Τα «γυρίσματα» της Ιστορίας, το κίνημα και η Αριστερά

Του Πάνου Κοσμά

Το κεντρικό πολιτικό άρθρο του φύλλου 30 της εφημερίδας “Κόκκινο Νήμα” που κυκλοφορεί”

Οι ιδεολόγοι και οι εκπρόσωποι του συστήµατος θεωρούν τις εξεγέρσεις και τις επαναστάσεις ένα είδος ιστορικών «ατυχηµάτων»: ιστορικές συγκυρίες τα φέρνουν έτσι, ώστε οι δυνάµεις του «ορθού λόγου» να βρεθούν σε στιγµιαία αδυναµία και να χάσουν τον έλεγχο της κατάστασης, µε αποτέλεσµα το «πεζοδρόµιο» και οι «φανατικοί της άκρας Αριστεράς» να έχουν τον πρώτο λόγο. Όταν βρεθούν σε θέση απολογίας, ας πούµε για τις καθεστωτικές ευθύνες στην επιβολή της δικτατορίας του 1967, ισχυρίζονται ότι οι δυνάµεις του «ορθού λόγου» λόγω πρόσκαιρης αδυναµίας έχασαν τον έλεγχο των εξελίξεων από «άφρονες» δυνάµεις του ίδιου του συστήµατος. Με τη µεγάλη διαφορά, ωστόσο, ότι ενώ τις «παρεκτροπές» των δυνάµεων που βγαίνουν µέσα από τα σπλάχνα του συστήµατος, που αποτελούν σάρκα εκ της σαρκός του, τις αντιµετωπίζει είτε µε περίσσεια επιείκειας (όταν αντιµετωπίζει καταστάσεις µαζικής λαϊκής δυσαρέσκειας και κινητοποίησης) είτε µε προσποιητή οργή αλλά µόνο µέχρι να περάσει η µπόρα, το «πεζοδρόµιο» και όσους συµµετέχουν ή ηγούνται σε αυτό, τους αντιµετωπίζει µε τη µεγαλύτερη «επιτρεπόµενη» σκληρότητα.

O χαρακτηρισµός «άφρονες» για τους πραξικοπηµατίες του Απριλίου του 1967 και η απόδοση σε αυτούς «στιγµιαίων» ευθυνών για τον 7χρονο «γύψο» αυτό ακριβώς µαρτυρεί: τα… παραστρατηµένα παιδιά του συστήµατός τους ελέγχονται στην ουσία για το γεγονός ότι εξέθεσαν το σύστηµα -όχι τόσο την «υπόληψή» του, αλλά αυτό το ίδιο- σε κινδύνους. Οι προθέσεις τους ήταν αγνές: να σώσουν το σύστηµα ήθελαν, από τους µεγάλους του εχθρούς, το «πεζοδρόµιο» και την Αριστερά. «Συναγωνιστές» ήταν, αλλά χωρίς διαχειριστική επάρκεια και χωρίς µυαλό… Άξιζε, ωστόσο, να τους αναγνωριστεί το «υγιές καθεστωτικό» κίνητρο, παρά την αφροσύνη και τις υπερβολές τους. Για τους εκπροσώπους του «πεζοδροµίου» όµως, για όσους/ες αµφισβητούν το σύστηµα και δεν εµφορούνται από «υγιή» κίνητρα να το σώσουν, η άρχουσα τάξη έχει παντού και πάντα «αλλεργία» και όλη την… καλή διάθεση να τους δει ει δυνατόν κρεµασµένους· απλώς µερικές φορές πρέπει να δείξει υποµονή για να εκδηλώσει ανοιχτά αυτές της τις διαθέσεις όταν το επιτρέπουν οι συνθήκες – µέχρι τότε ισχύει το όσο το επιτρέπουν οι συνθήκες…

