O Mαρξισμός και το Κόμμα (1978)-Εισαγωγή και Κεφάλαιο 1.1

Του Τζον Μόλινιου

Μετάφραση: Βασίλης Μορέλλας

https://www.marxists.org/history/etol/writers/molyneux/1978/party/index.htm

Εισαγωγή

Αυτό το βιβλίο γράφτηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 και όπως κάθε άλλο έργο, φέρει το στίγμα των καιρών του. Οι αρχές του ’70 στη Βρετανία ήταν χρόνια μαζικής και σε μεγάλο βαθμό επιτυχημένης πάλης της εργατικής τάξης: κορυφώσεις ήταν η συντριβή του Νόμου Βιομηχανικών Σχέσεων της κυβέρνησης των Τόρις από τους λιμενεργάτες και τους μηχανουργούς, το σπάσιμο του παγώματος μισθών από τους εργάτες των ορυχείων στα 1972 και τέλος, η ανατροπή της κυβέρνησης των Τόρις του Έντουαρντ Χιθ από την απεργία των ορυχείων του 1974. Υπήρξαν ήττες, φυσικά, αλλά γενικά η εικόνα έδειχνε μια ανοδική κίνηση της εργατικής τάξης.

Διεθνώς επίσης υπήρχε έδαφος για σημαντική αισιοδοξία. Η υπέροχη χρονιά του 1968 ήταν ακόμη σχετικά φρέσκια στο μυαλό μας, με την επίθεση του Τετ στο Βιετνάμ, τα δραματικά γεγονότα του Μάη στη Γαλλία, την παγκόσμια εξάπλωση της φοιτητικής εξέγερσης και τις διαδηλώσεις των μαύρων στις πόλεις της Αμερικής. Επιπρόσθετα, το 1968 ακολουθήθηκε από το «καυτό καλοκαίρι» των Ιταλών εργατών το 1969, την συντριπτική ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και την Πορτογαλική Επανάσταση με τις πολλές της συνέπειες στην Αφρική το 1974. Άλλη μια φορά υπήρχαν ήττες, αλλά συνολικά φαινόταν ότι η παγκόσμια επαναστατική διαδικασία κέρδιζε έδαφος.

Συγκεκριμένα έμοιαζε πως οι δυνάμεις του αυθεντικού επαναστατικού Μαρξισμού άρχιζαν επιτέλους να επανακάμπτουν από το εξώτερο περιθώριο της πολιτικής ζωής, στο οποίο είχαν παραδοθεί από τον καιρό της ανόδου του Σταλινισμού τη δεκαετία του 1920. Στη Βρετανία οι Διεθνείς Σοσιαλιστές (τώρα το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα) είχαν μεταμορφώσει εαυτούς από μικροσκοπική προπαγανδιστική ομάδα κάνα δυο εκατοντάδων ανθρώπων σε ένα βιώσιμο μικρο-κόμμα αρκετών χιλιάδων με μια μικρή μα σοβαρή βάση στην εργατική τάξη. Στην Ευρώπη υπήρχε ένας αριθμός από ελπιδοφόρες ομάδες παρόμοιου ή μεγαλύτερου μεγέθους που, ενώ η πολιτική τους ήταν κατά τι συγκεχυμένη (η επιρροή του Μαοϊσμού ήταν ισχυρή), ήταν ωστόσο καθαρά επαναστατικές και είχαν σαφή προσανατολισμό προς την εργατική τάξη. Όπως το έβαζε το Ο Μαρξισμός και το Κόμμα, υπήρξε «σε πολλές χώρες ανάδυση ευμεγέθων οργανώσεων (όχι μαζικών κομμάτων, αλλά αρκετά μεγάλων για να συνιστούν ένα σοβαρό ξεκίνημα) με το στόχο το χτίσιμο ενός επαναστατικού κόμματος».

Η προοπτική που αποτελεί τη βάση του Ο Μαρξισμός και το Κόμμα ήταν ότι αυτές οι τάσεις θα συνέχιζαν κι ότι γερά επαναστατικά κόμματα θα μεγάλωναν και θ’αναπτύσσονταν, όχι μόνο στη Βρετανία μα και σ’έναν αριθμό άλλων χωρών. Δυστυχώς πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτή η προοπτική δεν έχει πραγματωθεί. Συνολικά τα εργατικά κινήματα στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες και μαζί με αυτά οι δυνάμεις του επαναστατικού σοσιαλισμού, είναι κατά τι πιο αδύναμα απ’ότι ήταν μια δεκαετία πριν.

