του Αλέξη Λιοσάτου
∆ασµοί, πρώτα µέτρα και κινήσεις Τραµπ
Στις αρχές Φλεβάρη η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε την επιβολή δασμών 25% στα περισσότερα αγαθά που εισάγονται στις ΗΠΑ από το Μεξικό και τον Καναδά και πρόσθετων δασμών 10% από την Κίνα.
Μεξικό, Καναδάς και Κίνα είναι οι 3 μεγαλύτεροι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ, καθώς μαζί πωλούν σχεδόν τα μισά από τα αγαθά που εισάγονται στη χώρα. Και με τις 3 χώρες οι ΗΠΑ ωστόσο καταγράφουν σημαντικό εμπορικό έλλειμμα. Αντίστοιχα, με την ΕΕ οι ΗΠΑ διατηρούν εμπορικό έλλειμμα 131,3 δισ. δολαρίων.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος έκανε λόγο για προσάρτηση του Καναδά, πιέζοντάς τον για απόλυτη ευθυγράμμιση με τις ΗΠΑ, της Γροιλανδίας αλλά και της διώρυγας του Παναμά. Το μυαλό της αμερικανικής άρχουσας τάξης είναι στην Αρκτική, αλλά και στην προοπτική δημιουργίας του «Σιδηρού Θόλου» Β.Αμερικής, δηλαδή ενιαίου αντιπυραυλικού συστήματος των Καναδά-ΗΠΑ για θωράκιση απέναντι στον κίνδυνο εξ Ανατολών (Κίνα-Ρωσία).
Το ίδιο ισχύει και για Καναδά-Γροιλανδία. Ο Καναδάς φιλοξενεί ορυκτά που θεωρούνται κρίσιμα για χρήση σε διάφορες βιομηχανίες, συμπεριλαμβανομένων των μπαταριών ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ηλιακών συλλεκτών και ημιαγωγών.
Ενώ η Γροιλανδία βρίσκεται σε μία προνομιακή διαδρομή ναυσιπλοΐας και διακίνησης εμπορευμάτων. Σημείο – κλειδί είναι η κλιματική αλλαγή και το λιώσιμο των πάγων που ανοίγει νέες και πιο σύντομες διαδρομές για τα εμπορικά πλοία. Ήδη το λιώσιμο των πάγων έχει προκαλέσει το ενδιαφέρον της Κίνας, που έχει δείξει σημαντικό ενδιαφέρον για μια νέα διαδρομή μέσω της Αρκτικής. Επίσης ο πάγος που υποχωρεί θα μπορούσε να ανοίξει περιοχές για γεωτρήσεις για πετρέλαιο και φυσικό αέριο και μέρη για εξόρυξη κρίσιμων ορυκτών.
Όσο για τη Διώρυγα του Παναμά, οι ΗΠΑ επιδιώκουν να τη διασχίζουν οικονομικότερα τα αμερικανικά πλοία.
Τις επόμενες μέρες ανακοινώθηκαν δασμοί κι απέναντι στην ΕΕ. Ο δασμολογικός πόλεμος στην ΕΕ εν μέρει είναι διπλωματική πίεση για μια άλλη «κατανομή» των δαπανών για την «άμυνα» στο ΝΑΤΟ, ή μια αύξηση στις πωλήσεις αμερικανικού LNG.
Η επιπλέον φορολόγηση 10% που επέβαλε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ στην Κίνα απαντήθηκε με φόρους 15% στις εισαγωγές άνθρακα και υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ εξήγγειλαν νέους δασμούς απέναντι στην Κίνα. Τον Μάρτιο και μέχρι τα μέσα Απριλίου είχαμε κλιμάκωση του δασμολογικού πολέμου. Η ΕΕ ανακοίνωσε «αντιδασμούς» σε αμερικανικές εισαγωγές, όπως κι ο Καναδάς και η Κίνα, η οποία απάντησε με αύξηση δασμών κατά 34%. Οι ΗΠΑ απείλησαν με νέους δασμούς ύψους 50% και στη συνέχεια με 104%, με το Πεκίνο να απαντά με δασμούς 84% και κυρώσεις σε αμερικανικές εταιρείες και τον Τραμπ να ανταπαντά με δασμούς 125%.
Το «πινγκ πονγκ» στην επιβολή δασμών και σε «διορθωτικές» κινήσεις συνεχίστηκε, με την κυβέρνηση Τραμπ να ανεβάζει στο 145% τους δασμούς για τα κινεζικά προϊόντα που εισάγονται στις ΗΠΑ και το Πεκίνο να απαντά αυξάνοντας και εκείνο ξανά τους δασμούς στις εισαγωγές προϊόντων από τις ΗΠΑ, από 84% σε 125%, με απειλές για αυξήσεις 245%, αλλά και …3.521% σε φωτοβολταϊκά που εισάγονται από Καμπότζη, Μαλαισία, Ταϊλάνδη και Βιετνάμ, αφού αυτές φιλοξενούν πληθώρα θυγατρικών κινεζικών ομίλων.
Από τα μέσα Απριλίου οι δασμολογικές κόντρες φαίνεται να εξασθένησαν, με την κυβέρνηση Τραμπ να ανακοινώνει «προσωρινή» αναστολή δασμών με τις υπόλοιπες χώρες (και διατήρηση μιας μικρής σχετικά αύξησης στους δασμούς), στη συνέχεια μερικές εξαιρέσεις κινεζικών προϊόντων από τους δασμούς, να κάθεται στο τραπέζι με την κινέζικη ομόλογή της και τελικά (12/5/2025) να καταλήγουν σε συμφωνία για προσωρινή αναστολή δασμών και με την Κίνα.
ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΕΝΤΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΟΥΣΑΣ ΤΑΞΗΣ ΤΩΝ ΗΠΑ και ΧΑΛΙΝΑΡΙ
Όπως αναμενόταν κι όπως έγινε και στην προηγούμενη θητεία του, αυτό το «ξεσάλωμα» Τραμπ γέννησε προβληματισμούς εντός της άρχουσας τάξης, ακόμα και μερίδων του κεφαλαίου που στήριξαν τον Τραμπ και τελικά του έβαλαν χαλινάρι.
Προηγήθηκε μια σειρά «προβληματισμών» στο εσωτερικό των ΗΠΑ για τις συνέπειες των σαρωτικών δασμών που ανακοίνωσε η Ουάσιγκτον, ακόμα και εντός τμημάτων του κεφαλαίου που υποστηρίζουν τον Τραμπ.
Στις 8/4/2025 η μεγάλη αστική εφημερίδα Wall Street έκανε λόγο για «τον πιο ηλίθιο εμπορικό πόλεμο στην ιστορία».
Ο καπιταλιστής Μπιλ Ακμαν, ο οποίος υποστήριξε τον Τραμπ ζήτησε να δοθεί περιθώριο τριών μηνών στην εφαρμογή των δασμών κι έκανε κριτική στην πολιτική του Τραμπ, χαρακτηρίζοντάς την «έναρξη οικονομικού πυρηνικού πολέμου».
. Ο πρόεδρος της JP Morgan Chase, Τζέιμι Ντάιμον, δήλωσε ότι «κατά πάσα πιθανότητα θα δούμε πληθωριστικές πιέσεις και ο Ιλον Μασκ δήλωσε ότι «ιδανικά, η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να κινηθούν προς μια κατάσταση μηδενικών δασμών».
