Επανέρχονται τα ξέφρενα twenties;

Στο παρακάτω άρθρο ο μαρξιστής οικονομολόγος M.Roberts εξηγεί τους λόγους που ένα υποθετικό και καθόλου βέβαιο ξεπέρασμα της Ύφεσης που έφερε η πανδημία, δεν πρόκειται να μας εισαγάγει σε μια εποχή μακρόπνοης ανάκαμψης, σε αντιστοιχία με την δεκαετία ανάπτυξης του 1920 που ακολούθησε την ισπανική γρίπη και το τέλος το Α’ΠΠ το 1919. Αλλά απλώς θα μας επαναφέρει στην Μακρά Ύφεση που σέρνει τις δυτικές οικονομίες μετά την Κρίση του 2008. Ο βασικότερος λόγος είναι ότι ούτε στον καιρό της πανδημίας δεν έχει υπάρξει η αναγκαία για τον καπιταλισμό μαζική καταστροφή κεφαλαίων, είτε μέσω πτωχεύσεων είτε μέσω πολέμου, για να επιτευχθεί μια νέα, με καπιταλιστικά κριτήρια, μακρόπνοη ανάπτυξη. Βασικός λόγος για αυτό είναι και τα συνεχή πιστωτικά δώρα (δωρεάν δανεικά, επιδοτήσεις κλπ) που προσφέρουν τα κράτη σε χρεοκοπημένες επιχειρήσεις ζόμπι, μικρές και μεγάλες. Επιπλέον, όχι μόνον τα υπεσχημένα οικονομικά πακέτα του Μπάιντεν ωχριούν μπροστά σε εκείνα του Ρούσβελτ της δεκαετίας του ’30, μα ακόμη και εκείνα του Ρούσβελτ, που ουσιαστικά είχαν επιβάλει τον κρατικό σχεδιασμό εις βάρος της «ελεύθερης αγοράς», δεν θα είχαν ποτέ γιατρέψει τις συνέπειες του Κραχ του 1929 χωρίς τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

του Michael Roberts

Τα τελευταία δεδομένα οικονομικής ανάκαμψης στην Κίνα και στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δείχνουν ότι αμφότερες οι οικονομίες θα πρέπει να επανέλθουν ή να ξεπεράσουν τα προ πανδημίας επίπεδα εθνικού προϊόντος μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους (στην περίπτωση της Κίνας επίπεδα ανώτερα ακόμη και κατά 10%). Αυτό οδήγησε στην αναθέρμανση της αισιοδοξίας ότι μπορεί γρήγορα να αναστραφεί η κάμψη που εμφανίστηκε λόγω πανδημίας. 

Υποστηρικτές του Keynes όπως ο Larry Summers και ο Paul Krugman είχαν στο παρελθόν ισχυριστεί ότι η αμερικανική οικονομία θα ανέκαμπτε γρήγορα, επειδή η κάμψη λόγω COVID κατά πάσα πιθανότητα έμοιαζε με το «κλείσιμο» τουριστικών περιοχών σε παραθεριστικά θέρετρα κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Όταν έρθει το καλοκαίρι, ο τομέας των υπηρεσιών θα ανοίξει και πάλι και οι οικονομίες θα κάνουν ένα άλμα προς τα εμπρός, όπως ακριβώς ανθίζουν τα λουλούδια.

Όπως το έθεσε μια «δεξαμενή σκέψης» της κυρίαρχης ιδεολογίας: Συνδυαστικά όλες αυτές οι βελτιώσεις στην πρόβλεψη, οδήγησαν το ΔΝΤ να προβλέψει ότι, συνολικά, οι προηγμένες οικονομίες θα παρουσιάσουν απώλειες 1 τοις εκατό του προϊόντος τους μέχρι το 2024, σε σύγκριση με τις προ-πανδημίας προβλέψεις – μια έκβαση που φαινόταν ελάχιστα πιθανή πέρυσι τον Οκτώβριο. Οι ΗΠΑ είναι στην κορυφή αυτής της αγέλης και πλέον υπάρχουν προβλέψεις που τις εμφανίζουν σε πιο ισχυρά μονοπάτια σε σύγκριση με πριν από την πανδημία, ενώ άλλες προηγμένες οικονομίες δεν απέχουν πολύ από αυτό το σημείο, μεσοπρόθεσμα».

