Η νέα βαρβαρότητα, μαγκιά και χυδαιότητα*

Της Κικής Σταματόγιαννη

Στη µνήµη του Ζακ Κωστόπουλου /της Zackie Oh

Αθήνα, Σεπτέµβρης 2018. Ένας νέος άνθρωπος, µέρα µεσηµέρι, στο κεντρικότερο σηµείο της Αθήνας, ξυλοκοπείται. Μέχρι θανάτου. Μπροστά σε δεκάδες άλλους που παρακολουθούν απαθείς και αµέτοχοι – πλην ενός. Οι δράστες σπεύδουν να επικαλεστούν την προστασία της ατοµικής τους ιδιοκτησίας µπροστά στο ενδεχόµενο της «ληστείας του κοσµηµατοπωλείου από ένα πρεζάκι». Τα όργανα καταστολής του ελληνικού κράτους, που επίσης χτυπούν µε µανία έναν ήδη αιµόφυρτο και πεσµένο στο πεζοδρόµιο άνθρωπο ανήµπορο πια να αντιδράσει, δεν επικαλούνται τίποτα. Ακολουθούν τη «συνήθη πρακτική», κατά την ωµή παραδοχή αξιωµατικού της ΕΛΑΣ, προέδρου της Ένωσης Αστυνοµικών Υπαλλήλων Αθήνας. «Αυτή είναι η πρακτική. Σ’ όποιον αρέσει. Σ’ όποιον δεν αρέσει…».

Όργιο συγκάλυψης

Όσο ξετυλίγεται το κουβάρι ωστόσο αυτής της σοκαριστικής ιστορίας και προκύπτουν στοιχεία, µαρτυρίες, βίντεο, η -βαµµένη µε το αίµα ενός ανθρώπου- ιδιοκτησία των καταστηµαταρχών της Οµόνοιας καθόλου δεν φαίνεται να απειλείται. Ούτε µια στιγµή. Ολόκληρο το αφήγηµα περί της υποτιθέµενης ληστείας (στην αρχική εκδοχή) ή κλοπής (στο µεταγενέστερο σενάριο) από έναν «επικίνδυνο», σε «κατάσταση αµόκ» και «οπλισµένο τοξικοµανή» που τους απειλεί κραδαίνοντας πότε µαχαίρι, πότε γυαλί, πότε και τα δύο ενώ ταυτόχρονα καταφέρνει και κρατά µαζί κι έναν πυροσβεστήρα, καταρρέει. Τι αποµένει; Μένει η χυδαία δολοφονία ενός ανθρώπου ανυπεράσπιστου, φοβισµένου, σε σύγχυση και σε απόλυτη αδυναµία να προστατεύσει τον εαυτό του. Μένει, επίσης, η πικρή συνειδητοποίηση ότι έζησε ένα βασανιστικό και οδυνηρό τέλος, επειδή η συντριπτική πλειονότητα των «θεατών της βίας» δεν έκρινε σκόπιµο να κάνει την παραµικρή κίνηση για να τον προστατεύσει.    