Ο ΠΟΕ δήλωσε ότι «οι κλιμακούμενες εμπορικές εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας συνιστούν μια σημαντική απειλή για απότομη μείωση στο διμερές εμπόριο… και μπορεί να οδηγήσουν μακροπρόθεσμα σε μείωση του παγκόσμιου πραγματικού ΑΕΠ κατά σχεδόν 7%», ενώ αυξάνεται η πολιτική αβεβαιότητα. Άλλες προβλέψεις έκαναν λόγο για ακόμα μεγαλύτερη μείωση του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Οι πρώτες αναλύσεις έκαναν λόγο για αύξηση τιμών που θα προκαλούσε αυτή η πολιτική θα κόστιζε πάνω από 300 δολάρια μηνιαίως στα λαϊκά νοικοκυριά αλλά και θα επιβάρυνε τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που εξαρτώνται από το διεθνές εμπόριο, οδηγώντας σε νέο κύκλο λιτότητας και ανεργίας.
Σε αρνητικές αναθεωρήσεις των προβλέψεών του για την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία προχώρησε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) αλλά και μεμονωμένα για τις οικονομίες των ΗΠΑ,ΕΕ, Κίνας, Ιαπωνίας, Ρωσίας, Ινδίας. Ανακοίνωσε ότι «Η αβεβαιότητα είναι πολύ υψηλή και η επιχειρηματική εμπιστοσύνη έχει αρχίσει να εξασθενεί», κι ανακοίνωσε προβλέψεις για μεγάλη αύξηση του δημόσιου χρέους, που «είναι πολύ υψηλό και αυξάνεται διαρκώς», μέχρι τουλάχιστον το 2030.
Η διοίκηση του τεχνολογικού κολοσσού της Nvidia εξέφρασε ανησυχίες ότι θα υποστεί «πλήγμα» 5,5 δισ. δολαρίων, μετά το «μπλόκο» των ΗΠΑ στις εξαγωγές τσιπ Τεχνητής Νοημοσύνης στην Κίνα.
Ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της αμερικανικής πολιτείας της Καλιφόρνιας, Γκάβιν Νιούσομ, δήλωσε ότι θα αμφισβητήσει στα δικαστήρια τους δασμούς που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ . «Η Καλιφόρνια είναι η μεγαλύτερη βιομηχανική πολιτεία (των ΗΠΑ ), ένας από τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους στον κόσμο. Καμία άλλη πολιτεία δεν θα πληγεί περισσότερο». Η Καλιφόρνια παράγει το 14% του αμερικανικού ΑΕΠ.
O Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, υποστήριξε ότι η κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί με τον εμπορικό πόλεμο με το Πεκίνο είναι μη βιώσιμη, δηλώνοντας ότι πρακτικά ΗΠΑ και Κίνα επέβαλαν εμπάργκο εισαγωγών ο ένας στον άλλο, κάτι που θα οδηγούσε και τις δυο οικονομίες σε μεγάλα προβλήματα.
Οι ΗΠΑ ήταν ο μεγαλύτερος ζημιωμένος του ανεξέλεγκτου δασμολογικού πολέμου, με το ΑΕΠ να μειώνεται το α’ τρίμηνο κατά 0,3%, για πρώτη φορά από το 2022.
Μια πρόταση των Δημοκρατικών για άρση των δασμών Τραμπ που συζητήθηκε στη Γερουσία, έλαβε 49 ψήφους υπέρ και 49 κατά, με απόντα 1 Ρεπουμπλικάνο και 3 Ρεπουμπλικάνους να ψηφίζουν την πρόταση των Δημοκρατικών.
Mια σειρά από μεγάλους βιομηχανικούς καπιταλιστές στις ΗΠΑ (πχ Caterpillar, General Electric – GE, US Steel, Nucor), όπως και η πολεμική βιομηχανία, πίεζαν για περισσότερο προστατευτικές πολιτικές απέναντι στους Κινέζους και Ευρωπαίους ανταγωνιστές, αλλά αυξήθηκαν κατακόρυφα οι ανησυχίες στους αμερικανικούς ομίλους «υπηρεσιών» στο εξωτερικό (πχ Goldman Sachs, JP Morgan, BlackRock), που θα πλήττονταν, όπως και πολυεθνικές με τεράστια εξάρτηση από τις φτηνές εισαγωγές από την Κίνα και τη ΝΑ Ασία, όπως η Walmart, η Nike κ.τ.λ.
Το χρηματιστήριο των ΗΠΑ χτυπήθηκε σοβαρά, και οι μαζικές πωλήσεις ομολόγων του αμερικανικού Δημοσίου, που οδήγησαν σε άνοδο των αποδόσεών τους, σηματοδότησαν μια πρωτοφανή δυσπιστία ως προς την ασφάλεια που μπορούν να παρέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο. Οι μετοχές των «Μεγαλοπρεπών Επτά» της Αμερικής (Amazon, Apple, Google (Alphabet), Microsoft, Facebook (Meta), Tesla και Nvidia), βρέθηκαν πτωτική πορεία.
Η Goldman Sachs αύξησε την πιθανότητα ύφεσης φέτος στο 35% από 20% και τώρα αναμένει ότι η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ των ΗΠΑ θα φθάσει μόνο το 1% φέτος. Η οικονομική πρόβλεψη της Atlanta Fed για το ΑΕΠ πλέον για το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους (που μόλις έληξε) προβλέπει συρρίκνωση κατά 1,4% σε ετήσια βάση (δηλαδή -0,35% σε επίπεδο τριμήνου).
Μεγάλοι ξένοι επενδυτές προειδοποίησαν ότι ο ρόλος του δολαρίου ως ασφαλές λιμάνι για τα παγκόσμια επενδυτικά κεφάλαια απειλείται, όπως κι η αξιοπιστία της Αμερικής ως εμπορικός εταίρος, κι ως επενδυτικός προορισμός. Ότι εξελίσσεται μια προοπτική διεθνούς υποβάθμισης του δολαρίου, κι ενίσχυσης του ευρώ, του Ελβετικού φράγκου, του γουάν και του γιεν, με προβλέψεις για μαζική έξοδο από το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Ο δείκτης δολαρίου του Bloomberg στις αρχές Μαΐου έπεσε περίπου 8% τον Μάιο σε σχέση με τον Ιούνιο και όλα τα ασιατικά νομίσματα ενισχύθηκαν έναντι του δολαρίου τον τελευταίο μήνα. Υπάρχει μια «σημαντική ανισορροπία στον κόσμο που θέτει το δολάριο σε ευάλωτη θέση».
Ήδη τα προηγούμενα χρόνια οι κυρώσεις και ο γενικός εμπορικός πόλεμος ανάγκασαν την Κίνα να παρακάμψει το δολάριο επισπεύδοντας το εναλλακτικό σύστημα διατραπεζικών συναλλαγών CIPS με βάση το γουάν, ενώ η δέσμευση των συναλλαγματικών αποθεμάτων της Ρωσίας σε δυτικές τράπεζες, προκάλεσε ανησυχία σε πολλές χώρες, ωθώντας τες εκτός δολαρίου προς την Κίνα, αποσταθεροποιώντας το δολάριο και μειώνοντας τη δυνατότητα των ΗΠΑ να ανατροφοδοτούν το τεράστιο χρέος τους.
Όπως εξηγούσε πριν έναν μήνα ο μαρξιστής οικονομολόγος Μάικλ Ρόμπερτς, οι δασμοί δεν θα πετύχουν τους στόχους τους για μια σειρά λόγους.