Τα «ατυχήµατα» του Πολυτεχνείου, της επιστράτευσης, της Μεταπολίτευσης

Η άρχουσα αστική τάξη της Ελλάδας (ας εγκαταλείψουµε τα υποκατάστατα τύπου «ελίτ» και ας τη λέµε µε το όνοµά της) δεν έπαψε να βράζει εσωτερικά από οργή και να καταριέται την ιστορική της «ατυχία» για την εξέγερση του Πολυτεχνείου, την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και το συνδυασµένο αποτέλεσµά τους: την πλήρη απονοµιµοποίηση και κατάρρευση των σκληρών µηχανισµών του κράτους (των δυνάµεων καταστολής, αλλά κυρίως του ηγετικού µηχανισµού του στρατού), που δηµιούργησε καταστάσεις απώλειας ελέγχου και οριακής αδυναµίας. Το γεγονός ότι τελικά κράτησε τον πολιτικό έλεγχο των εξελίξεων οφείλεται αποκλειστικά στην πλήρη απροθυµία και ανικανότητα της ρεφορµιστικής Αριστεράς (των δύο πτερύγων του ΚΚΕ), της καθηµαγµένης στα χρόνια του µετεµφυλιακού κράτους εξαιτίας των ιστορικών πολιτικών της εγκληµάτων που κατέληξαν στην παράδοση της Βάρκιζας. Αυτή η Αριστερά δεν µπορούσε ούτε ήθελε να δει πέρα από τον ορίζοντα αρχικά του «εκδηµοκρατισµού» της χούντας και ύστερα από την κατάρρευση του Ιουλίου 1974 µιας µεταχουντικής αστικής δηµοκρατίας που, στα µάτια της, µόνο µε την εγγύηση της «δηµοκρατικής» αστικής τάξης µπορούσε να σταθεροποιηθεί. ∆εν είναι τυχαίο που αυτή η Αριστερά αποφεύγει να µνηµονεύσει το καταλυτικό γεγονός της κατάρρευσης της επιστράτευσης τον Ιούλιο του 1974, της συνακόλουθης κατάρρευσης του χουντικού µηχανισµού και της δηµιουργίας κατάστασης «αναρχίας», σαν πολιτικής στιγµής πρωτοφανούς αδυναµίας του καθεστώτος: οι αναφορές στο γεγονός αφορούν αποκλειστικά τη συσχέτισή του µε την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Το «Πολυτεχνείο» ήταν εξέγερση για την ανατροπή, αλλά όταν τον Ιούλιο του 1974 οι ανατρεπτικές της συνέπειες συναντήθηκαν µε τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής και ξεχαρβάλωσαν τη χούντα, τότε, δεν ήταν στιγµή ανατροπής…   

Με τέτοιους όρους, η πολιτική πρόταση για «επάνοδο στη δηµοκρατία» µε την εγγύηση της «δηµοκρατικής» αστικής τάξης έγινε απόλυτος πολιτικός µονόδροµος. Όλες οι πολιτικές δυνάµεις, περιλαµβανοµένων των ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΚΚΕ εσ., κινήθηκαν εντός αυτής της πολιτικής προοπτικής, προσπαθώντας να την ερµηνεύσουν: η ∆εξιά επιδιώκοντας µια ευρωπαϊκών προδιαγραφών αυταρχική δηµοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και η Αριστερά την «πραγµατική δηµοκρατία». Ωστόσο, ξανά οι λαϊκές διαθέσεις έδωσαν σφράγισαν τις εξελίξεις: οι αγώνες της πρώιµης µεταπολίτευσης (µέχρι και τις φοιτητικές καταλήψεις του 1979) καθόρισαν το περιεχόµενο της «επιστροφής στη δηµοκρατία».  Οι κοινωνικές και πολιτικές κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης έχουν τη βάση τους σε αυτούς τους αγώνες και τη λαϊκή πίεση να εκπροσωπηθούν πολιτικά στην κεντρική πολιτική σκηνή. Αποδείχτηκε ότι ο πολιτικός έλεγχος της «µετάβασης στη δηµοκρατία» ανήκε στην αστική τάξη µόνο όσον αφορά τη γενική κατεύθυνση· όσον αφορά το περιεχόµενο της µετάβασης, δεν είχε τον έλεγχο. Πολύ σύντοµα η ευρύτατη ανυποληψία και η πολιτική – εκλογική αποµόνωση του βασικού καθεστωτικού κόµµατος, της Νέας ∆ηµοκρατίας, άνοιξε τον δρόµο για την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία και το υποχρέωσαν να θεσπίσει σηµαντικές κοινωνικές και πολιτικές κατακτήσεις.