Είναι πολλά και ζητούν επιτακτικά µια απάντηση τα ανοιχτά ερωτήµατα για τον τρόπο µε τον οποίο το κράτος χειρίστηκε την υπόθεση. Ο τόπος του εγκλήµατος δεν σφραγίζεται, όπως θα επέτασσε η ακολουθητέα διαδικασία και τα πρωτόκολλα έρευνας. Ελάχιστες ώρες µετά, ο µαγαζάτορας σκουπίζει ήσυχος τα γυαλιά, τα σκουπίδια, τα αίµατα, τα αποδεικτικά στοιχεία. Μαχαίρια πηγαινοέρχονται κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι µάρτυρες άφαντοι, η δικογραφία ελλιπής, οι κατηγορούµενοι να πέφτουν στη µια αντίφαση µετά την άλλη, το ασθενοφόρο να παραλαµβάνει έναν άνθρωπο «σε πολύ κρίσιµη κατάσταση», αλλά να φεύγει χωρίς τον φάρο αναµµένο, οι εργαζόµενοι του ΕΚΑΒ να µεταφέρουν έναν αναίσθητο άνθρωπο δεµένο µε χειροπέδες, η αρχική ανακοίνωση να αναφέρει ότι «εξέπνευσε καθ’ οδόν προς το νοσοκοµείο» – µια ανακοίνωση που διαψεύδεται από τους γιατρούς που τον παρέλαβαν εκεί. Αν ήταν ήδη νεκρός, η µεταφορά του µε χειροπέδες συνιστά περιύβριση νεκρού. Αν δεν ήταν, οι χειροπέδες σε έναν άνθρωπο ακινητοποιηµένο και πολύ σοβαρά τραυµατισµένο, προς τι; Τι ακριβώς εξυπηρετούσαν; Μια σειρά από χοντροκοµµένα ψέµατα, από διαστρεβλώσεις, από συκοφαντίες, από όλα εκείνα που κωδικοποιούνται σε έναν και µόνο όρο: συγκάλυψη. Υπάρχει ωστόσο ένα µοναδικό πράγµα που µπορεί να απαιτήσει ένας νεκρός, που τη µνήµη του σκύλευσαν δεκάδες εµετικές αναρτήσεις και σχόλια στα αστικά ΜΜΕ και τα µέσα κοινωνικής δικτύωσης. Σχόλια που έσταζαν ρατσιστική χολή και οµοφοβικό µίσος. Κι αυτό είναι να φωτιστούν οι συνθήκες πίσω από έναν άδικο και αναξιοπρεπή θάνατο. Τίµιο αίτηµα.

Οι «ταυτότητες» του Ζακ

«Είµαι Drag Queen, ακτιβιστής. Είµαι οροθετικός, είµαι αδερφή. Ασχολούµαι ως ακτιβιστής κυρίως µε αυτά τα θέµατα, αλλά και µε τα ανθρώπινα δικαιώµατα γενικά. Είµαι µια Drag Queen οροθετική τσούλα!»**

Ο Ζακ δολοφονήθηκε µε όλες τις ταυτότητες που έφερε. Πιθανότατα και για όλες τις ταυτότητες που έφερε ανοιχτά και περήφανα. Αλλά αυτό δεν το ξέρουµε ακόµη. Και δεν ξέρουµε αν θα το µάθουµε κάποτε.

∆ολοφονήθηκε ως ανοιχτά γκέι και ακτιβιστής για τα λοατκια+ δικαιώµατα.

∆ολοφονήθηκε ως κουίρ, καθώς -όπως δήλωνε- δεν αυτοπροσδιοριζόταν «ούτε ως άντρας ούτε ως γυναίκα».**

∆ολοφονήθηκε ως µη αρρενωπός, σύµφωνα µε τα κατασκευασµένα κοινωνικά στερεότυπα ως προς το τι θεωρείται θηλυκότητα και τι αρρενωπότητα.

∆ολοφονήθηκε ως ανοιχτά οροθετικός, που µιλούσε δηµόσια για την προσωπική του ιστορία και έκανε κάθε προσπάθεια στην κατεύθυνση αποστιγµατισµού των ανθρώπων που διαγιγνώσκονται θετικοί στον ιό HIV. «Με πλησίαζαν µόνο φορώντας µάσκα, λες και θα έµπαιναν σε χειρουργείο, ενώ αυτό δεν ενδείκνυται για κάποιον που έχει HIV, καθώς δε µεταδίδεται ούτε µε τον αέρα ούτε µε το άγγιγµα και επίσης δεν έκαναν κάτι αντίστοιχο σε κανέναν άλλον ασθενή, ακόµα και σε κάποιους που µπορεί να είχαν βήχα ή κάποια ίωση. Επειδή µιλάµε για γιατρούς, δεν ξέρω κατά πόσο µπορεί να δικαιολογηθεί ως άγνοια».**

∆ολοφονήθηκε ως ντραγκ κουίν. Ως µία από τις περσόνες που ξεδίπλωνε στη σκηνή. Ως Zackie Oh.

∆ολοφονήθηκε ως ακτιβιστής για τα ανθρώπινα δικαιώµατα, ως ένας άνθρωπος που µιλούσε πάντα κατά του ρατσισµού και υπέρ των µεταναστών, παιδί µεταναστών ο ίδιος.