«Πρώτον, θα υπάρξουν αντίποινα από άλλα εμπορικά έθνη.. Δεύτερον, οι εισαγωγές και οι εξαγωγές των ΗΠΑ δεν αποτελούν πλέον την καθοριστική δύναμη στο παγκόσμιο εμπόριο… Αυτό σημαίνει ότι το εμπόριο από άλλα έθνη εκτός των ΗΠΑ θα μπορούσε να αντισταθμίσει οποιαδήποτε μείωση των εξαγωγών προς τις ΗΠΑ… Αντίθετα το παγκόσμιο εμπόριο θα μειωθεί και η στασιμότητα της οικονομίας των ΗΠΑ θα επιδεινωθεί. Οι εισαγωγικοί δασμοί δεν θα βελτιώσουν το εμπορικό ισοζύγιο ούτε, κατά συνέπεια, θα δημιουργήσουν απαραίτητα θέσεις εργασίας στη μεταποίηση… Αντίθετα, θα αυξήσουν τις τιμές για τους καταναλωτές και θα τιμωρήσουν τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, οι οποίες είναι ιδιαίτερα δυναμικές και παραγωγικές… Οι δασμοί του Τραμπ θα προσθέσουν μόνο την πιθανότητα μιας νέας αύξησης του εγχώριου πληθωρισμού και μιας καθόδου στην ύφεση… (Επιπλέον) οι δασμοί δεν αποτέλεσαν ποτέ ένα αποτελεσματικό εργαλείο οικονομικής πολιτικής που μπορεί να δώσει ώθηση στην εγχώρια οικονομία. Στη δεκαετία του 1930, οι δασμοί συνέβαλαν σε περαιτέρω συρρίκνωση της παραγωγής στο πλαίσιο της Μεγάλης Ύφεσης … καθώς επικράτησε το «κάθε χώρα για τον εαυτό της… Μεταξύ των ετών 1929 και 1934, το παγκόσμιο εμπόριο μειώθηκε κατά περίπου 66%, καθώς οι χώρες παγκοσμίως εφάρμοσαν μέτρα εμπορικών αντιποίνων… Ολοένα και περισσότερες μελέτες υποστηρίζουν ότι ένας πόλεμος δασμών «μία σου και μία μου» θα οδηγήσει μόνο σε μείωση της παγκόσμιας ανάπτυξης, ενώ θα ωθήσει τον πληθωρισμό προς τα πάνω.»
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές ανησυχούσαν βαθιά ακόμα και πριν την εκλογή Τραμπ. Η καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία βρίσκεται ήδη σε περίοδο ύφεσης από το 2008 και υπήρχαν προβλέψεις για μια βαθιά οικονομική ύφεση στις ΗΠΑ και διεθνώς μέσα στη φετινή χρονιά. Η ατζέντα Τραμπ θεωρήθηκε ότι θα επισπεύσει τις εξελίξεις.
Επιπλέον η Κίνα δεν «τσίμπησε»: δήλωσε ξανά και ξανά ότι δεν ανέχεται το μπούλινγκ των ΗΠΑ, ότι «δεν θέλει να πολεμήσει, αλλά (και) δεν φοβάται να πολεμήσει μέχρι τέλους», δήλωση με πολλές αναγνώσεις και υπονοούμενα. Ευρωπαίοι ηγέτες επίσης δεν «μάσησαν», απαντώντας έμμεσα ότι «υπάρχουν κι αλλού πορτοκαλιές» και απειλώντας με σύσφιξη εμπορικών σχέσεων με την Κίνα: «αν οι ΗΠΑ ξεκινήσουν εμπορικό πόλεμο, αυτός που θα γελάει είναι η Κίνα». Πράγματι η Κίνα ανακοίνωσε την ετοιμότητά της «να υπερασπιστεί μαζί με την ΕΕ και τη Βρετανία το «ελεύθερο» «πολυμερές εμπόριο».
«Η κίνηση του Τραμπ θα ωθήσει το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού ή οικονομίας να εμπορεύονται περισσότερο μεταξύ τους… μακροπρόθεσμα, θα προωθήσουν κάθε συνεργασία μεταξύ των χωρών», δήλωναν Κινέζοι αξιωματούχοι. Πράγματι, εν αναμονή των αυξήσεων των δασμών από τον Τραμπ, κορυφαίοι εμπορικοί αξιωματούχοι από την Κίνα, την Ιαπωνία και τη Νότια Κορέα συναντήθηκαν σε τριμερή διάσκεψη για να συζητήσουν την εντατικοποίηση της οικονομικής συνεργασίας μεταξύ των τριών δυνάμεων. Η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα είναι οι σημαντικότεροι μακροχρόνιοι σύμμαχοι της Αμερικής στην Ασία. Η Κίνα λοιπόν βρήκε την ευκαιρία να λανσάρεται ως πυλώνας «σταθερότητας και προβλεψιμότητας» για την παγκόσμια οικονομία. Σήμερα ενισχύεται ακόμα περισσότερο η επιρροή της Κίνας και της Ρωσίας σε περιοχές όπως η Λατινική Αμερική και η Αφρική.
Αυτές ήταν οι πιέσεις που οδήγησαν τον Τραμπ να «λογικευτεί». Μόνο που, σε αντίθεση με ό,τι ίσως πιστεύεται, ο Τραμπ δεν είναι καθόλου «παρανοϊκός».
Ο ΚΙΝΕΖΙΚΟΣ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ ΠΡΟΕΛΑΥΝΕΙ
Ο Τραμπ είναι ο εκπρόσωπος της πιο επιθετικής αντιμετώπισης του κινέζικου ιμπεριαλισμού, που απειλεί ευθέως την πρωτοκαθεδρία του αμερικάνικου στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα. Η φθίνουσα ισχύς των ΗΠΑ οδηγεί όλο και μεγαλύτερο τμήμα του κεφαλαίου στην επεξεργασία προγράμματος για την πολεμική (εντός κι εκτός εισαγωγικών) αντιμετώπιση της Κίνας κι αυτό εκπροσωπεί ο Τραμπ, αλλά και όλο το πολιτικό προσωπικό των ΗΠΑ.
Η βιομηχανία της Κίνας είναι πλέον η κυρίαρχη δύναμη στην παγκόσμια παραγωγή και το εμπόριο. Η παραγωγή της υπερβαίνει την παραγωγή των εννέα επόμενων μεγαλύτερων κατασκευαστών μαζί. Η Κίνα έχει σήμερα εκτοπίσει τις ΗΠΑ στην παγκόσμια αγορά, στο βαθμό που σήμερα αποτελεί τον βασικό εμπορικό εταίρο 120 χωρών. Κατέστη 2η οικονομική δύναμη διεθνώς το 2010, όταν ξεπέρασε την Ιαπωνία και τη Γερμανία και από το 2014 είναι η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ενώ σύντομα θα είναι «αντικειμενικά» (σε ονομαστικό ΑΕΠ, δηλαδή σε δολάρια). Ξεπέρασε το 2018 τις ΗΠΑ σε βιομηχανική παραγωγή και μόλις το 2023 έφτασε στο 31,6% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής, διπλάσιο ποσοστό δηλαδή σε σχέση με αυτό που αντιπροσωπεύουν οι ΗΠΑ. Ενώ μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κυριαρχούσε, η αμερικανική ναυπηγική βιομηχανία σήμερα ελέγχει πλέον μόλις το 0,1% της παγκόσμιας πίτας της ναυπηγικής βιομηχανίας, στην οποία κυριαρχούν ναυπηγεία που εδρεύουν σε Κίνα, Νότια Κορέα και Ιαπωνία, όπου ναυπηγείται πάνω από το 95% των πλοίων που κατασκευάζονται διεθνώς. Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα που έφερε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ , Βανς, σε πρόσφατη ομιλία του: Μία μόνο κινεζική εταιρεία ναυπήγησε πέρυσι περισσότερα πλοία απ’ όσα ναυπήγησαν συνολικά οι ΗΠΑ …από τον Β’ ΠΠ μέχρι σήμερα». Στον δε τομέα παραγωγής ηλιακών συλλεκτών (ηλιακοί θερμοσίφωνες) «στα τέλη της δεκαετίας του 1990 οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ο μεγαλύτερος παραγωγός ηλιακών συλλεκτών παγκοσμίως. Ωστόσο η ηλιακή βιομηχανία των ΗΠΑ ξεπεράστηκε από την Ιαπωνία, η οποία στη συνέχεια ξεπεράστηκε από τη Γερμανία και τελικά εκείνη ξεπεράστηκε από την Κίνα το 2008 (…) Σήμερα η Κίνα κυριαρχεί στην παγκόσμια παραγωγή ηλιακής ενέργειας, με πάνω από 80% μερίδιο αγοράς»… Χαρακτηριστική είναι και η εικόνα σε μια σειρά κλάδους όπως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα και οι ΑΠΕ, με την Κίνα να ξεπερνά πλέον τα αντίπαλα ιμπεριαλιστικά κέντρα σε τομείς όπου είχαν το προβάδισμα. Την ίδια ώρα η Κίνα βρίσκεται στην πρώτη θέση σε ρομπότ που μπαίνουν στην παραγωγή κάθε χρόνο, και σε μια σειρά από άλλους δείκτες αποτυπώνουν τη συνεχή ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών (Big Data, IOT, 3d εκτύπωση κ.ο.κ.) στην παραγωγή, ενώ αμφισβητεί την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ και σε μια σειρά κρίσιμες νέες τεχνολογίες, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη (το πρόσφατο παράδειγμα του DeepSeek είναι ενδεικτικό), οι κβαντικοί υπολογιστές, το Cloud κ.λπ.