Η μετατόπιση στην ισορροπία των ταξικών δυνάμεων στη Βρετανία συνοψίζεται στα αντιθετικά πεπρωμένα των απεργιών των εργατών ορυχείων στα 1974 και 1984-5. Η ήττα του 1985 αποτέλεσε κλιμάκωση και συνέπεια μια μακράς σειράς αποτυχιών που είχαν υποσκάψει τη μαχητικότητα και την ανεξαρτησία του εργατικού κινήματος.

Βάση αυτής της διαδικασίας υπήρξε το γεγονός ότι η έναρξη της πολυαναμενόμενης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης το 1974 και η συνέχισή της (τονισμένη από μικρές ανανήψεις) ως σήμερα, δεν απέδωσε τη μαζική ριζοσπαστικοποίηση των εργατών που οι επαναστάτες σοσιαλιστές ανέμεναν. Περισσότερο έφερε έναν κατήφορο προς την αποκαρδίωση. Η μακρά ύφεση έχει εκθέσει τη χρεοκοπία της ρεφορμιστικής συνδικαλιστικής συνείδησης που κυριαρχούσε στο εργατικό κίνημα, αλλά το έκανε αυτό σε μια στιγμή που οι επαναστάτες δεν ήταν καθόλου αρκετά ισχυροί για να συγκροτήσουν ένα σοβαρό εναλλακτικό πόλο έλξης. Οι εργάτες που θα προωθούνταν στην επίθεση και θα σημείωναν τη μια νίκη μετά την άλλη όταν πίστευαν ότι «τα λεφτά υπήρχαν», με μια ορισμένη μερίδα τους να βγάζει επαναστατικά συμπεράσματα στη διαδικασία, έχουν γίνει πιο προσεκτικοί και απρόθυμοι να πολεμήσουν απ’τη στιγμή που πείστηκαν πως ο εργοδότης είναι ίσως στα αλήθεια έτοιμος να καταστραφεί ή πως «η χώρα δεν θα μπορούσε να το αντέξει».

Αυτές είναι πολύ πλατιές γενικεύσεις στις οποίες έχουν υπάρξει, φυσικά, πολλές εξαιρέσεις και αντισταθμιστικές ροπές. Σε παγκόσμια κλίμακα έχει υπάρξει ένας αριθμός μεγαλειωδών αγώνων και κάποιες αξιοσημείωτες νίκες -το κίνημα Solidarnosc [Αλληλεγγύη -ΣτΜ] στην Πολωνία, η επανάσταση των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, η ανατροπή του Σάχη στο Ιράν κι ούτω καθεξής- μα για τον έναν ή άλλο λόγο καμία δεν έχει δώσει στον επαναστατικό σοσιαλισμό την ίδια διεθνή έμπνευση με το Μάη του ’68 ή την ήττα των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ. Το αποτέλεσμα ήταν μια καθοδική περίοδος για την επαναστατική αριστερά στην οποία η δική μου οργάνωση, το SWP, τα’χει καταφέρει καλά να συντηρηθεί και να μεγαλώσει λίγο και στην οποία πολλά άλλα δυνητικά επαναστατικά κόμματα έχουν είτε συρρικνωθεί, είτε καταρρεύσει, είτε μετακινηθεί προς τα δεξιά.

Παρά αυτόν τον μελαγχολικό ισολογισμό πιστεύω ότι οι βασικές ιδέες του Ο Μαρξισμός και το Κόμμα παραμένουν σχετικές με την τωρινή κατάσταση. Οι ήττες και αποτυχίες της περασμένης δεκαετίας οφείλονταν όχι στην παρουσία αλλά στην απουσία του είδους των Μαρξιστικών κομμάτων που υποστηρίζω σε αυτό το βιβλίο. Αυτές οι ήττες έκαναν δυσκολότερο το χτίσιμο τέτοιων κομμάτων, μα επίσης πιστοποίησαν την αναγκαιότητα συνέχισης της προσπάθειας. Συν τοις άλλοις, η προσπάθεια παραμένει χρηστική, επειδή οι ήττες, αν και σοβαρές, ήταν γενικώς μερικές παρά ολοκληρωτικές. Το εργατικό κίνημα έχει όντως αδυνατίσει, αλλά όχι εξαρθρωθεί και συντριβεί, όπως είχε, για παράδειγμα, σ’εκείνες τις Ευρωπαϊκές χώρες που ενέδωσαν στο φασισμό ανάμεσα στους δυο παγκόσμιους πολέμους ή, για το ίδιο θέμα, στην ΕΣΣΔ υπό το Στάλιν. Κατά συνέπεια, συνεχίζουν να υπάρχουν πολλοί εργατικοί αγώνες με τους οποίους οι επαναστάτες μπορούν να αποκτήσουν σχέση και μια μικρή μα αυξανόμενη μειοψηφία εργατών που δε θέλει μόνο να πολεμήσει, αλλά επίσης θέλει εξηγήσεις για τις παρελθούσες αποτυχίες και ψάχνει για ιδέες και στρατηγικές που μπορούν να οδηγήσουν στη νίκη στο μέλλον.