Βέβαια, όλ’αυτά προϋποθέτουν ότι η πανδημία θα εξαφανιστεί μέχρι το τέλος του χρόνου, χάρη στην αύξηση των εμβολιασμών και στη μείωση των κρουσμάτων, καθώς θα επιτυγχάνεται η «ανοσία της αγέλης» στους πληθυσμούς.  Αυτό είναι τουλάχιστον αισιόδοξο, δεδομένου ότι πληθώρα των μεταλλάξεων COVID με διαφορετικούς βαθμούς μεταδοτικότητας εξακολουθούν να μεταδίδονται.  Επίσης, έχω αναφέρει σε πολλές προγενέστερες αναρτήσεις,   ότι το σενάριο αυτό διαψεύδει οικτρά τα όσα έχουν παρατηρηθεί στις ισχυρότερες οικονομίες, αναφέρομαι στον «ανεπανόρθωτο τραυματισμό» της απασχόλησης, των επενδύσεων και στον αυξανόμενο αριθμό επιχειρήσεων «ζόμπι» στις ισχυρότερες καπιταλιστικές οικονομίες.

Ας εξετάσουμε όμως την μακροπρόθεσμη προοπτική.   Ας υποθέσουμε ότι η πανδημία COVID υποχωρεί ή ότι τίθεται επαρκώς υπό έλεγχο, μέχρι το τέλος του έτους, ώστε να επιτρέψει σε όλες τις ισχυρότερες οικονομίες να επιστρέψουν, λίγο πολύ, στην πλήρη τους λειτουργία, τουλάχιστον στα ίδια επίπεδα με το 2019. Προετοιμάζει αυτό το τοπίο για μια δεκαετία ταχείας ανάπτυξης στο εθνικό προϊόν και στο εισόδημα για όλους;

Πολλά λέγονται σε αισιόδοξους κύκλους για το ότι, όπως ακριβώς συνέβη μετά το τέλος της επιδημίας Ισπανικής γρίπης του 1918-1919 και το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, θα μπούμε σε μια νέα «Ξέφρενη Δεκαετία του ‘20» (The roaring Twenties). Τα κύρια επιχειρήματα για την πρόβλεψη αυτή βασίζονται στην ιστορία της Ξέφρενης Δεκαετίας του ’20 του περασμένου αιώνα.

Όπως ο COVID, η λεγόμενη «Ισπανική Γρίπη» ήταν μια ιογενής, μεταδοτική λοίμωξη, υπεύθυνη όχι μόνον για το θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων Αμερικανών από το φθινόπωρο του 1918 έως την άνοιξη του 1919, αλλά και για την καταστροφή επιχειρήσεων από την Ανατολική μέχρι τη Δυτική Ακτή. Όπως ακριβώς ισχύει τώρα με τον COVID, η συμφορά αυτή σε συνδυασμό με το τέλος του Παγκοσμίου Πολέμου, έθεσαν τα θεμέλια για μια σοβαρή ύφεση στις ΗΠΑ και σε άλλες ισχυρές οικονομίες της Ευρώπης κατά το 1920-21.  Επρόκειτο για ένα «απάνθρωπα σκληρό, αλλά πολύ αποτελεσματικό  κραχ»  (σύμφωνα με έναν ιστορικό). Η αγορά αξιών έχασε σχεδόν το ήμισυ της αξίας της, η ανεργία έφτασε το 19 τοις εκατό και αμέτρητες επιχειρήσεις πτώχευσαν.

Η «κοιλιά» του 1920-21 ήταν βαρύτατη αλλά ήταν αποτελεσματική στη δημιουργία των συνθηκών εκείνων που οδήγησαν σε μια νέα περίοδο ταχείας ανάπτυξης – τα «ξερά» είχαν καεί και καθαριστεί και αναδύθηκαν νέα βλαστάρια. Έπειτα από το 1921, οι ΗΠΑ όχι μόνον ανέκαμψαν αλλά μπήκαν και σε μια δεκαετία ανάπτυξης και ευημερίας.  Η λεγόμενη Ξέφρενη Δεκαετία του 20 ήταν εδώ. Από το 1921 έως το 1929, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε 42%.  Το πραγματικό Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν κατά κεφαλήν αυξάνονταν κατά 2,7% ετησίως από το 1920 έως και το 1929. Σύμφωνα με τα πρότυπα τόσο του 19ου όσο και του 20ου αιώνα, επρόκειτο για έναν σχετικά ταχύ ρυθμό ανάπτυξης – και οπωσδήποτε ταχύτατο σύμφωνα με τα πρότυπα του 21ου αιώνα.

Οι νέες κατασκευές σχεδόν διπλασιάστηκαν από $6.7 δις σε $10.1 δις ενώ το ποσοστό ανεργίας έπεσε κάτω από το 4% για ολόκληρη αυτήν την περίοδο.