Η Κίνα προπορεύεται πλέον στη διεθνή κατάταξη των κρατών, στις top-500 επιχειρήσεις-μονοπώλια, ενώ το ίδιο ισχύει και για τους top-500 δισεκατομμυριούχους. Η Κίνα είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αγαθών (17,5%) και είναι η δεύτερη μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες σε άμεσες ξένες επενδύσεις. Στην Αφρική είναι ο πρώτος εμπορικός κι επενδυτικός εταίρος και δανειστής ενώ στη Λατινική Αμερική είναι δεύτερος εμπορικός εταίρος και σημαντικός επενδυτής.
Η Αφρική και η Μέση Ανατολή κατέγραψαν αμφότερες τα υψηλότερα επίπεδα των ανακοινωθέντων κινεζικών ΑΞΕ το 2024. Η Σαουδική Αραβία, κομβικός σύμμαχος των ΗΠΑ, ήταν ο μεγαλύτερος αποδέκτης κινεζικών ΑΞΕ το 2023.
Η Κίνα έχει επίσης αρχίσει να διεκδικεί ολόκληρη τη Νότια Σινική Θάλασσα εις βάρος όλων των άλλων γειτονικών χωρών. Η θάλασσα αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες οδούς του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου (το 60% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου και πάνω από το 22% του συνολικού παγκόσμιου εμπορίου περνάει από αυτήν) και διαθέτει τεράστια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Όσο μεγαλώνει η ισχύς και η διεθνής επιρροή της Κίνας, τόσο δυσκολεύονται να στρατευτούν ανοιχτά εναντίον της τα κράτη της Ευρώπης, της ΝΑ Ασίας, της Μ. Ανατολής. Ο βασικός προσανατολισμός των ΗΠΑ λοιπόν είναι να ανασχέσουν την κινέζικη ενίσχυση σε όλα τα επίπεδα, πριν προλάβει η Κίνα να πάρει απόσταση ασφαλείας από τις ΗΠΑ σε επίπεδο οικονομίας, πριν επεκταθεί σε δικές τους αγορές κι αποκτήσει νέους πολιτικούς και διπλωματικούς δεσμούς με χώρες που πρόσκεινται στις ΗΠΑ, πριν προλάβει να εξοπλιστεί τόσο ώστε να μπορεί να απειλεί τις ΗΠΑ κ.ο.κ. Στην πραγματικότητα το αμερικανικό κεφάλαιο το έχει πάρει απόφαση ότι μια πολεμική αναμέτρηση με την Κίνα είναι απλά αναπόφευκτη και πρέπει να προετοιμάζεται γι’ αυτό από τώρα, επιταχύνοντας τις εξελίξεις με «κάθε αναγκαίο μέσο».
Έτσι από τις πρώτες μέρες της νυν θητείας Τραμπ, ο Ρ. Λάιτθιζερ, σύμβουλος εμπορίου του Τραμπ δήλωσε «Πρέπει να αναρωτηθούμε πώς θα διεξαγάγουμε έναν πόλεμο, αν ποτέ κληθούμε να διεξαγάγουμε έναν πόλεμο με την Κίνα, όταν εκείνη είναι στη σημερινή κατάσταση τέσσερις φορές πιο ικανή να μπορεί να παράγει όσα χρειάζονται για έναν πόλεμο;… Η Κίνα κατά τη γνώμη μου, για μένα, αποτελεί υπαρξιακή απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έχουν τον μεγαλύτερο στρατό στον κόσμο και τον μεγαλώνουν κι άλλο, το μεγαλύτερο Ναυτικό στον κόσμο και το μεγαλώνουν κι άλλο (…) Διεξάγουν έναν οικονομικό πόλεμο ενάντια στις Ηνωμένες Πολιτείες και κερδίζουν αυτόν τον πόλεμο για τουλάχιστον τις τελευταίες τρεις δεκαετίες…».
Ενώ απαντώντας σε ερώτημα για το αν μπορεί να αποφευχθεί ένας στρατιωτικός πόλεμος μόνο με οικονομικά κι εμπορικά μέσα απάντησε διπλωματικά (;)… ένα μεγαλοπρεπές ΟΧΙ. «Κάποιος εμποδίζει έναν πόλεμο αν διαθέτει τον ισχυρότερο στρατό, την καλύτερη οικονομία, την καλύτερη τεχνολογία. Αν τα κάνει αυτά μία δύναμη, τότε οι σύμμαχοι έρχονται σε αυτόν…». Αυτό που περιγράφει ο Λάιτθιζερ είναι το «προηγούμενο καθεστώς», που επέβαλε την pax Americana τις δεκαετίες του ’90 και του 2000, όταν όλοι πειθαρχούσαν στις ΗΠΑ από φόβο. Μόνο έτσι μπορεί να αποτραπεί ο πόλεμος, μας λέει εδώ ο αστός σύμβουλος. Αλλά αυτό δεν ισχύει σήμερα, αφού η πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ αμφισβητείται σε όλα τα επίπεδα και οι σύμμαχοι πλέον κοιτούν όλο και περισσότερο προς την Κίνα και τα επενδυτικά της κεφάλαια. Τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια; Ουσιαστικά σήμερα μας λέει ότι ο παγκόσμιος πόλεμος είναι αναπόφευκτος…
ΕΞΟΠΛΙΣΤΙΚΟΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ
Το κινέζικο καθεστώς μειώνει τη στρατιωτική απόσταση με τις ΗΠΑ και φέρεται να προηγείται αυτών σε κάποιους τομείς, όπως τα υπερηχητικά οπλικά συστήματα. Οι στρατιωτικές δαπάνες της είναι οι δεύτερες υψηλότερες στον κόσμο μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες. Διαθέτει το μεγαλύτερο πολεμικό ναυτικό στον κόσμο. Είναι 3η πυρηνική δύναμη στον κόσμο (μετά από ΗΠΑ και Ρωσία) και αυξάνει συνεχώς τα πυρηνικά της με πρόγραμμα που «τρέχει» στον συνεχή πολλαπλασιασμό τους (και στόχο τον υπερτριπλασιασμό σε σχέση με το 2022) μέχρι το 2035. Η δεκαετής πραγματική αύξηση του Πεκίνου ήδη είναι σχεδόν 60%, περίπου τριπλάσια από το 19% της Αμερικής.
Στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, μια περιοχή όπου οι ΗΠΑ κυριαρχούσαν μετά τον Πόλεμο του Ειρηνικού, η Κίνα στήνει στρατιωτικά φυλάκια σε βράχους και νησίδες, έχει αναπτύξει πυραύλους που είναι ικανοί να βυθίσουν αμερικανικά αεροπλανοφόρα κι έχει στόχο να κυριαρχήσει επί των ΗΠΑ.
Οι ΗΠΑ διατηρούν το στρατιωτικό προβάδισμα έναντι της Κίνας, αλλά ο παγκόσμιος χαρακτήρας των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων τους αποτελεί ταυτόχρονα αδυναμία. Οι δυνάμεις τους είναι απλωμένες σε πολλές ηπείρους. Οι δυσκολίες που είχαν οι ΗΠΑ στην παροχή πολεμικού υλικού στην Ουκρανία κατά τον πόλεμό της με τη Ρωσία, αναδεικνύουν τα προβλήματα της παραγωγικής δυνατότητας της αμυντικής βιομηχανίας τους.
Πολλοί δυτικοί στρατιωτικοί αναλυτές πιστεύουν ότι η Κίνα είναι πλέον σε θέση να διεξάγει έναν νικηφόρο πόλεμο απέναντι στις ΗΠΑ για την Ταϊβάν, αν αυτός γίνει με συμβατικά – μη πυρηνικά όπλα.
Η αμερικανική άρχουσα τάξη με τον πόλεμο στην Ουκρανία συνειδητοποίησε ότι δεν διαθέτει τη στρατιωτική δυνατότητα να πάει σε πόλεμο με την Κίνα. Για παράδειγμα, η Ουκρανία χρησιμοποιεί 8.000 βλήματα πυροβολικού την ημέρα κατά της Ρωσίας. Οι ΗΠΑ μπορούσαν να παράγουν μόνο 14.000 το μήνα -δηλαδή κάτι λιγότερο από βλήματα για 2 μέρες. Ένας πόλεμος με την Κίνα θα απαιτούσε πολύ περισσότερα βλήματα σε ημερήσια βάση. Οι ΗΠΑ ενίσχυσαν κάπως την παραγωγική τους δυνατότητα, αλλά τα απαρχαιωμένα εργοστάσιά τους μπορούσαν να αυξήσουν την παραγωγή μόλις στα 40.000 βλήματα τον μήνα. Η κυβέρνηση Μπάιντεν ήταν ανίκανη να αλλάξει αυτή την κατάσταση. Αυτήν τη στιγμή οι ΗΠΑ δεν μπορούν να παράξουν πολλά από τα όπλα που είναι αναντικατάστατα σε έναν πόλεμο με την Κίνα. Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, Οι ΗΠΑ παρήγαγαν το 70% όλων των αεροπλάνων, τανκς, πλοίων, φορτηγών και πυρομαχικών της πολεμικής προσπάθειας των Συμμάχων. Ενώ σήμερα … εξαρτάται από τις αποφάσεις του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος για πολλές βιομηχανικές και στρατιωτικές προμήθειες.
Τα αμερικανικά αποθέματα στρατιωτικών αγαθών είναι πολύ χαμηλά για να είναι συμβατά με τα συμφέροντα των ΗΠΑ και πρέπει να μεγιστοποιηθεί η παραγωγή τους. Εξ ου κι ο προτεινόμενος προϋπολογισμός για το 2026 θα αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες κατά 13% σε σύγκριση με το 2025, ενώ οι μη αμυντικές δαπάνες θα μειωθούν κατά 23%, στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2017.
Ο Τραμπ πρότεινε μια γρήγορη αύξηση του πολεμικού προϋπολογισμού στο 5% του ΑΕΠ, δηλαδή σε 1,5 τρισ. δολάρια. Και αυτή θα είναι μόνο η αρχή. Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ο πολεμικός προϋπολογισμός ήταν κάθε χρόνο στο 6-8% του ΑΕΠ και μερικές φορές έφτανε και στο 10%. Χρειάζονται αυτά τα χρήματα για να εκσυγχρονίσουν τον στρατό, να επιδοτήσουν τα εργοστάσια πυρομαχικών και να αναπτύξουν νέες μορφές διεξαγωγής πολέμου με χρήση υψηλών τεχνολογιών και της τεχνητής νοημοσύνης.
Ο Τραμπ πιέζει την ΕΕ να αυξήσει τις στρατιωτικές της δαπάνες και «να αναλάβει τις ευθύνες της» απέναντι στη Ρωσία, για να συγκεντρωθούν οι Αμερικανοί ιμπεριαλιστές στην ανάσχεση της Κίνας, που αποτελεί «πολύ μεγαλύτερη οικονομική απειλή και απειλή εθνικής ασφάλειας για την Αμερική από ό,τι η Ρωσία». Απαιτεί (κι εκβιάζει) από τις χώρες της ΕΕ να ξοδεύουν το 5% του ΑΕΠ για τον στρατό, εξασφαλίζοντας έτσι (πέρα από τη διευκόλυνση του πίβοτ και το στρίμωγμα των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων) και πωλήσεις αμερικανικών όπλων. Ήδη τα όπλα που εισάγονται στην ΕΕ από τις Ηνωμένες Πολιτείες υπερδιπλασιάστηκαν μεταξύ 2020 και 2024. Ωστόσο οι Ευρωπαίοι δεν χρειάζονταν τον Τραμπ: οι ευρωπαϊκές χώρες άρχισαν να αυξάνουν σημαντικά τους στρατιωτικούς τους εξοπλισμούς … μετά την κρίση του 2008. Το περασμένο έτος ήταν το δέκατο συνεχές έτος αύξησης των παγκόσμιων στρατιωτικών δαπανών. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις του SIPRI, η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών του 2024 διεθνώς σε σχέση με το 2023 αποτέλεσε ρεκόρ μετά το 1988.
Η Γερμανία φέτος αποφάσισε να ξοδέψει 500 δις για εξοπλισμό και στοχεύει να γίνει πυρηνική δύναμη. Τα 800 δις της ΕΕ για εξοπλισμούς αποφασίστηκαν πριν από την εκλογή του Τραμπ. Μεταξύ 2021 και 2024, οι αμυντικές δαπάνες στην ΕΕ αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 30%. Όλοι οι αστοί βεβαίως είναι αποφασισμένοι ότι τους εξοπλισμούς αυτούς θα τους πληρώσει η εργατική τάξη. Ένας Βρετανός συντηρητικός αρθρογράφος έγραψε ευθέως στους Financial Times (Βρετανία) ότι «Η Ευρώπη πρέπει να περικόψει το κράτος πρόνοιας για να οικοδομήσει ένα κράτος πολέμου». Ευρωπαίοι ηγέτες υποστήριξαν δε ότι το σχέδιο επανεξοπλισμού θα μπορούσε να δώσει ώθηση στη στάσιμη οικονομικά Ευρώπη, μέσω ενός είδους στρατιωτικού κεϋνσιανισμού. Παρόμοια κούρσα εξοπλισμών τρέχουν τα τελευταία χρόνια όλες οι μεγάλες και μεσαίες εθνικές-αστικές δυνάμεις του πλανήτη.
ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΠΩΛΕΙΑ ΙΣΧΥΟΣ ΤΩΝ ΗΠΑ …
Για τους πιο διορατικούς εκπρόσωπους της αστικής τάξης, μετά το 1990 ένας αντίπαλος ήταν ξεκάθαρο ότι ίσως κάποτε απειλήσει την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ: η Κίνα.
Ο αμερικανικός «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» στο Αφγανιστάν στις αρχές του 21ού αιώνα στόχευε –τουλάχιστον εν μέρει– να αποτρέψει την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας στην Κεντρική Ασία.
Το 2011, η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Ιράκ ακολουθήθηκε από την αγορά όπλων της ιρακινής κυβέρνησης, ενώ τα περισσότερα κοιτάσματα πετρελαίου πέρασαν στα χέρια κυρίως της Κίνας. Το Ιράν ενισχύθηκε αντί να αποδυναμωθεί, ενώ το 2021 οι ΗΠΑ αποχώρησαν και από το Αφγανιστάν, προς ικανοποίηση της Κίνας. Όλες αυτές οι εξελίξεις παράλληλα επιβράδυναν την «ενασχόληση» των ΗΠΑ με την Κίνα. Αυτή το εκμεταλλεύτηκε η τελευταία για να προελάσει στην Αφρική, την Κεντρική και τη Λ.Αμερική, την Ασία και την Ευρώπη. Καθώς οι δυτικές οικονομίες αναπτύσσονταν υποτονικά μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η ταχεία ανάκαμψη της Κίνας και ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξής της μέχρι και 12% υπογράμμιζε ακόμα πιο έντονα τη σχετική υποχώρηση των ΗΠΑ.
Η αμφισβήτηση της αμερικανικής ηγεμονίας στην περιοχή ΝΑ Ασίας-Ειρηνικού από την Κίνα αποτέλεσε την αιτία του που ο Ομπάμα κάλεσε το 2012 για «πίβοτ στην Ασία», με στόχο την αποστολή του 60% των αμερικανικών στρατευμάτων στην περιοχή της ΝΑ Ασίας και του Ειρηνικού, όπως και την απόσυρσή τους από τη Μέση Ανατολή.
Από τότε ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός άρχισε να καλεί τους συμμάχους του να «αναλάβουν τις ευθύνες τους», για να δοθεί η δυνατότητα στις ΗΠΑ να επικεντρωθούν στην ανάσχεση της Κίνας.
Αυτή η μερική «απόσυρση» των ΗΠΑ αναγνώστηκε σωστά εν μέρει και ως αδυναμία της «αυτοκρατορίας», οδηγώντας αρκετές χώρες να κινούνται με ακόμη περισσότερη αυτοπεποίθηση και αυτονομία έναντι των ΗΠΑ, με πιο «ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική».
Και στην προηγούμενη θητεία του (2017-2020) ο Τραμπ υποσχόταν να ανακόψει την οικονομική άνοδο και διείσδυση Κίνας και να αποκαταστήσει πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ, επιβάλλοντας υψηλούς δασμούς σε μια σειρά χώρες. Και τότε οι δασμοί απαντήθηκαν, η ανταλλαγή απειλών δημιούργησε πανικό στα χρηματιστήρια, έστρεψε μερίδες του κεφαλαίου με προσανατολισμό στη διεθνή αγορά ενάντια στον Τραμπ. Και τότε σε μεγάλο βαθμό οι «αγορές» υποχρέωσαν τον Τραμπ σε αναδίπλωση, βλέποντας τον κίνδυνο επιτάχυνσης της μεταφοράς κινέζικων επιχειρήσεων σε άλλες χώρες της ΝΑ Ασίας ή στη Λατινική Αμερική για να αποφύγουν τους δασμούς. Τελικά η Κίνα και το νέο «ανατολικό μπλοκ» συνέχισαν να κερδίζουν έδαφος.
Η Ρωσία συνέχισε να συσφίγγει δεσμούς με την Κίνα, η συμμαχία των BRICS συνέχισε να διευρύνεται και να αναπτύσσεται οικονομικά (σήμερα παράγουν το 40% του παγκοσμίου ΑΕΠ) σε βάρος της Δύσης, με την προωθούμενη αποδολαριοποίηση να ενισχύει πρωτίστως το γουάν.
O Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης που σήμερα παράγει το 36% του παγκόσμιου ΑΕΠ διευρύνθηκε, οι δυτικές κυρώσεις στη Ρωσία ακυρώθηκαν στην πράξη από τη συμμαχία της με τις BRICS και τη συμμαχία πετρελαιοπαραγωγών χωρών OPEC.
Όχι τυχαία, λίγο πριν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία (αρχές 2022), η Κίνα είχε υπογράψει μια νέα πιο στενή στρατηγική συνεργασία με τη Ρωσία. Η Ρωσία είχε πλέον αρκετή αυτοπεποίθηση για να «μπουκάρει» στην Ουκρανία και είχε κάνει ήδη τα …κουμάντα της για να αντιμετωπίσει τις δυτικές «κυρώσεις». Το διμερές εμπόριο Κίνας – Ρωσίας έχει αυξηθεί σταθερά την τελευταία δεκαετία και έχει ενταθεί μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Το 2024, το συνολικό εμπόριο μεταξύ τους έφτασε τα 245 δισ. δολάρια, περισσότερο από το διπλάσιο του 2020. Όχι τυχαία επίσης ο Πούτιν απάντησε στο τελεσίγραφο των Τραμπ-Ζελένσκι για 30ήμερη κατάπαυση του πυρός (12/5/2025) ή νέες «μαζικές» κυρώσεις. «Είμαστε συνηθισμένοι στις κυρώσεις. Επομένως, η προσπάθεια να μας τρομάξουν με αυτές τις κυρώσεις είναι χάσιμο χρόνου. Και είναι μάλλον δικό τους πρόβλημα το γεγονός ότι αισθάνονται ανήσυχοι.» Μέχρι και σήμερα (22/5) οι διαπραγματεύσεις είναι στον αέρα, με τον Πούτιν απορρίπτει το τελεσίγραφο και να διεκδικεί μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας και τον Τραμπ να φαίνεται ότι υποχωρεί και να συμβιβάζεται με την ιδέα της συνέχισης του πολέμου.
Η Κίνα κατέλαβε διάφορα διαφιλονικούμενα νησιά στον Ειρηνικό για να εγκαταστήσει στρατιωτικές βάσεις και ελέγξει σε κομβικά δρομολόγια της διεθνούς ναυσιπλοΐας. Εγκατέστησε στρατιωτική βάση στο Τζιμπουτί (στην Ερυθρά θάλασσα), για να υποστηρίξει τις ανάγκες του κινεζικού στόλου στο δυτικό τμήμα του Ινδικού ωκεανού και την ανατολική Μεσόγειο. Προχώρησε σε μεγάλες επενδύσεις στην περιοχή της Αιγύπτου γύρω από το Σουέζ (από όπου διέρχεται το 12% του παγκοσμίου εμπορίου) με δημιουργία μια μεγάλης οικονομικής ζώνης κινεζικών συμφερόντων. Στα σχέδια της βρίσκεται η διάνοιξη διώρυγας Kra στην Ταϊλάνδη που θα παρακάμπτει το στενό της Μάλακα αλλά και νέα διώρυγα στη Νικαράγουα (ως απάντηση στη διώρυγα του Παναμά που ελέγχεται από τις ΗΠΑ.
