Ο κυβερνητικός ρεβανσισμός στον καιρό της πανδημίας

του Κ.Μ.

Αν και ο ρεβανσισµός της Ν∆ είχε προαναγγελθεί πριν από την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας, η ταχύτητα µε την οποία ξηλώνεται όλο το «σύστηµα» των δηµοκρατικών και εργατικών δικαιωµάτων και απλώνεται το µαύρο πέπλο του αυταρχισµού στο διάστηµα των 15 µηνών διακυβέρνησής της είναι πράγµατι εντυπωσιακή. Ξεκινώντας µε την κατάργηση του πανεπιστηµιακού ασύλου, ως εµβληµατικού σηµείου αναφοράς των δηµοκρατικών κατακτήσεων, η κυβέρνηση έδωσε γρήγορα δείγµατα γραφής: µε τον νόµο Βρούτση που έθεσε… εκτός νόµου βασικά συνδικαλιστικά δικαιώµατα και διαδικασίες, µε την εφαρµογή διατάξεων για τον οικονοµικό έλεγχο κοµµάτων και σωµατείων, την αστυνοµική διάλυση καταλήψεων, τους ξυλοδαρµούς στα Εξάρχεια κ.ά.

Έγινε έτσι πολύ γρήγορα κατανοητό ότι ο ρεβανσισµός της Ν∆ ούτε αφορούσε την επανάκτηση των οφιτσίων ή ακόµη την αποκατάσταση της «κανονικότητας» ύστερα από τη διακυβέρνηση της «αριστεράς» του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ήταν απλή έκφραση «ιδεολογικής αγκύλωσης» της ηγεσίας της.

Στην πραγµατικότητα η κυβέρνηση, έχοντας εγκολπώσει αρκετά ακροδεξιά στελέχη, έρχεται να εµβαθύνει και ολοκληρώσει την πορεία ανάδειξης του νεοφιλελευθερισµού σε κυρίαρχη ιδεολογία και εµπνευστή ακραίων πολιτικών λιτότητας και αυταρχισµού, πορεία η οποία ξεκίνησε τουλάχιστον από την εποχή της κατάρρευσης του ανατολικού µπλοκ και του «τέλους της Ιστορίας». Η ανάταση του εργατικού κινήµατος µε την έλευση των µνηµονίων, που οιονεί αµφισβήτησε συνολικά το καπιταλιστικό σύστηµα, µπορεί να κατέληξε σε ήττα, όµως το τίµηµα για την αστική τάξη ήταν η άνοδος του κόµµατος του ΣΥΡΙΖΑ και των αυταπατών της «πρώτης φοράς Αριστεράς», που οδήγησε και στην οδυνηρή (για την άρχουσα τάξη) καταγραφή στο δηµοψήφισµα του 2015. Η «µεταστροφή» του ΣΥΡΙΖΑ και η αποτελεσµατική διαχείριση του συστήµατος από αυτόν, που έφεραν απογοήτευση για τους εργαζόµενους και τον κόσµο της Αριστεράς, δεν ήταν αρκετά για την αστική τάξη. Με την επερχόµενη νέα καπιταλιστική κρίση να φαίνεται στον ορίζοντα, θέλησε να ξεµπερδεύει µε τις όποιες ιστορικές εργατικές και δηµοκρατικές κατακτήσεις δεν κατάφερε να «ανακτήσει» από την εποχή της πρώτης φοράς Μητσοτάκη µέχρι τα µνηµόνια.

Η πιο ακραία εκδοχή ∆εξιάς στη Μεταπολίτευση

Ο «νέος» διαχειριστής του συστήµατος, όντας στην πιο ακραία νεοφιλελεύθερη εκδοχή της µεταπολιτευτικής ιστορίας του, γνωρίζει ότι η κρίση, που ξεκίνησε από τα τέλη του 2019, απαιτεί την πλέον καταστροφική επίθεση στον κόσµο της εργασίας, προ µάλιστα του κινδύνου επανεµφάνισης του εφιάλτη (του κινήµατος) της προηγούµενης δεκαετίας. Στη µάχη αυτή η Ν∆ κινείται µε δύο επιπλέον δεδοµένα: α) το βάλτωµα µεγάλων κοµµατιών του κινήµατος, ως αποτέλεσµα της προηγούµενης ήττας, αλλά και της προδοτικής στάσης των συνδικάτων, και β) την συντηρητική στροφή συνολικά της κοινωνίας, που τροφοδοτείται από τον παροξυσµό των µικροαστικών στρωµάτων που έφερε η κοινωνική κρίση (στο έδαφος της οποίας καλλιεργήθηκε και η άνοδος του φασιστικού κόµµατος της Χ.Α.). Με βαριά όπλα την έξαρση του εθνικισµού και του ρατσισµού, που καλλιεργήθηκαν συστηµατικά από όλες ανεξαιρέτως τις προηγούµενες κυβερνήσεις, η κατεύθυνση της ρεβανσιστικής πολιτικής του Μητσοτάκη εήταν πλέον ξεκάθαρη πριν το ξέσπασµα της πανδηµίας: ολοµέτωπη επίθεση απέναντι σε κάθε εργατικό, λαϊκό, νεολαιίστικο και δηµοκρατικό δικαίωµα, ένταση της εθνικιστικής ρητορείας και του ρατσισµού και στρατηγική  εµπέδωσης του φόβου. Το µόνο εµπόδιο που βλέπουν (αισθανόµενοι αρκετά ισχυροί) για την εφαρµογή της πολιτικής αυτής είναι το (αστικό) θεσµικό πλαίσιο (εξ ου και η καραµέλα για «µεταρρυθµίσεις» που πιπιλάνε τα τελευταία χρόνια), αλλά και γενικά το ισχύον δικαιικό σύστηµα, στο βαθµό που ενσωµατώνουν ακόµη στοιχεία από ένα πιο ευνοϊκό για τους εργαζόµενους και την Αριστερά συσχετισµό δύναµης.

