
του Στέλιου Φαζάκη
Το «όραµα» που παρουσιάζεται για την Ελλάδα του 2030, δεν αφορά τη βελτίωση της ζωής της µεγάλης πλειοψηφίας, αλλά τη δηµιουργία ακόµη ευνοϊκότερων συνθηκών για το κεφάλαιο. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη παρουσιάζει ως «σταθερότητα» και «ανάπτυξη» την πολιτική της, ενώ στην πραγµατικότητα οδηγεί σε µεγαλύτερη εκµετάλλευση στους χώρους εργασίας, υψηλές τιµές, επιβάρυνση των µικρών αγροτών, βαριά φορολογία για επαγγελµατίες και λαϊκά στρώµατα και βαθύτερη εµπλοκή της χώρας στους ιµπεριαλιστικούς ανταγωνισµούς και στους πολεµικούς σχεδιασµούς.
H κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει την καπιταλιστική ανάπτυξη ως δίκαιη και ωφέλιµη για όλους, για να εξασφαλίσει τη λαϊκή συναίνεση στις επερχόµενες εκλογές, µε ανεπαρκή «φιλολαϊκά» µέτρα και ταυτόχρονα µε απειλές για τις µελλοντικές οικονοµικές και γεωπολιτικές «αβεβαιότητες». Έτσι, οι εργαζόµενοι καλούνται να αποδεχτούν νέες θυσίες ως δήθεν αναγκαίες για τη διατήρηση της οικονοµικής και πολιτικής σταθερότητας.
Στενότητα «δηµοσιονοµικού χώρου» για τους πολλούς, υποσχέσεις για «επενδυτές»
Κεντρικό στοιχείο της κυβερνητικής πολιτικής αποτελεί το «δηµοσιονοµικό περιθώριο». Οι ευρωπαϊκοί δηµοσιονοµικοί κανόνες, τα όρια στις κρατικές δαπάνες, τα πρωτογενή υπερπλεονάσµατα και η επιτήρηση παρουσιάζονται ως αναγκαίες προϋποθέσεις για τη δηµοσιονοµική αξιοπιστία της χώρας και την εξασφάλιση φθηνότερου δανεισµού για το κράτος και τις επιχειρήσεις. Όµως, το τίµηµα που πληρώνει ο λαός είναι τεράστιο. Πίσω από αυτή την πολιτικλη βρίσκεται ένας µόνιµος περιορισµός των κρατικών δαπανών για τις λαϊκές ανάγκες και ένα καθεστώς µόνιµης επιτήρησης και «συµµόρφωσης». Η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών δε µπορεί να µην έρθει σε σύγκρουση µε τις απαιτήσεις της καπιταλιστικής κερδοφορίας και µε την ευρωπαϊκή «κανονικότητα». Όσο η οικονοµία οργανώνεται µε κριτήριο το κέρδος των καπιταλιστών, οι ανάγκες για ∆ηµόσια Υγεία, Παιδεία, Πρόνοια και άλλες δηµόσιες παροχές θα βρίσκονται αντιµέτωπες µε τους δηµοσιονοµικούς περιορισµούς.
Αγρότες: ακόµα φτωχότεροι
Η κυβέρνηση της Ν.∆. οδηγεί σε ακόµα µεγαλύτερη συρρίκνωση την παραγωγή των µικρών και φτωχών αγροτών, µε την παραγωγή να συγκεντρώνεται σε ολοένα λιγότερα και µεγαλύτερα χέρια. Η κυβέρνηση προβάλλει ως λύσεις την αύξηση της παραγωγικότητας, τη γεωργία ακριβείας, τα «έξυπνα» συστήµατα άρδευσης, τα θερµοκήπια, τους συνεταιρισµούς και τα κέντρα logistics. Οι συγκεκριµένες κατευθύνσεις ευνοούν κυρίως τους µεγάλους επιχειρηµατικούς οµίλους, τους βιοµηχάνους και τους εξαγωγείς. Οι µικροί αγρότες αντιµετωπίζουν αυξηµένα κόστη, χρέη και αδυναµία να ανταποκριθούν στον ανταγωνισµό, µε αποτέλεσµα όλο και περισσότεροι να εγκαταλείπουν την παραγωγή. Καµιά µέριµνα δεν παρουσιάστηκε από τον Μητσοτάκη για την προστασία του µικρού παραγωγού, τη στήριξη του κόστους παραγωγής, το εγγυηµένο εισόδηµα και τιµές, που θα εξασφάλιζαν και την πρόσβαση του λαού σε φθηνά και ποιοτικά τρόφιµα. Μην ξεχνάµε ότι αυτή είναι η κυβέρνηση του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, που χρωστάει επίσης εκατοµµύρια αποζηµιώσεων στον ευαίσθητο χώρο της γεωργίας.
