Η εξέγερση επιστρέφει

Αϊτή, Λίβανος, Ισημερινός, Ιράκ, Αλγερία, Καταλονία, Χιλή, Πουέρτο Ρίκο, Ονδούρα, Χονγκ Κονγκ, Νικαράγουα…

Ενώ στην Ελλάδα η κυβέρνηση Μητσοτάκη ξεδιπλώνει µια ρεβανσιστική πολιτική χωρίς (ακόµη) περικοπές…

Τα γεγονότα µε τα ΜΑΤ στην ΑΣΟΕΕ και τη σύλληψη φοιτητή ύστερα από καρτέρι κάτω από το σπίτι του τις µέρες πριν το τριήµερο του Πολυτεχνείου, δεν είναι τυχαία· είναι «εµβληµατικές» µορφές καταστολής που έρχονται για να µείνουν. ∆εν είναι πρόβληµα µόνο της ΕΑΑΚ, της νΚΑ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτή η «καµπάνα» χτυπά για ολόκληρη την κοινωνική και πολιτική Αριστερά σε όλες της τις εκδοχές. Για όλους µας! ∆εν πρόκειται µόνο για τον ακροδεξιό βραχίονα της Ν∆ που διψά για «εµφυλιοπολεµικού» τύπου αυταρχισµό και καταστολή, για εκατόµβη δικαιωµάτων και κατακτήσεων· πρόκειται για τις ανάγκες της καπιταλιστικής «κανονικότητας» που εκφράζει συνολικά η κυβέρνηση Μητσοτάκη, για τον ταξικό ρεβανσισµό του συστήµατος.

Το γεγονός ότι η οικονοµική συγκυρία ευνοεί πρόσκαιρα µια τέτοια ρεβανσιστική πολιτική να παρουσιάζεται σαν «ήπια», αφού δεν επιβάλλει (ακόµη) «πακέτα» περικοπών, δεν πρέπει να µας παραπλανεί. Είµαστε µόλις στον 4ο µήνα αυτής της κυβέρνησης, και οι µάσκες άρχισαν να πέφτουν.

 

Από τη Μεταπολίτευση στη «µεταµνηµονιακή» κανονικότητα

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη κινείται στο φάσµα της νέας δεξιάς που ενισχύεται παγκόσµια. Μιας δεξιάς αναθεωρητικής και ρεβανσιστικής, ρατσιστικής και εθνικιστικής, του επιθετικού νεοφιλελευθερισµού και του κοινωνικού δαρβινισµού, που ξεφορτώνεται συναινέσεις και «κοινωνικά συµβόλαια» και πολιτεύεται µε γνώµονα το γυµνό συµφέρον των καπιταλιστών αρχόντων και µε τον κνούτο. ∆εν είναι τυχαίο ότι στις µέρες πριν τον εορτασµό του Πολυτεχνείου επέλεξε να προχωρήσει σε µια γενική κατασταλτική δοκιµή. Η Μεταπολίτευση, γνήσιο τέκνο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου αλλά και της κατάρρευσης της επιστράτευσης και του χουντικού µηχανισµού στο στρατό ύστερα από το ελληνικό πραξικόπηµα, την τουρκική εισβολή και τη στρατιωτική ήττα στην Κύπρο, δεν έχει µπει τυχαία στο στόχαστρο των εκπροσώπων της ελληνικής άρχουσας τάξης και της ∆εξιάς. Συµβολίζει έναν ταξικό συσχετισµό δύναµης «στενάχωρο» για τις απαιτήσεις του κεφαλαίου, ένα πλαίσιο κατακτήσεων και δικαιωµάτων που κερδήθηκαν χάρη στους αγώνες των εργαζόµενων και των κινηµάτων αντίστασης αλλά και της Αριστεράς και το κεφάλαιο πάντα θεωρούσε «παρά φύσιν» και «υπό προθεσµίαν». Ο ταξικός αναθεωρητισµός/ρεβανσισµός της ελληνικής άρχουσας τάξης εδράζεται πρώτα απ’ όλα σε αυτό το σηµείο – κάθε φορά βαδίζουµε από το Πολυτεχνείο στη Βουλή και στην αµερικανική πρεσβεία, καλό είναι να θυµόµαστε πόσο ενοχλητική είναι αυτή η παράδοση.   

