Το «Τείχος της Δημοκρατίας» και το αντιφασιστικό κίνημα

Του Θανάση Κούρκουλα

Λίγα εικοσιτετράωρα πριν ανακοινωθεί η καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου για την Χρυσή Αυγή, η ΕφΣυν λάνσαρε την ιδέα του «Τείχους της Δημοκρατίας» απέναντι στους ναζί. Το «τείχος» ήταν ο Σαμαράς, ο Μητσοτάκης και η Φώφη μαζί με τον Τσίπρα, τον Κουτσούμπα και τον Βαρουφάκη στο ίδιο αντιφασιστικό κάδρο. Πολλοί έσπευσαν να συγχαρούν την ΕφΣυν ενώ δίκαιες αριστερές κριτικές εστιάστηκαν κυρίως στη συμμετοχή του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά στην «αντιφασιστική παρέα». Αμέσως μετά την καταδικαστική απόφαση ο ΣΥΡΙΖΑ διά της εφημερίδας ΑΥΓΗ ακολούθησε άλλη τακτική: αμυνόμενη μετά το επεισόδιο Κοντονή, επιτέθηκε σε Μητσοτάκη και Σαμαρά με πρωτοσέλιδο τίτλο «Δεν είναι αθώοι» επιρρίπτοντάς τους συμπόρευση και «ξέπλυμα» της Χρυσής Αυγής από την μνημονιακή περίοδο της κυβέρνησης Σαμαρά μέχρι σήμερα. Υπάρχει, λοιπόν, κάποιο «τείχος της δημοκρατίας». Κάποιο «δημοκρατικό τόξο» πολιτικών δυνάμεων που μπορεί να μας προφυλάξει από τον φασιστικό κίνδυνο; Και ανήκουν σε αυτό –μεταξύ άλλων- ο Σαμαράς και ο Μητσοτάκης;
Εντός του ΣΥΡΙΖΑ -όπως και εκτός αυτού- ευδοκιμούν διαφορετικές γραμμές για το εύρος και το είδος του αναγκαίου αντιφασιστικού αγώνα. Και το ΚΙΝΑΛ απηύθυνε «αντιφασιστικό κάλεσμα» στα υπόλοιπα κόμματα του «τείχους» για κοινή παρουσία έξω από το Εφετείο, κάτι που απαντήθηκε αρνητικά από το ΜΕΡΑ 25, υπενθυμίζοντας στην Φώφη Γεννηματά τις ευθύνες του ΠΑΣΟΚ και του ΚΙΝΑΛ για την άνοδο της Χρυσής Αυγής.

Πώς θα σταματήσουμε τους φασίστες;

Σε κάθε περίπτωση, οι δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι που συγκεντρώθηκαν έξω από το Εφετείο αλλά και σε πολλές πόλεις της χώρας, δεν ανταποκρίθηκαν σε κάποιο διακομματικό κάλεσμα του «τείχους της Δημοκρατίας» αλλά σε εκείνο των συνδικάτων, των αντιφασιστικών κινήσεων και των οργανώσεων της Αριστεράς. Πρόκειται για τον κόσμο του αντιφασιστικού και εργατικού κινήματος που -μεταξύ άλλων- εδώ και μία δεκαετία αγωνίζεται στον δρόμο, σε πόλεις, σε γειτονιές και έξω από τα δικαστήρια για να μην αφήσει δημόσιο χώρο στους φασίστες και διεκδικεί επί πεντέμισι χρόνια την καταδίκη της ναζιστικής συμμορίας.
Αυτή η παρουσία του κινήματος στον δρόμο θέτει το ερώτημα: Είναι αποτελεσματική αντιφασιστική τακτική εκείνη του διαταξικού μετώπου από τα πάνω ή της κινητοποίησης του κινήματος και της αριστεράς στον δρόμο από τα κάτω; Μπορούν να συνυπάρχουν και τα δύο ως συμπληρωματικές αντιφασιστικές τακτικές ή η μία γραμμή υπονομεύει την άλλη; Στην πραγματικότητα η α-λα-καρτ χρησιμοποίηση των δύο αντιφασιστικών τακτικών, αν υιοθετούνταν από το ίδιο το κίνημα, θα είχε εδώ και χρόνια οδηγήσει σε ξενέρωμα και αποστράτευση χιλιάδων αντιφασιστών στη νεολαία και στο εργατικό κίνημα. Οι φασίστες θα έβρισκαν ελεύθερο πεδίο στον δρόμο ενώ οι αντιφασίστες τύπου Βούτση και Παπαδημούλη θα ικέτευαν Τρίτη – Πέμπτη – Σάββατο το σύστημα να απομονώσει τους ναζί. Ήταν η ευρύτατη αποδοχή της καμπάνιας «Δεν είναι αθώοι – Οι ναζί στη φυλακή» εβδομάδες πριν από την καταδίκη των ναζί σε πόλεις και χωριά που ανάγκασε τα κόμματα των Μπαλτάκων, των Γεωργιάδηδων και των Μπογδάνων, αλλά και εκείνα των Βενιζέλων και των Λοβέρδων, να πάρουν σαφή θέση υπέρ της καταδίκης της Χρυσής Αυγής και να μην ομνύουν στην «ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης». Ενώ την ίδια ώρα οι δεξιοί ηγέτες επανέφεραν τη θεωρία των «δύο άκρων» που υποτίθεται πως ανδρώθηκαν εντός του λαϊκισμού των πλατειών στα χρόνια της αντιμνημονιακής διαμαρτυρίας. Ακόμα και τώρα, που η Χρυσή Αυγή είναι ξεδοντιασμένη και στο πολιτικό περιθώριο, εξακολουθούν να μιλούν για το «άκρο» της Μαρφίν και την αριστερή τρομοκρατία. Ε λοιπόν, αυτός ο διαταξικός  «αντιφασισμός» παρέχει τις καλύτερες υπηρεσίες στους φασίστες και δυναμώνει τους δεσμούς τους με το «βαθύ κράτος». Ευτυχώς που δεν ήταν η γραμμή του αντιφασιστικού κινήματος μέχρι τώρα, και αξίζει τον κόπο να παλέψουμε να μην γίνει ποτέ.