«Ρεκόρ κερδών και επενδύσεων»
Η κυβέρνηση θέτει ως στόχο την αύξηση των επενδύσεων από 46 σε 65 δισ. ευρώ και την ενίσχυση της µεταποίησης, ώστε να αυξηθεί η συµµετοχή της στο ΑΕΠ. Οι επενδύσεις αυτές θα στηριχθούν σε ιδιωτικά κεφάλαια αλλά και σε εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους. Για άλλη µια φορά, δηµόσιο χρήµα κατευθύνεται προς την ενίσχυση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων και «ηµετέρων».
Παράλληλα, η αύξηση της παραγωγικότητας παρουσιάζεται ως βασικός στόχος. Αυτό µεταφράζεται για τους εργαζόµενους σε εντατικοποίηση της εργασίας, σταθερά χαµηλούς µισθούς, περισσότερη πίεση και διεύρυνση των ανισοτήτων, ενώ οι κίνδυνοι για την υγεία και την ασφάλεια στους χώρους δουλειάς συνεχώς θα αυξάνονται. Ο Μητσοτάκης υπόσχεται να συνεχίσει να φορτώνει τα βάρη στους εργαζόµενους, παραχωρώντας µε το σταγονόµετρο συλλογικές συµβάσεις και αυξήσεις µισθών πολύ κατώτερες από τις πραγµατικές ανάγκες.
Σε αυτή την κατεύθυνση προχωρά και για τη Συνταγµατική Αναθεώρηση, ως προσπάθεια ακόµη µεγαλύτερης θωράκισης του κράτους απέναντι στις λαϊκές διεκδικήσεις. Στο επίκεντρο βρίσκονται η συνταγµατική κατοχύρωση δηµοσιονοµικών περιορισµών, η αξιολόγηση στο ∆ηµόσιο και η σύνδεσή της µε την αποτελεσµατικότερη εφαρµογή της κυβερνητικής πολιτικής.
Παράλληλα, υπόσχεται για φορολογικά προνόµια και διευκολύνσεις προς το κεφάλαιο, για επιτάχυνση της απονοµής της «ταξικής δικαιοσύνης» και για διοικητικό και ψηφιακό εκσυγχρονισµό. Ακόµη και η τεχνητή νοηµοσύνη παρουσιάζεται ως εργαλείο για επιτάχυνση του κυβερνητικού «έργου», από τις περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες έως την ενίσχυση των µηχανισµών καταστολής.
Ενέργεια, νερό και εξοπλισµοί
Στον τοµέα της Ενέργειας, το κυβερνητικό σχέδιο για µια «πράσινη» και «ανθεκτική» Ελλάδα περιλαµβάνει ενεργειακές διασυνδέσεις, ανάπτυξη Ανανεώσιµων Πηγών Ενέργειας και ανάδειξη της χώρας σε ενεργειακό κόµβο. Αυτή η στρατηγική, ενώ παρουσιάζεται ως λύση για το ενεργειακό µέλλον, δεν εξασφαλίζει φθηνή ενέργεια για τον τελικό αποδέκτη. Αντίθετα, η ενέργεια προσφέρεται ως εµπόρευµα και πεδίο επενδύσεων, που οδηγεί νοµοτελειακά σε ακόµα µεγαλύτερη ενεργειακή φτώχεια. Μας προετοιµάζουν και για την παραχώρηση των υδάτινων πόρων, οι οποίοι εντάσσονται σε µια λογική εµπορευµατοποίησης και νέων χρεώσεων για δήθεν «εξορθολογισµό της χρήσης του πολίτιµου αγαθού».
