Η π.ο. “Κόκκινο Νήμα” καλεί στη συγκέντρωση διαμαρτυρίας ενάντια στην υποχρεωτική συνεπιμέλεια το Σάββατο 27/3 στις 2 μ.μ. στο Σύνταγμα

Αναρτήθηκε σε δημόσια διαβούλευση νομοσχέδιο που αφορά στη μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου. Το κείμενο επιβεβαιώνει τους φόβους και τις διαπιστώσεις μας, έτσι όπως διαμορφώθηκαν από τις πληροφορίες που εμφανίζονται εδώ και μήνες στο δημόσιο διάλογο. Διαπιστώνουμε ότι:
– Ρυθμίζει με οριζόντιο, υποχρεωτικό – εξαναγκαστικό τρόπο τα θέματα της επιμέλειας και της επικοινωνίας γονέων – ανήλικων παιδιών μετά τη λύση του γάμου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαιτερότητα κάθε περίπτωσης.
– Μετατοπίζει το κέντρο βάρους του νομικού συστήματος από παιδοκεντρικό σε σύστημα που προστατεύει τα “θέλω” των γονιών.
– Εκθέτει σε κίνδυνο γυναίκες και παιδιά που προσπαθούν να ξεφύγουν από κακοποιητικές σχέσεις αφού προστατεύει από τον κακοποιητικό γονέα μόνο σε περίπτωση αμετάκλητης δικαστικής απόφασης.
– Χωρίς να αναφέρει τον απαράδεκτο και αντιεπιστημονικό όρο της “αποξένωσης”, περιγραφικά τον υιοθετεί, τιμωρώντας τον γονέα που καταγγέλει και όχι αυτόν που καταγγέλεται.
Πρόκειται για αντιδραστική αντιμεταρρύθμιση που μας γυρίζει δεκαετίες πίσω. Μαζί με τις φεμινιστικές και γυναικείες  συλλογικότητες καλούμε στη συγκέντρωση διαμαρτυρίας, το Σάββατο 27/3/2021 στις 2:00 μ.μ. στο ΣΥΝΤΑΓΜΑ”
#ΑμετάκληταΟΧΙ
Ακολουθεί η ανακοίνωση της Π.Ο. Κόκκινο Νήμα:

Μία ακόμα αντιδραστική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης της ΝΔ,

ενάντια στα δικαιώματα των γυναικών και των παιδιών

1. Η νομοθετική ρύθμιση που ετοιμάζεται να καταθέσει η κυβέρνηση της ΝΔ για το οικογενειακό δίκαιο με αιχμή το θέμα της επιμέλειας των παιδιών: δεν είναι «ουδέτερη» ως προς τα αποτελέσματα που θα επιφέρει στον συνολικό συσχετισμό δύναμης στο «μέτωπο» του σεξισμού˙ δεν είναι υπερταξική˙ δεν έχει «εκσυγχρονιστικό» χαρακτήρα. Είναι σεξιστική, έχει ταξικό χαρακτήρα, είναι αντιδραστική˙ είναι συνεπής με το γενικότερο πολιτικό πρόγραμμα της «εμπόλεμης δεξιάς» και ενταγμένη απολύτως σε αυτό. Εμπνέεται και έρχεται να λειτουργήσει στο πλαίσιο της αντιδραστικής μετατόπισης σε πιο επιθετικές εκδοχές νεοφιλελευθερισμού συνολικά, και συγκεκριμένα της μετατόπισης σε πιο επιθετικές εκδοχές σεξισμού. Η εκτίμηση ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη φέρνει, ειδικά στο ζήτημα αυτό και σε αντίθεση με τη συνολική της πολιτική, μια ρύθμιση «δίκαιη» και «εκσυγχρονιστική» συνιστά ασυγχώρητη πολιτική αυταπάτη.

Η ρύθμιση προβλέπει επιβεβλημένη δια νόμου υποχρεωτική συνεπιμέλεια, ρυθμίζοντας με οριζόντιο τρόπο τα θέματα επιμέλειας, επικοινωνίας και διαμονής των παιδιών σε όλες τις περιπτώσεις, περιορίζοντας ακόμα και τα περιθώρια των δικαστικών αποφάσεων σε περίπτωση αντιδικίας.

