Ρόζα (Ροζαλία) Λούξεμπουργκ

Του Βαγγέλη Λιγάση

Ρόζα (Ροζαλία) Λούξεμπουργκ

Γεννήθηκε στην Βαρσοβία το 1871 και μόλις στα 15 της έγινε μέλος του «Προλετάριου», μιας επαναστατικής εργατικής οργάνωσης.

Η σύλληψη της ηγεσίας του «Προλετάριου», η εκτέλεση 4 ηγετών του και η καταδίωξη της Ρόζας την οδηγούν να φύγει από την Βαρσοβία και να πάει στη Ζυρίχη. Εκεί σπούδασε φυσικές επιστήμες, μαθηματικά και οικονομία.

Συμμετέχει στο σοσιαλιστικό κίνημα της Πολωνίας ως εξόριστη και επιστρέφει στην Πολωνία.

Το 1889, όταν γίνεται φανερό ότι θα συλληφθεί, σύντροφός της εργάτης πηγαίνει σε έναν καθολικό παπά και του μιλάει για μια εβραιοπούλα που «καίγεται από την επιθυμία να γίνει χριστιανή αλλά φοβάται την οικογένειά της». Ο παπάς φροντίζει η Ρόζα να περάσει λαθραία τα σύνορα προς την Γερμανία…  Πηγαίνει στο Βερολίνο, όπου γίνεται μέλος στο SPD. Το SPD είναι το μεγαλύτερο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του κόσμου με εκατοντάδες χιλιάδες μέλη, 80 ημερήσιες εφημερίδες, αθλητικούς – μορφωτικούς συλλόγους κλπ.

Ο Μπερνστάιν -ηγετική μορφή του SPD- υποστηρίζει πως το κόμμα πρέπει να μετατραπεί από κόμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης σε κόμμα του κοινοβουλευτικού δρόμου. Οι εργάτες δεν χρειαζόταν να κάνουν επανάσταση για να καλυτερέψουν τη ζωή τους αλλά μπορούν να το πετύχουν μέσα από σοσιαλιστές υπουργούς και με νόμους που θα ψήφιζε η Βουλή. Η Ρόζα υψώνεται στον πόλο της αριστερής αντιπολίτευσης στο κόμμα (μπαινοβγαίνοντας στις φυλακές μέχρι τον θάνατό της) με το βιβλίο «Κοινωνική Επανάσταση ή Μεταρρύθμιση;» (1899).

«Στην αστική κοινωνία ο ρόλος της Αριστεράς είναι ο ρόλος του κόμματος αντιπολίτευσης. Σε κόμμα εξουσίας επιτρέπεται να υψωθεί μόνο πάνω στα ερείπια του αστικού κράτους» .

 

Η Ρόζα όντας στη Γερμανία είχε από πολύ νωρίτερα σαφέστερη εικόνα του ρόλου της συνδικαλιστικής (και κομματικής) γραφειοκρατίας απ’ ότι ο Λένιν ή ο Τρότσκι. Κατανόησε πολύ πριν απ’ αυτούς ότι η δύναμη που θα μπορούσε να σπάσει τις γραφειοκρατικές αλυσίδες ήταν η πρωτοβουλία των εργατών.