Την ίδια στιγµή, η Ελλάδα βαθαίνει την εµπλοκή της στους πολεµικούς και γεωπολιτικούς σχεδιασµούς, µε αυξηµένες στρατιωτικές δαπάνες και συµµετοχή στους σχεδιασµούς του ΝΑΤΟ. Η επιδίωξη να αποτελέσει η χώρα «σύµµαχο των ισχυρών» και «ισότιµο συνοµιλητή» παρουσιάζεται ως πολιτική που αυξάνει τους κινδύνους για τον λαό, ενώ το κόστος των εξοπλισµών και των διεθνών επιλογών µεταφέρεται στις πλάτες του.
«Μητσοτάκης ή χάος»
Η «σταθερότητα» που επικαλείται η κυβέρνηση, δε σηµαίνει σταθερότητα για την κοινωνία, αλλά σταθερότητα στην εφαρµογή της πολιτικής υπέρ του κεφαλαίου. Ο Μητσοτάκης παρουσιάζει το µέχρι σήµερα έργο της κυβέρνησης ως απόδειξη αξιοπιστίας και «κλείνει το µάτι» σε αυτούς που πραγµατικά εξυπηρετεί, προαναγγέλλοντας ακόµη πιο αποφασιστικές αλλαγές προς όφελος της πλουτοκρατίας και µεγαλύτερη απορρύθµιση της εργασίας και των εργατικών κεκτηµένων. Παράλληλα, η επίκληση των γεωπολιτικών και οικονοµικών αλλαγών χρησιµοποιείται για να προβληθεί η ανάγκη πολιτικής σταθερότητας και µιας νέας «εθνικής ενότητας», ή µιας «µεγάλης κοινωνικής συµµαχίας». Πίσω από αυτή την επίκληση βρίσκεται η προσπάθεια να στοιχηθούν οι εργαζόµενοι πίσω από τους στόχους του κεφαλαίου και να αποδεχτούν τις θυσίες που παρουσιάζονται ως αναπόφευκτες.
Ή µε το κεφάλαιο ή µε τον λαό
Η οικονοµική ανάπτυξη, η αύξηση των κερδών και η πολεµική και γεωπολιτική αναβάθµιση της χώρας που ευαγγελίζεται ο Μητσοτάκης, δεν έχουν καµία σχέση µε τη λαϊκή ευηµερία. Αντίθετα, όσο η παραγωγή και η οικονοµία οργανώνονται µε κριτήριο το καπιταλιστικό κέρδος, η ευηµερία των επιχειρήσεων απαιτεί ακόµα µεγαλύτερες θυσίες από τους εργαζόµενους: χαµηλούς µισθούς, εξωντωτικά ωράρια και εντατικοποίηση, µε µεγαλύτερους κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια.
Με αυτή την πολιτική των εκφραστών του καπιταλισµού δε µπορεί να υπάρξει συµβιβασµός. Μόνη διέξοδος για τον λαό είναι η σύγκρουση µε την πολιτική που υπηρετεί την κερδοσκοπία, µε στόχο τα κοινωνικά αγαθά: δηµόσια και δωρεάν Παιδεία, Υγεία, υποδοµές, συνθήκες εργασίας και µια πραγµατικά οφέλιµη διαχείριση του περιβαλλοντικού πλούτου. Η φθηνή ενέργεια, το νερό, τα καύσιµα είναι ανάγκες ζωτικής σηµασίας και δε µπορούν να εξασφαλιστούν για όλους, όσο αποτελούν εµπόρευµα και πεδία εκµετάλλευσης. Μόνη προοπτική είναι να διεκδικήσουµε έναν διαφορετικό δρόµος ανάπτυξης στη χώρα µας και παντού, όπου η εξουσία και η παραγωγή θα βρίσκονται στα χέρια των εργαζοµένων και η επιστήµη, η τεχνολογία και οι παραγωγικές δυνατότητες θα αξιοποιούνται για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών και όχι για το κέρδος.



Υποβολή απάντησης