Υπάρχει όµως και ένας δεύτερος λόγος: τα δικαιώµατα και κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης είναι για την ελληνική άρχουσα τάξη διπλά «στενάχωρα» στις συνθήκες ουσιαστικής χρεοκοπίας του ελληνικού καπιταλισµού, ο οποίος διψά να ανακάµψει περνώντας σαν µπουλντόζα πάνω από τα κεφάλια των εργαζόµενων τάξεων. Μπορεί για την ώρα η άρχουσα τάξη να µην θέλει και να µην είναι υποχρεωµένη να κάνει νέες περικοπές µισθών και συντάξεων, θέλει όµως να θωρακίσει αδίστακτα το µνηµονιακό καθεστώς ακραίας εκµετάλλευσης της εργασίας, που όχι µόνο παραµένει άθικτο αλλά ήταν/είναι η προϋπόθεση για το πέρασµα στη «µεταµνηµονιακή» περίοδο της «ανάπτυξης». Αυτή η θωράκιση έχει υποχρεωτικά και χαρακτηριστικά προληπτικής καταστολής, δηλαδή «εξάρθρωσης» όλων των «θυλάκων» τωρινής αλλά και δυνητικής αντίστασης.

Για την άρχουσα τάξη, η Μεταπολίτευση ήταν η εποχή των «καταχρήσεων» για τις εργαζόµενες τάξεις – όπως το διατυµπάνιζε ο πατήρ Μητσοτάκης, «οι Έλληνες ζούσαν πάνω από τις δυνάµεις τους». Αυτές οι «καταχρήσεις» υπήρξαν και διατηρήθηκαν όσο διατηρήθηκαν µε την «ευθύνη» του εργατικού κινήµατος, των άλλων κινηµάτων αντίστασης, της Αριστεράς. Η Ν∆ του Κυριάκου Μητσοτάκη «αγαπά να µισεί» τη Μεταπολίτευση επειδή υποχρεώθηκε από την ώθηση αυτών των τριών ταξικών µοχλών να «ανεχθεί» δικαιώµατα και κατακτήσεις που υπό κανονικές συνθήκες δεν θα δεχόταν. Έτσι, οι µνηµονιακές πολιτικές, που για τις εργαζόµενες τάξεις ήταν το «κατ’ εξαίρεσιν», το σοκ, για την άρχουσα τάξη δεν ήταν παρά η επιστροφή στην «κανονικότητα», στην «κανονικότητα» της εκµετάλλευσης όπως αυτή την εννοεί. Γι’ αυτό και δεν θέλει να διακινδυνεύσει ούτε υποσηµείωση από το αντεργατικό/αντικοινωνικό «σύνταγµα» των µνηµονίων. Και γνωρίζει πως ο στόχος της θωράκισης του µνηµονιακού καθεστώτος απαιτεί µια ρεβανσιστική πολιτική ολοκληρωµένη: από την οικονοµική βάση µέχρι το θεσµικό και ιδεολογικό εποικοδόµηµα.