Η ανάγκη για ένα επαναστατικό κόμμα εκφράζεται χειροπιαστά στη Βρετανία από την πρόσφατη εξέλιξη του Εργατικού Κόμματος. Η κάμψη του αριστερού ρεύματος που είχε μορφοποιηθεί γύρω από τον Τόνι Μπεν από τη στιγμή της άνθισής του το 1982 και η δεξιόστροφη μετατόπιση του κόμματος υπό την ηγεσία του Νιλ Κίνοκ, φέρνει όλους τους γνήσιους σοσιαλιστές στο Εργατικό Κόμμα αντιμέτωπους με την αναγκαιότητα να έρθουν σε ξεκάθαρη ρήξη με το ρεφορμισμό. Είναι τώρα φανερό ότι μια μελλοντική Εργατική κυβέρνηση υπό τον Νιλ Κίνοκ (ή μια συμμαχική κυβέρνηση του Εργατικού και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος) θα είναι καταστροφή για την εργατική τάξη, πιθανόν χειρότερη από την καταστροφική διαχείριση Γουίλσον-Κάλαγκαν στα τέλη του ’70, εκτός κι αν αντικρίσει μαζική αντίσταση από τα κάτω. Στο κέντρο μιας τέτοιας αντίστασης, δίνοντάς της συνοχή και προοπτική, πρέπει να βρεθεί ένα επαναστατικό Μαρξιστικό κόμμα.

Συνεπώς, αν είχα χρόνο να ξαναγράψω ή να αναθεωρήσω το Ο Μαρξισμός και το Κόμμα σήμερα (που δεν έχω) οι κύριες γραμμές της επιχειρηματολογίας και τα πρωταρχικά της συμπεράσματα θα παρέμεναν αμετάβλητα. Το ζήτημα ακόμα είναι, όπως έγραφα τότε, ότι το χτίσιμο των επαναστατικών κομμάτων και της διεθνούς τους ενοποίησης είναι σήμερα το πρωτεύον και πιο επείγον στρατηγικό καθήκον που αντικρίζει τους επαναστάτες σοσιαλιστές σ’όλο τον κόσμο. Aν δεν επιτευχθεί, η εργατική τάξη θα καταστεί ανίκανη να επιλύσει προς το συμφέρον της την κρίση του καπιταλισμού που γίνεται οξύτερη μέρα με τη μέρα!

Ωστόσο, θα υπήρχαν, φυσικά, ορισμένες αλλαγές έμφασης. Η πιο σημαντική από αυτές αφορά στην εκτίμηση του Γκράμσι. Ακόμη θεωρώ τον Γκράμσι έναν μεγάλο επαναστάτη Μαρξιστή που είχε πολλή και σημαντική οξυδέρκεια, αλλά γράφοντας σήμερα θα πρόσφερα μια λιγότερο διογκωμένη εκτίμηση της συνεισφοράς του στη θεωρία του κόμματος. Την ίδια στιγμή θα έδινα περισσότερο χώρο για μια ισχυρή υπεράσπιση του Γκράμσι ενάντια στην Ευρωκομμουνιστική και ακαδημαϊκά Μαρξιστική παρερμηνεία ότι αυτός υπήρξε ρεφορμιστής και προφήτης του Λαϊκού Μετώπου και της «Ευρείας Δημοκρατικής Συμμαχίας».

Αυτά τα σημεία συνδέονται, καθώς είναι τώρα σαφές για εμένα ότι παρόλο που ο Γκράμσι ήταν ένας επαναστάτης που πίστευε στην αναγκαιότητα της ένοπλης εξέγερσης, στα σοβιέτ και το τσάκισμα του καπιταλιστικού κράτους, πολλές από τις διατυπώσεις του -για τον «πόλεμο θέσης» που αντικαθιστά τον «πόλεμο ελιγμών», τη σχέση ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία των πολιτών και τις διαφορές μεταξύ Ρωσίας και Δυτικής Ευρώπης- ήταν ανακριβείς και μπερδεμένες και γι’αυτό άνοιξαν την πόρτα σε μια ρεφορμιστική ερμηνεία που ο ίδιος ο Γκράμσι θα αποκήρυσσε. Όπως βρίσκεται, το κεφάλαιό μου για τον Γκράμσι θα έπρεπε να διαβαστεί σε σύνδεση με την παμφλέτα του Κρις Χάρμαν Γκράμσι εναντίον Ρεφορμισμού (Λονδίνο 1983) η οποία παρέχει την αναγκαία διόρθωση.