Οι ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ

Όμως και η ίδια η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ υποτίμησε τον κίνδυνο του φασισμού και κατά καιρούς έδειξε να φλερτάρει με την ιδέα ότι η Χρυσή Αυγή ήταν χρήσιμη γιατί έκοβε ψήφους από τη ΝΔ – παλιά «αμαρτία» της σοσιαλδημοκρατίας, που με μια τέτοια «φιλοσοφία» έδωσε πολύ χώρο στο Εθνικό Μ΄λετ5ωπο του Λεπέν να αναπτυχθεί στη Γαλλία από τη δεκαετία του ’80… Κανείς δεν έχει ξεχάσει τις φωτογραφίες στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ μαζί με φασίστες βουλευτές στο Καστελλόριζο, αλλά και τη μείωση των ποινών για διεύθυνση και ένταξη σε εγκληματική οργάνωση που ψηφίστηκε ως τμήμα του νέου ποινικού κώδικα επί ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα και την θεσμική αποδοχή των προνομίων των ναζιστών βουλευτών πριν ο ΣΥΡΙΖΑ κυβερνήσει και μέχρι ο Δένδιας να βγάλει από το συρτάρι του τις 35 δικογραφίες της Χρυσής Αυγής. Ήδη από το 2012 η γραμμή που κυριαρχούσε στις Πανελλαδικές Συνδιασκέψεις του ΣΥΡΙΖΑ ήταν εκείνη του «δημοκρατικού τόξου» σε αντιπαράθεση με το «αντιμνημονιακό αντιφασιστικό μέτωπο» που πρότειναν οι αντιφασιστικές επιτροπές του ΣΥΡΙΖΑ.
Προφανώς μιλάμε -τότε- για άλλης τάξης ευθύνες ενός κόμματος που τότε ήταν εντός αντιφασιστικού και αντιμνημονιακού μετώπου. Ευθύνες που άλλαξαν κλίμακα από τότε που ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κυβέρνηση υπογράφοντας μνημόνια, ενώ αυτό που απέμεινε ήταν η επίκληση των θεσμών και του δημοκρατικού μετώπου. Κάτι για το οποίο ήταν απαραίτητη η σύμπραξη του Δένδια, του Καμίνη και άλλων όψιμων «αντιφασιστών».
Είναι σίγουρα άδικο και πολιτικά λάθος να κατηγορείται ο ΣΥΡΙΖΑ για υπόγειες σχέσεις με την ακροδεξιά ή να εξισώνονται οι ευθύνες του με εκείνες του Σαμαρά και του Μητσοτάκη. Είναι όμως αλήθεια πως η αντιφασιστική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι γραμμή νίκης του κινήματος, αλλά πρόσδεσής του στις μετριοπαθείς «δημοκρατικές δυνάμεις» που κατά τα άλλα ευθύνονται για τη δεκαετή λιτότητα και την αναβίωση ενός εξόχως αυταρχικού κράτους καταστολής.

