
Της Ελένης Αναστασιάδου
Σε μια εποχή όπου οι πόλεις μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο σε πεδία κερδοφορίας, όπου η στέγη αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα και οι ανθρώπινες ζωές ως παράμετροι ενός σχεδιασμού που υπηρετεί τις ανάγκες της αγοράς και της εξουσίας, τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας συνεχίζουν να στέκονται ως μια ζωντανή υπενθύμιση ότι υπάρχουν ακόμη χώροι που δεν υποτάσσονται εύκολα. Χώροι που κουβαλούν ιστορία, μνήμη, αγώνες και συλλογικές εμπειρίες. Χώροι που επιμένουν να ανήκουν στους ανθρώπους τους.
Τα Προσφυγικά είναι ένας χώρος όπου συναντιούνται διαφορετικές γενιές προσφύγων, μεταναστών, εργαζομένων και αγωνιστών. Ένας τόπος που έχει βρεθεί πολλές φορές στο επίκεντρο κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων, ακριβώς επειδή αρνείται να μετατραπεί σε ένα αποστειρωμένο μνημείο χωρίς ζωή. Σήμερα, η σύγκρουση γύρω από το μέλλον των Προσφυγικών δεν αφορά μόνο ένα σύνολο κτιρίων. Αφορά το ποιος έχει δικαίωμα στην πόλη. Αφορά το αν οι γειτονιές θα αποτελούν χώρους κατοικίας, κοινωνικών σχέσεων και συλλογικής ζωής ή αν θα παραδίδονται σταδιακά στη λογική της εμπορευματοποίησης, της επιτήρησης και του ελέγχου. Αφορά το αν οι άνθρωποι που ζουν σε έναν τόπο θα έχουν λόγο για το μέλλον του ή αν οι αποφάσεις θα λαμβάνονται αποκλειστικά από κρατικούς μηχανισμούς και διοικητικά επιτελεία που αντιμετωπίζουν τις κοινότητες ως πρόβλημα προς διαχείριση.
Για όσους και όσες επιλέγουν να βλέπουν την πραγματικότητα μέσα από τους ψυχρούς όρους της διοίκησης, τα Προσφυγικά είναι ένα ζήτημα «ανάπλασης». Για εμάς όμως, και για χιλιάδες ανθρώπους που παρακολουθούν εδώ και χρόνια τον αγώνα που δίνεται εκεί, το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: μπορεί να υπάρξει οποιαδήποτε παρέμβαση σε έναν τέτοιο χώρο χωρίς τη συναίνεση και τη συμμετοχή των ανθρώπων που τον κατοικούν; Μπορεί να υπάρξει πραγματική αποκατάσταση ενός ιστορικού τόπου όταν αυτή συνεπάγεται τη διάλυση της κοινότητας που τον κρατά ζωντανό;
Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών μάς διδάσκει ότι οι λέξεις «ανάπτυξη», «αναβάθμιση» και «αξιοποίηση» σπάνια είναι ουδέτερες. Από τις εργατικές γειτονιές που εκτοπίζονται στο όνομα της τουριστικής επέκτασης μέχρι τις λαϊκές συνοικίες που μετατρέπονται σε επενδυτικά πεδία, η ίδια λογική επαναλαμβάνεται διαρκώς. Οι άνθρωποι που ζουν, εργάζονται και δημιουργούν σχέσεις σε έναν τόπο θεωρούνται αναλώσιμοι μπροστά στις επιδιώξεις της αγοράς και των μηχανισμών εξουσίας. Οι κοινότητες διαλύονται και στη θέση τους προωθείται ένα μοντέλο πόλης όπου η αξία του χώρου μετριέται αποκλειστικά με οικονομικούς όρους.
Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, τα Προσφυγικά αποτελούν κάτι πολύ περισσότερο από ένα ιστορικό συγκρότημα κατοικιών. Αποτελούν μια κοινότητα που έχει καταφέρει να επιβιώσει και να αναπτυχθεί μέσα από την αλληλεγγύη και την αυτοοργάνωση. Έναν χώρο όπου άνθρωποι διαφορετικών καταγωγών, γλωσσών και εμπειριών έχουν συνυπάρξει, έχουν δημιουργήσει δεσμούς και έχουν οικοδομήσει μορφές συλλογικής ζωής που σπάνια συναντώνται στις σύγχρονες μητροπόλεις. Εκεί όπου το κράτος εμφανίζεται συχνά μόνο μέσω της καταστολής ή της εγκατάλειψης, οι κάτοικοι και οι αλληλέγγυοι δημιούργησαν δίκτυα υποστήριξης, φροντίδας και κοινής δράσης.
Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τα Προσφυγικά τόσο σημαντικά. Επειδή αποδεικνύουν στην πράξη ότι υπάρχουν ακόμη δυνατότητες συλλογικής οργάνωσης απέναντι στη διάλυση των κοινωνικών δεσμών που επιβάλλει ο σύγχρονος καπιταλισμός. Σε μια περίοδο που η απομόνωση, ο ανταγωνισμός και η επισφάλεια παρουσιάζονται ως φυσικοί νόμοι, τα Προσφυγικά υπενθυμίζουν ότι οι άνθρωποι μπορούν να ζουν διαφορετικά. Μπορούν να μοιράζονται, να στηρίζουν ο ένας τον άλλο και να υπερασπίζονται από κοινού τον χώρο και τη ζωή τους. Η πολύμηνη απεργία πείνας που πραγματοποίησαν ο Αριστοτέλης Χαντζής και η Suzon Doppagne αποτέλεσε την πιο δραματική έκφραση αυτής της σύγκρουσης. Όταν άνθρωποι φτάνουν να θέτουν σε κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή για να υπερασπιστούν μια κοινότητα, δεν έχουμε μπροστά μας μια συνηθισμένη πολιτική διαφωνία. Έχουμε μπροστά μας μια κραυγή αγωνίας και ταυτόχρονα μια πράξη βαθιάς πολιτικής αξιοπρέπειας. Μια υπενθύμιση ότι πίσω από τα σχέδια, τις συμβάσεις και τις διοικητικές αποφάσεις υπάρχουν πραγματικοί άνθρωποι που αρνούνται να αποδεχθούν τον εκτοπισμό ως αναπόφευκτη μοίρα.