∆ολοφονήθηκε ως ένα πλάσµα που είχε επιλέξει να είναι ο εαυτός του/η εαυτή της και αρνιόταν να είναι κάτι άλλο, κάτι λιγότερο απ’ αυτό. «[…] όταν µίλησα στην κοινότητα για την επίθεση που δέχτηκα, κάποια άτοµα µε ρώτησαν εάν ήµουν βαµµένος ή ‘‘ήσουν in drag’’; Αυτό έχει από πίσω ένα ‘‘προκάλεσες;’’. Γιατί πρέπει να το ρωτήσεις αυτό και τι σηµασία έχει; ∆ηλαδή θα ήταν πιο δικαιολογηµένο εάν έλεγα ότι ήµουν βαµµένος ή φορούσα περούκα; Αυτό δικαιολογεί µια επίθεση; Είναι αντίστοιχο µε τις γυναίκες που βιάζονται και τις ρωτάνε τι φόραγες. Άλλο ένα παράδειγµα, ίσως πιο αθώο, αλλά επίσης προβληµατικό: ‘‘Να προσέχεις’’. Έλαβα δεκάδες µηνύµατα ‘‘Να προσέχεις’’. Να προσέχω τι; Να µην είµαι ο εαυτός µου; Τι σηµαίνει να προσέχω; Να µην προκαλώ; Να µην είµαι εγώ; Με αυτή την έννοια δε µπορώ να προσέχω. Αρνούµαι!»**.

∆ολοφονήθηκε ως αντιφασίστας: «Εάν µε ρωτούσες τι θα ήθελες να αλλάξεις στην κοινωνία, επειδή οι φασίστες δε θα πάψουν να είναι φασίστες, θα ήταν όταν βλέπεις να επιτίθενται σε κάποιον, να µην κοιτάς από την άλλη».**

∆ολοφονήθηκε, γιατί κάποιοι τελικά επέλεξαν -µπροστά σε ένα φασιστικό χτύπηµα- να κοιτάξουν από την άλλη.

∆ολοφονήθηκε παρότι ήξερε «να τρέχει γρήγορα». Αυτή τη φορά, δεν πρόλαβε να «τη γλιτώσει φθηνά, µε κάτι κλωτσιές µόνο».**

∆εν πρόλαβε να τρέξει, γιατί κάποιοι θέλησαν να επιβάλουν τον δικό τους ορισµό περί κανονικότητας. Και στον ορισµό αυτό «πουστράκια, ανώµαλοι, άρρωστοι µε AIDS, ακτιβιστές, πρεζάκια», δεν χωρούν. ∆εν χωρούν στο µικρό µυαλό και στο µικρό κόσµο τους, που προσπαθούν να τον γενικεύσουν και να τον µετατρέψουν σε έναν εφιαλτικό κόσµο για όλες και όλους εµάς.

Τι είναι «κανονικό»;

Γιατί επιµένουµε στις ταυτότητες του Ζακ;

Έχει σηµασία κάθε φορά που αναφερόµαστε στον Ζακ, να έχουµε ανά πάσα στιγµή στο µυαλό µας ότι ο άνθρωπος που δολοφονήθηκε ήταν ΟΛΑ αυτά. Ταυτόχρονα. Ζούσε και ανέπνεε µε όλες αυτές τις ταυτότητες, κάθε µία από τις οποίες είναι βαθιά πολιτική. Και είναι πολιτική, γιατί η άρνηση αποδοχής και σεβασµού οποιασδήποτε από αυτές οδηγεί σε µια κοινωνία του Καιάδα. Από δω οι «κανονικοί», από κει οι παρείσακτοι, οι παρίες, οι «κατά λάθος». Κάθε συζήτηση εποµένως σχετικά µε τη δολοφονία που τάραξε τις τελευταίες µέρες του Σεπτέµβρη είναι µια συζήτηση περί «κανονικότητας».

