Το έγκλημα του μετεμφυλιακού (παρα)κράτους

Η χούντα των συνταγµαταρχών 1967-74

Του Βαγγέλη Λιγάση

Για την ερµηνεία της 7ετούς δικτατορίας στην Ελλάδα (1967-1974), υπάρχει στην Αριστερά (τουλάχιστον αυτή που δεν εµφορείται από συνωµοσιολογικές αντιλήψεις), µια ευρέως διαδεδοµένη εκδοχή: Η πολιτική κρίση που ξεκίνησε µε αφορµή την διαφωνία Βασιλιά – Παπανδρέου για τον έλεγχο του Στρατού, η είσοδος των µαζών στην πολιτική σκηνή µε τα «Ιουλιανά» (70 ηµέρες διαδηλώσεων και de facto πολιτικής απεργίας), η παράτασή της καθώς οι κυβερνήσεις των «αποστατών» (της Ε.Κ.) διαδέχονταν η µία την άλλη, έκαναν αναγκαίο το στρατιωτικό πραξικόπηµα, ως µέσο ανάσχεσης της περαιτέρω ριζοσπαστικοποίησης των εργαζόµενων µαζών και της εξασφάλισης της ασύδοτης κερδοσκοπίας του µεγάλου κεφαλαίου σε βάρος της εργασίας χωρίς «ενοχλητικές» διαδικασίες όπως εκλογές, συνδικάτα κ.λπ.

Αυτή τη θεώρηση συνεπικουρεί η αποκάλυψη της προετοιµασίας του βασιλικού στρατιωτικού πραξικοπήµατος των «στρατηγών» -τους οποίους όµως πρόλαβαν οι συνταγµατάρχες- και οι «άριστες» σχέσεις των Ελλήνων µεγαλοκαπιταλιστών (κύρια του εφοπλισµού) µε τους χουνταίους.

Τα «δώρα» στους εφοπλιστές και στο κεφάλαιο συνολικά

Πραγµατικά, δεκαπέντε µόλις µέρες µετά το πραξικόπηµα, η κυβέρνηση ήρθε σε επαφή µε τους εφοπλιστές και µετά από έντεκα µήνες ο Γ. Παπαδόπουλος επισκέφθηκε την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ) και δήλωσε πως η ελληνική κυβέρνηση είναι διατεθειµένη να της προσφέρει κάθε υλική βοήθεια. Τον Μάρτιο του 1972 σε δείπνο της ΕΕΕ προς τιµήν της κυβέρνησης, ο Σ. Ανδρεάδης ανακοίνωσε στον Γ. Παπαδόπουλο πως η ΕΕΕ τον ανακήρυξε επίτιµο πρόεδρο. Την ίδια πε-ρί-ο-δο, η χω-ρη-τι-κό-τη-τα του ελ-λη-νι-κού στό-λου υπερ-δι-πλα-σιά-στη-κε (ως σηµαία ευκαιρίας), ενώ οι φόροι των εφο-πλι-στών µειώ-θη-καν σχε-δόν τέσ-σε-ρις φορές (από 3,6 εκατοµµύρια δολάρια το 1968 σε 980.000 δολάρια το 1971). Ένα δι-υ-λι-στή-ριο χα-ρί-στη-κε στον Λάτση (µε δωρεά δηµόσιας γης στην Πετρόλα)
κι από ένα δόθηκε στον Βαρ-δι-νο-γιάν-νη και στον Ανδρεάδη.

Η συνολική οικονοµική πολιτική της χούντας µπορεί να συµπυκνωθεί στο 3πτυχο: α) ασυδοσία/µείωση φορολογίας για το µεγάλο και µεσαίο κεφάλαιο – διεύρυνση της φορολογικής βάσης (αύξηση των φόρων ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 2 µονάδες) και των έµµεσων φόρων (λόγος έµµεσων προς άµεσους φόρους το 1972 1,67), β) διπλασιασµός των δαπανών για δηµόσια έργα (για τους µεγαλοεργολάβους), γ) «χρήµα από το ελικόπτερο» για κάθε λογής επενδύσεις και «επενδύσεις µε γνωριµίες», είτε µε άµεσες κρατικές πιστώσεις (ΕΤΒΑ) είτε µε άντληση πίστωσης των «επενδυτών» από το εξωτερικό µε εγγυήσεις του ∆ηµοσίου.

Αξίζει πραγµατικά στην ελληνική χούντα ο έπαινος της πρωτιάς στην εφαρµογή του νεοφιλελευθερισµού αλά Φρίντµαν και όχι στην χούντα του Πινοσέτ στην Χιλή το 1973 και στα Reaganomics των ’80s.