2. Η ρύθμιση αυτή θα αποτελέσει τη ριζική ανατροπή της νομικής βάσης στο πλαίσιο της οποίας τα δικαστήρια έκριναν μέχρι τώρα τις αντιδικίες για ζητήματα επιμέλειας των παιδιών σε διαζευγμένα ζευγάρια. Το βασικό κριτήριο δεν θα είναι πλέον τα δικαιώματα του παιδιού, αλλά τα δικαιώματα «πρόσβασης» και των δύο γονέων στο παιδί. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων εγκαθιστά ως υποχρεωτικό το δικαίωμα του άντρα να συμμετέχει στην επιμέλεια ανεξάρτητα από τα πραγματικά δεδομένα (κακές σχέσεις μεταξύ των γονέων ύστερα από το διαζύγιο, σεξιστική ή και βίαιη συμπεριφορά απέναντι στη γυναίκα ή και το παιδί, προϋπάρχουσα έλλειψη συναισθηματικής επαφής ή και αδιαφορία για το παιδί κ.λπ.). Η υποχρεωτικότητα προβλέπεται ότι θα αίρεται μόνο σε περίπτωση τελεσίδικης καταδικαστικής απόφασης για βίαιη συμπεριφορά απέναντι στη γυναίκα ή το παιδί. Όταν γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η ηγεμονία του σεξισμού στην κοινωνία λειτουργεί αποτρεπτικά για τη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων σεξιστικής βίας ή και βιασμού γυναικών ώστε αυτές να προσφύγουν στα δικαστήρια, όταν γνωρίζουμε ότι η αστυνομία αλλά συχνά και τα δικαστήρια όχι μόνο δεν δικαιώνουν τις επιζώσασες έμφυλης βίας αλλά τις υποχρεώνουν να ξαναζήσουν τη φρίκη και την ντροπή της σεξιστικής βίας, όταν γνωρίζουμε ότι η «τεκμηρίωση» της βίας ή και του βιασμού στη δικαστική διαδικασία εκτός από εκ νέου κακοποιητική, σε ελάχιστες περιπτώσεις έχει κάποιο αποτέλεσμα, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε ότι η «ασπίδα» των τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων είναι στην πραγματικότητα απλώς «φύλλο συκής».

3. Η ρύθμιση αυτή δεν είναι απλώς «άστοχη» ή λαθεμένη. Δεν θα έχει μόνο «αντικειμενικά» αντιδραστικές επιπτώσεις στο μέτωπο των δικαιωμάτων των γυναικών και των παιδιών και στο «μέτωπο» του σεξισμού. Έχει συνειδητά τέτοιους στόχους.

Συγκεκριμένα, στοχεύει:

α. Να επιλύσει προβλήματα «κύρους» και διασφάλισης της διαδικασίας μεταβίβασης της περιουσίας των οικογενειών της αστικής τάξης (κυρίως μεγάλης και μεσαίας), προφυλάσσοντάς την από τις συνέπειες «ατυχών» γάμων των γόνων της. Η αδιατάρακτη και «ανόθευτη» εξασφάλιση της κληρονομικής γραμμής εξακολουθεί να παραμένει σημαντικό στοιχείο και βάση όλου του οικοδομήματος του σεξισμού και σταθερή μέριμνα της αστικής τάξης, που ειδικά σε αυτή τη ρύθμιση έχει εμφατική παρουσία.

β. Να θωρακίσει την πυρηνική οικογένεια, η οποία γίνεται τόσο πιο απαραίτητη για τη διαδικασία κοινωνικής αναπαραγωγής όσο περισσότερο υποβαθμίζεται και αποσαθρώνεται το «κοινωνικό κράτος». Στο πλαίσιο της πυρηνικής οικογένειας, η γυναίκα αναλαμβάνει όλο και περισσότερα βάρη υποκαθιστώντας το κοινωνικό κράτος: φροντίδα ηλικιωμένων και ανήμπορων μελών, φροντίδα των παιδιών, οικιακή εργασία γενικώς. Με τα ποσοστά διαζυγίων στην καπιταλιστική Δύση να πλησιάζουν το 50% και στην Ελλάδα το 40%, και να έχουν αυξητική τάση, η πυρηνική οικογένεια σαν απαραίτητο υποκατάστατο του κοινωνικού κράτους και σαν χώρος παροχής απλήρωτης οικιακής εργασίας προς το σύνολο των μελών της οικογένειας κινδυνεύει περισσότερο από ποτέ την ίδια στιγμή που γίνεται απαραίτητη περισσότερο από ποτέ για τον νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.