 

Γιατί ο Μητσοτάκης δεν κάνει (ακόµη) περικοπές

Η συγκυρία ευνοεί τον Μητσοτάκη να παρουσιάζει τη ρεβανσιστική του πολιτική σαν «ήπια», ακόµη και «φιλολαϊκή». Οι συγκυριακοί λόγοι που του επιτρέπουν είναι οι εξής:

Πρώτο, ο κύκλος της λεγόµενης «δηµοσιονοµικής προσαρµογής» έχει ολοκληρωθεί µε τον καλύτερο δυνατό τρόπο για το κεφάλαιο: µε την επίτευξη όχι µόνο πρωτογενών πλεονασµάτων (κρατικά έσοδα µείον κρατικές δαπάνες χωρίς τον υπολογισµό των δαπανών για τόκους) αλλά και πλεονασµάτων στον Προϋπολογισµό της Γενικής Κυβέρνησης. ∆ηλαδή το ελληνικό ∆ηµόσιο πληρώνει όλες τις δαπάνες, περιλαµβανοµένων των τόκων και έχει και πλεόνασµα. Πρόκειται για περιφανή νίκη της ελληνικής άρχουσας τάξης και των διεθνών συµµάχων της και «προστατών»  πάνω στην ελληνική εργατική τάξη. Το να επιδιώξει περισσότερα, είναι πλέον και µε όρους καπιταλιστικού ορθολογισµού και επικίνδυνο και «αντιαναπτυξιακό».

∆εύτερο, ο ελληνικός καπιταλισµός έχει εξέλθει από την οκταετή ύφεση στο «ξέφωτο» µιας ισχνής ανάπτυξης και είναι λογικό να θέλει να λιπάνει τις µηχανές του όσο είναι εφικτό, κι όχι να τις αποδυναµώσει µε νέες περικοπές, που σηµαίνουν νέα πλήγµατα στην κατανάλωση και τη ζήτηση.

Τρίτο, το ελληνικό ∆ηµόσιο ευνοείται από τη διεθνή οικονοµική συγκυρία στη χρηµατοδότηση του ελληνικού χρέους. Οι πολιτικές των κεντρικών τραπεζών (FED και ΕΚΤ), που έχουν πληµµυρίσει τις αγορές µε ρευστότητα άνω των 10 τρισεκατοµµυρίων δολαρίων στο διάστηµα από την κρίση του 2008 µέχρι και σήµερα και διατηρούν τα επιτόκια σε ιστορικά πρωτοφανείς χαµηλές πτήσεις, έχει το αποτέλεσµα ότι τεράστιες µάζες ρευστότητας (στις οποίες περιλαµβάνονται και τα υψηλά καπιταλιστικά κέρδη που δεν επανεπενδύονται παραγωγικά) «τριγυρνούν» στις παγκόσµιες αγορές µε τη µορφή νοµαδικών κεφαλαίων που ψάχνουν επικερδείς -συνήθως βραχυπρόθεσµες- τοποθετήσεις. Και τίποτε να µην πηγαίνει καλά, έχουν ανάγκη κάπου να βάλουν τα λεφτά τους. Αφού πρώτα «έφτασαν στο θεό» τα χρηµατιστήρια, ήρθε η σειρά των οµολόγων µόλις άρχισαν να συσσωρεύονται τα σύννεφα της επιβράδυνσης και πιθανής ύφεσης στο διεθνή οικονοµικό ορίζοντα. Με τα επιτόκια του ευρώ γύρω στο µηδέν, η στροφή των νοµαδικών κεφαλαίων της διεθνούς τοκογλυφίας στα οµόλογα παρήγαγε το παράλογο από την άποψη οποιουδήποτε ορθολογισµού αποτέλεσµα να δανείζεται το ελληνικό δηµόσιο µε αρνητικά ή πολύ χαµηλά επιτόκια – που σηµαίνει χαµηλότερη δαπάνη για τόκους, αλλά και ευκαιρίες φτηνού δανεισµού για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Ακόµη κι έτσι, πάντως, οι διεθνείς τοκογλύφοι δεν θα πλήρωναν το ελληνικό ∆ηµόσιο να τους φυλάξει τα χρήµατα αν δεν υπήρχε η εγγύηση του «µαξιλαριού» ρευστότητας που εξασφαλίζει ότι το ελληνικό ∆ηµόσιο έχει βάλει στην άκρη τα χρήµατα για να πληρώνει του τόκους του κρατικού χρέους µέχρι και το 2022 τουλάχιστον.   