Παρατηρήθηκε ένα κύμα τεχνολογικής αναβάθμισης – διαδεδομένη ηλεκτροδότηση οικιών και εργοστασίων, εισαγωγή οικιακών συσκευών όπως ψυγεία και πλυντήρια, ταχεία υιοθέτηση του αυτοκινήτου, ανάπτυξη εμπορικών ραδιοφωνικών σταθμών και κινηματογράφων. Όλες αυτές οι τεχνολογίες υπήρχαν ήδη στον ορίζοντα κατά τη διάρκεια του Α’Π.Π. και πλέον κυκλοφόρησαν και απογειώθηκαν με εμπορικές εφαρμογές. Η δεκαετία του ‘20 υπήρξε επίσης η δεκαετία κατά την οποία οι ΗΠΑ μετασχηματίσθηκαν πλήρως από αγροτική σε μια βιομηχανική οικονομία. Η γεωργία παρουσίασε πτώση από το 18% στο 12,4% της οικονομίας, ενώ το γεωργικό εισόδημα μειώθηκε κατά 21%.

Η παραγωγικότητα της εργασίας αυξήθηκε με ταχύτερους ρυθμούς κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ‘20 σε σύγκριση με αυτούς της δεκαετίας που ακολούθησε ή που προηγήθηκε. Ομοίως, η «παραγωγικότητα του κεφαλαίου» (δηλαδή η παραγωγή ανά μονάδα επένδυσης) είχε μειωθεί κατά την δεκαετία που προηγούνταν του ’20. Αυξήθηκε κατακόρυφα όμως κατά τη δεκαετία του ’20 καθώς, ειδικότερα, επιταχύνθηκαν εξελίξεις στην ενέργεια και στις μεταφορές.  Η άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας κατά μέσο όρο ξεπέρασε το 5% εντός ενός έτους και η παραγωγικότητα του κεφαλαίου αυξήθηκε κατά περισσότερο από 4% εντός ενός έτους.

Κατά την άποψή μου, η έκρηξη στις επενδύσεις και στην παραγωγικότητα της δεκαετίας του 1920 ήταν το αποτέλεσμα ορισμένων παραγόντων – κλειδιά. Πρώτον, υπήρχε σημαντική αύξηση στην κερδοφορία του κεφαλαίου έπειτα από την πτώση του 1920-21, γεγονός που έδωσε κίνητρα σε καπιταλιστικές επιχειρήσεις να εισαγάγουν νέες τεχνολογίες και να επεκτείνουν την εμπορική τους παραγωγή νέων αξιών – νέων χρήσεων (καταναλωτικά προϊόντα). Είναι δύσκολο να έχουμε μια αξιόπιστη μέτρηση της κίνησης της κερδοφορίας κεφαλαίου τη δεκαετία του ’20 για τις ΗΠΑ, πόσο μάλλον για άλλες οικονομίες. Εδώ, πρέπει να βασιστούμε στο έργο του Esteban Maito για εκτιμήσεις κερδοφορίας κεφαλαίου στη Σουηδία, στην Ολλανδία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και στις ΗΠΑ. Οι εκτιμήσεις για τις ΗΠΑ στην πραγματικότητα βασίζονται στους Dumenil και Levy από την ιστορική τους εργασία για την κερδοφορία στις ΗΠΑ από τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο (βλέπε Maito, Κεφάλαιο 4 World in Crisis).

Αυτό που καταδεικνύουν τα στοιχεία είναι ότι, κατά τη διάρκεια της βαθιάς ύφεσης του 1920-21, η κερδοφορία του κεφαλαίου παρουσίασε πτώση 44% στο ΗΒ, 38% στη Σουηδία και μόλις 9% στις ΗΠΑ. Στα Roaring Twenties, η κερδοφορία αυξήθηκε 14% στις ΗΠΑ, 75% στο ΗΒ, 8% στην Ολλανδία και 31% στη Σουηδία. Πράγματι, στη δική μου εργασία για το ποσοστό κερδοφορίας στο ΗΒ, παρατηρώ άνοδο της τάξεως του 30% στην κερδοφορία στο ΗΒ από το 1921 έως το 1929. (Βλέπε Κεφάλαιο 6 World in Crisis).

