποίηση της εργατικής τάξης και της αριστεράς για να αντικρουστούν τα µέτρα λιτότητας, η καταστολή, ο πόλεµος, ο σεξισµός και ο ρατσισµός. Εµπεριέχει την καταγγελία του φασισµού ότι υπερασπίζεται τις πολιτικές λιτότητας ενάντια στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώµατα. Επίσης την καταγγελία του φασισµού για περιθωριοποίηση µεγάλων τµηµάτων του πληθυσµού, όπως οι γυναίκες, τα lgbt άτοµα, οι αναπηροι, οι µειονότητες, οι µετανάστες. Όµως εµπεριέχει επιπλέον και µια αυτόνοµη προσπάθεια να περιθωριοποιηθούν οι φασιστικές οργανώσεις. Ένα αντιφασιστικό κίνηµα είναι άρρηκτα συνδεδεµένο µε την κίνηση της εργατικής τάξης και των κινηµάτων αντίστασης και ταυτόχρονα «ειδικού σκοπού»: Αυτόν της διάλυσης των φασιστικών οργανώσεων πριν καταφέρουν να σπείρουν τον τρόµο στο δρόµο, στους κοινωνικούς και πολιτικούς τους αντιπάλους και στην πλειοψηφία της κοινωνίας.

Για να συγκροτηθεί το µεγαλύτερο δυνατό αντιφασιστικό δυναµικό, δεν αρκούν οι αντιφασιστικές και οι αντιρατσιστικές οργανώσεις, η άκρα αριστερά και οι ορκισµένοι αντιφασίστες. Απαιτείται η συσπείρωση του µεγαλύτερου δυνατού αριθµού εργαζόµενων, νεολαίων, µεταναστών και προσφύγων, αγωνιστών των κινηµάτων και των κοινωνικών χώρων. Απαραίτητη είναι η απεύθυνση σε συνδικάτα που δίνουν τη µάχη της υπεράσπισης των εργατικών κατακτήσεων µε τα πιο ενεργά από αυτά σε πρώτη προτεραιότητα. Χρειάζεται επίσης η πλατύτερη δυνατή απεύθυνση σε κόσµο της ευρύτερης κοινωνικής αριστεράς, ανεξαρτήτως των πολιτικών του προτιµήσεων, µε κριτήριο τη συµµετοχή του στην αντιφασιστική κινητοποίηση στο δρόµο. Για να γίνει αυτό εφικτό, θα χρειαστεί η αντιφασιστική απεύθυνση να είναι πλατιά και να µην αποκλείει π.χ. ψηφοφόρους της αριστεράς και της ευρύτερης κεντροαριστεράς.

Παρόλα αυτά το αντιφασιστικό ενιαίο µέτωπο στην Ελλάδα σήµερα δεν είναι πολιτικά αναγκαίο και πρακτικά αποτελεσµατικό έχει στο ρόλο συνδιοργανωτή την ηγεσία µνηµονιακών σοσιαλ-φιλελεύθερων κοµµάτων που άσκησαν αντιλαϊκές και αντι-προσφυγικές κυβερνητικες πολιτικές όπως ο ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτο γιατί δεν υπάρχουν οργανωµένοι δεσµοί των κοµµάτων αυτών µε την εργατική βάση που τους ψηφίζει αντίστοιχοι µε τη δεκαετία του ’30 όταν η σοσιαλδηµοκρατία στη Γερµανία είχε στις τάξεις της εκατοµµύρια συνδικαλισµένους εργάτες και εκατοντάδες χιλιάδες οργανωµένα µέλη. Σήµερα πρόκειται για κόµµατα που δεν είναι σε θέση να κινητοποιήσουν τους ψηφοφόρους τους καθώς οι σχέσεις τους µε αυτούς είναι ιδιαίτερα χαλαρές και κυρίως εκλογικές. Και δεύτερο γιατί η αντικαπιταλιστική αριστερά στην Ελλάδα είναι σε θέση να κινητοποιήσει ένα πρώτο κρίσιµο δυναµικό στην αντιπαράθεση µε τον φασισµό, που µπορεί να γίνει πόλος έλξης για ευρύτερα αντιφασιστικά ακροατήρια, συµπεριλαβανόµενης της πολιτικής επιρροής της κεντροαριστεράς. Η συνέχεια θα κριθεί στους δρόµους και τα στοιχήµατα είναι ανοιχτά.

Θανάσης Κούρκουλας

Ανασημοσίευση από το περιοδικό της Κίνησης “Απελάστε τον Ρατσισμό” Τεύχος 28

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.