Το 1904, με την παμφλέττα «οργανωτικά προβλήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας» (στα ελληνικά, σοσιαλισμός και δημοκρατία), επικρίνει τον Λένιν για το υπερσυγκεντρωτικό κόμμα «επαγγελματιών επαναστατών», ως «ιδιότυπο μπλανκισμό» (Γάλλοι συνομώτες του 19ου αι.), ιδεαλιστική («βολονταριστική») παρέκκλιση, που εν μέρει δικαιολογεί σαν «ρωσική ιδιομορφία» και γράφει: «Η λογική της ιστορικής διαδικασίας έρχεται πριν την υποκειμενική λογική των ανθρώπινων όντων που συμμετέχουν στην ιστορική διαδικασία. Τίποτα δε θα υποδουλώσει σιγουρότερα ένα νεαρό εργατικό κίνημα σε μια ελίτ διανοουμένων πεινασμένη για εξουσία, από αυτόν τον γραφειοκρατικό ζουρλομανδύα που θα ακινητοποιήσει το κίνημα και θα το μετατρέψει σε αυτόματο, που χειρίζεται μια Κεντρική Επιτροπή. Ο οπορτουνισμός είναι ένα ιστορικό προϊόν και μια αναπόφευκτη φάση του κινήματος. Είναι αφελές να ελπίζεις να σταματήσεις αυτό το ρεύμα μέσω μιας φόρμουλας γραμμένης σε ένα καταστατικό»… «Ο συγκεντρωτισμός με την σοσιαλιστική σημασία θα πρέπει μάλλον να θεωρείται ως τάση που γίνεται πραγματικότητα στο μέτρο της πολιτικής διαπαιδαγώγησης των εργατών κατά τη διάρκεια του αγώνα τους».

Το 1906 γράφει το «Μαζική Απεργία, Κόμμα και Συνδικάτα» αντλώντας από την εμπειρία της πρώτης Ρώσικης Επανάστασης το 1905. Αποκαθιστά την εργατική τάξη σαν το υποκείμενο της επαναστατικής αλλαγής. Αποδεικνύει πως η μαζική απεργία είναι ο δρόμος που γεφυρώνει τους αγώνες του σήμερα με τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Απεργίες μπορεί να ξεσπούν από φαινομενικά ασήμαντα οικονομικά ζητήματα και να εξελιχθούν σε γενικευμένη αναμέτρηση με το κράτος και αντίστροφα, μεγάλα πολιτικά κινήματα μπορούν να τροφοδοτήσουν την αυτοπεποίθηση των εργατών να παλέψουν στο χώρο δουλειάς τους.

Ταυτόχρονα, λύνει και το γρίφο που ταλανίζει και σήμερα μεγάλα κομμάτια της αριστεράς: Πώς αλλάζουν οι ιδέες των εργατών;

Όπως υποστηρίζει η εργατική τάξη συσσωρεύει εμπειρίες και χτίζει τις οργανώσεις της μέσα στους αγώνες και όχι έξω από αυτούς, ενώ τονίζει πως όσο ο καπιταλισμός εξελίσσεται «η μαζική απεργία εμφανίζεται σαν το πιο φυσιολογικό μέσο για την  οργάνωση και επαναστατικοποίηση των πιο πλατιών εργατικών στρωμάτων”.

 

Με αφορμή το συνέδριο της Β’ Διεθνούς στην Στουτγκάρδη το 1907, που μπήκε το θέμα της καταδίκης των ιμπεριαλιστικών εξορμήσεων στην Αφρική και την Ασία αλλά το συνέδριο έσπασε στη μέση, με τους μισούς συνέδρους να υποστηρίζουν ανοιχτά τους αποικιοκράτες, συγκρούεται με την κυρίαρχη στάση απέναντι στον ιμπεριαλισμό και τον πόλεμο. Στην «συσσώρευση του κεφαλαίου» (σημειώσεις των μαθημάτων της στην σχολή πολιτικής οικονομίας της ΣΔ από το 1906, δημοσιεύτηκε το 1913) γράφει: «Οι μονοπωλιακοί καπιταλιστικοί οργανισμοί (καρτέλ και τραστ) και τα πιστωτικά ιδρύματα τείνουν να βαθαίνουν τους ανταγωνισμούς στον καπιταλισμό αντί να τους μετριάζουν. Το κυνήγι για μεγαλύτερα κέρδη οδηγεί σε κρίσεις. Οι ανταγωνισμοί και η αναρχία της αγοράς έχουν περάσει από το εθνικό στο διεθνές επίπεδο και άρα αντί για μια μακρόχρονη ειρήνη τα κράτη καταφεύγουν στους εξοπλισμούς και τον πόλεμο» επιχειρηματολογούσε. «Όταν ο πόλεμος ξεσπάσει είναι καθήκον μας να αξιοποιήσουμε την οικονομική και πολιτική κρίση που προκαλεί για να επιταχύνουμε την ανατροπή της καπιταλιστικής κυριαρχίας».