Η ρύθμιση για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια έρχεται να την «στηρίξει» δημιουργώντας σοβαρές δυσκολίες και αντικίνητρα για τις γυναίκες ώστε να προχωρήσουν στη λυτρωτική στην πλειονότητα των περιπτώσεων απόφαση για διαζύγιο, για δύο λόγους: Πρώτο, επειδή ενισχύεται αποφασιστικά το ενδεχόμενο να «χάσουν τα παιδιά» και δεύτερο, επειδή η συνεύρεση και μάλιστα η συστηματική συνεργασία στην καθημερινότητα με τον άντρα πρώην σύζυγο (για θέματα που αφορούν την επιμέλεια των παιδιών, που στην πράξη θα επεκτείνονται και θα καλύπτουν τα πάντα) αναιρεί τα περισσότερα από τα οφέλη του διαζυγίου.

γ. Να ιδιωτικοποιήσει περαιτέρω τη διαδικασία και το κόστος ανατροφής των παιδιών. Στο σημείο αυτό η ρύθμιση είναι ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη. Η εγκατάλειψη και των τελευταίων ιχνών κρατικών πολιτικών που παραπέμπουν στην κοινωνικοποίηση της διαδικασίας ανατροφής των παιδιών (βάσει όσων έχουν δει το φως της δημοσιότητας, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας ακόμη και συμβουλευτικές υπηρεσίες θα χρηματοδοτούνται από τους δύο γονείς). Το γεγονός αυτό συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η πλευρά της αντιδικίας που έχει εισοδηματικό πλεονέκτημα, αποκτά επίσης σημαντικό πλεονέκτημα στο να επιβάλει τους δικούς της όρους όσον αφορά το πλαίσιο της συνεπιμέλειας των παιδιών. Αυτή η πλευρά, παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί με τη μαζική είσοδο της γυναίκας στην αγορά εργασίας, εξακολουθεί να είναι ο άντρας. Ειδικά στις συνθήκες της κλιμακούμενης λιτότητας και της διαρκώς επεκτεινόμενης «ευελιξίας» και επισφάλειας στην εργασία, το εισοδηματικό πλεονέκτημα του αδιάφορου ή κακοποιητικού συζύγου, θα του επιτρέπει να «εξαγοράζει» την ανάκτηση δικαιωμάτων επιμέλειας των παιδιών˙ και, μέσω αυτών, να ανακτά το δικαίωμα καταδυνάστευσης της καθημερινότητας της γυναίκας-συζύγου. Αυτή η δυνατότητα «εξαγοράς» θα αυξάνεται δραματικά στις περιπτώσεις που ο σύζυγος ανήκει σε εισοδηματικά ανώτερο κοινωνικό στρώμα ή τάξη. Η ρύθμιση έχει, επομένως, εμφατικά και ταξικό χαρακτήρα.

δ. Να πλήξει τα δικαιώματα των γυναικών και να οπλίσει το χέρι του σεξισμού, δηλαδή των φορέων σεξιστικών πρακτικών (τους άντρες σεξιστές, τους μπάτσους και τους δικαστές). Για να στηριχτεί η πυρηνική οικογένεια μπροστά στον κίνδυνο αποσάθρωσής της λόγω της τρομακτικής αύξησης του ποσοστού των διαζυγίων (που τα περισσότερα ζητούν γυναίκες), «αποκαθίσταται» το διευθυντικό δικαίωμα του άντρα στη σχέση του ζευγαριού και έτσι οπλίζεται το χέρι όλων των φορέων του σεξισμού (του άντρα μέσα στον γάμο, του μπάτσου και του δικαστή). Η ρύθμιση της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας έρχεται έτσι να συμπληρώσει τις πολιτικές που κατεδαφίζουν το σύστημα των δικαιωμάτων γενικά.