Η πανουργία της Ιστορίας θέλησε η απόπειρα της Ν∆ να αυταρχοποιήσει τη µεταπολίτευση (µε κοµβική στιγµή τον διαβόητο αντεργατικό νόµο 330) να αποτύχει επειδή οι λαϊκοί αγώνες στην πρώιµη Μεταπολίτευση έσπρωξαν το ΠΑΣΟΚ στην κυβερνητική εξουσία θεσπίζοντας πολλά από αυτά που η ∆εξιά και το σύστηµα δεν έπαψαν ποτέ να µισούν, αλλά από το 1985 ήταν το ίδιο το ΠΑΣΟΚ που άρχισε να ξηλώνει όσα το ίδιο αναγκάστηκε να «δώσει».
Οι κατακτήσεις της Μεταπολίτευσης άντεχαν· τόσο, ώστε για τη ∆εξιά και την άρχουσα τάξη να γίνουν το µεγάλο απωθηµένο ώστε να αναχθεί σε «στόχο ζωής» το ξεθεµελίωµά τους. Η κρίση και χρεοκοπία του 2009 και τα µνηµόνια δεν άρκεσαν για να πραγµατοποιηθεί «πλήρως» ο στόχος αυτός· έπρεπε να προηγηθεί η σκληρή ήττα του 2015 µε την υποταγή και προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ  ώστε να «νοµιµοποιηθεί» και να συγκεντρώσει τις προϋποθέσεις η κυβέρνηση του Μητσοτάκη του νεότερου να εφαρµόσει ένα πρόγραµµα «πλήρους» ανατροπής των κατακτήσεων της Μεταπολίτευσης…

Το «τέλος της Μεταπολίτευσης»: το πολιτικό «συµβόλαιο» του 1974 έληξε!

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, µε λόγια αλλά και µε έργα, έστειλε το µήνυµα: Μεταπολίτευση τέλος, το πολιτικό «συµβόλαιο» του 1974 έληξε. Η απεργία, ο εργατικός συνδικαλισµός, το 8ωρο και η κυριακάτικη αργία, ο φοιτητικός συνδικαλισµός, οι πορείες, η ελευθερία της έκφρασης… δεν ισχύουν πια! ∆εν καταργούνται µε τη µέθοδο της χούντας (η ∆εξιά δεν είναι άφρων σαν τους χουνταίους…)· παραµένουν τύποις αλλά καταργούνται επί της ουσίας ή γίνεται ευθεία προσπάθεια να καταργηθούν, µε έναν συνδυασµό νοµοθετηµάτων και κατασταλτικών πρακτικών. Η ήττα του 2015 δηµιούργησε τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις ώστε η άρχουσα τάξη και ο πολιτικός της εντολοδόχος, η κυβέρνηση της Ν∆, να διανοηθούν µια σαρωτική αντεπίθεση ενάντια στην εργατική τάξη, το κίνηµα και την Αριστερά. Το µήνυµα είναι σαφές: καµία κινηµατική και πολιτική πρακτική δεν είναι «δεδοµένη»· και καµία πολιτική δύναµη, µηδέ των ΣΥΡΙΖΑ, Βαρουφάκη και ΚΚΕ εξαιρουµένων, πολύ περισσότερο της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής αριστεράς και του αναρχικού χώρου, δεν µπορεί να αισθάνεται και να είναι «ασφαλής» αν στηρίζει ή συναινεί σε πολιτικές πρακτικές καθιερωµένες στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης. Και είναι πλέον πολύ δύσκολο σε οποιονδήποτε να µην  λάβει το µήνυµα…