Παρά τις περί αντιθέτου διακηρύξεις, το 1914, σύσσωμοι οι σοσιαλδημοκράτες βουλευτές (πλην του Καρλ Λήμπκνεχτ) ψηφίζουν τις πολεμικές πιστώσεις, δηλ. την έναρξη του Α΄ Π.Π. Η Β΄ (σοσιαλδημοκρατική) Διεθνής είναι πλέον νεκρή.

 

Ωστόσο, η Ρόζα άργησε να οργανώσει την έξοδο από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, αν και υποστήριξε το χτίσιμο μιας συγκεντρωτικής Διεθνούς όπως κι ο Λένιν. Πίστευε πως η έκρηξη των μαζών θα παραμέριζε τις ρεφορμιστικές ηγεσίες. «Μπορεί κάποιος να αποχωρεί από μικρές σέκτες όταν δεν του ταιριάζουν πια, ώστε να ιδρύσει καινούργιες σέκτες. Δεν είναι τίποτε άλλο από ανώριμη φαντασίωση να θέλεις να απελευθερώσεις τη μάζα του προλεταριάτου από αυτόν τον τρομερό ζυγό της αστικής τάξης με μιαν απλή αποχώρηση, πιστεύοντας ότι έτσι θέτεις ένα τολμηρό παράδειγμα. Η απόρριψη από κάποιους των καρτών μέλους σαν μια ψευδαίσθηση απελευθέρωσης δεν είναι τίποτε άλλο από μια ψευδαίσθηση που έχει δημιουργηθεί στο κεφάλι του, ότι ενυπάρχει δύναμη σε μια κάρτα μέλους. Και τα δύο είναι διαφορετικοί πόλοι του οργανωτικού κρετινισμού».

Το 1915 γράφει στην φυλακή την «Μπροσούρα του Γιούνους (ψευδώνυμο)» που δημοσιεύεται το 1916 (στα ελληνικά Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα) «Λασπωμένη, ατιμασμένη, βουτηγμένη μέσα στο ίδιο της το αίμα, στάζοντας πύον: να πώς παρουσιάζεται η αστική κοινωνία, να ποιο είναι το πραγματικό της πρόσωπο. Δεν είναι πια όπως κάποτε, που φτιασιδωμένη και φορώντας το πέπλο της εντιμότητας επιδιδόταν στην κουλτούρα και στη φιλοσοφία, στην ηθική και στην τάξη, στην ειρήνη και στο δίκαιο. Τώρα μοιάζει με θηρίο αρπαχτικό, όργιο αναρχίας, μάστιγα του πολιτισμού και της ανθρωπότητας. Η αστική κοινωνία φανερώνεται ολόγυμνη, όπως πραγματικά είναι.»

 

Από τον Γενάρη του 1916 μαζί με τους συντρόφους της (Κλάρα Τσέτσκιν, Φραντς Μέρινγκ, Καρλ Λήμπκνεχτ κλπ.) κυκλοφορούν παράνομα φυλλάδια με την υπογραφή «Σπάρτακος» (από το όνομα του Θράκα μονομάχου που οργάνωσε τον στρατό των σκλάβων ενάντια στην Ρώμη).

