Το Πόρισμα Πισσαρίδη: Ένα αδύναμο κείμενο για μια επιθετική στρατηγική του κεφαλαίου

του Πέτρου Σταύρου

Στις 14 Νοεμβρίου δημοσιεύτηκε η τελική έκθεση του «Σχεδίου ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία», της γνωστής και ως «Πόρισμα Πισσαρίδη». Από τους βασικούς συμβατικούς στόχους της έκθεσης ήταν η επιχειρηματολογία, η παροχή κατευθύνσεων και η συμβουλευτική στήριξη των επιλογών της κυβέρνησης της ΝΔ ως προς τις επενδύσεις των διαρθρωτικών ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της νέας προγραμματικής περιόδου 2021 – 2027 και του νεοϊδρυθέντος Ταμείου Ανάκαμψης για την πανδημία. Ο ουσιαστικός στόχος της μελέτης όμως είναι να αποτελέσει την «αναπτυξιακή» συνέχεια της πολιτικής των μνημονίων και των προγραμμάτων προσαρμογής.

Κατά τους μελετητές, με υπόρρητο τρόπο, τα προγράμματα προσαρμογής, παρότι έχουν σημαντικά σταθεροποιητικά και δημοσιονομικά οφέλη, έχουν ταυτόχρονα και υφεσιακές παρενέργειες -σαν κάτι αναπάντεχο, που δεν το επιδιώκουν τα προγράμματα προσαρμογής- που είναι δυνατόν να ρίξουν την οικονομία σε μακροχρόνιο φαύλο κύκλο μειωμένων προσδοκιών.

Μια έκθεση στα όρια της αποδοχής

Το τελικό κείμενο δεν διαφέρει πολύ από την ενδιάμεση έκθεση του καλοκαιριού του 2020. Η ποιότητα γραφής και ανάλυσης δεν ενθουσίασε καμία και κανέναν, ακόμα και στο νεοφιλελεύθερο στρατόπεδο. Περισσότερο αποτελεί μια συρραφή από θεματικές μελέτες του ΙΟΒΕ και από παλαιότερα πονήματα του ίδιου του Πισσαρίδη και των συνεργατών του, παρά μια φρέσκια και διεπιστημονική ματιά στις δυνατότητες αναπτυξιακής διεξόδου από την παρούσα δύσκολη κατάσταση.

Επιστημονικά πάσχει, στα περισσότερα από τα κεντρικά της επιχειρήματα. Μεθοδολογικά και αναλυτικά είναι επιλεκτική, στον μέγιστο βαθμό, και παραγνωρίζει πλευρές της πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας. Στο πρώτο κεφάλαιο της οικονομικής ανάλυσης, ενώ δεν λείπουν πλευρές της οικονομικής κρίσης και των κλασικών διαρθρωτικών προβλημάτων του ελληνικού καπιταλισμού, απουσιάζουν παντελώς οι επιπτώσεις των κατασταλτικών πολιτικών λιτότητας. Απουσιάζουν επίσης στοιχεία και δεδομένα για το μέγεθος, τις ελλείψεις και την αποτελεσματικότητα ή μη του κοινωνικού κράτους, παρότι αναφέρονται η ανεργία και η φτώχεια ως βασικές μορφές της κοινωνικής δυσανεξίας. Απουσιάζει τέλος μια ποσοτική εκτίμηση για τις ανάγκες πρόσθετης δημοσιονομικής παρέμβασης που δημιουργεί η αντιμετώπιση της πανδημίας.

Στο κεφάλαιο των παγκόσμιων τάσεων απουσιάζει μια αποτύπωση και ανάλυση των παγκόσμιων και περιφερειακών μεταναστευτικών τάσεων και ροών. Απουσιάζουν αναλύσεις για την εξέλιξη και τις οικονομικές επιπτώσεις των κλιματικών και άλλων καταστροφών και κινδύνων που πλήττουν τον πλανήτη όλο και πιο συχνά. Για να είμαστε δίκαιοι όμως, αναφέρεται -ακροθιγώς- η περίπτωση των υλικών κινδύνων.
Στο τρίτο κεφάλαιο, των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας, απουσιάζουν αναφορές σε έννοιες-κλειδιά της ευρωπαϊκής περιφερειακής πολιτικής, όπως είναι η έννοια της κοινωνικής συνοχής και της βιώσιμης και περιεκτικής ανάπτυξης. Ενώ η μελέτη, όπως είπαμε αποτελεί μεταξύ άλλων και εργαλείο σχηματισμού αναπτυξιακών προτάσεων στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων, κάνει εντύπωση η τυπική και σχεδόν βαριεστημένη αναφορά στις έννοιες και τις κατευθύνσεις των ευρωπαϊκών και διαρθρωτικών ταμείων, χωρίς βαθύτερη ανάλυση των ζητημάτων, καθώς και οι κοινότοπες διαπιστώσεις των προβλημάτων που συνδέονται με την υποαξιοποίηση των ευρωπαϊκών κεφαλαίων.