Η κλιματική αλλαγή με το λιώσιμο των πάγων δημιουργεί μια ακόμα θαλάσσια δίοδο από την Σανγκάη μέχρι το Ρότερνταμ μέσω της Βόρειας Θάλασσας την οποία εποφθαλμιά η Κίνα. Ωστόσο, βρίσκεται υπό τον έλεγχο της Ρωσίας, η οποία έχει επανεξοπλίσει την περιοχή τόσο λόγω του διαδρόμου όσο και λόγω των πρώτων υλών που κρύβουν οι πάγοι του αρκτικού κύκλου. Η απάντηση των ΗΠΑ είναι η επάνδρωση των υφιστάμενων βάσεων στην Βόρεια Νορβηγία και η ενεργοποίηση του στόλου του Ατλαντικού, που θα ελέγχει την έξοδο από την Βόρεια θάλασσα.
Οι ΗΠΑ διατηρούν προς το παρόν στρατιωτική υπεροχή έναντι της Κίνας. Αλλά χάνουν γρήγορα το οικονομικό, επιστημονικό και τεχνολογικό τους πλεονέκτημα από την Κίνα. Και η απόσταση στρατιωτικά μειώνεται. Έτσι ήδη τον Απρίλιο του 2023 η Κριστίν Λαγκάρντ έλεγε μεταξύ άλλων: «Αυτή η περίοδος σχετικής σταθερότητας [η «παγκοσμιοποίηση» υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ] μπορεί τώρα να δώσει τη θέση της σε μια περίοδο διαρκούς αστάθειας… Με τον αυξανόμενο ανταγωνισμό μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, οι τεκτονικές πλάκες της γεωπολιτικής μετατοπίζονται γρηγορότερα». Ή όπως το έθεσε πρόσφατα ο Ρούμπιο, νέος Υπ.Εξ. του Τραμπ: “Η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων έχει μετατραπεί σε όπλο στα χέρια των ανταγωνιστών μας”, συνειδητοποιώντας μάλιστα… θλιμμένος ότι “ο μονοπολικός κόσμος υπήρξε μια ανωμαλία της ιστορίας».
Η πολιτική των δασμών σήμερα αποτελεί κομμάτι της στρατηγικής της άρχουσας τάξης των ΗΠΑ. Το πρόβλημα περιγραφόταν από εκπροσώπους της με την ανάληψη της κυβέρνησης από τον Μπάιντεν με λίγες λέξεις: «Οι σύμμαχοί μας ούτε μας εμπιστεύονται ούτε μας σέβονται πλέον, και οι εχθροί μας δεν μας φοβούνται πια». Μπάιντεν, Τραμπ, Χάρις, ακόμα κι ο «αριστερός» Μπέρνι Σάντερς συμφωνούν για σκλήρυνση της στάσης των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα και προτεραιοποίησή της ως εχθρού. Με τα λόγια ενός συμβούλου του Μπάιντεν το 2021, οι προτεραιότητες της κυβέρνησης θα έπρεπε να είναι: «Η Κίνα. Η Κίνα. Η Κίνα. Και η Ρωσία». Το 2021 συγκροτήθηκε η AUKUS, η τριμερής στρατηγική συνεργασία Αυστραλίας-Βρετανίας-ΗΠΑ, με στόχο την αντιμετώπιση της κινέζικης «απειλής». Η κυβέρνηση Μπάιντεν διατήρησε τους δασμούς της πρώτης θητείας Τραμπ κι επέβαλε νέους στην Κίνα. Σήμερα οι δασμοί διεθνώς αγγίζουν το ρεκόρ του τελευταίου αιώνα, με τις αναλύσεις να παρομοιάζουν τα ύψη των σημερινών δασμών με τις εποχές που προηγήθηκαν των δυο παγκοσμίων πολέμων.
Από την άλλη σήμερα οι ΗΠΑ αυτή την περίοδο βρίσκονται σε σχετικά καλή συγκυρία. Την τελευταία δεκαετία έγιναν από μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον πλανήτη. Ο Τραμπ στην πρώτη του θητεία ενίσχυσε τη συνειδητοποίηση της αμερικανικής άρχουσας τάξης ως προς την απειλή της Κίνας. Ο Μπάιντεν συνέχισε τη στοχοποίηση της Κίνας, ενώ η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έσπρωξε και πάλι την ΕΕ στην αγκαλιά των ΗΠΑ. Οι μεγάλες Ευρωπαϊκές χώρες συνειδητοποίησαν ότι ήταν ανίκανες να αμυνθούν απέναντι σε μια πυρηνική Ρωσία και ότι χρειάζονταν στρατιωτική προστασία από τις ΗΠΑ. Ο Τραμπ το εκμεταλλεύτηκε για να πει στους Ευρωπαίους συμμάχους του στο ΝΑΤΟ να «αναλάβουν τις ευθύνες τους» και να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους. Αυτό οδήγησε σε αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες σε όλη την Ευρώπη.
Οι ΗΠΑ ανταγωνίζονται τον κινεζικό «νέο δρόμο του μεταξιού» με άλλη εμπορική οδό, την IMEC, που θα συνδέει την Ινδία με την Ευρώπη και την Ελλάδα. Το σχέδιο αυτό προϋποθέτει μια ομαλή κατάσταση στη Μέση Ανατολή πράγμα που είναι δύσκολο να επιτευχθεί με ανοιχτά θέματα στη Συρία, στο Λίβανο, στην Υεμένη, στο Κουρδιστάν και στη Γάζα. Επίσης τα ανοιχτά μέτωπα στη Μ.Ανατολή επιβραδύνουν το αναγκαίο «πίβοτ» στον Ειρηνικό. Έτσι εξηγούνται η δήλωση Τραμπ περί ανάληψης κατοχής της Γάζας από τις ΗΠΑ (παρόλο που αναδιπλώθηκε μετά την αντίδραση των αραβικών χωρών, ιδιαίτερα της Σ.Αραβίας), η χαλαρή στάση τους απέναντι στο γενοκτονικό ξεσάλωμα του Ισραήλ ή η κλιμάκωση των επιθέσεων στην Υεμένη και η επιδίωξη εξασθένησης και υποταγής του Ιράν. Στη Συρία (κυρίως με την ανατροπή του Άσαντ) και στον Λίβανο (με τις επιθέσεις των Σιωνιστών) πρόσφατα εξασθένησε η δύναμη της Ρωσίας και του Ιράν.
Σήμερα ο Τραμπ επιχειρεί να προωθήσει τη διχοτόμηση της Ουκρανίας, αναγκάζοντας τον Ζελένσκι να υπογράψει την παράδοση του 20% των εδαφών της στη Ρωσία και το 50% του ορυκτού πλούτου στις ΗΠΑ (ανεπιτυχώς όπως είπαμε μέχρι στιγμής λόγω των ορέξεων του Πούτιν). Στόχος του «Τραμπισμού» είναι ο προσεταιρισμός της Ρωσίας, η εξασθένηση των δεσμών της με την Κίνα, η δημιουργία φόβου και φυγόκεντρων τάσεων στην ΕΕ και η άνοδος της «ευρωσκεπτικιστικής» Ακροδεξιάς. Ο Τραμπ υποστήριξε το Brexit, συμβάλλοντας στην στέρηση από την ΕΕ μιας μεγάλης οικονομικής δύναμης και του πιο ετοιμοπόλεμου στρατού της. Οι ΗΠΑ προτιμούν μια κατακερματισμένη Ευρώπη όπου θα διαπραγματεύονται με κάθε χώρα ξεχωριστά.
Σε κάθε περίπτωση όλα αυτά καθιστούν δεδομένο ότι ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο από τη μεταπολεμική δυτική ιμπεριαλιστική ηγεμονία και την «παγκοσμιοποίηση» προς έναν «πολυπολικό» κόσμο με αμφισβήτηση της αμερικανικής ηγεμονίας στη διεθνή ιμπεριαλιστική αλυσίδα.
