
του Μάριου Αυγουστάτου
Μετά από δεκαέξι χρόνια σκοταδισµού, αυταρχισµού και ταξικής µονοµέρειας, ο Βίκτορ Όρµπαν γκρεµίστηκε από τον «θρόνο» του. Οι δρόµοι της Βουδαπέστης πληµµύρισαν από ανθρώπους, βλέποντας το τέλος ενός καθεστώτος που µετέτρεψε την Ουγγαρία σε ένα αντιδραστικό εργαστήριο. Όµως, καθώς η σκόνη της πτώσης κατακάθεται, η εργατική τάξη και η Αριστερά δεν έχουν την πολυτέλεια του εφησυχασµού. Η ήττα του Όρµπαν είναι µια νίκη της λαϊκής οργής, αλλά µήπως ο διάδοχος που προβάλλει στον ορίζοντα δεν είναι τίποτα άλλο από το «Plan B» του συστήµατος;
Η πτώση του Όρµπαν δεν είναι ένα τοπικό γεγονός, είναι ένα ηχηρό χαστούκι στην ακροδεξιά «∆ιεθνή». Από τον Ντόναλντ Τραµπ και τον Τζ. Ντ. Βανς στις ΗΠΑ, µέχρι τον Νάιτζελ Φάρατζ και τον Μπενιαµίν Νετανιάχου, οι αρχιτέκτονες του µίσους είδαν το αγαπηµένο τους παιδί να καταρρέει. Η αποτυχία της παρέµβασης Βανς και Ρούµπιο που πήγαν στη Βουδαπέστη για να τον στηρίξουν, αποδεικνύει ότι η λαϊκή αγανάκτηση µπορεί να τσακίσει ακόµα και τους πιο ισχυρούς µηχανισµούς προπαγάνδας.
Ωστόσο, πρέπει να είµαστε ξεκάθαροι: ο Όρµπαν δεν έπεσε επειδή το σύστηµα ξαφνικά συγκινήθηκε από τα ανθρώπινα δικαιώµατα. Έπεσε γιατί το «Σύστηµα Εθνικής Συνεργασίας» του -ένας βούρκος διαφθοράς µεταξύ κράτους, κόµµατος και µεγάλου κεφαλαίου- άρχισε να τρίζει κάτω από το βάρος των δικών του αντιφάσεων και της οικονοµικής εξαθλίωσης.
Πώς η Ουγγαρία έστριψε δεξιά
Για να κατανοήσουµε το τωρινό εκλογικό αποτέλεσµα, πρέπει να κατανοήσουµε τα γεγονότα που το προκάλεσαν. Η παγκόσµια οικονοµική κρίση του 2008 κατέστρεψε την ήδη υπερχρεωµένη µεσαία τάξη της Ουγγαρίας και έσπρωξε την εργατική τάξη σε βαθύτερη εξαθλίωση. Μέσα σε αυτό το κενό εµφανίστηκε το φασιστικό κόµµα Jobbik, που έχτισε τη βάση του στον αντισηµιτισµό και τον ρατσισµό, ιδρύοντας την Magyar Gárda, µια παραστρατιωτική οργάνωση ταγµάτων εφόδου που απαγορεύτηκε από τα δικαστήρια το 2009.
Το Fidesz, αντί να συγκρουστεί µε αυτή τη δυναµική, την ενσωµάτωσε. Υιοθέτησε σκληρότερη ρητορική και πολιτικές, µετατοπίζοντας συνολικά το πολιτικό φάσµα προς τα δεξιά. Το 2010 µετά την κατάρρευση της “φιλεργατικής” κυβέρνησης του MSZP (Ουγγρικό Σοσιαλιστικό Κόµµα), το Fidesz κατέκτησε κοινοβουλευτική πλειοψηφία δύο τρίτων – αρκετή για να αναθεωρήσει το σύνταγµα. Χρησιµοποίησε αυτή την εξουσία για να αλώσει σε κάθε κρατικό και µη θεσµό: δικαστήρια, µέσα ενηµέρωσης, εκλογικούς µηχανισµούς, δηµόσια διοίκηση.
Από τον θεσµικό ρατσισµό κατά των προσφύγων στον αντεργατικό “νόµο περί δουλείας”
Η προσφυγική κρίση του 2015 επιτάχυνε αυτή τη διαδικασία: ο Όρµπαν αυτοπαρουσιάστηκε ως «υπερασπιστής της Χριστιανικής Ευρώπης», µε όχηµα τον ρατσισµό και την ισλαµοφοβία. Έχτισε φράχτη στα σύνορα µε τη Σερβία και διεξήγαγε ένα ρατσιστικό (και αντισυνταγµατικό) δηµοψήφισµα για την ποσόστωση στις µετεγκαταστάσεις προσφύγων το 2016, που πολλοί αναλυτές θεώρησαν ότι έφερνε ένα βήµα πιο κοντά το Hexit (την έξοδο της χώρας απ’την ΕΕ).
