Υποκλοπές: Ολοκλήρωση της συγκάλυψης ή νέος γύρος αποκαλύψεων;

To κεντρικό πολιτικό άρθρο της εφημερίδας “Κόκκινο Νήμα” Νο65 που κυκλοφορεί

Η απόφαση του µονοµελούς πληµµελειοδικείου Αθήνας για τους 4 κατηγορούµενους ιδιώτες (Γιάννη Λαβράνο, Φέλιξ Μπίτζιο  Ταλ Τζόναθαν Ντίλιαν και Σάρα Αλεξάνδρα Χάµου), επιχειρηµατίες των οποίων οι εταιρίες εµπλέκονται µε το κακόβουλο λογισµικό για το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν ήταν ανώδυνη. Συνολικά στους τέσσερις κατηγορούµενους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 126 ετών και οκτώ µηνών, µε εκτιτέα τα οκτώ έτη και µε αναστολή µέχρι την εκδίκαση της έφεσης.

Ακόµη κι αν η ποινή τους µειωθεί στο εφετείο, θα έχουν το στίγµα του καταδικασµένου. Αυτό έχει συνέπειες: δεν µπορούν να ταξιδεύουν, θα έχουν πρόβληµα µε τις οικονοµικές τους συναλλαγές κ.λ.π. Επειδή λοιπόν οι συνεργάτες της ΕΥΠ του ∆ηµητριάδη δεν έπεσαν και τόσο «στα µαλακά» όπως πιθανά περίµεναν ή τους υποσχέθηκαν, άρχισαν να «κελαηδάνε», προκειµένου να εξασφαλίσουν σοβαρότερη προστασία εν’ όψει της εκδίκασης σε δεύτερο βαθµό. Συγκεκριµένα ο καταδικασµένος Ισραηλινός ιδιοκτήτης της Intellexa, Ταλ Ντίλιαν, σε δήλωσή του στην εκποµπή «Mega Stories», έδειξε εµφατικά προς την πλευρά της κυβέρνησης Μητσοτάκη σε σχέση µε το Predator, λέγοντας ότι «παρέχουµε τεχνολογία µόνο σε κυβερνήσεις και αρχές επιβολής του νόµου». Η δήλωση έχει βαρύνουσα σηµασία, γιατί είναι η πρώτη φορά που ο ίδιος παραδέχεται ανοιχτά ποιοι είναι οι πελάτες του, καθώς ρωτήθηκε ειδικά για την Ελλάδα. Ο πρώην έφεδρος συνταγµατάρχης του ισραηλινού στρατού, που έδειξε ότι δεν σκοπεύει να γίνει Ιφιγένεια, δεν µπορούσε να το κάνει πιο ξεκάθαρο καθώς υπογράµµισε: «Η ευθύνη για τη νόµιµη χρήση αυτών των τεχνολογιών βαρύνει τις αρχές που τις αποκτούν και τις λειτουργούν». 

Οι δηλώσεις αυτές αφήνουν εκτεθειµένη την κυβέρνηση, που όλο το προηγούµενο διάστηµα πλάσαρε το αφήγηµα πως οι υποκλοπές ήταν αποκλειστικά έργο «ιδιωτικών συµφερόντων», σύµφωνα και µε το εισαγγελικό πόρισµα που έθεσε την υπόθεση στο αρχείο όσον αφορά την εµπλοκή των Ελληνικών αρχών και της ΕΥΠ. Είναι βέβαια δύσκολο να πιστέψουµε πως οι τέσσερις κατηγορούµενοι είχαν στήσει όλο αυτό το δίκτυο για προσωπικούς λόγους. Ένα τόσο εκτεταµένο δίκτυο παρακολουθήσεων, που στόχευε υπουργούς, αρχηγούς στρατεύµατος, δηµοσιογράφους και πολιτικούς αντιπάλους, δεν µπορεί να λειτουργούσε χωρίς συντονισµό µε το βαθύ κράτος και την κυβέρνηση. Και αν υποθέσουµε πως οι Ελληνικές αρχές ήταν άσπιλες και άµωµες, γιατί τότε το ∆ηµόσιο δεν στράφηκε εξαρχής εναντίον αυτών των ιδιωτών, διεκδικώντας αποζηµιώσεις; Είναι φανερό πως η διασύνδεση των παράνοµων λογισµικών µε τις επίσηµες επισυνδέσεις της ΕΥΠ ήταν ένας ενιαίος µηχανισµός ελέγχου και εκβιασµών ανάµεσα σε πρόσωπα της πολιτικής και οικονοµικής ολιγαρχίας. Αυτό άλλωστε δείχνει το γεγονός ότι από το σύνολο των 87 προσώπων που αποδεδειγµένα παρακολουθούνταν από το Predator, µόνο 8 κινήθηκαν δικαστικά κατά των µηχανισµών παρακολούθησης ενώ από το σύνολο των κυβερνητικών βουλευτών, υπουργών και αξιωµατούχων δεν βρέθηκε ούτε ένας να κινηθεί νοµικά εναντίον τους.