Η «επάρατος ∆εξιά» επιστρέφει στις προδικτατορικές πηγές «έµπνευσης» χωρίς να αισθάνεται πλέον την ανάγκη να προσποιηθεί αυτό που δεν είναι: µιλά ανοιχτά ενάντια στις κατακτήσεις της µεταπολίτευσης. Και δεν µιλά απλώς: επιδιώκει πάση δυνάµει να τις ξεθεµελιώσει, ρίχνοντας το «γάντι» στην Αριστερά. Όσο για την άρχουσα τάξη καθαυτή, τον «επιχειρηµατικό κόσµο», τρέφει για την κυβέρνηση Μητσοτάκη τα ίδια θερµά αισθήµατα που έτρεφε και για τη χούντα: είναι οι δικοί τους άνθρωποι, και ήρθαν για να «καθαρίσουν»…

Στη διάρκεια των µνηµονίων και µέχρι σήµερα, οι αστικές δυνάµεις απέδειξαν πολλές φορές την εργαλειακή αντίληψη που έχουν για τη «δηµοκρατία»: την ανέχονται όταν, τόσο και εφόσον είναι απαραίτητη για να αποφευχθούν χειρότεροι κλυδωνισµοί για το σύστηµα. Όταν τέτοια λόγοι δεν συντρέχουν, η δηµοκρατία αντιµετωπίζεται σαν αχρείαστος και επικίνδυνος συµβιβασµός, οι δε δηλωµένοι εχθροί της, η άκρα δεξιά, ακόµη και οι φασίστες, επιστρατεύονται ατύπως για να συνδράµουν το κρατικό «µονοπώλιο της βίας». Όπως µε τη Χρυσή Αυγή από το 2011 µέχρι το 2013. Όπως µε τις πογκροµικές πρακτικές της άκρας, ρατσιστικής ή και φασιστικής δεξιάς σήµερα.     

Αριστερά: παράταξη «των αγώνων και των θυσιών» αλλά και της ήττας;

Αφού το κείµενο έφτασε από την εξέγερση του Πολυτεχνείου στην νεοδεξιά αντι-εξέγερση του σήµερα, ας ξαναγυρίσουµε στην εξέγερση, που έχει πολλά να µας διδάξει. Αν για την αστική τάξη η εξέγερση και η επανάσταση είναι «ιστορικά ατυχήµατα» που πρέπει είτε να αποφεύγονται είτε να καταστέλλονται µε κάθε µέσο, για την Αριστερά (θα έπρεπε να) είναι οι στιγµές που η Ιστορία αποκαλύπτει τη βαθύτερη αλήθεια της, αυτό που αποκρύβεται επιµελώς στις µακρές περιόδους της «κανονικότητας»: η αγεφύρωτη στην κλίµακα του ιστορικού χρόνου ταξική αντίθεση ανάµεσα στο κεφάλαιο και την εργασία, την αστική τάξη και την εργατική τάξη. Αυτή η αλήθεια εµφανίζεται στις ξαφνικές ασυνέχειες του ιστορικού χρόνου, κυριολεκτικά «στη ρωγµή του χρόνου». Η αποκάλυψη της αλήθειας γίνεται ξαφνικά και µε συχνότητα πολλών δεκαετιών. Παίρνει τη µορφή ξαφνικής µαζικής «εισβολής» των µαζών στο ιστορικό προσκήνιο και έχει χαρακτήρα κατ’ εξοχήν πολιτικό: παίρνει κατεξοχήν τη µορφή πολιτικής ευκαιρίας για την ανατροπή και την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας. Είναι ευκαιρία σπάνια, και δεν παραµένει ανοιχτή παρά για λίγα χρόνια, συχνά και για λίγους µήνες. Η µεγάλη κυρία της Ιστορίας, η επανάσταση, δεν συνηθίζει να παραµένει για πολύ στηµένη στο ραντεβού – είναι πολύ απαιτητική και περήφανη για κάτι τέτοιο. Το 1942-’45 δηµιουργήθηκε επαναστατική κατάσταση. Η ευκαιρία χάθηκε εξαιτίας των εγκληµατικών λαθών του ΚΚΕ. Η παράδοση των όπλων, κυριολεκτικά και µεταφορικά, έκανε τη Βάρκιζα, κυριολεκτικά και µεταφορικά επίσης, ορόσηµο και ιστορικό αντιπαράδειγµα. Ωστόσο, οι υπεύθυνοι και οι πολιτικοί επίγονοι των «στρατηγών της ήττας» του 1945, η οποία επιβεβαιώθηκε οριστικά το 1949, συνεχίζουν να ηγεµονεύουν στην Αριστερά, επαναλαµβάνοντας τα ίδια, θεµελιώδη πολιτικά λάθη σε όλες τις ιστορικές ευκαιρίες που παρουσιάστηκαν έκτοτε: τα Ιουλιανά του 1965, την εξέγερση του Πολυτεχνείου, στα χρόνια του µαζικού αντιµνηµονιακού αγώνα 2010-2015. Αυτά είναι βασικά τρία:

Πρώτον, η υπεκφυγή ότι «οι συνθήκες δεν είναι ώριµες» ή, σε πιο θεωρητική έκφραση, «η κατάσταση δεν είναι επαναστατική» – ακόµη κι όταν οι «συνθήκες» εξεγείρονται πασιφανώς ενάντια σε τέτοιες υπεκφυγές… Οι συνθήκες δεν ήταν ώριµες για «κάτι παραπάνω» από τη διεκδίκηση της «δηµοκρατίας» το 1965, ούτε στα 1973-74, αλλά ούτε και στα 2010-2015.

∆εύτερον, η αντίληψη ότι ο πολιτικός αγώνας για την ανατροπή, που δίνεται βέβαια στη βάση µαζικών πολιτικών αιχµών της συγκυρίας κι όχι πάνω σε ιδεολογικές κατευθύνσεις, πρέπει να υπακούει στα κελεύσµατα της κάθε φορά «κυρίαρχης αντίθεσης» – που µεταφράζεται στο ότι κάθε φορά (και άρα για πάντα) ο πολιτικός γόρδιος δεσµός δεν θα λυθεί µε τη σπάθη, δηλαδή µε τις µεθόδους και τα κριτήρια της βασικής αντίθεσης αλλά µε τις µεθόδους και τα κριτήρια της «κυρίαρχης αντίθεσης»: το πρόβληµα της ξένης κατοχής θα λυθεί µε µεθόδους «πατριωτικές», της ανατροπής της χούντας και της δηµοκρατίας µε µεθόδους «δηµοκρατικές» κ.λπ. κ.λπ. Ενώ η Κατοχή και ο αγώνας ενάντιά της είχε δηµιουργήσει επαναστατική κατάσταση, ενώ ο εµφύλιος είχε ξεκινήσει, η ηγεσία του ΚΚΕ φαντασιωνόταν «εθνικές» λύσεις και συµµετείχε σε κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Τρίτο, ότι ο ιστορικός χρόνος είναι άπλετος, δηλαδή γραµµικός. Ότι «έχουµε χρόνο» µέχρι να ωριµάσουν οι συνθήκες.

Αυτή η πολιτική παράδοση, του ρεφορµισµού, έχει συσσωρεύσει τόσες -και επανειληµµένες- ήττες και καταστροφές, ώστε είναι πλέον ζήτηµα επιβίωσης, ζήτηµα στοιχειώδους πολιτικής ενσυναίσθησης, να την ξεφορτωθούµε µια και καλή. Επαναστατική αριστερά που δεν «γυαλίζει το µάτι» της και δεν έχει τα ανακλαστικά να αρπάξει τις ιστορικές ευκαιρίες όταν και όπως αυτές παρουσιάζονται, δεν είναι επαναστατική αριστερά! Από αυτή την άποψη, ο χώρος της αντικαπιταλιστικής/επαναστατικής αριστεράς πρέπει να θέσει τον δάκτυλο επί των τύπων των ήλων: κάτι κάνει κι ο ίδιος λάθος -και µάλιστα κατ’ εξακολούθηση και συρροή- για να παραµένει ουσιαστικά περιθωριοποιηµένος. Ύστερα από τόσες δεκαετίες και τόσα λάθη και «αστοχίες» του ρεφορµισµού, δεν µπορεί να το αποδώσει ούτε στην… τύχη ούτε στην έλλειψη ευκαιριών.     