Η µε-τα-νά-στευ-ση γνώ-ρι-σε νέα ρεκόρ. («Στηρίζοντας» το ελληνικό ισοζύγιο πληρωµών. Σύµφωνα µε στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, τα εµβάσµατα αυξήθηκαν από 239 εκ. δολάρια το 1968 σε 673 εκ. δολάρια το 1974). Ενώ την προδικτατορική 5ετία 1961-1966 ο πραγµατικός µισθός αυξήθηκε κατά 7,07%, την 7ετία 1967-1964 αυξήθηκε κατά 5,25%. Σύµφωνα µε την ΕΣΥΕ τα κέρδη των επιχειρήσεων την περίοδο 1967-1971 αυξήθηκαν περίπου 250%, ενώ τα ηµεροµίσθια κατά 40%…

Ο µύθος του «οικονοµικού θαύµατος»

Παρ’ όλα αυτά, η σχετική θέση του ελληνικού καπιταλισµού κατά την διάρκεια της 7ετίας υποβαθµίστηκε.

Το 1964 ο ρυθµός µεγέθυνσης του ελληνικού ΑΕΠ ήταν 9,4%, το 1965 και το 1966 παρά την κυβερνητική αστάθεια η µεγέθυνση άγγιξε κατά µέσο όρο το 8,65%. Γενικά, η Ελλάδα ήταν πρωταθλητής ανάπτυξης αλλά και αύξησης παραγωγικότητας της εργασίας, µε µέση ετήσια µεταβολή κατά 8,4% την δεκαετία του ’60 ανάµεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ.

Το πέρας της 7ετίας βρήκε τον ελληνικό καπιταλισµό να έχει µεγεθύνει το (εγχώριο) προϊόν του µε µέσο ετήσιο ρυθµό 6% (µε παράταση του «φουσκώµατος» την 3ετία ’69-’71 αλλά µε πλήρη καθίζηση στη συνέχεια ως το 1974).

Παρά τον διπλασιασµό των κρατικών δαπανών για «επενδύσεις», τίποτε που να προωθεί ουσιαστικά τις αναπτυξιακές υποδοµές δεν έµεινε. Ο νεποτισµός και η ασυδοσία των συνταγµαταρχών και του περίγυρού τους µετέτρεψαν τον περισσότερο από αυτόν τον συσσωρευµένο ιδρώτα των εργαζόµενων σε λούσα και εξοχικά. Στον Αµε-ρι-κα-νό McDonald πλη-ρώ-θη-καν 39 εκατ. δο-λά-ρια για να… µη φτιά-ξει την Εγνα-τία Οδό και 406 εκατ. δραχ-µές φα-γώ-θη-καν για να… µη χτι-στεί ο πε-ρι-βό-η-τος να-ός-τά-µα στα Τουρ-κο-βού-νια. Ο Πα-πα-δό-που-λος εκτό-ξευ-σε το δη-λω-µέ-νο ει-σό-δη-µά του στα 4.310.000 δρχ. (µι-σθός ερ-γά-τη 4.000 δρχ.), χρέ-ω-νε το δη-µό-σιο µε 600.000 τον µήνα για το φω-τι-σµό και την ασφά-λεια των βιλών του και διό-ρι-ζε τα αδέρ-φια του υπουρ-γούς και γε-νι-κούς γραµ-µα-τείς υπουρ-γεί-ων! Ο «αντι-πρό-ε-δρος» Μα-κα-ρέ-ζος έκανε τον κου-νιά-δο του υπουρ-γό Γε-ωρ-γί-ας, ο γα-µπρός του Πατ-τα-κού ανα-λάµ-βα-νε έργα του ∆η-µο-σί-ου ένα-ντι εκα-τοµ-µυ-ρί-ων και ο υπουρ-γός Ναυ-τι-λί-ας Ι. Χο-λέ-βας έγινε ξαφ-νι-κά… εφο-πλι-στής µε 40 πλοία.

Παρά τις γενναίες µειώσεις στις κοινωνικές δαπάνες του κρατικού προϋπολογισµού (υγεία-παιδεία), δηλαδή τις δαπάνες αναπαραγωγής της εργατικής δύναµης, και τη µείωση των στρατιωτικών δαπανών ως ποσοστό του ΑΕΠ (που κατέστησε ανίσχυρο τον ελληνικό καπιταλισµό να υπερασπιστεί τα συµφέροντά του, όπως καταδείχθηκε το ’74), αυτές συνολικά 3πλασιάστηκαν σε ονοµαστικές τιµές µε εκρηκτική αύξηση των δαπανών για «ασφάλεια» (θα το ονοµάζαµε δηµοσιονοµική επίπτωση του αστυνοµικού κράτους).

Αυτός ο πλεονασµός δαπάνης, µαζί µε το «χρήµα από το ελικόπτερο» που προείπαµε, σε µεγάλο βαθµό χρηµατοδοτήθηκε µε θεαµατική αύξηση του δηµόσιου χρέους και ακόµη περισσότερο του συνολικού χρέους και σε ένα µικρότερο βαθµό µε απευθείας τύπωµα χρήµατος (µετά την κατάρρευση του κανόνα του χρυσού και της συµφωνίας του Bretton Woods µε πρωτοβουλία των ΗΠΑ).