Το 1918 γράφει και δημοσιεύει  την «Ρωσική Επανάσταση» (6 μόλις μήνες μετά). Αφού κριτικάρει αυστηρά το Μπολσεβίκικο κόμμα για την διανομή της γης, δημιουργώντας μικροιδιοκτήτες, για την διάθεση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης που εγείρανε αστικές – μικροαστικές μειοψηφίες, για την συνθήκη του Μπρεστ-Λιτοφσκ και περισσότερο απ’ όλα για την κατάργηση της συντακτικής συνέλευσης και ευρύτερα δημοκρατικών ελευθεριών γιατί πρακτικά καταργούνταν η «δημόσια ζωή» και η μόρφωση ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων (λούμπεν και όχι μόνο), καταλήγει:

«Οι Μπολσεβίκοι έδειξαν ότι είναι ικανοί για όλα όσα ένα αυθεντικά επαναστατικό κόμμα μπορεί να συνεισφέρει μέσα στα όρια των ιστορικών δυνατοτήτων… Δεν είναι ζήτημα αυτού ή του άλλου προβλήματος τακτικής, αλλά της ικανότητας του προλεταριάτου για δράση, της θέλησης για την ισχύ του σοσιαλισμού ως τέτοια. Σε αυτό ο Λένιν κι ο Τρότσκι και οι φίλοι τους ήταν οι πρώτοι, εκείνοι που τράβηξαν μπροστά ως ένα παράδειγμα για το παγκόσμιο προλεταριάτο∙ είναι ακόμη οι μόνοι ως τώρα που μπορούν να κραυγάσουν «Εγώ τόλμησα».

Με αυτή την έννοια τους ανήκει η αθάνατη ιστορική υπηρεσία ότι μπήκαν επικεφαλής του διεθνούς προλεταριάτου με την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας και την πρακτική τοποθέτηση του προβλήματος της υλοποίησης του σοσιαλισμού και του προχωρήματος στο ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Στη Ρωσία το πρόβλημα μπορούσε μόνο να τεθεί. Δε μπορούσε να λυθεί στη Ρωσία. Και με αυτήν την έννοια, το μέλλον ανήκει παντού στον Μπολσεβικισμό».

 

Λίγο μετά από τη συγγραφή αυτών των λέξεων, η Λούξεμπουργκ δεσμεύτηκε στην πιο χειροπιαστή μορφή πρακτικής αλληλεγγύης, πρωταγωνιστώντας στην ίδρυση του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Αποδείχτηκαν όμως πολλοί λίγοι και πολύ άπειροι. Μετά από λίγες ημέρες μαχών στο Βερολίνο και στις μεγάλες Γερμανικές πόλεις η 1η στην ιστορία σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση (Έμπερτ) θα καταφέρει συγκεντρώνοντας δυνάμεις και στρατολογώντας τα κατακάθια της κοινωνίας (freikorps) να τσακίσει την 1η Γερμανική επανάσταση. Η Λούξεμπουργκ και ο Λήκμπνεχτ, επικηρυγμένοι για 100000 μάρκα ο καθένας, θα βρουν τραγικό θάνατο στις 15 Γενάρη του 1918. Αφού τσάκισαν το κρανίο της με τους υποκόπανους των όπλων θα πετάξουν το πτώμα της σε ένα κανάλι. 4 μήνες μετά οι Βερολινέζικοι υπόνομοι θα ξεβράσουν ότι απέμεινε από το σώμα της. 150000 σύντροφοί της εργάτες θα την συνοδέψουν στην κηδεία της. Το απόγευμα της δολοφονίας της πρόλαβε να γράψει:

«Η ηγεσία απέτυχε. Ακόμα κι έτσι, η ηγεσία πρέπει να δημιουργηθεί εκ νέου, από τις μάζες και μέσα από τις μάζες. Οι μάζες είναι το αποφασιστικό στοιχείο, είναι ο βράχος πάνω στον οποίο θα κτιστεί η τελική νίκη της επανάστασης. …η μελλοντική νίκη θα ανθίσει από αυτή την ήττα….

Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο! Ηλίθιοι δήμιοι! Η τάξη σας είναι χτισμένη στην άμμο. Αύριο κιόλας η επανάσταση θα ανυψωθεί με μια βροντή και θα ανακοινώσει στον τρόμο σας: Ήμουν, Είμαι, Θα είμαι!»