Πηγή: Maito, υπολογισμοί του συγγραφέα

Η άνοδος της κερδοφορίας του κεφαλαίου ενδέχεται να έδωσε ώθηση στις επενδύσεις και οι νέες τεχνολογίες έδωσαν ώθηση στην παραγωγικότητα της εργασίας, αλλά ώ τι έκπληξη, αυτό δεν μεταφράστηκε σε αντίστοιχη Ξέφρενη Δεκαετία του ’20 για την εργατική τάξη! Όντως, αυτός ήταν ο δεύτερος παράγοντας που αύξησε την κερδοφορία: αυξημένη εκμετάλλευση εις βάρος των πραγματικών ημερομισθίων. Ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνονταν κατά περισσότερο από 5% ανά έτος, το μέσο πραγματικό ημερομίσθιο για ειδικευμένους και ανειδίκευτους εργάτες αυξήθηκε μόνον κατά 3% από το 1921 έως το 1929, και αν λάβει κανείς υπόψη του τα χρόνια της ύφεσης 1920-21, το πραγματικό ημερομίσθιο αυξάνονταν μόνον κατά 1% ανά έτος κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’20.

Κατά την ίδια δεκαετία, μειώθηκε κατακόρυφα η συμμετοχή σε εργατικά συνδικάτα, αφήνοντας τους εργάτες εκτεθειμένους απευθείας στις δυνάμεις της «ελεύθερης αγοράς» στην αγορά εργασίας.

Πράγματι, αυξήθηκαν ραγδαία η ανισότητα των εισοδημάτων και του πλούτου. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε από $6,460 σε $8,016 ανά άτομο, όμως αυτή η ευημερία δεν κατανεμήθηκε ίσα.  Το 1922, το ανώτερο 1% του πληθυσμού έπαιρνε ποσοστό 13.4% του συνολικού εισοδήματος. Μέχρι το 1929, έπαιρνε το 14.5%.  Το έργο του Thomas Piketty κ.α. παρέχει όλα τα δεδομένα σχετικά με την αυξανόμενη ανισότητα του εισοδήματος κατά τη δεκαετία του 1920.

Έπειτα, υπάρχει και ένας τρίτος παράγων, ειδικός για τις ΗΠΑ.  Οι ΗΠΑ ήταν μακράν η ισχυρότερη καπιταλιστική οικονομία μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα χρόνια του πολέμου υπήρξαν χρόνια άνθισης για τις ΗΠΑ καθώς η ομοσπονδιακή κυβέρνηση «έριχνε» χρήματα στην πολεμική οικονομία, ενώ η χώρα απέφυγε την καταστροφή, αντίθετα από την Ευρώπη. Ενώ στο παρελθόν υπήρξαν έθνος οφειλέτης, οι ΗΠΑ αναδύθηκαν από τον πόλεμο ως κύριος δανειστής και με σαφώς την πλέον ισχυρή και ζωντανή οικονομία στον κόσμο. Ως αποτέλεσμα, κατά τη διάρκεια του ’20, οι ΗΠΑ αντιπροσώπευαν περίπου το ήμισυ της παγκόσμιας παραγωγής, καθώς ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος είχε καταστρέψει το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης.

Εισόδημα κατά κεφαλή ($)

Τα Roaring Twenties όμως, έφτασαν στο τέλος τους – δεν υπήρχε μόνιμη δημοσιονομική επέκταση. Σύμφωνα με την Μαρξιστική οικονομική θεωρία, το καπιταλιστικό προϊόν δεν προχωρά με αρμονικό τρόπο και με διατηρούμενη επέκταση, αλλά υπόκειται αντ’αυτού σε τακτικές και επανεμφανιζόμενες κρίσεις λόγω των αντιθέσεων της καπιταλιστικής συσσώρευσης που εκφράζονται στην κερδοφορία του κεφαλαίου. Η Ξέφρενη Δεκαετία του ’20 έδωσε τη θέση της στο Μεγάλο Κραχ της δεκαετίας του ’30.

Όντως, μπορούμε να δούμε γιατί συνέβη αυτό. Στις ΗΠΑ, η κερδοφορία του κεφαλαίου έφτασε στην ακμή της το 1924, ενώ στη συνέχεια παρουσίασε πτώση μέχρι και 13% το 1929 (σύμφωνα με δεδομένα των D-L – βλέπε διάγραμμα ανωτέρω και βλέπε The Long Depression, σελ.53).  Ως αποτέλεσμα, οι καπιταλιστικές επενδύσεις στράφηκαν από το παραγωγικό κεφάλαιο στο «πλασματικό κεφάλαιο». Όπως έγινε και με την έκρηξη πιστώσεων που οδήγησε στην παγκόσμια οικονομική κρίση 2008-2009, μεγάλο μέρος του ιλιγγιώδους πλούτου των ’20 όλο και περισσότερο βασίζονταν σε σαθρά θεμέλια εύκολης πίστωσης και κερδοσκοπίας στο χρηματιστήριο. Αυτό το πλασματικό κεφάλαιο οδήγησε στο κραχ του 1929 και ακολούθησε σημαντική «κοιλιά» ενώ πολλές τράπεζες πτώχευσαν.