Τι είναι «κανονικό» λοιπόν για εµάς;

Κανονικό είναι να αξιολογείς την ανθρώπινη ζωή υπέρτερα σε σχέση µε οποιοδήποτε υλικό αγαθό. Να σπεύδεις όταν ένας αναγκεµένος άνθρωπος καλεί σε βοήθεια. Να συνειδητοποιείς ότι τα «περιθώρια» είναι κοινωνικές κατασκευές, δεν προκύπτουν αίφνης. Να σέβεσαι απόλυτα και να αγκαλιάζεις τη διαφορετικότητα. Κι αν κληθούµε ποτέ να επιλέξουµε, θα επιλέξουµε αβίαστα αυτούς που ένα µέρος της κοινωνίας θεωρεί «µη κανονικούς»: αυτούς και αυτές που υφίστανται καταπίεση γιατί δεν είναι «αρκετά άντρες» ή «αρκετά γυναίκες», όσους δεν αισθάνονται ούτε το ένα ούτε το άλλο, όσες είναι ψυχικά ασθενείς ή σωµατικά ανάπηροι, τις οροθετικές, τους τοξικοεξαρτηµένους, τις σεξεργάτριες, τους φτωχούς, όσους έχουν πιο σκούρο δέρµα, όσους λατρεύουν άλλο θεό ή κανέναν θεό, όσες κουβαλάνε ένα σακίδιο και τα παιδιά τους κάθε φορά που βοµβαρδίζεται το σπίτι τους αναζητώντας ασφάλεια και στέγη. Αυτή είναι η κανονικότητα για µας. «Και σ’ όποιον αρέσει».

 

Η δεύτερη δολοφονία του Ζακ/Zackie Oh

Μετά το λιντσάρισµα του Ζακ ακολούθησε µια δεύτερη προσπάθεια «να ξεµπερδεύουν µ’ αυτόν». Τα ειδησεογραφικά δελτία αναµετέδωσαν το αστυνοµικό δελτίο, χωρίς κανένα φιλτράρισµα, καµία επιπλέον έρευνα. Για τα ΜΜΕ, ήταν άλλο ένα περιστατικό µε «ένα πρεζάκι της Οµόνοιας που προσπάθησε να ληστέψει ένα κοσµηµατοπωλείο για να εξασφαλίσει τη δόση του». Αν δεν γινόταν γνωστή η ταυτότητα του νεκρού, η υπόθεση θα είχε κλείσει βολικά για όλους τους εµπλεκόµενους. Τους µαγαζάτορες, τους αστυνοµικούς του διαβόητου Α.Τ. Οµονοίας, όλους όσους σιώπησαν και δεν αντέδρασαν.

Ωστόσο, η στοχευµένη αναπαραγωγή ειδήσεων από τα αστικά, συστηµικά ΜΜΕ συνεχίστηκε. Προσεκτικά επιλεγµένες ειδήσεις, σερβιρισµένες µε τρόπο τέτοιο που συσκοτίζει και διαστρεβλώνει. «Βρέθηκε DNA του Ζ. Κωστόπουλου στο µαχαίρι». Σε ένα µέρος όπου το αίµα του βρισκόταν παντού, παραλείπουν να πουν. Τι µας λέει, εποµένως, αυτή η είδηση; Μας υπενθυµίζει ότι ένοχοι µπορούν να κατασκευαστούν και µετά θάνατον. Μας τονίζει µε έµφαση ότι η εξουσία δεν είναι µόνο κατασταλτική. Όταν χρειάζεται, έρχεται να τη συνεπικουρήσει και η εξουσία των ιδεολογικών µηχανισµών του κράτους, ώστε να διατηρηθεί το σύστηµα αλώβητο. Πρέπει να «σκιαγραφηθεί» ο επικίνδυνος. Ποιος είναι αυτός που απειλεί τη ζωή του «µεσαίου µεροκαµατιάρη»; Μας το απαντούν τα ΜΜΕ µε τη δηµοσκόπηση-ντροπή: «Είστε υπέρ της ηρωοποιήσεως του επίδοξου ληστή, οµοφυλόφιλου και οροθετικού;». Ο «επικίνδυνος» λοιπόν βρέθηκε. Η σήψη είναι ίσως µια υπερβολικά αθώα λέξη.      