Επιπλέον θα αφιέρωνα περισσότερο χώρο για την αντίληψη κόμματος και τάξης την ενσωματωμένη στα στρατηγικά γραπτά του Τρότσκι του 1928-37, με άλλα λόγια την κριτική του στο Σταλινικό υπεραριστερισμό της «τρίτης περιόδου» που διέσπασε την εργατική τάξη μπροστά στον Χίτλερ και του επακόλουθου οπορτουνισμού της περιόδου του Λαϊκού Μετώπου. Αυτά τα γραπτά έχουν αποδειχτεί εξαιρετικά σχετικά και χρήσιμα τα πρόσφατα χρόνια και παραμένουν έτσι ως σήμερα. Από τη μια πλευρά, διαμορφώνουν το ουσιαστικό θεωρητικό φόντο για την πάλη ενάντια στην αναβίωση του Ναζισμού, που αποκάλυψε τον εαυτό του στη Βρετανία το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 και που συνεχίζει στη Γαλλία σήμερα. Από την άλλη πλευρά, αποτελούν κομβικό σημείο εκκίνησης για τη Μαρξιστική κριτική της σημερινής στρατηγικής του Ευρωκομμουνισμού και πολλών άλλων αριστερών και όχι-και-τόσο-αριστερών ρεφορμιστών. Ο αναγνώστης που επιθυμεί να παρακολουθήσει αυτό το ζήτημα μπορεί να το κάνει εύκολα στον Μαρξισμό του Τρότσκι (Λονδίνο 1985) του Ντάνκαν Χάλας.

Ένα πράγμα, ωστόσο, δεν έχει αλλάξει καθόλου την περασμένη δεκαετία. Αυτό είναι η επείγουσα αναγκαιότητα ανατροπής του καπιταλισμού, αν η ανθρωπότητα, οδηγούμενη από την εργατική τάξη, είναι να προχωρήσει πέρα από τη σκιά του πυρηνικού μανιταριού. Αν αυτό το βιβλίο μπορέσει να συνεισφέρει σε αυτή τη διαδικασία με οποιοδήποτε τρόπο, τότε θα εκπληρώσει το σκοπό του.

Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλονται στον Τόνι Κλιφ για τις πολύτιμες κριτικές και προτάσεις του και για τη δουλειά του ως επιμελητή, στην Ανίτα Μπρόμλεϊ για τη δακτυλογράφηση μεγάλων τμημάτων του χειρόγραφου και στους Τζιλ, Σάρα και Τζακ που ανέχτηκαν τόσες χαλασμένες διακοπές.

Τζον Μόλινιου

Σεπτέμβριος 1985

 

 

  1. Καρλ Μαρξ: τάξη και κόμμα
  1. Τα ταξικά θεμέλια

 

Το θεμέλιο όλων των μαρξιστικών προσεγγίσεων στην ανάλυση των πολιτικών κομμάτων είναι η θεωρία του Μαρξ για την ταξική πάλη. Για τους μαρξιστές η βασική εξήγηση για την ύπαρξη διαφορετικών και ανταγωνιζόμενων πολιτικών κομμάτων βρίσκεται στην οικονομική δομή της κοινωνίας. Τα πολιτικά κόμματα συστήνονται, προσελκύουν υποστήριξη και συνεχίζουν να λειτουργούν πρώτα απ’όλα ως εκπρόσωποι ταξικών συμφερόντων.

Φυσικά αυτή η ιδέα, όπως και στην περίπτωση πολλών μαρξιστικών αρχών, μετατρέπεται σε μια ανοησία αν γίνει κατανοητή χοντροκομμένα και δογματικά. Η θέση ότι τα πολιτικά κόμματα εκπροσωπούν ταξικά συμφέροντα δε σημαίνει ότι αυτά απαραίτητα το κάνουν με μια ευθύγραμμη σχέση ένα-προς-ένα. Δε σημαίνει ότι όλες τις φορές ένα κόμμα εκπροσωπεί τα συμφέροντα μίας τάξης∙ ή ότι τα συμφέροντα μίας τάξης, με την ιστορική έννοια, μπορούν να μορφοποιηθούν απλά με όρους άμεσου οικονομικού οφέλους∙ ή ότι οι πράξεις κάθε κόμματος μπορούν να εξηγηθούν μόνο αναφορικά με την τάξη στην οποία βασίζεται. Γεγονός είναι ότι  η ιστορία παρέχει πολυάριθμα παραδείγματα κάθε είδους συνδυασμού τάξης/κόμματος: από κόμματα που ξεκινούν εκπροσωπώντας τα συμφέροντα μιας τάξης, αλλά καταλήγουν υπηρετώντας τα συμφέροντα μιας άλλης∙ από κόμματα που επιχειρούν να υπηρετήσουν τα συμφέροντα δυο ή ακόμη και τριών τάξεων μεμιάς∙ από κόμματα που υπηρετούν ένα τμήμα μια τάξης ενάντια στα συμφέροντα της τάξης αυτής ως σύνολο∙ από δυο ή τρία μικρά κόμματα που ανταγωνίζονται για να γίνουν ο αδιαμφισβήτητος εκπρόσωπος της ίδιας τάξης κι ούτω καθεξής.