Έχει διατυπωθεί -και σωστά- ότι η χούντα δανείστηκε 3 φορές περισσότερα χρήµατα απ’ ό,τι όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Η χούντα µετέτρεψε τον ελληνικό καπιταλισµό σε έναν υπερχρεωµένο καπιταλισµό, από τους ουραγούς στον ΟΟΣΑ σε παραγωγικότητα ανά µονάδα εργασίας µε πολλαπλάσιο του µέσου όρου πληθωρισµό (2,2% 61-71, 37,8% το ’74) και τεράστιο έλλειµµα τρεχουσών συναλλαγών (για καταναλωτικά αγαθά) (από µικρό πλεόνασµα που υπήρχε έως το ’66).

Κύρια επιλογή της αστικής τάξης;

Η ανικανότητα της χούντας των συνταγµαταρχών, πέρα από πρόσκαιρα οφέλη µερίδας της αστικής τάξης, να εξυπηρετήσει τα µεσοµακροπρόθεσµα συµφέροντά της αστικής τάξης συνολικά, αποτελεί ασφαλές τεκµήριο ότι δεν ήταν κύρια επιλογή των αστών; Προφανώς όχι.

Ωστόσο, σε αυτό το συµπέρασµα συντείνουν:

α) Η αποτυχία της χούντας να βρει αστικό πολιτικό προσωπικό να υπηρετήσει την ελεγχόµενη «µεταπολίτευση» του ’72-’73 (όταν η αποτυχία της γινόταν εµφανής) πέραν του «ξεχασµένου» Μαρκεζίνη και των αξιοθρήνητων και πρόθυµων να συναινέσουν στον «εκδηµοκρατισµό» της  στελεχών της ηγεσίας του ΚΚΕ (εσ.),

β) οι δυνατότητες που έδινε το µεταπολεµικό οικονοµικό «µπουµ» στους Έλληνες καπιταλιστές να προβούν σε παροχές είτε στο δηµοκρατικό επίπεδο (σε σχέση µε το µετεµφυλιακό κράτος) είτε οικονοµικές (ως µέρος της αύξησης της παραγωγικότητας), και πολύ περισσότερο,

γ) η ανυπαρξία άµεσης ή έµµεσης απειλής για την αστική κυριαρχία (τα «Ιουλιανά» και η κινηµατική άνοδος ήταν πλέον παρελθόν ήδη από τα µέσα του 1966.

Βεβαίως, η χούντα υπηρέτησε τον αστισµό και αυτός «βολεύτηκε» µαζί της, αλλά σίγουρα δεν ήταν κεντρική και αδιαµφισβήτητη επιλογή του.

Η χούντα του 1967-1974 υπήρξε ένα από τα καθυστερηµένα ιστορικά απότοκα του πραγµατικού τρόµου που ένιωσε η αστική τάξη την περίοδο µε κέντρο τον ∆εκέµβρη του 1944.

Έχοντας οικοδοµήσει ένα τρίπολο εξουσίας µε τον Στρατό, τον Βασιλιά και ένα «ανάπηρο» Κοινοβούλιο, η αστική τάξη για πολύ καιρό δεν θέλησε και τελικά δεν κατάφερε να µετασχηµατίσει το σύστηµα διακυβέρνησης και εξουσίας σε πιο συγκεντρωτική – σύγχρονη µορφή.

Η ελληνική αστική τάξη δηµιούργησε και γαλούχησε τους παλιούς ταγµαταλήτες – Χίτες, τους ΜΑΥδες, τον «Ιερό Λόχο», µετέπειτα τους Γιοσµάδες και Γκοτζαµάνηδες, την οργάνωση «Καρφίτσα», ανέχτηκε τον «Ι∆ΕΑ» και τα οπερετικά πραξικοπήµατά του, επινόησε τον «ΑΣΠΙ∆Α» κ.λπ.

Όταν ήρθε η ώρα, πρώτα µε τον Κ. Καραµανλή που αναρωτήθηκε σε σχέση µε τον Βασιλιά «ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο» και µετά µε τον Γ. Παπανδρέου που προσπάθησε να ελέγξει τον Στρατό, να πει σε όλους αυτούς «ευχαριστούµε για τις υπηρεσίες σας, δεν σας χρειαζόµαστε πλέον», ήταν αργά και δεν τόλµησε καν να το ψελλίσει.

Οι µηχανισµοί έχουν το δικό τους ένστικτο αυτοσυντήρησης, έχουν δική τους δυναµική και καµιά φορά κάνουν τα δικά τους «ανιστορικά» καπρίτσια…

Βέβαια, ένα τέτοιο «καπρίτσιο», γέµισε δυστυχία και σκοτάδι τα γήπεδα του Παναθηναϊκού, της ΑΕΚ και το «Καραϊσκάκη», τα στρατοδικεία και τα κολαστήρια της «Μπουµπουλίνας».

Γι’ αυτά τα χαµένα «καλύτερά µας χρόνια» (τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ για την περίοδο) που, πέρα από τον «γύψο» και τα βασανιστήρια, δηλητηριάστηκαν µε  θρησκοληψία, βλαχοµπαρόκ αισθητική και… µυξοκαθαρεύουσα, δεν θα κακίσουµε βέβαια την αστική τάξη (που έκανε τη «δουλειά» της), αλλά την «επίσηµη» αριστερά (τουλάχιστον). Αλλά αυτό είναι µια άλλη συζήτηση.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.