Από τα «λαϊκά μέτωπα», στο «συνταγματικό τόξο»

Το δίλημμα συνταγματικό τόξο (το πάλαι ποτέ «Λαϊκό Μέτωπο» του Μεσοπολέμου) ή ενιαίο αντιφασιστικό εργατικό μέτωπο δεν είναι καινούριο.
Στην Ελλάδα, η γραμμή του «λαϊκού μετώπου» με τμήματα της «δημοκρατικής» αστικής τάξης και πολιτικούς εκφραστές της δοκιμάστηκε  κατά την αποχώρηση των Ναζί με το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, την ένταξη του ΚΚΕ σε μετεμφυλιακές κυβερνήσεις εθνικής ενότητας και την παράδοση των όπλων του ΕΛ.ΑΣ. με τη συμφωνία της Βάρκιζας. Οδήγησε στην ήττα, στα ξερονήσια και την παρανομία της αριστεράς για δεκαετίες στην Ελλάδα.
Αντίστοιχες τακτικές Λαϊκών Μετώπων δοκιμάστηκαν από την Κομμουνιστική Διεθνή μετά την επικράτηση του Στάλιν σε μια σειρά περιπτώσεις αντιφασιστικού αγώνα.
Στην Ισπανία, οι φασίστες του Φράνκο στην Ισπανία πήραν την εξουσία στα τέλη της δεκαετίας του ’30 λόγω της καταστροφικής πολιτικής του ΚΚ Ισπανίας, που προτίμησε τον δρόμο του «θεσμικού αντιφασισμού». Ήταν η συμμαχία που επέλεξε το ΚΚ, μαζί με φιλελεύθερα δεξιά κόμματα και «φωτισμένους» αστούς με την αυταπάτη ότι έτσι θα ανακοπεί η πορεία του Φράνκο προς την εξουσία. Έτσι συμμετείχε στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας των Δημοκρατικών, που υλοποίησε τον αφοπλισμό των εργατικών και αγροτικών αντιφασιστικών πολιτοφυλακών των αναρχικών και της επαναστατικής αριστεράς της εποχής, προκειμένου οι φασίστες να αντιμετωπιστούν «θεσμικά», από τον τακτικό στρατό και την αστυνομία. Όταν ο Στάλιν έκλεισε τη στρόφιγγα της στρατιωτικής βοήθειας προς τον τακτικό στρατό της δημοκρατικής κυβέρνησης, ο Φράνκο με τη στρατιωτική βοήθεια του Χίτλερ τον συνέτριψε, με τραγικό απολογισμό εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς αντιφασίστες, συνδικαλιστές, αριστερούς και αναρχικούς, επιβάλλοντας φασιστικό στρατιωτικό καθεστώς από το 1939 ως το 1975. Αυτή ήταν η καταστροφική εμπειρία του «λαϊκού μετώπου» στην Ισπανία του Μεσοπολέμου – και όχι μόνον εκεί…

Η περίπτωση της ΧΑ

Στην περίπτωση της ανόδου και της πτώσης της Χρυσής Αυγής οι Έλληνες φασίστες δεν έφτασαν -ευτυχώς- προ των πυλών της πολιτικής εξουσίας. Αναπτύχθηκαν μέσα από τη μνημονιακή κατάρρευση της μεσαίας τάξης και τις ρατσιστικές πολιτικές των κυβερνήσεων Παπανδρέου και Σαμαρά. Ανδρώθηκαν  στο πλευρό της ΕΛ.ΑΣ., με την ανοχή και την κάλυψή της, όταν αντιμετώπιζε στον δρόμο τις εργατικές και λαϊκές αντιστάσεις ή όταν κυνηγούσαν μαζί τους πρόσφυγες στον Άγιο Παντελεήμονα και στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν η περίοδος που αναπτύχθηκαν εντός της ΝΔ οι θεωρίες περί «σοβαρότερης Χρυσής Αυγής» που θα μπορούσε να υποστηρίξει μια (ακρο)δεξιά διακυβέρνηση, τα χρόνια των επαφών Μπαλτάκου με τους αρχιναζί, όταν ο Σαμαράς καλούσε σε επανακατάληψη των πόλεων από τους «λαθροεισβολείς». Ήταν η περίοδος που τμήμα του ακροδεξιού ΛΑΟΣ εντάχθηκε στη ΝΔ (Γεωργιάδης, Πλεύρης κ.λπ.) και ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Μαρκογιαννάκης σουλατσάριζε στον Άγιο Παντελεήμονα μαζί με τοπικούς Χρυσαυγίτες, όπως και πρόσφατα ο Μπακογιάννης.
Από αυτή την άποψη έχει δίκιο η ΑΥΓΗ πως δεν είναι ειλικρινώς αντιφασιστικές οι σημερινές προθέσεις των Σαμαρά και Μητσοτάκη. Μόνο που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί στο όνομα των ευθυνών Σαμαρά και Μητσοτάκη να «ξεπλυθεί» ο ίδιος σε κάποια αντιφασιστική κολυμβήθρα του Σιλωάμ…
Ο κόσμος που αναφέρεται στον ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα κινητοποίησης απέναντι στο φασισμό, όπως και απέναντι στη λιτότητα, τον ρατσισμό, την καταστολή και τον πόλεμο. Όμως, σε όλα αυτά τα μέτωπα η πολιτική γραμμή της συμβιβασμένης ηγετικής του ομάδας δεν μπορεί να δώσει πλέον το σύνθημα της αντεπίθεσης και της νίκης.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.