Στα µέσα κοινωνικής δικτύωσης η σελίδα της Zackie Oh πληµµύρισε από σχόλια ενάντια σε κάποια, κάποιες ή και όλες τις ταυτότητες του νεκρού. Βγήκαν στην επιφάνεια για άλλη µια φορά τα συντηρητικά αντανακλαστικά του πιο φοβικού κοµµατιού της κοινωνίας. Φοβικό απέναντι στη διαφορετική έκφραση της προσωπικότητας, στην οµοφυλοφιλία, στην οροθετικότητα, στην τοξικοεξάρτηση. Και την ίδια στιγµή έτοιµο να θυσιάσει τα πάντα µπροστά στην ατοµική ιδιοκτησία. Η τελευταία µεταβλήθηκε στην ιερή αγελάδα, που όχι µόνο δεν επιτρέπεται να την αγγίξεις, «Και τι θα έκανες εσύ, δηλαδή, αν έµπαινε κάποιος στο σπίτι σου;», αλλά δικαιολογεί τις ενέργειες και κάθε αυτόκλητου υπερασπιστή. ∆ικαιολογεί την αυτοδικία, δικαιολογεί το λυσσασµένο ξυλοδαρµό, δικαιολογεί τα πάντα.    

 

∆υο λόγια για τον «κοινωνικό εκφασισµό»

Επειδή ακούγεται και γράφεται συχνά η έκφραση αυτή το τελευταίο διάστηµα µε αφορµή και τη δολοφονία του Ζακ, η αύξηση της βίας στο δρόµο σηµαίνει «κοινωνικό εκφασισµό»;

Είναι πολύ λογικό να αγανακτούµε µε όσους κοιτούσαν µε απάθεια το λιντσάρισµα του Ζακ Κωστόπουλου ή εκείνους που µαζεύτηκαν κάτω από τον απελπισµένο που ετοιµαζόταν να αυτοκτονήσει στην Οµόνοια καλώντας τον «να πέσει µια ώρα αρχύτερα». Η απονιά στο µαρτύριο του άλλου, η σκληρότητα στον πιο ανυπεράσπιστο είναι αδιανόητη κατάντια. Αλλά δεν αποτελεί «κοινωνικό φασισµό».

Ο φασισµός είναι µια έννοια µε πολύ συγκεκριµένο πολιτικό περιεχόµενο. Σηµαίνει ένα αντιδραστικό λαϊκό µικροαστικό κίνηµα µε στόχο την εξουσία. Ακριβώς επειδή είναι αντιδραστικό κίνηµα, στρέφεται ενάντια στους πιο αδύναµους: την εργατική τάξη και κάθε συλλογικότητά της, τους/τις πρόσφυγες, µετανάστ(ρι)ες, µουσουλµάνους, λοατκια+, ανάπηρους, οροθετικούς. Θέλει τις γυναίκες στο σπίτι να γεννούν παιδιά και µε ιδιαίτερη λύσσα επιχειρεί να συντρίψει κάθε είδους κοινωνική δράση των καταπιεσµένων.

Επειδή είναι κίνηµα, ξεσηκώνει µεγάλα πλήθη και δουλεύει µέσα στον κόσµο, προσπαθώντας να χτίσει γρήγορα µια δυνατή οργάνωση. Ο φασισµός τρέφεται και µεγεθύνεται από πολλά ποτάµια:

– Από την οργή και τα παράπονα των µικροαστών που καταρρέουν µπροστά στην κρίση «και χρειάζεται ένας στιβαρός ηγέτης να χτυπήσει τη γροθιά του στο τραπέζι» για να επιστρέψει η ελπίδα.

– Από το φόβο τους πως θα κατρακυλήσουν στο επίπεδο των πιο χτυπηµένων κοµµατιών, των άνεργων, των µεταναστών χωρίς χαρτιά και δικαιώµατα, των «περιθωριακών» της κοινωνίας. Γι’ αυτό και επιτίθενται σ’ αυτά τα πληθυσµιακά κοµµάτια χωρίς κανένα έλεος.

– Από φαντασιώσεις εθνικού µεγαλείου, που είναι η άλλη πλευρά της απελπισίας και της ασηµαντότητας που αισθάνονται.