 

Ένα νέο πλαίσιο «δικαίου» που προσοµοιάζει µε διαρκή κατάσταση «έκτακτης ανάγκης»

Με την έναρξη του πρώτου κύµατος πανδηµίας, τα µέτρα «προστασίας» δεν αφορούσαν/ούν κατά βάση την (πρακτικά ελάχιστη ) υγειονοµική ενίσχυση, αλλά παίρνουν χαρακτήρα τροµοκράτησης του «ανεύθυνου» λαού, που στέκεται εµπόδιο στην πετυχηµένη διαχείριση της κρίσης από την κυβέρνηση των «αρίστων». Χωρίς να κηρυχθεί ποτέ κάποια κατάσταση «έκτακτης ανάγκης», επιβάλλονται περιορισµοί της κυκλοφορίας (επιτρέπεται µόνο ο συνωστισµός στα ΜΜΜ για να πάει η εργατική τάξη στις γραµµές παραγωγής των εργοστασίων), πρόστιµα ακόµη και για το σούβλισµα αρνιού το Πάσχα, ξύλο στη νεολαία στις πλατείες, αλλά και συρρίκνωση της λειτουργίας του Κοινοβουλίου, µε τον αριθµό των εκδοθεισών Πράξεων Νοµοθετικού Περιεχοµένου να θυµίζει την εποχή των µνηµονίων (χωρίς υπερβολή, το Κοινοβούλιο δεν είναι εδώ και καιρό, ούτε καν τύποις, το κυρίαρχο όργανο στο οποίο ανήκει η αποκλειστική εξουσία να δεσµεύει τους πολίτες µέσω νόµων: περιορίζεται να κυρώνει τα διατάγµατα που εκδίδει η εκτελεστική εξουσία).

Από το πρώτο lockdown (στο οποίο αναγκάστηκαν να προβούν), η συστηµατική αποδόµηση των δηµοκρατικών και λοιπών δικαιωµάτων συνεχίζεται µέχρι και σήµερα. Οι νέοι νόµοι και οι υπουργικές διατάξεις για την παιδεία, για το περιβάλλον, για τα εργασιακά, εκτός από την αναίρεση στοιχειωδών δικαιωµάτων για τη ζωή του κόσµου της εργασίας, αντιβαίνουν σε αρκετές προσταγές του (αστικού) συντάγµατος και συγκροτούν σταδιακά ένα νέο πλαίσιο δικαίου, µε κορωνίδα τον πρόσφατο νόµο για την απαγόρευση των συγκεντρώσεων.

Ταυτόχρονα, όλο και περισσότερο, η ισχύς του νόµου επιβάλλεται πέραν των ορίων αυτού. Ο αστυνοµικός αυταρχισµός, υπό την επίκληση της αντιµετώπισης της πανδηµίας, είναι καθηµερινή πρακτική. Την ίδια στιγµή, από την απελευθέρωση του δολοφόνου του Γρηγορόπουλου, την αρνησιδικία που ουσιαστικά έχει de jure θεσµοθετηθεί απέναντι σε κάθε είδους αυθαιρεσία των δυνάµεων καταστολής, µέχρι την εισαγγελική πρόταση για ουσιαστική αθώωση των δολοφόνων της ΧΑ, φαίνεται ότι οικοδοµείται µια κατάσταση εξαίρεσης της κρατικής (και παρακρατικής) βίας από το ισχύον δίκαιο.

∆ίπλα σε αυτή την εικόνα, πρέπει να προστεθεί η συστηµατική παραβίαση θεµελιωδών ανθρώπινων δικαιωµάτων όχι µόνον µεµονωµένων πολιτών (όπως στην άρνηση άδειας στον Κουφοντίνα ή στην άρνηση της συνέχισης των σπουδών στον ∆ηµάκη) αλλά και ολόκληρων οµάδων πληθυσµού, µε πιο κραυγαλέες περιπτώσεις τους βίαιους επαναπατρισµούς µεταναστών µέσω ακόµη και απαγωγών, τις δολοφονίες στον Έβρο, καθώς και τον απάνθρωπο πολύµηνο εγκλεισµό προσφύγων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης εν µέσω πανδηµίας. Τέλος, δεν πρέπει να υποτιµάται η εµφάνιση περιστατικών δίωξης και ποινικοποίησης της ελευθερίας της σκέψης και της έκφρασης.