4. Θα ήταν μεγάλο λάθος να καθορίσουμε τη στάση μας απέναντι σε μια τέτοια ρύθμιση με κριτήριο υπαρκτές περιπτώσεις και συμβάντα κατά τα οποία κάποιες γυναίκες συμπεριφέρονται εκδικητικά και ανεύθυνα και, αξιοποιώντας την ευνοϊκή νομολογία, στερούν από τους άντρες γονείς την επαφή με τα παιδιά˙ για τους ίδιους ακριβώς λόγους που δεν κρίνουμε τις κυβερνητικές ρυθμίσεις για τις εργασιακές σχέσεις και τα συνδικαλιστικά δικαιώματα αξιολογώντας την ηθική ακεραιότητα ή τη συμπεριφορά υποκατηγοριών εργαζομένων και συνδικαλιστών ή τις κυβερνητικές ρυθμίσεις για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες με βάση κάποια αξιολόγηση της συμπεριφοράς ή του αξιακού τους κώδικα κ.λπ. κ.λπ.
Το κριτήριο πρέπει να είναι η συνολική επίπτωση της ρύθμισης στον συσχετισμό δύναμης στο «μέτωπο» του σεξισμού, όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών και τα δικαιώματα γενικά. Με βάση αυτό το κριτήριο, η ρύθμιση για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια είναι ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη, και πολιτικά και ιδεολογικά αντιδραστική. Μεταξύ άλλων, είναι και προϊόν συστηματικού και πολυετούς
lobbying από συλλόγους Eνεργοί μπαμπάδες» κ.λπ.) ανδρών με ως επί το πλείστον υψηλές κοινωνικές και οικονομικές θέσεις. Αντιθέτως και όχι τυχαία, το φεμινιστικό κίνημα και η Αριστερά έχουν ταχθεί -και σωστά- στο σύνολό τους ενάντια στη ρύθμιση. Είναι κι αυτό μια σαφής ένδειξη του τι σκοπούς έρχεται να εξυπηρετήσει η κυβερνητική ρύθμιση.

5. Στον αντίποδα της αντιδραστικής αυτής ρύθμισης, προτείνουμε συγκεκριμένα:

α. Η συναινετική συνεπιμέλεια (που προβλέπεται από το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο) είναι αδιαμφισβήτητα η καλύτερη και η μόνη λύση για την ανατροφή των παιδιών μετά το διαζύγιο. Για να εφαρμοστεί όμως σωστά, πρέπει να διασφαλίζονται οι προϋποθέσεις που την κάνουν λειτουργική. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να ιδρυθούν, με αποκλειστικά κρατική χρηματοδότηση, συμβουλευτικές και υποστηρικτικές δομές με αντικείμενο την υποστήριξη της γονεϊκής συνεργασίας. Συγκεκριμένα, ζητούμε να ιδρυθεί (κατ’ εφαρμογή του νόμου 2247/1996) σώμα οικογενειακών κοινωνικών λειτουργών με επαρκή και κατάλληλη στελέχωση και τα αναγκαία υλικοτεχνικά μέσα, το οποίο θα πρέπει να ενισχυθεί με ψυχολόγους και θα συνεργάζεται με τον δικαστικό μεσολαβητή (που λειτουργεί ήδη βάσει του άρθρου 214 ΚΠολΔ2).

β. Τα δικαστήρια στα οποία καταφεύγουν οι γονείς λόγω έλλειψης συναίνεσης στα ζητήματα της επιμέλειας των παιδιών πρέπει να είναι η ύστατη λύση, αφού προϋπάρξουν βοήθεια και διαμεσολαβήσεις. Ωστόσο, στο στάδιο αυτής της ύστατης λύσης πρέπει να υπάρξει συγκεκριμένη βελτίωση: πρέπει να ιδρυθούν εξειδικευμένα οικογενειακά δικαστήρια, επιστημονικά ενήμερα για την ενδοοικογενειακή βία και την παιδική κακοποίηση και με πρόβλεψη κοινωνικής έρευνας σε υποθέσεις γονικής μέριμνας.

γ. Σε αυτό το πλαίσιο -και όχι στο πλαίσιο της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας- οι δικαστές θα μπορούσαν να λαμβάνουν υπόψη και την πρόθεση πατεράδων να εμπλακούν περισσότερο σε σχέση με παλαιότερα με την ανατροφή των παιδιών, αλλά και τις συνήθειες της οικογένειας πριν τον χωρισμό (περιπτώσεις που ο πατέρας συμμετείχε ήδη στην ανατροφή και τη φροντίδα των παιδιών με ενεργητικό και υπεύθυνο τρόπο).

δ. Αν η κυβέρνηση είχε την πρόθεση να προχωρήσει σε «εκσυγχρονιστική» μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου και μάλιστα με τρόπο περισσότερο ευαίσθητο και συμπεριληπτικό προς τις ανάγκες μιας κοινωνίας που μετακινείται από τα πατρογονικά στερεότυπα, θα έπρεπε να συμπεριλάβει ρυθμίσεις που εκκρεμούν και ταλαιπωρούν εδώ και χρόνια, όπως η δυνατότητα τεκνοθεσίας στα ομόφυλα ζευγάρια, η ρύθμιση της τρανς γονεϊκότητας, η προστασία μονογονεϊκών οικογενειών. Επειδή δεν πρόκειται να το κάνει, θα πρέπει να παλέψουν γι’ αυτό το φεμινιστικό κίνημα, οι λοατκια συλλογικότητες και η Αριστερά.