Συνολικά, παραμένει επιστημονικά αδικαιολόγητη η παντελής απουσία συνθετικών αναφορών στη μακροχρόνια φθίνουσα πορεία του ελληνικού καπιταλισμού. Ενώ δεν λείπουν οι αναφορές στα επενδυτικά και αποταμιευτικά κενά της ελληνικής οικονομίας, η ανάλυση δεν προχωρεί στο απαραίτητο βάθος και στη διαπίστωση των μακροχρόνιων παρακμιακών τάσεων, τόσο σε όρους συσσώρευσης παγίου κεφαλαίου όσο και σε όρους απαξίωσης της εργατικής δύναμης και των βασικών δεξιοτήτων.

Με το προτεινόμενο φορολογικό σύστημα, όσο και με την αναδιάταξη των χρηματοδοτικών ροών, από το δημόσιο στους ιδιωτικούς φορείς (βλέπε τις προτάσεις για το κεφαλαιοποιητικό ασφαλιστικό σύστημα), οι πολυπόθητες επενδυτικές δαπάνες δεν θα έρθουν. Εκείνο που λείπει από την ελληνική οικονομία δεν είναι η επενδυτική ρευστότητα, αλλά οι προσδοκίες για μελλοντικά κέρδη. Η φορολογία είναι ένα μερικό εργαλείο ανακατεύθυνσης των επενδυτικών δαπανών. Θα πρέπει όμως αυτές να γίνονται από κάποιο επίπεδο και πάνω. Αν γενικά το ύψος τους είναι εντελώς ανεπαρκές για την αύξουσα αναπαραγωγή του οικονομικού συστήματος, όπως διαπιστώνει με τα δικά της λόγια και η ίδια η έκθεση, τότε η μείωση των φόρων δεν είναι παρά μείωση των δημόσιων εσόδων και αύξηση των εσόδων των επιχειρήσεων και των ατόμων – καπιταλιστών και τίποτα άλλο.

Δεν είναι μνημόνιο, είναι η στρατηγική

Το πόρισμα Πισσαρίδη, παρά τις πολλές αδυναμίες του, τη χαμηλή ποιότητά του και τις μόνιμα επαναλαμβανόμενες κοινοτοπίες του, πρέπει να διαβαστεί προσεκτικά. Όχι γιατί είναι η περιγραφή ενός νέου μνημονίου, όπως συχνά λέγεται (αφού δεν περιέχει απαγορεύσεις, ούτε προσθέτει νέα μέτρα λιτότητας στα ήδη υπάρχοντα, αλλά γιατί αποτελεί τη ρεαλιστική αποτύπωση σημαντικών στοιχείων της μεσομακροπρόθεσμης στρατηγικής του Κεφαλαίου στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Ακολουθούν, λοιπόν, τα κατά τη γνώμη μας πιο περιεκτικά και σημαντικά στρατηγικά στοιχεία της έκθεσης:

To πρώτο μεσοπρόθεσμο στοιχείο στρατηγικής είναι η διαπίστωση πως τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου δεν μπορούν να μειωθούν στον βαθμό που θα το ήθελε μια νεοφιλελεύθερη προγραμματική στόχευση. Στον άμεσο ορίζοντα, ο βαθμός μείωσης της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης θα είναι μικρός. Θα υπάρξει όμως ανατροπή της σύνθεσης και της δομής της φορολογικής επιβάρυνσης. Στο κείμενο δηλώνεται ότι θα ελαφρυνθούν τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα που δημιουργούνται στους τομείς αιχμής της οικονομίας και θα επιβαρυνθούν οι φόροι κατανάλωσης και ακίνητης περιουσίας. Μάλιστα, φαίνεται πως οι φόροι κατανάλωσης θα αυξηθούν τόσο, που οι μελετητές νιώθουν την ανάγκη να συμπληρώσουν τη φορολογική ανατροπή τους με την παροχή ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, στα χαμηλότερα εισοδήματα που θα πλήξουν οι οριζόντιοι καταναλωτικοί φόροι. Η φορολογία ακίνητης περιουσίας θα ορθολογικοποιηθεί και θα περάσει, ολόκληρη, στην Τοπική Αυτοδιοίκηση.