Μπορεί λοιπόν η Ξέφρενη Δεκαετία του ’20 του τελευταίου αιώνα μετά την επιδημία Ισπανικής γρίπης να επαναληφθεί αυτόν τον αιώνα μετά την COVID; Θα υπάρξει νέα πίστωση ζωής για τις σημαντικότερες καπιταλιστικές οικονομίες που θα βάλει τέλος στην (κεϊνσιανή) «μακρόχρονη στασιμότητα » ή στην (μαρξιστική) Μακρά Ύφεση της τελευταίας δεκαετίας από το 2010;

Ας εξετάσουμε ένα μαρξιστικό μοντέλο για τη δημιουργία μιας έκρηξης μακράς πνοής στην καπιταλιστική παραγωγή.  Μια μακρά έκρηξη θα είναι εφικτή, σύμφωνα με τον Μαρξ, μόνον εφόσον έχει προηγηθεί σημαντική καταστροφή αξιών, είτε φυσική, είτε μέσω της υποτίμησης, είτε μέσω και των δύο. Ο Joseph Schumpeter, ο Αυστριακός οικονομολόγος του ’20, συνεχίζοντας στο σκεπτικό του Μαρξ, το ονόμασε αυτό «δημιουργική καταστροφή».  Καθαρίζοντας τη διαδικασία συσσώρευσης από παρωχημένη τεχνολογία και από αποτυχημένο και μη κερδοφόρο κεφάλαιο, η καινοτομία από νέες επιχειρήσεις θα μπορούσε να ευημερήσει.  Ο Schumpeter θεώρησε ότι η διαδικασία αυτή διασπά τα λιμνάζοντα μονοπώλια  και τα αντικαθιστά με μικρότερες καινοτόμες επιχειρήσεις.  Αντίθετα, ο Μαρξ, θεωρούσε ότι η δημιουργική καταστροφή οδηγούσε σε υψηλότερο βαθμό κερδοφορίας, αφού είχαν «φαγωθεί» οι μικροί και αδύναμοι από τους μεγάλους και ισχυρούς.

Για τον Μαρξ, υπήρχαν δύο μέρη στην «δημιουργική καταστροφή». Υπήρχε η καταστροφή του πραγματικού κεφαλαίου «στο βαθμό που σταματά η διαδικασία της αναπαραγωγής, η διαδικασία εργασίας περιορίζεται ή ακόμη σταματά πλήρως και καταστρέφεται το πραγματικό κεφάλαιο» επειδή «οι υφιστάμενες συνθήκες παραγωγής … δεν ενεργοποιούνται», δηλαδή οι επιχειρήσεις κλείνουν εργοστάσια και εξοπλισμό, απολύουν εργάτες ή/και πτωχεύουν.  Συνεπώς, η αξία του κεφαλαίου «διαγράφεται», επειδή η φυσική αξία χρήσης της εργασίας, του εξοπλισμού κλπ. δεν χρησιμοποιείται πια.

Στη δεύτερη περίπτωση, εκείνο που καταστρέφεται είναι το πλασματικό κεφάλαιο. Σε αυτήν την περίπτωση «δεν καταστρέφεται αξία χρήσης…. Αντίθετα: «μεγάλο μέρος του ονομαστικού κεφαλαίου της κοινωνίας, δηλαδή της ονομαστικής αξίας του υφιστάμενου κεφαλαίου, καταστρέφεται ολοσχερώς».  Υπάρχει πτώση στην αξία των κρατικών ομολόγων και άλλων μορφών πλασματικού κεφαλαίου.  Αυτή όμως οδηγεί μόνον σε μια «απλή μεταφορά πλούτου από το ένα χέρι στο άλλο» (εκείνοι που κερδίζουν από τις τιμές ομολόγων και μετοχών που πέφτουν από εκείνους που χάνουν».  Μπορεί όμως και να οδηγήσει επίσης στην καταστροφή πραγματικού κεφαλαίου, όταν οδηγεί σε «πτώχευση του κράτους και των συμμετοχικών (μεγάλων) εταιρειών». (Γραπτά του Marx 1861-63 Writings, αναφορά του Giacce, https://www.jstor.org/stable/23104259?seq=1)

Ας εξετάσουμε την πρώτη από αυτές τις περιπτώσεις δημιουργικής καταστροφής. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το 2021, η «κοιλιά» λόγω COVID αύξησε κατακόρυφα την κερδοφορία κεφαλαίου στις ισχυρές οικονομίες ή ότι θα το κάνει; Πριν από την «κοιλιά» λόγω πανδημίας, η κερδοφορία στις ισχυρότερες καπιταλιστικές οικονομίες ήταν σε χαμηλά επίπεδα ρεκόρ, ένας από τους βασικούς δείκτες και εξηγήσεις της Μεγάλης Κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας.

Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για την περίπτωση του αμερικανικού κεφαλαίου. Πρόσφατα, ο συνάδελφος μαρξιστής οικονομολόγος, Chris Dillow, ο οποίος γράφει για το Investors Chronicle, επανέλαβε τα επιχειρήματα και τα στοιχεία που παραθέτω εγώ σχετικά με την κερδοφορία των ΗΠΑ. Σχολίασε: “Δείχνουν ότι τα προ φόρων κέρδη των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων πέρυσι ήταν μόνον το 7,4 % του μη χρηματοπιστωτικού ενεργητικού  (μετρούμενα με βάση το ιστορικό κόστος). Αυτό ήταν μόνον το μισό ποσοστό που απολάμβαναν στα μέσα της δεκαετίας του ’50 οι επιχειρήσεις. Και ακόμη και πριν την πανδημία, το ποσοστό κέρδους κυμαινόταν χαμηλότερα το 2019 απ’ ότι ήταν κατά τη δεκαετία του ’70, για παράδειγμα».

Σας παραθέτω εδώ την δική μου γραφική παράσταση, η οποία μετράται ελαφρώς διαφορετικά, ενώ αποδεικνύει ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Παγκοσμίως, επίσης, η αύξηση των εταιρικών κερδών (του όγκου των κερδών, όχι της κερδοφορίας) είχε πρακτικά ακινητοποιηθεί πριν από την πανδημία COVID.

Δεν ήταν έτσι τα πράγματα το 1919, τουλάχιστον στις ΗΠΑ.

Δεύτερον, αντί η «κοιλιά» λόγω πανδημίας να «καθαρίσει» το πλασματικό κεφάλαιο έτσι ώστε να βλαστήσει το νέο κεφάλαιο, υπήρξε άνευ προηγουμένου επέκταση φθηνού χρήματος (με τη μορφή πιστώσεων) για τη στήριξη επιχειρήσεων, μεγάλων και μικρών. Η Μακρά Ύφεση ήταν μια ύφεση όπου αν και το παραγωγικό κεφάλαιο αναπτύσσονταν αργά, το πλασματικό κεφάλαιο έφτανε στα ύψη.  Και ακριβώς έτσι έγινε κατά τη διάρκεια της «κοιλιάς» της πανδημίας. Δεν υπήρξε κατάρρευση τιμών μετοχών και ομολόγων (μέχρι σήμερα).

Συνεπώς, η «κοιλιά» της πανδημίας δεν οδήγησε στην καταστροφή αδύναμων και μη κερδοφόρων «συμμετοχικών (μεγάλων) Εταιρειών», αλλά στον αντίποδα. Υπάρχουν σήμερα περισσότερες μη κερδοφόρες, κυρίως μικρές, επιχειρήσεις που τρικλίζουν και που κρατούνται στην επιφάνεια από ένα κύμα φθηνών κεφαλαίων μηδενικού επιτοκίου που ρίχνουν οι κεντρικές τράπεζες.  Δεν πρόκειται για «δημιουργική καταστροφή» αλλά για την άνοδο των «ζόμπι».

Τα τελευταία δεδομένα δείχνουν ότι, στις ΗΠΑ, ποσοστό σχεδόν 20% όλων των επιχειρήσεων βρίσκονται στην κατηγορία «ζόμπι», ενώ στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει μέχρι 40%. Αν και αυτές οι επιχειρήσεις παραμένουν, διατηρούν τη μέση κερδοφορία χαμηλή, την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας ασθενή και την ανεργία χαμηλή. Αυτή δεν είναι η καπιταλιστική συνταγή για να ξεκινήσει κανείς μια μακρά ανάπτυξη.

Παρεμπιπτόντως, σήμερα, υπάρχει ένα επιχείρημα ότι αυτές οι εταιρείες ζόμπι δεν είναι καθόλου ζόμπι στην πραγματικότητα. Εταιρείες που φαίνεται ότι παρουσιάζουν ζημίες (με αρνητικά καθαρά έσοδα) δεν υπάρχουν.  Αντίθετα, έχουν επενδύσει σε άϋλα (λογισμικό, Ε&Α και μέσα) που εκπίπτουν από το εισόδημά τους. Αν προστεθούν στο εισόδημά τους, πολλές από αυτές τις εταιρείες ζόμπι τα πηγαίνουν καλά. Ωστόσο, αν ίσχυε αυτό, που είναι τα αποτελέσματα της αύξησης της παραγωγικότητας; Όμως γι’αυτό απαιτείται μια άλλη, ξεχωριστή ανάρτηση.