Γι’αυτό στη Βρετανία σήμερα έχουμε τρία μείζονα πολιτικά κόμματα:

το Κόμμα των Τόρις, που είναι πρώτιστα το κόμμα των μεγάλων καπιταλιστών, αλλά ψηφίζεται από πολλούς εργάτες και υποστηρίζεται ενεργά από πλατιά τμήματα της μικροαστικής τάξης∙

το Εργατικό Κόμμα, που βασίζεται στις οργανώσεις της εργατικής τάξης και υπολογίζει κυρίως σε εργάτες για τις ψήφους του, αλλά που έχει μια μεσοαστική ηγεσία η οποία δέχεται τη συνέχεια του καπιταλιστικού συστήματος και είναι επομένως συχνά αναγκασμένη να δρα ενάντια στα συμφέροντα της εργατικής της βάσης∙

το Φιλελεύθερο Κόμμα, που είναι βασικά ένα μικροαστικό κόμμα, που στηρίζεται από λίγους μεγαλύτερους καπιταλιστές και αποσπά κάποιες από τις ψήφους του από την εργατική τάξη.

Κανένα από αυτά τα παραδείγματα δεν διαψεύδει την μαρξιστική θέση. Περισσότερο την επιβεβαιώνουν, καθώς το μόνο που αυτή ισχυρίζεται είναι ότι το θεμελιώδες σημείο εκκίνησης για την ανάλυση των πολιτικών κομμάτων, όπως και της πολιτικής γενικά, πρέπει να είναι η ταξική δομή της κοινωνίας. Οι πολυάριθμες πολυπλοκότητες που έχουμε αναφέρει υψώνονται με βάση το γεγονός ότι οι τάξεις στην κοινωνία δεν στέκονται απλά η μία δίπλα στην άλλη, αλλά η μία πάνω στην άλλη σε μια κατάσταση διαρκούς και δυναμικής διαμάχης κι ότι τα πολιτικά κόμματα παίζουν έναν σπουδαιότατο ρόλο σε αυτή τη διαμάχη. Μια συγκεκριμένη διάταξη πολιτικών κομμάτων αντικατοπτρίζει τα σχετικά στάδια ανάπτυξης όπου έχουν φτάσει οι διάφορες τάξεις και το βαθμό ηγεμονίας που έχει αποκτήσει μία τάξη πάνω στις άλλες. Κατά συνέπεια, όταν πραγματευόμαστε μαρξιστικές θεωρίες του κόμματος, και πάνω απ’όλα εκεί όπου ο ίδιος ο Μαρξ εστίαζε,  δεν ενδιαφέρεται κανείς μόνο για μια στενή και διαχωρισμένη θεωρία οργάνωσης, μα πάντα για τη σχέση μεταξύ κόμματος και τάξης. Τα κόμματα είναι στιγμές στην εξέλιξη των τάξεων.

Ο Μαρξ επιθυμούσε να αποκαλύψει τις καθοδηγήτριες δυνάμεις της ιστορίας προκειμένου να υποβοηθήσει τη δημιουργία ιστορίας. Κατά συνέπεια, για τον Μαρξ οι τάξεις δεν είναι απλώς στατικές οντότητες, μα κοινωνικές ομάδες που αποκτούν υπόσταση διαμέσου ιστορικών διαδικασιών και περνούν από ποικίλα στάδια ανάπτυξης και ωριμότητας. Πάνω απ’όλα, οι τάξεις αυτοπροσδιορίζονται μέσα από τις διαμάχες. «Άτομα σχηματίζουν μία τάξη μόνο στο βαθμό που καταπιάνονται σε ένα κοινό αγώνα με μια άλλη τάξη»[i]. Στην πορεία του αγώνα οι τάξεις αποκτούν (ή χάνουν) συνοχή, οργάνωση, αυτοπεποίθηση και συνείδηση. Τα πολιτικά κόμματα είναι όπλα στην πάλη μεταξύ των τάξεων.