Μετά από τις δηλώσεις Ντίλιαν, πολλά ερωτήµατα παραµένουν αναπάντητα και ζητούν πιεστικές απαντήσεις από την κυβέρνηση και από την δικαιοσύνη: Για λογαριασµό τίνος παρακολουθούνταν το µισό υπουργικό συµβούλιο, ο Ν. Ανδρουλάκης, Αρχηγοί των Ενόπλων ∆υνάµεων, επιχειρηµατίες, δηµοσιογράφοι και ιδιώτες; Για λογαριασµό των ισραηλινών καταδικασµένων Ντίλιαν και Λαβράνου; Για λογαριασµό άλλων ιδιωτών; Και µε ποιο όφελος; Για λογαριασµό του Ισραήλ όπως είπε ο εισαγγελέας; Και τι προτίθεται να κάνει η κυβέρνηση αν υποπτεύεται κατασκοπεία από ξένο κράτος και δη σύµµαχο (ακόµα και αν πρόκειται για τον αγαπηµένο τους Μπίµπι;) Επίσης για ποιο λόγο ένας καταδικασµένος να δείχνει µια κυβέρνηση ως υπεύθυνη αν δεν µπορεί να το αποδείξει; Πώς θα ελαφρύνει την θέση του αν αποδειχθεί ότι ο ισχυρισµός του ήταν απλός αντιπερισπασµός; Μήπως είµαστε µπροστά σε ένα νέο µπαράζ αποκαλύψεων για τις υποκλοπές που θα κάνει ξανά τον Μητσοτάκη και τους κυβερνητικούς αξιωµατούχους να χάσουν τον ύπνο τους;

Τέµπη και ΟΠΕΚΕΠΕ µε φόντο την ακρίβεια

Όµως δεν είναι µόνο οι υποκλοπές από τις οποίες κινδυνεύουν πολιτικά και νοµικά οι υπουργοί του Μητσοτάκη και ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Το δεύτερο σοβαρό µέτωπο που έχει να αντιµετωπίσει η κυβέρνηση – όπως έδειξε ξανά η µεγάλη συµµετοχή του κόσµου στις 28 Φλεβάρη – είναι τα Τέµπη. Σε λίγο ξεκινά η δίκη για την κύρια υπόθεση, ενώ µέσα στο επόµενο διάστηµα αναµένονται οι αποφάσεις του δικαστικού συµβουλίου για την παραποµπή ή όχι σε Ειδικό ∆ικαστήριο του πρώην υπουργού Μεταφορών Κώστα Αχ. Καραµανλή και του πρώην υφυπουργού Πολιτικής Προστασίας Χρήστου Τριαντόπουλου. Όλα αυτά µοιραία θα τροφοδοτήσουν νέο γύρο αντιπαράθεσης λόγω τόσο της δίκης όσο και της ποινικής µεταχείρισης των δύο πρώην υπουργών, όποια και αν είναι αυτή. Το τρίτο ανοιχτό µέτωπο που καταδιώκει την κυβέρνηση είναι το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ. Μπορεί προς το παρόν η κυβέρνηση να θεωρεί πως «καθάρισε» µε το αθωωτικό πόρισµα που εξέδωσε η Εξεταστική και να βγήκε σχετικά αλώβητη από τις πολυήµερες αγροτικές κινητοποιήσεις, όµως η υπόθεση κάθε άλλο παρά έχει κλείσει. Είναι επίσης θέµα χρόνου να αποσταλεί η νέα δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που λέγεται ότι αφορά δέκα βουλευτές. Μέσα σε όλα αυτά και σε συνδυασµό µε την αγανάκτηση του κόσµου για την ακρίβεια, η κυβέρνηση καλείται την ίδια ώρα να διανύσει πολύ µεγάλη απόσταση για να φτάσει στις επόµενες κάλπες χωρίς περαιτέρω απώλειες. Το πόσο γρήγορα θα απογυµνωθεί πάντως από το αφήγηµα της υποτιθέµενης σταθερότητας και ασφάλειας που εκπέµπουν για λογαριασµό της τα φιλικά ΜΜΕ, θα εξαρτηθεί κυρίως από το µέγεθος των λαϊκών αντιστάσεων στους χώρους δουλειάς και εκπαίδευσης, στους δρόµους και στις πλατείες µε την µάχιµη αριστερά να καλείται για άλλη µια φορά να διαδραµατίσει τον ρόλο του καταλύτη των εξελίξεων.