ε. Τέλος, η ισότητα, η απελευθέρωση των γυναικών, η στήριξη της ανατροφής των παιδιών δεν είναι μόνο θέμα νομοθετικών ρυθμίσεων. Είναι κενό γράμμα οποιοσδήποτε νόμος, όσο καλός κι αν είναι, όταν οι γονείς χωρισμένοι ή όχι έχουν να αντιμετωπίσουν έναν γολγοθά για να ανταπεξέλθουν στις απαιτήσεις της φροντίδας. Δεν είναι τυχαίο ότι χώρες που έχουν υψηλούς δείκτες ισότητας και μεγάλη συμμετοχή και των δύο γονιών στο μεγάλωμα των παιδιών (και στο ποσοστό της συνεπιμέλειας μετά το διαζύγιο), είναι χώρες με αναπτυγμένο κοινωνικό κράτος. Ενισχύοντας τη δημόσια εκπαίδευση, τη δημόσια υγεία και πρόνοια, δομές όπως οι παιδικοί και βρεφονηπιακοί σταθμοί, κέντρα δημιουργικής απασχόλησης, κέντρα πολιτισμού, και νομοθετώντας μηνιαία, πολυετή και ουσιαστικά επιδόματα παιδιού και μέριμνας παιδιού (όπως π.χ. ισχύουν στην Δανία μέχρι τα 18 έτη), το κράτος θα έθετε με πολύ πιο δραστικό τρόπο τις προϋποθέσεις για ισότητα και εξομάλυνση των σχέσεων απ’ το να πετάει το μπαλάκι στους γονείς και να δημιουργεί επιπλέον διενέξεις για την κατανομή των βαρών μεταξύ τους και τις διατροφές. Χώρες που θέλησαν να λειτουργήσουν “εκπαιδευτικά” προς την ισότητα και την εμπλοκή των πατεράδων στην ανατροφή, έτσι το έκαναν και όχι με οριζόντιους καταναγκαστικούς νόμους. Στα πλαίσια αυτά η θεσμοθέτηση, άμεσα, ειδικού μηνιαίου επιδόματος στήριξης των χαμηλού εισοδήματος χωρισμένων γονέων που έχουν την επιμέλεια παιδιού (κατ’ εφαρμογή του άρθρου 21 παρ. 1 του Συντάγματος), είναι ένα άμεσο βήμα που θα επιλύσει πολλά προβλήματα και διενέξεις που αφορούν στην οικονομική διασφάλιση του παιδιού. Αυτή η διεκδίκηση είναι συμφέρον και των δύο φύλων και πρέπει να μπει στην προμετωπίδα του φεμινιστικού αλλά και του εργατικού κινήματος.

6. Οι συγκεκριμένες αυτές προτάσεις δεν κρύβουν καμία αυταπάτη για τις προθέσεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη˙ «συνοδεύουν» την κατηγορηματική αντίθεση στην κυβερνητική ρύθμιση και είναι συγκεκριμένα αιτήματα μάχης του κινήματος. Εντάσσονται στη γενικότερη αντίληψή μας για τα ζητήματα της οικογένειας και του οικογενειακού δικαίου, για τα ζητήματα δικαιωμάτων γυναικών και παιδιών, για τον χαρακτήρα των διαδικασιών ανατροφής των παιδιών και τον τρόπο χρηματοδότησής τους.

Σε μια κοινωνικά απελευθερωτική αντίληψη:

α. Οι άνθρωποι θα ασκούν πλήρως και ανεμπόδιστα το δικαίωμά τους να συνευρίσκονται ελεύθερα ερωτικά, να κάνουν ή να υιοθετούν παιδιά, αλλά και να χωρίζουν, χωρίς κοινωνικούς και κρατικούς καταναγκασμούς. Οι πατριαρχικές παραδόσεις και ο σεξισμός, η ανάγκη της αστικής τάξης να ελέγχει και «πιστοποιεί» τη «γραμμή αίματος» και να διασφαλίζει την «ασφαλή» κληρονόμηση της περιουσίας, η πυρηνική οικογένεια σαν «υπέρτατη αξία» και σαν συμπλήρωμα ή και υποκατάστατο του κοινωνικού κράτους που αποσαθρώνεται, οι ιδεολογικές κατασκευές του φύλου και η κανονικοποίηση της σεξουαλικότητας με βάση τα πατριαρχικά πρότυπα είναι τα ιστορικά εμπόδια που πρέπει να υπερπηδηθούν στο δρόμο για την κατάκτηση μιας τέτοιας χειραφέτησης.