Στην ανάλυση του καπιταλισμού από τον Μαρξ «η κοινωνία ως σύνολο διασπάται όλο και περισσότερο σε δύο μεγάλα στρατόπεδα, σε δύο μεγάλες τάξεις που αντιμετωπίζουν άμεσα η μία την άλλη: τη μπουρζουαζία και το προλεταριάτο».[ii] Δεν ήταν ότι ο Μαρξ πίστευε πως οι κατηγορίες της μπουρζουαζίας και του προλεταριάτου κάλυπταν τους πάντες στην καπιταλιστική κοινωνία -το να διατείνεται κάτι τέτοιο ως εμπειρικό γεγονός στα 1847 θα ήταν παράλογο. Περισσότερο ο ισχυρισμός του ήταν ότι η διαμάχη μεταξύ μπουρζουαζίας και προλεταριάτου είναι εγγενής και θεμελιώδης στο καπιταλιστικό σύστημα. Κάτω από τον καπιταλισμό η παραγωγή λαμβάνει χώρα στη βάση της εκμετάλλευσης μισθού και εργασίας. Γι’αυτό σφηνωμένη στην καρδιά της καπιταλιστικής οικονομίας είναι μια διαρκής διαμάχη συμφερόντων και αυτή η βασική διαμάχη διέπει κάθε πλευρά της κοινωνικής ζωής. Όπως το έθεσε ο Μαρξ στο Κεφάλαιο:

 

«Είναι πάντα η άμεση σχέση των κατεχόντων τα μέσα παραγωγής με τους άμεσους παραγωγούς…μέσα στην οποία βρίσκουμε το τελικό μυστικό, την κρυμμένη βάση όλης της κοινωνικής δομής, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών μοτίβων κυριαρχίας και υποτέλειας, σε συντομία, ενός ορισμένου ιδιαίτερου τύπου κυβερνήσεων.[iii]»

 

Στην τελευταία ανάλυση, οι ποικίλες άλλες τάξεις ή κοινωνικά στρώματα μπορούν να δράσουν μόνο μέσα στο πλαίσιο εναλλακτικών που παρέχεται από τις δύο μείζονες τάξεις. Στο τέλος πρέπει να συνταχθούν με τη μία ή την άλλη τάξη. Συνεπώς, από μια μαρξιστική σκοπιά, το βασικό κριτήριο για την αποτίμηση των πολιτικών κομμάτων δεν είναι απλά το πάνω σε ποιες τάξεις βασίζονται, μα πού στέκονται μέσα στην ταξική πάλη ανάμεσα σε μπουρζουαζία και προλεταριάτο.

Όμως, όταν κανείς μιλά για τη θεωρία του Μαρξ για το κόμμα, το θέμα δεν είναι τα πολιτικά κόμματα γενικά, αλλά το επαναστατικό κόμμα που έχει ως στόχο του την ανατροπή του καπιταλισμού -ιδιαίτερα μιλά κανείς για την σύλληψη ενός προλεταριακού πολιτικού κόμματος από τον Μαρξ, καθότι, ασφαλώς, ήταν η άποψή του ότι «το προλεταριάτο μονάχα είναι μια πραγματικά επαναστατική τάξη… Οι άλλες τάξεις αποσυντίθενται και τελικά εξαφανίζονται μπροστά στην μοντέρνα βιομηχανία∙ το προλεταριάτο είναι το ειδικό και ουσιαστικό προϊόν της.»[iv] Ο καταστηματάρχης, ο τεχνίτης, ο μικρός αγρότης, ο χωρικός, όλοι υποσκάπτονται από την επέκταση του καπιταλισμού, αλλά το προλεταριάτο μεγεθύνεται. «Στην ίδια αναλογία που η μπουρζουαζία, δηλ. το κεφάλαιο, αναπτύσσεται, στην ίδια αναλογία αναπτύσσεται το προλεταριάτο, η μοντέρνα εργατική τάξη.»[v] Η κλίμακα της παραγωγής μεγαλώνει, οπότε οι εργάτες συγκεντρώνονται σε όλο και μεγαλύτερες μονάδες. «Με την ανάπτυξη της βιομηχανίας το προλεταριάτο όχι μόνο αυξάνει σε αριθμό, μα συγκεντρώνεται σε μεγαλύτερες μάζες, η δύναμή του μεγαλώνει και αισθάνεται τη δύναμή του περισσότερο.» Το προλεταριάτο επομένως, στέκει στο κέντρο της οικονομικής δομής. Δυνητικά είναι η πιο ισχυρή εκμεταλλευόμενη τάξη στην ιστορία. Αυτή η ισχύς δίνει στο προλεταριάτο την ικανότητα για αυτο-απελευθέρωση, μία ικανότητα που αποτελεί ζωτικό στοιχείο  στη θεωρία του Μαρξ για την επανάσταση.[vi] Ο δεύτερος και εξίσου σημαντικός παράγοντας στην αποτίμηση του προλεταριάτου από τον Μαρξ είναι η άποψή του ότι το προλεταριάτο αποτελεί την πρώτη τάξη της οποίας η νίκη θα κατέληγε όχι σε μια νέα μορφή ταξικής κοινωνίας, αλλά στην κατάργηση όλων των τάξεων. Αυτή η άποψη βασίζεται στην αναγκαστικά συλλογική φύση του προλεταριακού αγώνα. Εκτός ασυνήθιστων εξαιρέσεων, ο μεμονωμένος εργάτης δε μπορεί να πλησιάσει τον εργοδότη του και να ζητήσει αύξηση μισθού με οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας∙ είναι υποχρεωμένος να συμπράξει με τους συναδέλφους του. Ο εργάτης δεν έχει κυριότητα στα μέσα παραγωγής και δεν μπορεί να την αποκτήσει ως άτομο, επειδή η μοντέρνα βιομηχανία δεν μπορεί να διαιρεθεί και να τεμαχιστεί σε εκατομμύρια κομμάτια. Για να κατακτήσει τα μέσα παραγωγής, η εργατική τάξη πρέπει να το κάνει συλλογικά, μέσω της κοινωνικής ιδιοκτησίας.