Τέταρτο, η Ελλάδα είναι ίσως το πλέον εξέχον παράδειγµα πολιτικού success story στην Ευρώπη: η ακροδεξιά µαζεύτηκε (για την ώρα) στο «µαντρί» της δεξιάς πολυκατοικίας µε διαχειριστή τον Μητσοτάκη, οι αντισυστηµικές πολιτικές εκφράσεις στα δεξιά εξαφανίστηκαν (µε την εξαίρεση του ακίνδυνου Βελόπουλου), ο ΣΥΡΙΖΑ ξεδοντιάστηκε, σοσιαλδηµοκρατικοποιήθηκε και κυβέρνησε υπογράφοντας µνηµόνια, η Αριστερά ηττήθηκε από αυτόν ακριβώς τον ΣΥΡΙΖΑ όχι µόνο το 2015 αλλά και το 2019, και στη βάση όλων αυτών επανήλθε η πολιτική «κανονικότητα». Έτσι, ο Μητσοτάκης, όπως και πριν από αυτόν ο Τσίπρας, έχουν την πολιτική στήριξη των ευρωπαϊκών καγκελαριών.

 

Η «ευγενής χορηγία» του ΣΥΡΙΖΑ

Σαν να µην έφταναν αυτές οι ευνοϊκές συγκυρίες, ο Μητσοτάκης ευεργετήθηκε γενναία από τον ΣΥΡΙΖΑ. Όχι µόνο µε την έννοια ότι υπογράφοντας και υλοποιώντας µνηµονιακές πολιτικές τις νοµιµοποίησε και τις έκανε στοιχείο της «κανονικότητας» που υπηρετεί τώρα ο Μητσοτάκης ως πιο γνήσιος εκπρόσωπός της˙ όχι µόνο γιατί µε τη µετεκλογική µη αντιπολίτευση που ασκεί, αποδεικνύοντας ότι έχει πάρει αµετάκλητα το δρόµο του σοσιαλφιλελευθερισµού, έχει «ξενερώσει» και παθητικοποιήσει τον κόσµο του που ήλπιζε σε µια αριστερή στροφή όταν περάσει στην αντιπολίτευση˙ αλλά και επειδή πέρα από κάθε λογική χάρισε στον Μητσοτάκη τη δυνατότητα να δώσει ένα «πακέτο» παροχών, παριστάνοντας το «φιλολαϊκό» και θωρακίζοντας τη ρεβανσιστική του πολιτική. ∆ικαιολογίες και εικασίες µπορούν να γίνουν πολλές, αλλά το γεγονός είναι ο Τσίπρας έσπευσε να παραιτηθεί το βράδυ των εκλογών -κατά το συνήθειο του χωρίς να ρωτήσει κανέναν- αφήνοντας ένα γενναίο µπόνους «φιλολαϊκής» πολιτικής στον Μητσοτάκη! Και είναι βέβαιο ότι υπάρχουν πράγµατα που ούτε οι ίδιοι οι στενοί του συνεργάτες δεν γνωρίζουν…

Έτσι, η κυβέρνηση Μητσοτάκη όχι µόνο δεν είναι υποχρεωµένη -και δεν υπάρχει λόγος- να κάνει περικοπές, αλλά κάνει και… παροχές, µε τη µορφή φοροαπαλλαγών, ακόµη και… αυξήσεων στις συντάξεις (ύστερα από τη σχετική απόφαση του ΣτΕ). Και τα συστηµικά ΜΜΕ κάνουν πλάκα στον ΣΥΡΙΖΑ µιλώντας για την αποκατάσταση αδικιών ύστερα από την απόφαση του ΣτΕ για τις συντάξεις. Ο κ. Κατρούγκαλος πάντως, που όταν παρουσίασε τη «µεταρρύθµισή» του στις συντάξεις υποστήριζε πως όχι µόνο δεν τις µειώνει αλλά αντίθετα τις… προστατεύει, δεν βγήκε να… καταγγείλει την απόφαση του ΣτΕ…   