Το δεύτερο, μεσοπρόθεσμο επίσης, στοιχείο της στρατηγικής είναι η επιδίωξη χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων της τάξεως του 1 – 1,5% για τα επόμενα χρόνια. Η στρατηγική αυτή επιδίωξη συμπληρώνει τον πρώτο στρατηγικό στόχο -της αλλαγής της φορολογικής δομής- και επιδιώκει τη δημιουργία επαρκούς δημοσιονομικού χώρου (περίεργη έννοια που ταιριάζει σε «παράλληλα», των πολιτικών προσαρμογής, προγράμματα) για τη χρηματοδότηση δημόσιων επενδύσεων.

Το τρίτο στοιχείο της στρατηγικής είναι η σιωπηρή παραδοχή πως η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης έχει δείξει τα όριά της και πρέπει να αντικατασταθεί από μια μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάπτυξης. Στο πλαίσιο αυτής της αναπτυξιακής διαδικασίας, που θα στηρίζεται στην αύξηση της παραγωγικότητας και στη μετατόπιση της παραγωγής σε κλάδους που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα, τα φορολογικά έσοδα και οι δημόσιες δαπάνες θα αυξάνονται αλλά με χαμηλότερο ποσοστό από τον ρυθμό της οικονομικής μεγέθυνσης, ενώ πιέσεις για μειώσεις θα δεχθεί και ο κοινωνικός μισθός.

Το τέταρτο στοιχείο της στρατηγικής είναι η μεσομακροπρόθεσμη οργάνωση και εκπροσώπηση των εργαζομένων, του ιδιωτικού τομέα, και των ανέργων από το κράτος το ίδιο και όχι από τις αυτόνομες οργανώσεις τους. Τόσο η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος -μέσω της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών- όσο και η διατήρηση του κατώτατου μισθού αλλά και η περαιτέρω εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος αποσκοπούν στη θεσμοποίηση της εκπροσώπησης των εργαζομένων και ανέργων από κρατικούς θεσμούς και στην απονομή στοιχειωδών δικαιωμάτων διά του νόμου. Είναι εντυπωσιακός ο λόγος διατήρησης του κατώτατου μισθού: Θεωρείται ότι είναι ένα μέτρο που αμβλύνει τη διαπραγματευτική ισχύ των εργοδοτών. Παραδέχονται οι συγγραφείς της έκθεσης, που προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τον χώρο της εργοδοσίας, πως η ασυμμετρία πολιτικής ισχύος στην οικονομία έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Η στρατηγική αυτή συνδυάζεται και με την επίθεση στην πολύ μικρή και αντιπαραγωγική επιχειρηματικότητα και αυτοαπασχόληση. Οι χώροι της επιχειρηματικότητας «ανάγκης» θεωρούνται χώροι αντιπαραγωγικοί που απομυζούν πόρους από τους εξαγωγικούς τομείς και διατηρούν στους κόλπους τους μαζικές πρακτικές φοροδιαφυγής και αδήλωτης εργασίας.

Το πέμπτο στοιχείο της στρατηγικής είναι η μεσομακροπρόθεσμη «λύση» του προβλήματος του τραπεζικού τομέα και των «κόκκινων» δανείων. Η επαναφορά της πρότασης της Τράπεζας της Ελλάδος για τη δημιουργία bad bank, ως προτιμότερης λύσης, σε σχέση με τις αργόσυρτες διαδικασίες απομόχλευσης που καθοδηγούνται από τον ευρωπαϊκό SSM φαίνεται ότι επιβάλλεται από τις ανησυχίες του μεγάλου επιχειρηματικού κεφαλαίου για τον κίνδυνο νέας γενιάς «κόκκινων» δανείων και επιχειρήσεων-«ζόμπι» που θα δημιουργήσει η πανδημία του covid-19.

Το έκτο στοιχείο της στρατηγικής στόχευσης είναι το οριστικό πέρασμα ολόκληρου του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων στην υπηρεσία του ιδιωτικού -κατασκευαστικού κυρίως- κεφαλαίου. Αυτό συνεπάγεται την παράλληλη θεσμοποίηση των σχημάτων ΣΔΙΤ, μέσω της επιδίωξης να εισαχθούν βέλτιστες πρακτικές από άλλες χώρες, όπως είναι η δημιουργία ανεξάρτητων αρχών προγραμματισμού και σχεδιασμού των συνολικών υποδομών.