Ίσως, το δημοσιονομικό κίνητρο του Biden και τα προγράμματα υποδομών του που αποτελούν μια φαινομενικά τεράστια ένεση κρατικής δαπάνης (16% του ΑΕΠ των ΗΠΑ) να «θέσουν σε λειτουργία» τον κινητήρα μιας έκρηξης επενδύσεων που θα φέρει μια νέα Ξέφρενη Δεκαετία του ’20.

Αυτό τουλάχιστον ελπίζουν ή προσδοκούν πολλοί Κευνσιανοί οικονομολόγοι. Ωστόσο, τα μέτρα του Biden (ακόμη κι αν εφαρμοστούν στο σύνολό τους) δεν συγκρίνονται σε έκταση με την έκρηξη ανοικοδόμησης της Ευρώπης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι σημαντικότερες οικονομίες δεν βρίσκονται σε μια τέτοια μεταπολεμική κατάσταση.

Θυμηθείτε ότι, ακόμη και πριν να πλήξει ο ιός την παγκόσμια οικονομία, πολλές καπιταλιστικές οικονομίες επιβράδυναν ή βρίσκονταν ήδη σε ύφεση. Στις ΗΠΑ, σε μία από τις οικονομίες με τις καλύτερες αποδόσεις, η πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ το Q4 2019 είχε πέσει κάτω από 2% το έτος με προβλέψεις περαιτέρω επιβράδυνσης για εκείνο το έτος.  Οι επιχειρηματικές επενδύσεις ήταν στάσιμες και τα μη χρηματοπιστωτικά εταιρικά κέρδη ήταν ήδη σε πτωτική πορεία επί πέντε χρόνια. Ο καπιταλιστικός κλάδος δεν ήταν και δεν είναι σε θέση να ηγηθεί μιας οικονομικής ανάκαμψης που μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερη ανάπτυξη, παραγωγικές επενδύσεις και άνοδο του πραγματικού εισοδήματος.

Το θέμα είναι ότι, μόλις λήξουν τα τρέχοντα λοκντάουν, αυτό που χρειάζεται για την αναζωογόνηση της παραγωγής, των επενδύσεων και της απασχόλησης είναι κάτι σαν μια πολεμική οικονομία: όχι η διάσωση των μεγάλων επιχειρήσεων με επιδοτήσεις και δάνεια ώστε να επιστρέψουν στο «business as usual». Αυτή η «κοιλιά» μπορεί να αναστραφεί μόνον με μέτρα τύπου εποχής πολέμου, δηλαδή μαζικές κρατικές επενδύσεις, δημόσια ιδιοκτησία στρατηγικών τομέων και διεύθυνση των παραγωγικών τομέων της οικονομίας από το κράτος.   Όμως, μήπως αυτό δεν είναι που σκοπεύουν να επιτύχουν τα προγράμματα του Biden και αυτό που πέτυχε ο Roosevelt με το New Deal τη δεκαετία του ‘30;  Λοιπόν, ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι το New Deal δεν αποκατέστησε μια μακρά ανάπτυξη για τον αμερικανικό καπιταλισμό. Χρειάστηκε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος για να γίνει αυτό. Ο ίδιος ο Keynes είπε ότι η οικονομία πολέμου κατέδειξε ότι «είναι, φαίνεται, πολιτικά αδύνατον για μια καπιταλιστική δημοκρατία να οργανώσει τις δαπάνες στην κλίμακα που απαιτείται ώστε να πραγματοποιήσει τα μεγάλα πειράματα που θα αποδείκνυαν το σκεπτικό μου, με εξαίρεση τις συνθήκες πολέμου». Σε ανάρτησή μου το 2012 έδειξα ότι: «το 1940, οι επενδύσεις ιδιωτικού τομέα εξακολουθούσαν να βρίσκονται κάτω από τα επίπεδα του 1929 και ουσιαστικά έπεσαν περισσότερο κατά τη διάρκεια του πολέμου. Έτσι, ο κρατικός τομέας ανέλαβε σχεδόν το σύνολο των επενδύσεων, καθώς οι πόροι (αξία) είχαν στραφεί στην παραγωγή όπλων και άλλων μέτρων ασφαλείας σε μια πολεμική οικονομία» .  