 

Μια απόλυτα ρεβανσιστική κυβέρνηση

Αν το να µην κάνει περικοπές εξηγείται για τους λόγους που είπαµε, αν η δυνατότητα να κάνει -αντίθετα- ελαφρύνσεις οφείλεται στη γενναιοδωρία του Αλέξη Τσίπρα, αν αυτά τα δύο αποτελούν καλό και για την ώρα αποτελεσµατικό θώρακα για την πολιτική του επιτρέποντάς του να την εµφανίζει «ήπια», κατά τα άλλα ασκεί µια εξόχως συστηµατική ρεβανσιστική πολιτική. Στο θεσµικό και στο ιδεολογικό επίπεδο αλλά και σε πεδία πραγµατικής πολιτικής όπως το προσφυγικό. Το άσυλο, η περαιτέρω «απελευθέρωση» της αγοράς εργασίας, ο νόµος για τα συνδικάτα, η δροµολόγηση της ιδιωτικοποίησης της ασφάλισης, η δροµολόγηση της ιδιωτικοποίησης της ∆ΕΗ, ο εµπλουτισµός του Ποινικού Κώδικα µε ποινές για τη… βλασφηµία των θείων, η ανάθεση του προσφυγικού στο υπουργείο ΠΡΟΠΟ, οι συστηµατικές ασκήσεις καταστολής στα Εξάρχεια και στα πανεπιστήµια, το διαρκές «τάισµα» των ακροδεξιών και ρατσιστικών ιδεών, ο ιστορικός αναθεωρητισµός κατά των παραδόσεων του κινήµατος και της Αριστεράς – πώς αλλιώς µπορούν να χαρακτηριστούν;

Πότε µια τέτοια ρεβανσιστική πολιτική θα συνδυαστεί ξανά µε άµεσα και απτά πλήγµατα στο εισόδηµα των εργαζόµενων, δεν µπορεί να προβλεφτεί µε ακρίβεια. Το σίγουρο είναι πως το «πακέτο ελαφρύνσεων» µε τη χορηγία του ΣΥΡΙΖΑ θα εξαντληθεί µέσα στο 2019. Το 2020, αν δεν υπάρξουν εξελίξεις που θα εκτρέψουν τους σχεδιασµούς της «νέας κανονικότητας», θα είναι έτος στασιµότητας όσον αφορά το ζήτηµα περικοπές/ελαφρύνσεις. Από κει και πέρα, θα αποφασίσει η πορεία της διεθνούς οικονοµίας: αν η επιβράδυνση εξελιχτεί σε ύφεση, τότε µια νέα διεθνής κρίση θα είναι προ των πυλών – οπότε η κάθε είδους «κανονικότητα» στην Ελλάδα θα τιναχτεί στον αέρα.    

Ανεξάρτητα όµως από τέτοιου είδους προβλέψεις, το σίγουρο είναι πως η «θωράκιση» του µνηµονιακού καθεστώτος ακραίας εκµετάλλευσης της εργασίας εµπεδώνει και βαθαίνει τα βάσανα των εργαζόµενων και των πληβειακών στρωµάτων ακόµη και χωρίς νέες περικοπές. Οι µισθοί είναι καθηλωµένοι, οι συντάξεις το ίδιο, η ανεργία µειώνεται σχεδόν κατά ευθεία αναλογία µε την επέκταση της ευέλικτης απασχόλησης (επεκτείνοντας το στρώµα των εργαζόµενων φτωχών), εκατοντάδες χιλιάδες ζουν µε τα φραγκοδίφραγκα του ΕΚΑ, εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά ζουν χάρη και στην «ευεργεσία» των χαµηλών συντάξεων του παππού και της γιαγιάς, το ποσοστό της φτώχειας καλά κρατεί παρά το γεγονός ότι έχει αναπροσαρµοστεί σύµφωνα µε τους πετσοκοµµένους µισθούς, οι λαϊκές αποταµιεύσεις από την αγωνιώδη προσπάθεια να σωθεί το σπίτι από τον πλειστηριασµό και να καλυφθούν στοιχειώδεις ανάγκες.