Μετά από 140 ημέρες απεργίας πείνας για τον Αριστοτέλη Χαντζή και 55 ημέρες για τη Suzon Doppagne, οι δύο αγωνιστές ανακοίνωσαν τη λήξη της. Η απόφαση αυτή δεν σηματοδοτεί το τέλος του αγώνα, αλλά τη μετάβασή του σε μια νέα φάση. Ελήφθη συλλογικά, μέσα από τη συζήτηση και την αποτίμηση των εξελίξεων που διαμορφώθηκαν το τελευταίο διάστημα, καθώς η κινητοποίηση κατάφερε να αναδείξει το ζήτημα των Προσφυγικών σε ολόκληρη την κοινωνία και να δημιουργήσει ένα ευρύ κύμα αλληλεγγύης. Η κατάσταση της υγείας του Αριστοτέλη Χαντζή είχε επιβαρυνθεί δραματικά, καθιστώντας επιτακτική την προστασία της ζωής του. Παράλληλα, η πίεση που ασκήθηκε από την κινητοποίηση, τις δημόσιες παρεμβάσεις, τις συγκεντρώσεις αλληλεγγύης και τη στήριξη πλήθους συλλογικοτήτων και πολιτών συνέβαλε ώστε το ζήτημα να μην μπορεί πλέον να αγνοηθεί.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηναίων να ζητήσει την αναστολή της υλοποίησης της προγραμματικής σύμβασης ανάπλασης, την έναρξη ουσιαστικού διαλόγου με την κοινότητα των Προσφυγικών και την αποκλιμάκωση της έντασης. Η εξέλιξη αυτή δεν λύνει οριστικά το ζήτημα ούτε διασφαλίζει από μόνη της το μέλλον της κοινότητας. Αποτελεί, όμως, μια σημαντική πολιτική κατάκτηση του αγώνα και μια έμπρακτη αναγνώριση ότι οι άνθρωποι που ζουν στα Προσφυγικά δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως αόρατοι ή ως εμπόδιο σε προειλημμένες αποφάσεις.
Η λήξη της απεργίας πείνας δεν αποτελεί το τέλος της διεκδίκησης. Αποτελεί μια νίκη της αλληλεγγύης, της συλλογικής επιμονής και της δύναμης που αποκτούν οι κοινότητες όταν υπερασπίζονται τον τόπο και τη ζωή τους. Ο αγώνας για τα Προσφυγικά συνεχίζεται με άλλα μέσα, παραμένοντας ένας αγώνας για το δικαίωμα στη στέγη, στην αυτοοργάνωση, στην ιστορική μνήμη και σε μια πόλη που ανήκει στους ανθρώπους της και όχι στα σχέδια της κερδοφορίας και του εκτοπισμού.
Η αλληλεγγύη προς τα Προσφυγικά είναι μια πολιτική στάση. Είναι η αναγνώριση ότι η μάχη που δίνεται εκεί αφορά τον καθένα από εμάς που υπερασπίζεται τη δημοκρατική συμμετοχή, την κοινωνική δικαιοσύνη και την αυτοοργάνωση απέναντι στη λογική της ανάθεσης και της επιβολής. Γι’ αυτό στεκόμαστε στο πλευρό των κατοίκων και της κοινότητας των Προσφυγικών. Γιατί υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα των ανθρώπων να παραμένουν στον τόπο τους. Γιατί υπερασπιζόμαστε την ιστορική μνήμη όχι ως μουσειακό έκθεμα αλλά ως ζωντανή κοινωνική πραγματικότητα. Γιατί υπερασπιζόμαστε την αλληλεγγύη απέναντι στον ατομικισμό, τη συλλογικότητα απέναντι στον κατακερματισμό και την αξιοπρέπεια απέναντι στον εκτοπισμό.
Τα Προσφυγικά δεν είναι ένα ζήτημα που αφορά μόνο μια γειτονιά της Αθήνας. Είναι ένα σύμβολο του αγώνα για το δικαίωμα στην πόλη, για το δικαίωμα στη στέγη και για το δικαίωμα των ανθρώπων να καθορίζουν οι ίδιοι τις συνθήκες της ζωής τους. Και όσο αυτός ο αγώνας συνεχίζεται, η θέση μας δεν μπορεί παρά να είναι ξεκάθαρη: δίπλα στους ανθρώπους που αντιστέκονται, δίπλα στις κοινότητες που αγωνίζονται να παραμείνουν ζωντανές, δίπλα στα Προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Γιατί η υπεράσπισή τους είναι υπεράσπιση της ίδιας της δυνατότητας να υπάρξουν χώροι ελευθερίας, συλλογικής ζωής και κοινωνικής αντίστασης μέσα σε έναν κόσμο που προσπαθεί καθημερινά να τους εξαφανίσει.
Καμία εκκένωση. Καμία παράδοση.
Τα Προσφυγικά ανήκουν στους ανθρώπους τους.
Η αλληλεγγύη είναι το όπλο μας και η συλλογική αντίσταση η δύναμή μας.



Υποβολή απάντησης