…ΚΑΙ ΤΥΜΠΑΝΑ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
‘Όμως τίποτα το θετικό δεν προμηνύεται από αυτή την εξέλιξη. Όλοι οι δείκτες αστάθειας και φόβου βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο. Παρά την όποια «συμφωνία» η όξυνση όλων των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων δεν έχει επιστροφή. Με όλα τα πίσω-μπρος, η αμερικάνικη άρχουσα τάξη φαίνεται να ομονοεί στη στοχοποίηση και στην επιθετικότερη αντιμετώπιση και ανάσχεση της Κίνας.
Είναι πολύ δύσκολο να πειστούν οι αμερικανικές εταιρίες να επαναπατριστούν από την Κίνα στις ΗΠΑ και να αυξήσουν τα κέρδη τους. Γι’ αυτό ο Τραμπ προωθεί γιγάντιες φοροαπαλλαγές, διάλυση των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, μαζικές απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων. Γι’ αυτά του τα μέτρα ήδη έχει στρέψει εναντίον του ένα τμήμα της εκλογικής του βάσης. Αλλά, αν μην τι άλλο, όλες οι μερίδες του κεφαλαίου («παγκοσμιοποιητικές» ή μη) τον στηρίζουν σε αυτή την κατεύθυνση.
Παρά το ότι οι δασμοί είναι μια πολιτική που έχει ήδη αποτύχει, αξιοποιούνται αφενός ως μηχανισμός απειλής και διαπραγμάτευσης κι αφετέρου αποτελούν μέρος ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου αποσύνδεσης των ΗΠΑ από την κινεζική οικονομία. Τμήμα της άρχουσας τάξης έχει πειστεί ότι οι ΗΠΑ δεν µπορούν να είναι η κυρίαρχη στρατιωτική δύναµη αν συνεχίσουν να εξάγουν τη βιοµηχανία και την τεχνολογία τους σε άλλες χώρες.
Γι’ αυτό η νέα ατζέντα Τραμπ δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως business as usual ούτε ως «καπρίτσιο του τρελού φασίστα» αλλά ως ποιοτική κλιμάκωση της τακτικής «πίβοτ» από όλες τις πλευρές: στρατιωτικές, οικονομικές, πολιτικές. Όλοι οι αναλυτές συμφωνούν ότι αυτή τη φορά ο Τραμπ έχει πολύ μεγαλύτερη στήριξη από το κεφάλαιο. Κι αυτό αντανακλά στην όλο και μεγαλύτερη συνειδητοποίησή τους ότι αν οι ΗΠΑ συνέχιζαν να υπερασπίζονται το ελεύθερο εμπόριο, θα συνέχιζαν να χάνουν από την Κίνα. Ότι το στάτους κβο δεν δουλεύει και ότι τα πράγματα πρέπει να αλλάξουν.
Οι αναλυτές σήμερα, σε αντίθεση με το 2017-2020, δεν φαίνεται να ανησυχούν τόσο για τις «υπερβολές» του Τραμπ, όσο για το ενδεχόμενο να … κάνει παραχωρήσεις στην Κίνα, διαψεύδοντας την προσδοκία για μια συνεκτική και μακροπρόθεσμη αντι-κινεζική πολιτική.
Σε κάθε περίπτωση όλες οι κυβερνήσεις κρίνονται από το κατά πόσο (και πόσο γρήγορα) θα πετύχουν βελτίωση της θέσης του αμερικανικού καπιταλισμού στη διεθνή ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Ο Τραμπ μπορεί να χάσει τα ερείσματά του στην άρχουσα τάξη και να εξαφανιστεί από το προσκήνιο. Ωστόσο οι Αμερικανοί καπιταλιστές βλέπουν ότι η Κίνα είναι ο ισχυρότερος οικονομικός και στρατιωτικός αντίπαλος που είχαν ποτέ κι είναι πεπεισμένοι ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί αποφασιστικά, έστω κι αν ρισκάρεται η αποσταθεροποίηση της ίδιας της Δύσης. Διότι αν δεν ανακόψουν οι ΗΠΑ επιθετικά την πορεία της Κίνας τώρα, οι όροι θα είναι ακόμα περισσότερο σε βάρος τους αργότερα. Αυτό είναι που κάνει τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό επικίνδυνα απρόβλεπτο κι επωάζει τους (επόμενους) Τραμπ και Μπάιντεν.
Ακόμα χειρότερα: Αμερικανοί και Κινέζοι ιμπεριαλιστές φαίνεται από τα παραπάνω να έχουν ξεκαθαρίσει ότι οι διαφορές τους θα λυθούν με παγκόσμιο πόλεμο, πιθανά και πυρηνικό πόλεμο και προετοιμάζονται γι’ αυτό.
Το πρόγραμμα του Τραμπ δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα πρόγραμμα προετοιμασίας των ΗΠΑ για να διεξάγουν και να κερδίσουν έναν πόλεμο με την Κίνα. Ο Τραμπ έχει επιφορτιστεί και με το καθήκον να προετοιμαστεί ο αμερικανικός πληθυσμός για πόλεμο με την Κίνα. Αυτό είναι το βασικό νόημα του εθνικισμού, της «ματσό» anti–woke ατζέντας και του πολέμου στην Αριστερά και το εργατικό κίνημα. Στόχος είναι να «παλινορθωθεί το ήθος του πολεμιστή».
Τίποτε από αυτά δεν σημαίνει ότι ένας πόλεμος με την Κίνα είναι έτοιμος να ξεσπάσει. Και οι δύο πλευρές καταλαβαίνουν ότι αυτήν τη στιγμή δεν είναι έτοιμες για έναν τέτοιο πόλεμο. Οι ΗΠΑ αυτήν τη στιγμή είναι απολύτως ανίκανες να πάνε σε πόλεμο ενάντια στην Κίνα και παρέμειναν απροετοίμαστες για ένα τέτοιο ενδεχόμενο επί πολλά χρόνια. Ούτε η Κίνα αισθάνεται άνετα με μια στρατιωτική αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ ενώ ο χρόνος κυλάει υπέρ της, άρα για την Κίνα ισχύει το «αργότερα = καλύτερα». Επιπλέον, μια επιθετική κίνηση από την Κίνα στην Ταϊβάν, διακινδυνεύει να εξωθήσει τις γειτονικές χώρες (Ινδία, Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Βιετνάμ, Φιλιππίνες) πιο βαθιά στο αμερικανικό στρατόπεδο.
Αλλά η ιστορία έχει δείξει ότι οι πιο επικίνδυνες εποχές είναι αυτές που μια ανερχόμενη δύναμη αμφισβητεί την μέχρι στιγμής κυρίαρχη δύναμη. Σε ένα φόντο κλιμάκωσης και οικονομικής ύφεσης πληθαίνουν οι εστίες έντασης που μπορεί να οδηγήσουν σε «ατυχήματα» γενικευμένης ανάφλεξης.
Είναι σαφές το μέλλον που μας επιφυλάσσουν οι άρχουσες τάξεις διεθνώς: φτώχεια, πόλεμος, εθνικισμός και πόλεμος. Είναι σαφές και το καθήκον της διεθνούς εργατικής τάξης για να επιβιώσει από όλα αυτά: οργάνωση των αγώνων της, διεθνιστική αλληλεγγύη, «εκπαίδευση» απέναντι στον εθνικισμό, τον μιλιταρισμό και τον πόλεμο, διεθνής σοσιαλιστική προοπτική. Για να εξασφαλίσει ψωμί αντί για κανόνια και για να μην καταλήξει κρέας για τα κανόνια.