 

Εξεγέρσεις, σύννεφα µιας νέας κρίσης, ανταγωνισµοί

Λίγο πριν την πορεία για την επέτειο των 46 χρόνων από την εξέγερση του Πολυτεχνείου και υπό την εκκωφαντική σιωπή των κυρίαρχων ΜΜΕ η εξέγερση επιστρέφει παντού στον κόσµο, συνταράσσοντας σειρά από χώρες: Αϊτή, Λίβανο, Ισηµερινό, Ιράκ, Αλγερία, Καταλονία, Χιλή, Πουέρτο Ρίκο, Ονδούρα, Χονγκ Κονγκ, Νικαράγουα… (βλέπε σελ. 23-24). Την ίδια στιγµή τα σύννεφα µιας νέας διεθνούς οικονοµικής κρίσης µαζεύονται γοργά στον ορίζοντα, ενώ οι ιµπεριαλιστικοί ανταγωνισµοί µαίνονται τόσο στο οικονοµικό πεδίο (εµπορικός πόλεµος κ.λπ.) όσο και στο πολεµικό και γεωπολιτικό πεδίο.

Κατ’ αναλογίαν µε την ελληνική «καθαρή έξοδο από τα µνηµόνια», ο καπιταλισµός βγήκε από την κρίση του 2008 ξαναστήνοντας στα πόδια του ακόµη πιο ασθενικό, ασταθές και ληστρικό ταυτόχρονα το µοντέλο συσσώρευσης που µπήκε σε κρίση το 2008. Η λιτότητα επιβάλλεται σαν στρατηγική επιλογή, τα βάσανα των δισεκατοµµυρίων εργαζόµενων και πληβειακών στρωµάτων του πλανήτη είναι σε κραυγαλέα αντίφαση µε τον προκλητικό πλούτο, τη διαφθορά, τον αυταρχισµό και την αλαζονεία της µειοψηφίας των καπιταλιστών αρχόντων. Είναι το εκρηκτικό µίγµα µέσα στο οποίο ξεσπούν ήδη οι εξεγέρσεις του παρόντος µας, προαναγγέλλοντας τις επαναστάσεις του µέλλοντός µας. Από αυτό το εκρηκτικό µίγµα, που περιέχει όλους τους κινδύνους µαζί µε όλες τις ευκαιρίες για την ανατροπή, λείπει µόνο -και µάλιστα κραυγαλέα- ένα µόνο «συστατικό»: η Αριστερά. Όχι όµως οποιαδήποτε Αριστερά, αλλά µια Αριστερά γνήσια αντικαπιταλιστική, αλληλέγγυα και διεθνιστική, µια Αριστερά επαναστατική. Οι εργαζόµενες και πληβειακές µάζες αποδεικνύουν ότι η εξέγερση δεν θάφτηκε ούτε από την καπιταλιστική προπαγάνδα ούτε από κάτω από τα υλικά κατεδάφισης της ρεφορµιστικής Αριστεράς. Ότι -ευτυχώς- δεν εξαρτάται ούτε από τις «απαγορεύσεις» του συστήµατος ούτε από τις διαθέσεις µιας τέτοιας Αριστεράς της ήττας. Ωστόσο, αυτή η διαπίστωση, καταρχήν ανακουφιστική, δεν εξασφαλίζει καµία προοπτική νίκης. Η ανασυγκρότηση της επαναστατικής αριστεράς είναι -µαζί µε την (ανα)συγκρότηση του εργατικού κινήµατος και των κινηµάτων αντίστασης- το πιο επείγον καθήκον!

Το κεντρικό πολιτικό άρθρο της εφημερίδας «Κόκκινο Νήμα» Νο16 που  κυκλοφορεί.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.