Οι Andrew Bossie και J.W. Mason δημοσίευσαν ένα ευφυές άρθρο σχετικά με την εμπειρία του αυτού του ρόλου του δημόσιου τομέα στην οικονομία των ΗΠΑ κατά την πολεμική περίοδο.  Αποδεικνύουν ότι η κυβέρνηση Roosevelt παρείχε κάθε είδους εγγυήσεις δανείων, φορολογικών κινήτρων κτλ. στον καπιταλιστικό τομέα εξ αρχής. Γρήγορα όμως έγινε σαφές ότι ο καπιταλιστικός τομέας δεν μπορούσε να καταφέρει να προσφέρει στην πολεμική προσπάθεια καθώς δεν επένδυε ούτε δεν αύξανε το παραγωγικό δυναμικό χωρίς εγγυήσεις κέρδους. Ανέλαβαν λοιπόν οι άμεσες δημόσιες επενδύσεις και επιβλήθηκε κατεύθυνση κυβερνητικά οριζόμενη.

Η πολεμική οικονομία δεν «έδωσε ώθηση» στον ιδιωτικό τομέα, αλλά αντικατέστησε την ελεύθερη αγορά και την καπιταλιστική κερδοσκοπική επένδυση. Προκειμένου να οργανώσει την πολεμική οικονομία και να διασφαλίσει ότι θα παρήγαγε τα αγαθά που χρειαζόταν για τον πόλεμο, η κυβέρνηση Roosevelt “έσπειρε” μια σειρά γραφείων κινητοποίησης που όχι μόνον συχνά αγόραζαν προϊόντα αλλά έλεγχαν στενά την κατασκευή αυτών και επηρέαζαν σημαντικά τη λειτουργία ιδιωτικών εταιρειών και ολόκληρων κλάδων.

Οι Bossie και Mason ανακάλυψαν ότι από το 8 έως 10 τοις εκατό του ΑΕΠ κατά τη δεκαετία του ’30, οι κρατικές δαπάνες ανήλθαν σε ένα μέσο 40 τοις εκατό του ΑΕΠ από το 1942 έως το 1945. Και το πιο σημαντικό, οι δαπάνες κρατικών προμηθειών για αγαθά και υπηρεσίες αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 23 τοις εκατό κατά μέσο όρο κατά τη διάρκεια του πολέμου. Σήμερα, στις περισσότερες καπιταλιστικές οικονομίες, οι επενδύσεις του δημοσίου τομέα κυμαίνονται περίπου στο 3% του ΑΕΠ, ενώ οι επενδύσεις του ιδιωτικού είναι 15% και παραπάνω. Στον πόλεμο, ο λόγος αυτός ήταν αντεστραμμένος. Τα σχέδια του Biden θα αύξαναν απλά το λόγο κρατικών επενδύσεων (σε μια περίοδο 10 ετών) σε περίπου 4% του ΑΕΠ, σε περίπτωση που υλοποιούνταν στο σύνολό τους.

Οι Bossie και Mason συμπεραίνουν ότι: «όσο πιο πολύ – και πιο γρήγορα – χρειάζεται να αλλάξει η οικονομία, τόσο περισσότερος σχεδιασμός απαιτείται. Περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο στην ιστορία των ΗΠΑ, η πολεμική οικονομία υπήρξε μια οικονομία με σχεδιασμό. Η μαζική, ταχεία στροφή από την πολιτική στην στρατιωτική παραγωγή απαιτούσε πολύ πιο συνειδητή διεύθυνση από τη συνήθη διαδικασία οικονομικής ανάπτυξης».

Αυτό που μας έμαθε η ιστορία του Μεγάλου Κραχ και του Πολέμου ήταν ότι μόλις ο καπιταλισμός βρεθεί στον «πάτο» μιας μεγάλες ύφεσης, πρέπει να υπάρξει σαρωτική καταστροφή όλων όσων έχει συσσωρεύσει ο καπιταλισμός τις προηγούμενες δεκαετίες πριν καταστεί δυνατή μια εποχή επέκτασης. Δεν υπάρχει πολιτική που να μπορεί να το αποφύγει αυτό και να διατηρήσει τον καπιταλιστικό τομέα. Αν αυτό δεν συμβεί αυτήν την φορά, τότε η Μακρά Ύφεση που η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία έχει βιώνει έπειτα από την Μεγάλη Κρίση (εννοεί του 2008-2012) θα μπορούσε να μπει σε μια νέα δεκαετία.

Μετάφραση: Αναγνωστοπούλου Τατιάνα

Επιμέλεια: Μορέλλας Βασίλης

Πηγή: https://thenextrecession.wordpress.com

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.