Το Fidesz βέβαια ήταν πάντα κατά της εξόδου από την ΕΕ, επειδή θα έβλαπτε τον ουγγρικό καπιταλισµό, ο οποίος, σε µεγάλο βαθµό, βασίζεται σε γερµανικές πολυεθνικές εταιρείες και επενδύσεις. Αλλά επιδίωξε να διοχετεύσει την (δικαιολογηµένη) οργή του κόσµου για θέµατα λιτότητας και οικονοµίας, σε ρατσιστική κατεύθυνση ενάντια στους πρόσφυγες: «Ο µεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι εκατοµµύρια µετανάστες απειλούν να έρθουν από τον νότο. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, µαζί µε έναν δισεκατοµµυριούχο κερδοσκόπο (ΣτΜ: τα γνωστά για τον… Σόρος), δεν θέλουν να υπερασπιστούν τα σύνορά µας, αλλά να δεχτούν µετανάστες».
Ωστόσο, η αποτροπή της µετανάστευσης από εκτός ΕΕ χώρες από τον Όρµπαν περιόρισε το ενεργό εργατικό δυναµικό κι οι γερµανικές πολυεθνικές απαίτησαν δράση για την αντιµετώπιση της έλλειψης εργατών. Και ο Όρµπαν φυσικά απάντησε µε µια σειρά αντιδραστικών αντεργατικών µεταρρυθµίσεων. Ο «νόµος περί δουλείας» του ∆εκέµβρη του 2018 αύξησε το ετήσιο όριο υπερωριών από 250 σε… 400 ώρες (ουσιαστικά προσθέτοντας µία εργάσιµη ηµέρα την εβδοµάδα) και επέτρεψε την καθυστέρηση πληρωµών για τρία ολόκληρα χρόνια.
Σε συνδυασµό µε τους ήδη πολύ χαµηλούς µισθούς προκάλεσε εκτεταµένες διαδηλώσεις και έπληξε τµήµατα της βάσης των ψηφοφόρων του. Και, τελικά, ως λύση στην έλλειψη εργατικού δυναµικού, η Ουγγαρία αναγκάστηκε να… αυξήσει “σιωπηλά” τον αριθµό των µεταναστών εργατών.
Péter Magyar: ένας λύκος µε προβιά «µεταρρυθµιστή»
Ο δρόµος του Péter Magyar προς την ηγεσία ξεκίνησε από ένα σκάνδαλο που αποκάλυψε τη σαπίλα του καθεστώτος: το 2024, η Katalin Novák – πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας, στέλεχος του Ορµπαν, και µία από τις αρχιτέκτονες της αντι-ΛΟΑΤΚΙ+ ατζέντας του καθεστώτος – αναγκάστηκε να παραιτηθεί.
Είχε δώσει χάρη στον Endre Kónya, που είχε καταδικαστεί για απόκρυψη σεξουαλικής κακοποίησης τουλάχιστον δέκα παιδιών. Η υπουργός ∆ικαιοσύνης Judit Varga, είχε συνυπογράψει την απονοµή χάριτος. Το σκάνδαλο κατέρριψε αποτελεσµατικά την υποκριτική αξίωση της Fidesz ότι ήταν ο θεµατοφύλακας των οικογενειακών αξιών και της προστασίας των παιδιών.
Ο Magyar, που υπήρξε πιστό µέλος του κόµµατος για πολλά χρόνια, παραιτήθηκε από τα αξιώµατά του και κυκλοφόρησε ηχογραφήσεις που έδειχναν κρατικούς αξιωµατούχους να χειραγωγούν δικαστικά αρχεία για να συγκαλύψουν αποδείξεις διαφθοράς. ∆εκάδες χιλιάδες άνθρωποι διαδήλωσαν στη Βουδαπέστη.
Ότι ο “φιλελεύθερος” Magyar έχτισε την εκστρατεία του πάνω σε αυτά τα θεµέλια είναι αποκαλυπτικό. ∆εν πρόκειται για -µε οποιοδήποτε τρόπο- προοδευτική απάντηση στον Όρµπαν.
Στο µεταναστευτικό, για παράδειγµα, τοποθετήθηκε δεξιότερα από τον ίδιο τον Όρµπαν, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι δεν προστατεύει τις δουλειές των Ούγγρων και υπαινίχθηκε ότι Φιλιππινέζοι µετανάστες είχαν φάει… ζώα από ζωολογικό κήπο. Το µανιφέστο του κόµµατός του δεσµεύεται ρητά να διατηρήσει τον φράχτη στα νότια σύνορα και να απορρίψει το σύµφωνο της ΕΕ για τη µετανάστευση.
Η δική του «επανάσταση» δεν ξεκίνησε από την αγωνία για το ψωµί του εργάτη, αλλά από εσωτερικές ίντριγκες του συστήµατος.
Νέα κυβέρνηση των CEO και της λιτότητας
Mια µατιά στα πρόσωπα που ετοιµάζονται να κυβερνήσουν δείχνει τι να περιµένουµε.