Η συγκεκριμένη κυβερνητική ρύθμιση για την υποχρεωτική συνεπιμέλεια στοχεύει στην αναπαραγωγή όλων αυτών των καταναγκαστικών προτύπων και κρατικών θεσμών και γι’ αυτό είναι αντιδραστική. Ιδιαίτερα, δυσκολεύει το διαζύγιο για την κοινωνικά αδύναμη πλευρά (τη γυναίκα) και υποχρεώνει στη συνύπαρξη/συνεργασία της με τον αδιάφορο, σεξιστή ή και κακοποιητή άντρα.

β. Η ανατροφή των παιδιών θα είναι κοινωνικοποιημένη. Κοινωνικοποιημένη δεν σημαίνει βέβαια ότι απαλλοτριώνεται ή παραγράφεται η ευθύνη των γονιών και η σημασία της γονεϊκής φροντίδας και των συναισθηματικών δεσμών παιδιών-γονέων˙ σημαίνει όμως ότι αυτά λειτουργούν στο πλαίσιο μιας διαδικασίας όπου η κοινωνία διαθέτει απλόχερα τους πόρους και τα μέσα, υλικά και θεσμικά, για το μεγάλωμα των νέων ανθρώπων επειδή επενδύει στη ζωή κι όχι στο καπιταλιστικό κέρδος.

Η συγκεκριμένη κυβερνητική ρύθμιση «ιδιωτικοποιεί» περαιτέρω τη διαδικασία ανατροφής των παιδιών (όσον αφορά το κόστος, τους υλικούς και θεσμικούς πόρους). Υποκαθιστά τη «διατροφή» με το υποτιθέμενο «μοίρασμα των εξόδων», αλλά αυτή η ισότητα σε ένα σύστημα ταξικών ανισοτήτων είναι στην πραγματικότητα ανισότητα σε βάρος της ιδεολογικά, θεσμικά και εργασιακά αδύναμης πλευράς, της γυναίκας.

γ. Αν οι κρατικές πολιτικές -και η συγκεκριμένη ρύθμιση- αποσκοπούν στη στερέωση και αναπαραγωγή του πατριαρχικού/σεξιστικού εποικοδομήματος του καπιταλισμού, οι δικές μας προτάσσεις και οι δικοί μας αγώνες (πρέπει να) αποσκοπούν στην αμφισβήτησή του μέσα από την κατάκτηση μέτρων «θετικών διακρίσεων» υπέρ των αδικημένων. Οι κατακτήσεις που μένουν όρθιες στο εργατικό δίκαιο, στο κοινωνικό κράτος, στα κοινωνικά και δημοκρατικά δικαιώματα γενικά, στα δικαιώματα των μεταναστών και προσφύγων, στο οικογενειακό δίκαιο δεν είναι παρά οι διαφορετικές και αλληλοσυμπληρούμενες εκδοχές «θετικών διακρίσεων» υπέρ των εκμεταλλευόμενων, καταπιεσμένων και αδύναμων αυτής της κοινωνίας.

Η συγκεκριμένη κυβερνητική ρύθμιση έρχεται να υπονομεύσει το σύστημα «θετικών διακρίσεων» υπέρ των γυναικών. Και παρόλο που ο σεξισμός δεν είναι υπόθεση ανταγωνισμού μεταξύ των φύλων, ωστόσο έχει τους φορείς του προνομιακά στον αντρικό φύλο και στο θεσμικό εποικοδόμημα, που αυτή η ρύθμιση έρχεται να εξοπλίσει.

Γι’ αυτούς τους λόγους, που είναι πολλοί και σημαντικοί, το φεμινιστικό κίνημα και η Αριστερά όχι μόνο δεν πρέπει να υποτιμήσουν την αντιδραστική «γόμωση» αυτής της ρύθμισης, αλλά πρέπει να τη στοχοποιήσουν και να οργανώσουν αποφασιστικά και μαζικά την πάλη ενάντιά της.

Αθήνα 29 Δεκεμβρίου 2020

π.ο. Κόκκινο Νήμα

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.