Η επιμονή του Μαρξ για το προλεταριάτο ως τη μόνη επαναστατική τάξη και οι αιτιολογίες του για αυτό, απεικονίζονται καλά με την στάση του προς τον άλλο πιο προφανή υποψήφιο για τον τίτλο, την αγροτιά. Τον καιρό του Μαρξ η αγροτιά σχημάτιζε την τεράστια πλειοψηφία ακόμη και στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες και ήταν τουλάχιστο τόσο φτωχή και καταπιεσμένη όσο και το προλεταριάτο. Επιπρόσθετα, υπήρχε μακρά παράδοση βίαιων αγροτικών εξεγέρσεων. Αλλά ο Μαρξ τα αψηφούσε όλα αυτά, λόγω της εξατομικευμένης και κατακερματισμένης φύσης του αγροτικού τρόπου ζωής.

 

«Οι μικρο-ιδιοκτήτες χωρικοί σχηματίζουν μια τεράστια μάζα, τα μέλη της οποίας ζουν σε παρόμοιες συνθήκες, μα χωρίς να μπαίνουν σε πολύμορφες σχέσεις μεταξύ τους. Η μέθοδος παραγωγής τους τούς απομονώνει τον έναν απ’τον άλλο, αντί να τους φέρνει σε αμοιβαία συναναστροφή… Με αυτόν τον τρόπο, οι μεγάλες μάζες του Γαλλικού έθνους σχηματίζονται από απλή πρόσθεση ομόλογων μεγεθών, εν πολλοίς όπως πατάτες σε ένα τσουβάλι σχηματίζουν ένα τσουβάλι πατάτες. Στο βαθμό που εκατομμύρια οικογενειών ζουν κάτω από οικονομικές συνθήκες ύπαρξης που διαχωρίζουν τον τρόπο ζωής τους, τα συμφέροντά τους και την κουλτούρα τους από εκείνα άλλων τάξεων και τις βάζουν σε εχθρική αντιπαράθεση με τις τελευταίες, αυτές σχηματίζουν μια τάξη. Στο βαθμό που υπάρχει μόνο μια τοπική διασύνδεση μεταξύ αυτών των μικρο-ιδιοκτητών χωρικών και η ταυτότητα των συμφερόντων τους δεν γεννάει καμία κοινότητα, κανένα πανεθνικό δεσμό και καμία πολιτική οργάνωση, δεν σχηματίζουν τάξη. Είναι κατά συνέπεια ανίκανοι να επιβάλουν τα ταξικά τους συμφέροντα στο όνομα το δικό τους, είτε μέσω ενός κοινοβουλίου είτε μέσω μιας συνέλευσης. Δεν μπορούν να εκπροσωπήσουν τους εαυτούς τους, πρέπει να εκπροσωπούνται [από άλλους -ΣτΜ].[vii]»

 

Η ικανότητα του προλεταριάτου, αντίθετα με της αγροτιάς, για αυτο-εκπροσώπηση και επομένως αυτο-απελευθέρωση, είναι κρίσιμη για τη θέση του ως επαναστατική τάξη και για την ικανότητά του να δημιουργήσει ένα επαναστατικό κόμμα.