– Από το διάχυτο µισανθρωπισµό που παράγει άφθονο η καπιταλιστική κοινωνία. Ο φασισµός χρειάζεται και αυτός ένα είδος πρωτοπορίας. Αποφασισµένους µαχητές που θα δώσουν και θα κερδίσουν στο δρόµο µάχες ενάντια στην αριστερά και τα κινήµατα. ∆εν µπορεί να  δουλέψει χωρίς τάγµατα εφόδου, γι’ αυτό έχει απόλυτη ανάγκη από την πρώτη ύλη του κοινωνικού µισανθρωπισµού για να στρατολογήσει τους στρατιώτες του. Έχει ανάγκη από την «ανθρώπινη σκόνη».

Όµως, ο διάχυτος µισανθρωπισµός δεν είναι το ίδιο πράγµα µε το φασισµό. Ο τελευταίος συνεπάγεται οργάνωση µάχης και συγκροτηµένη µαζική απεύθυνση. Ο µισανθρωπισµός είναι το περιβάλλον το οποίο τρέφει τον φασισµό. Αλλά είναι σοβαρό λάθος, για όσες και όσους θέλουµε να παλέψουµε ενάντια στο τέρας, να το συγχέουµε µε το περιβάλλον που το συντηρεί.

Οι νοικοκυραίοι φονιάδες του Ζακ είναι φανερό πια πως έχουν σχέσεις µε την οργανωµένη ακροδεξιά. ∆εν µπορούµε να πούµε το ίδιο µε βεβαιότητα για τους δεκάδες περίεργους που κοιτούσαν το λιντσάρισµα.

Με το να θεωρούµε πως έχουµε να αντιµετωπίσουµε «κοινωνικό φασισµό», είναι σα να λέµε πως ο φασισµός έχει ήδη κυριαρχήσει στην κοινωνία, πως η κοινωνία συνολικά είναι εναντίον µας. Έτσι, παραλείπουµε τον κρίσιµο κρίκο του αγώνα σήµερα, που είναι το να εµποδίσουµε κάθε εµφάνιση των ταγµάτων εφόδου στο δρόµο και στις γειτονιές, κάθε οργανωτική ανάπτυξη των φασιστών. ∆εν έχουµε την παραµικρή πολυτέλεια να θεωρούµε πως ο πόλεµος έχει ήδη χαθεί, αποφεύγοντας το καθήκον της µάχης τώρα. 

 

Αντί επιλόγου

Η πρώτη πράξη σεβασµού της µνήµης κάθε νεκρού είναι ο σεβασµός της ξεχωριστής προσωπικότητας που υπήρξε ο νεκρός. Για όσες και όσους θαυµάσαµε τον Ζακ πάνω στη σκηνή, για όσες και όσους διασταυρώθηκαν οι δρόµοι µας µε τον δικό του στο κίνηµα, δεν θα µπορούσαµε να τον αποχαιρετήσουµε µε τίποτα άλλο πέρα από γενναίες δόσεις γκλίτερ σκορπισµένες στο δρόµο. Με τραγούδια της Μαντόνα µπροστά στη Βουλή. Με συνθήµατα. Με ντραγκ αµφίεση και ψηλοτάκουνα στις πορείες µνήµης. Με στρας στα πάρτι που διοργανώνονται, στην προσπάθεια να καλυφθούν τα έξοδα της δίκης για την αποκατάσταση της αλήθειας. Για να δικαιωθεί ο Ζακ. Και η Zackie. Το πένθος δεν θα ταίριαζε σ’ αυτόν. Με τον ίδιο τρόπο δεν ταιριάζει και σ’ εµάς.

  

(…) θα ταξιδέψουµε λοιπόν µια µέρα µακριά

θα µείνουν άδεια τα κλουβιά που χτίσατε

και οι παγίδες που µας στήσατε

θα διαλυθούν µε τον καιρό από του χρόνου τη σκουριά

δε θα µας φτάνουν πια εδώ οι σφαίρες σας

είµαστε άγνωστα πολύχρωµα πουλιά (…)*

*Στίχοι από το τραγούδι «Η νέα βαρβαρότητα», Γιάννης Αγγελάκας, Παύλος Παυλίδης

** Λόγια του Ζακ Κωστόπουλου/Zackie Oh µέσα από συνεντεύξεις που έδωσε κατά καιρούς

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*