Το έβδομο στοιχείο της μακροπρόθεσμης στρατηγικής του κεφαλαίου είναι η μετάβαση του επικουρικού και επαγγελματικού ασφαλιστικού και συνταξιοδοτικού συστήματος στο κεφαλοποιητικό σύστημα. Η επικουρική ασφάλιση, με επιβολή των δανειστών, είναι ήδη κεφαλοποιητική «νοητά», αφού και λειτουργεί με ατομικούς λογαριασμούς. Η έκθεση προτείνει να γίνει και πραγματικά κεφαλοποιητική, με την ανάθεση της επικουρικής ασφάλισης στους ιδιωτικούς ασφαλιστικούς φορείς. Επίσης, η έκθεση προτείνει την υποχρεωτικότητα της κεφαλαιοποιητικής επικουρικής ασφάλισης, με τη δημιουργία δημόσιου ασφαλιστικού φορέα που θα εποπτεύει το σύστημα. Το μερικό κεφαλαιοποιητικό σύστημα θεωρείται απαραίτητο για τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης και των επενδύσεων. Εκτιμάται επίσης ότι με την κεφαλαιοποίηση -άγνωστο πώς- θα βελτιωθούν και τα μεγέθη της συνολικής αποταμίευσης της ελληνικής οικονομίας.

Τέλος, το όγδοο στοιχείο μεσομακροπρόθεσμης στρατηγικής είναι η αυτοτέλεια και η αξιολόγηση των σχολικών και νοσοκομειακών μονάδων, με τις απαραίτητες βέβαια συγχωνεύσεις. Με υπόρρητο τρόπο δηλώνεται η διάθεση να περικοπεί η δαπάνη χρηματοδότησης των σχολικών και νοσοκομειακών μονάδων, να μειωθεί ο αριθμός τους, και η κάθε αυτοτελής μονάδα να επιδιώξει την μερική αυτοχρηματοδότησή της. Επαναλαμβάνουμε πως κάτι τέτοιο δεν ομολογείται ανοιχτά, συνάγεται όμως από τα συμφραζόμενα. Όπως επίσης, από τα συμφραζόμενα συνάγεται πως η χρηματοδότηση της πρωτοβάθμιας υγείας και της προσχολικής εκπαίδευσης δεν θα προέλθει από την αύξηση των δημόσιων δαπανών αλλά, κυρίως, από εξοικονομήσεις πόρων στην νοσοκομειακή περίθαλψη και αντίστοιχα στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Με λίγα λόγια…

Η προτασεολογία της έκθεσης δεν τελειώνει εδώ. Όμως, αυτά τα οκτώ σημεία αρκούν για να σχηματίσουμε τη συνολική εικόνα της στρατηγικής του κεφαλαίου στην Ελλάδα στη μετα-covid 19 περίοδο. Ελάχιστα από αυτά τα σημεία είναι στην πραγματικότητα αναπτυξιακά. Με άλλα λόγια, ακόμα και τα αναπτυξιακά στοιχεία της έκθεσης έχουν έντονο το άρωμα μιας αρνητικής αναδιανομής. Ορισμένες παρεμβάσεις θα προχωρήσουν, άλλες θα καθυστερήσουν και άλλες συναντούν, ήδη από τώρα, δυσβάσταχτο κόστος μετάβασης. Σημασία όμως έχει ότι επιδιώκεται, με συστηματικό τρόπο, η συνολική εκ νέου ρύθμιση όλων των χρηματοροών της ελληνικής οικονομίας. Υπερ του κεφαλαίου εννοείται!

Δεν γνωρίζουμε αν αυτή η στρατηγική θα επιφέρει κάποια αύξηση του διαθέσιμου εθνικού προϊόντος. Γνωρίζουμε όμως σίγουρα -και η έκθεση μας το κάνει ξεκάθαρο- ότι θα αλλάξουν οι μορφές κατοχής του χρηματικού ισοδύναμου του εθνικού προϊόντος. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, η επικουρική ασφάλιση. Καμία αύξηση της συνολικής αποταμίευσης δεν θα υπάρξει, απλά οι εισφορές στα επικουρικά ταμεία θα μετατραπούν σε χρηματικούς πόρους των ατομικών λογαριασμών που θα δημιουργηθούν στους ιδιωτικούς φορείς ασφάλισης.
Ταυτόχρονα, με την επαναδιευθέτηση των χρηματοροών επιδιώκεται και η επιτάχυνση των εκκαθαριστικών λειτουργιών της κρίσης. Οι ηγεμονεύουσες μερίδες του κεφαλαίου στη χώρα δείχνουν ανυπόμονες να επικρατήσουν επί των αναποτελεσματικών μορφών επιχειρηματικότητας και αυτοαπασχόλησης. Φαίνεται πως κάτι τέτοιο θα συνοδευτεί και από μεγαλύτερη και συνολικότερη κρατική και πατερναλιστική διαχείριση πλευρών της προσφοράς εργασίας, σε σχέση με αυτή που συνέβη κατά την περίοδο εφαρμογής των πρώτων μνημονίων. Το κεφάλαιο επιδιώκει να εισχωρήσει παντού, σε κάθε πτυχή της οικονομικής και κοινωνικής ζωής.

 

 

Πηγή: commune.org.gr

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.