Η Anita Orbán, υποψήφια για υπ. Εξωτερικών, πρώην ανώτερη δηµόσια υπάλληλος, διευθύντρια δηµοσίων σχέσεων της Vodafone και πρόεδρος του χηµικού κολοσσού Draslovka. Ο υπουργός Ενέργειας, István Kapitány, παγκόσµιος εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Shell για µια δεκαετία. Το υπουργείο Οικονοµικών θα πάει στον András Kármán, πρώην CEO της κατασκευαστικής Erste.
∆εν πρόκειται για τεχνοκράτες µε κάποια ουδέτερη «χροιά», είναι τα «golden boys» της αγοράς, εκπρόσωποι των χρηµατοπιστωτικών και εταιρικών συµφερόντων.
Ο Magyar έχει δεσµευτεί να µειώσει το χρέος της Ουγγαρίας – 164 δισ. ευρώ, 87,8% του ΑΕΠ, αυξηµένο κατά 11 δισ. σε έναν χρόνο – «αποκαθιστώντας την εµπιστοσύνη των επενδυτών» και αξιοποιώντας παγωµένα κονδύλια της ΕΕ. Έχει επίσης ανοίξει την πόρτα στην υιοθέτηση του ευρώ, γεγονός που θα απαιτούσε από το κράτος να συµπιέσει το έλλειµµα κάτω από το 3% του ΑΕΠ.
Η στρατηγική της επερχόµενης κυβέρνησης για τη διαχείριση της οικονοµικής κρίσης είναι η βαθύτερη ενσωµάτωση στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισµό. Η λιτότητα έρχεται και θα την πληρώσει θα η εργατική τάξη.
∆εν αρκεί η αλλαγή διαχειριστή της λιτότητας
Η ήττα του Όρµπαν είναι αναµφισβήτητα ευπρόσδεκτη. Το καθεστώς του αντιπροσώπευσε πολλά χρόνια θεσµικού ρατσισµού, διώξεων κατά των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόµων, αντεργατικής νοµοθεσίας και εκτεταµένης διαφθοράς. Η πτώση του έχει σηµασία.
Η ουγγρική ακροδεξιά όµως είναι τραυµατισµένη, όχι εξαλειµµένη. Το Fidesz διατηρεί ακόµα σηµαντικό εκλογικό έρεισµα. Και οι οικονοµικές συνθήκες που γέννησαν την ακροδεξιά – επισφάλεια, ανισότητα, η αδυναµία της κεντρικής πολιτικής να βελτιώσει τις ζωές των εργατών – δεν έχουν αλλάξει. Αντίθετα, οι πολιτικές που θα εφαρµόσει η κυβέρνηση Magyar θα τις οξύνουν.
Η Ιστορία είναι αµείλικτη και µας έχει δείξει το ίδιο µοτίβο ξανά και ξανά. Όταν τα κεντροδεξιά «φιλελεύθερα» κόµµατα παίρνουν την εξουσία πάνω στο κύµα της αγανάκτησης, έστω και ενάντια στην ακροδεξιά, εφαρµόζουν τις ίδιες πολιτικές της αγοράς. Με αποτέλεσµα το βιοτικό επίπεδο καταρρέει, η απογοήτευση µεγαλώνει κι η ακροδεξιά επιστρέφει ακόµα πιο ενισχυµένη, πατώντας πάνω στα συντρίµµια που άφησαν οι «φιλελεύθεροι».Το ίδιο µοτίβο το έχουµε δει επανειληµµένα σε πολλές εκδοχές.
Η πραγµατική ελπίδα για την Ουγγαρία δεν βρίσκεται στα στελέχη των πολυεθνικών ή τις ηχογραφήσεις και τη ρητορική κατά της διαφθοράς του Magyar. Η πτώση του Όρµπαν απέδειξε ότι οι τύραννοι δεν είναι αήττητοι όταν ο απλός κόσµος, οι εργαζόµενοι/ες αποφασίζουν να δράσουν. Βρίσκεται στα εκατοµµύρια που, νικώντας τον Όρµπαν, ξαναβγήκαν στους δρόµους και βρήκαν κάτι σηµαντικό: ότι η συλλογική δράση µπορεί να αλλάξει τα πράγµατα, ότι κάθε ισχυρός µπορεί να ανατραπεί.
Το ερώτηµα είναι αν αυτή η ενέργεια θα οργανωθεί σε κάτι πιο διαρκές: Μέσα από ένα ισχυρό εργατικό κίνηµα που θα τσακίσει κάθε «νόµο περί δουλείας». Μέσα από την κοινή πάλη ντόπιων και µεταναστών εργατών ενάντια στα αφεντικά που µας θέλουν διαιρεµένους.
Μέσα από την πίεση στον δρόµο που θα κάνει κάθε κυβέρνηση -συµπεριλαµβανοµένης της κυβέρνησης των µάνατζερ του Magyar- να τρέµει. Η ουσιαστική αλλαγή στην Ουγγαρία δεν θα έρθει από την κορυφή. Και η νίκη µπορεί να έρθει µόνο από τα κάτω.



Υποβολή απάντησης