«Αισιοδοξία της βούλησης», χωρίς κατανόηση της ήττας; Αντεπίθεση χωρίς ενιαίο µέτωπο;

Είµαστε όµως εδώ, σε µια συγκυρία δύσκολη, µε πολλούς κινδύνους και πολλές ταυτόχρονες και διαπλεκόµενες κρίσεις που προέρχονται από την ίδια, καπιταλιστική µήτρα, µε τη σωρευτική επίδραση όλων των ηττών, αλλά ιδιαίτερα µε τη βαριά σκιά της ήττας του 2015. Την ίδια στιγµή, το καπιταλιστικό σύστηµα ενώ διατηρεί ακόµη τη δυνατότητα να προστατεύει τα κέρδη χάρη σε ένα πλανητικό σύστηµα «επιτήρησης και ελέγχου» που αναπαράγει και σε κάθε κρίση εµβαθύνει τη λιτότητα, ταυτόχρονα πάσχει από βαριά «υποκείµενα νοσήµατα». Η ήττα της Αριστεράς έχει προσλάβει ιστορικές διαστάσεις σε χώρες που κάποτε ήταν οι βασικές της «εστίες» (Γαλλία, Ιταλία), αλλά το κίνηµα και η ριζοσπαστικοποίηση στα αριστερά του ∆ηµοκρατικού κόµµατος γεννούν ελπίδες. Στην Ελλάδα αντέχει -αν και αποθαρρηµένη και έχοντας απολέσει σε µεγάλο βαθµό το κεκτηµένο της µαζικής κοινωνικής παρέµβασης-, ενώ εµφανίζονται επίµονες, έστω και προδροµικές, εκδηλώσεις ανάκαµψης του κινήµατος, στα πανεπιστήµια αλλά και στους εργατικούς χώρους (e-food, απεργία-αποχή καθηγητών, Cosco).

Αρκεί λοιπόν να περιµένουµε υποµονετικά αντέχοντας, µέχρι τη στιγµή που θα «γυρίσει» η συγκυρία; Θα ήταν επικίνδυνη αυταπάτη να το πιστέψουµε. Για την Αριστερά δεν υπάρχει «επιστροφή» χωρίς ουσιαστική συζήτηση και εξαγωγή συµπερασµάτων για την ήττα του 2015, για να µην πούµε για τη σειρά ηττών από τη Βάρκιζα και ύστερα. Χωρίς αυτό, όχι µόνο θα επαναλάβει τα ίδια λάθη, αλλά πιθανότατα δεν θα µπορέσει να συνδεθεί καν ουσιαστικά µε το κίνηµα όταν αυτό ανακάµψει.

Αν αυτή είναι η πρώτη προϋπόθεση, η δεύτερη είναι να κατανοηθεί, να αναδειχθεί η σηµασία της τακτικής του ενιαίου µετώπου στην πάλη ενάντια στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και σε ό,τι εκπροσωπεί.
Η τρίτη προϋπόθεση είναι να ανοίξει πλατιά η συζήτηση για τις προϋποθέσεις, τις διαδικασίες και τις µεθόδους απάντησης στο πρόβληµα του «πολιτικού κενού», που δεν θα καλυφθεί «µέσω τρίτων» ούτε συγχέοντας το ενιαίο µέτωπο ή το µέτωπο γενικά µε το κόµµα, αλλά µε την οικοδόµηση µαζικού επαναστατικού κόµµατος.
Ο ιστορικός χρόνος (θα) παραµένει ασυνεχής, οι ρωγµές του θα κυοφορούν εξεγέρσεις, αλλά η Αριστερά χρειάζεται πρέπει να ακούσει τη συµβουλή του Μαρξ στις θέσεις για τον Φόιερµπαχ: και ο διαπαιδαγωγητής πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί…         

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.