 

Τα ΜΜΕ στην υπηρεσία του νέου «δικαίου»

Αρωγός στις παραπάνω µεθόδους άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας είναι τα (καλοταϊσµένα από τον Πέτσα) ΜΜΕ, που εφαρµόζοντας κλασικές γκεµπελικές συνταγές, διαµορφώνουν την πραγµατικότητα που βολεύει για την εφαρµογή των αυταρχικών µέτρων (βλ. ρεπορτάζ για Εξάρχεια, για συνωστισµό στις πλατείες κ.ά.), ενώ εντείνουν το έργο της κατασυκοφάντησης των κινηµάτων και λοιδορίας των αγωνιστών, της (συνηθισµένης πλέον) υστερίας περί «ανοµίας», αλλά και της µετάδοσης του φασιστικού ιού.   

Από την παραπάνω σταχυολογική  αναφορά, στοιχειοθετείται πλέον ένα ποιοτικό άλµα στη (γενική) τάση εφαρµογής ολοκληρωτικών µεθόδων από την πολιτική εξουσία. Η κυβέρνηση της Ν∆, χρησιµοποιώντας την πανδηµία (χωρίς να υιοθετούµε βέβαια τις σχετικές θεωρίες συνωµοσίας), επιχειρεί να εισαγάγει µια de facto «κατάσταση εξαίρεσης» µε τη θέσµιση ενός κατά νόµο εµφυλίου πολέµου που θα επιτρέπει την καταδίκη σε αφανισµό ολόκληρων κατηγοριών πολιτών για τους οποίους δεν υπάρχει θέση στη νέα κοινωνική οργάνωση των «αρίστων». Ταυτόχρονα, µεθοδεύει την εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων και των συνδικαλιστικών και άλλων οργανωµένων δυνάµεων του κινήµατος. Συνυπολογίζοντας την συνεχή επιδείνωση της οικονοµικής κρίσης, θα πρέπει να είµαστε υποψιασµένοι για το ζοφερό σκοτάδι στο οποίο σκοπεύει να εντάξει την χώρα, «αξιοποιώντας» κάθε φορά τις δέουσες ευκαιρίες από άλλες «έκτακτες καταστάσεις», όπως την ανάγκη υπεράσπισης της «εθνικής κυριαρχίας των ΑΟΖ» ή την προστασία από την «εισβολή των µεταναστών».

 

Η πιο επικίνδυνη κυβέρνηση των τελευταίων 50 χρόνων

Η ευθυγράµµιση της κυβέρνησης της Ν∆ στις παγκόσµιες τάσεις ολοκληρωτισµού, µε την προσπάθεια να συγκεντρώσει περισσότερες εξουσίες και ταυτόχρονα να περιορίζει τα δικαιώµατα των πολιτών, αποτελεί στρατηγική της σηµερινής φάσης εξέλιξης του καπιταλισµού. Αυτό ενισχύει τη διαπίστωση ότι έχουµε να αντιµετωπίσουµε την πλέον επικίνδυνη κυβέρνηση των τελευταίων πενήντα χρόνων και η ανατροπή της είναι το πρόταγµα στο οποίο θα πρέπει να συγκλίνουν οι επόµενοι αγώνες (χωρίς τις επιφυλάξεις που µπορεί να δηµιουργεί ο λανθασµένος προβληµατισµός για το ποιος µπορεί να είναι ο επόµενος διαχειριστής του συστήµατος).

Ο ρεβανσισµός της Ν∆ βρήκε την ευκαιρία να αναπτυχθεί και να δείξει την κυνικότητά του µόνο και µόνο επειδή ο κόσµος της εργασίας δεν νίκησε στον προηγούµενο γύρο αναµετρήσεων, όντας παραλυµένος πολιτικά µε την εκχώρηση της ηγεσίας του κινήµατος στον ρεφορµισµό. Ο σηµερινός αγώνας ενάντια στην κλιµακούµενη κατάσταση «έκτακτης ανάγκης» που συρρικνώνει τη δηµοκρατία και χειροτερεύει τους όρους ζωής των καταπιεσµένων, ο αγώνας ενάντια στην κυβέρνηση και τον φασισµό, µπορεί να είναι επιτυχής µόνο αν µπορέσει να φέρει τις αποδιοργανωµένες µάζες πίσω στις οργανώσεις της ταξικής πάλης. Παράλληλα απαιτείται να αποσαφηνιστούν οι όροι µιας αποτελεσµατικής απάντησης από τη µεριά του της Αριστεράς και του κινήµατος, να καταπολεµηθούν οι ρεφορµιστικές αντιλήψεις, αλλά και οι απόψεις που υποβαθµίζουν τον αγώνα για τα δηµοκρατικά δικαιώµατα και να ξεπεραστεί ο σεκταρισµός πολλών οργανώσεων, ως παράγοντας που δηµιουργεί αξεπέραστα εµπόδια στον αγώνα.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.