Ωστόσο, δε θα πρέπει κανείς να μπερδεύει τη δυνατότητα του προλεταριάτου να δημιουργήσει το δικό του κόμμα με την εμπειρική πραγματικότητα. Ο Μαρξ είχε επίγνωση του κενού ανάμεσα στο προλεταριάτο ως τάξη «καθεαυτή» και του προλεταριάτου ως τάξη «για τον εαυτό της»[viii] και του μακροχρόνιου αγώνα που κείται μεταξύ των δύο. Ούτε και απέτυχε να δει ο Μαρξ τις εξουθενωτικές επιπτώσεις της ανταγωνιστικής αστικής κοινωνίας στην οργάνωση και την ενότητα της εργατικής τάξης.

 

«Ο ανταγωνισμός διαχωρίζει τα άτομα το ένα απ’το άλλο, όχι μόνο τους αστούς, αλλά ακόμη περισσότερο τους εργάτες, παρά το γεγονός ότι τους μαζεύει κοντά. Ως εκ τούτου, περνά πολύς χρόνος πριν αυτά τα άτομα μπορέσουν να ενωθούν… Ως εκ τούτου, κάθε οργανωμένη δύναμη που στέκεται πάνω από και ενάντια σε αυτά τα απομονωμένα άτομα, που ζουν σε σχέσεις που καθημερινά αναπαράγουν αυτή την απομόνωση, μπορεί μόνο να υπερνικηθεί μετά από μακροχρόνιους αγώνες.[ix]»

 

Αναγνώριζε επίσης τη δύναμη της αστικής ιδεολογίας.

 

Η τάξη που έχει τα μέσα της υλικής παραγωγής στη διάθεσή της έχει ταυτόχρονα τον έλεγχο τον μέσων πνευματικής παραγωγής, έτσι ώστε, γενικά μιλώντας, οι ιδέες αυτών που στερούνται τα μέσα πνευματικής παραγωγής να υπόκεινται σε αυτήν.[x]

 

Ο σχηματισμός ενός πολιτικού κόμματος των εργατών ήταν, επομένως, αναγκαίος για να αντιπαλέψει αυτές τις πανίσχυρες τάσεις προς τον κατακερματισμό και να καθιερώσει την ανεξαρτησία του προλεταριάτου ως τάξης. Πράγματι ο Μαρξ συχνά υποδήλωνε ότι οι εργάτες δεν μπορούν να θεωρούνται ως τάξη με την πλήρη έννοια της λέξης, μέχρι να δημιουργήσουν το δικό τους διακριτό κόμμα. Γι’αυτό βρίσκουμε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ότι «η οργάνωση των προλετάριων σε τάξη και συνεπώς σε πολιτικό κόμμα, συνεχώς αναταράσσεται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των ίδιων των εργατών»[xi] και στην απόφαση της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου (1871) της Πρώτης Διεθνούς ότι «το προλεταριάτο μπορεί να ενεργήσει ως τάξη μόνο συγκροτώντας για τον εαυτό του ένα διακριτό πολιτικό κόμμα»[xii]. Αυτή η βασική ιδέα παρέμεινε κεντρική στη θεωρία και την πρακτική και του Μαρξ και του Ένγκελς, από τα μέσα του 1840 ως το τέλος της ζωής τους.

 

Αναφορές

 

  1. Καρλ Μαρξ: τάξη και κόμμα

[i] Μαρξ και Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, παρατίθεται από τον Ρ.Ντάχρεντορφ στο Τάξη και Ταξική Σύγκρουση στη Βιομηχανική Κοινωνία, Λονδίνο 1959, σ.14.

[ii] Μαρξ και Ένγκελς, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, Μόσχα 1957, σ.48.

[iii] Μαρξ, Κεφάλαιο, Τομ.ΙΙΙ παρατίθεται από τον Ντάρεντορφ, ό.π. σ.13.

[iv] Μαρξ και Ένγκελς, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ό.π. σ.66.

[v]στο ίδιο σ.58.

[vi] Βλ. Χαλ Ντράπερ, «Η Αρχή της Αυτο-Απελευθέρωσης στους Μαρξ και Ένγκελς», Σοσιαλιστικό Μητρώο (Socialist Register), 1972

[vii] Μαρξ, Η Δέκατη Όγδοη Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Νέα Υόρκη 1963, σ.123-24.

[viii] Βλ. Μαρξ, Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, Μόσχα 1966, σ.150.

[ix] Μαρξ και Ένγκελς, Η Γερμανική Ιδεολογία, Λονδίνο 1965, σ.78 σημ.

[x] στο ίδιο σ.61.

[xi] Μαρξ και Ένγκελς, Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ό.π. σ.64.

[xii] Παρατίθεται στο Ντ. Μακ Λίλλαν, Η Σκέψη του Καρλ Μαρξ, Λονδίνο 1971, σ.177.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.