Mια ιστορία του Τζιμ Χίγκινς για τον τροτσκισμό- Πρόλογος+Εισαγωγή

Με αυτόν εδώ το φάκελο, το Redtopia ανοίγει τη συζήτηση γύρω από την κριτική ανασκόπηση της ιστορίας του ''τροτσκιστικού'' ρεύματος, δημοσιεύοντας κείμενα που θεωρούμε ότι συμβάλλουν στη συζήτηση, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ' ανάγκη την πλήρη συμφωνία μαζί τους ή ακόμη και με τον προλογικό σχολιασμό τους από τον/την εκάστοτε μεταφραστή/στρια.

Μετάφραση Αλέξης Λιοσάτος

Πρόλογος του Μεταφραστή

Το επόμενο διάστημα θα παρουσιάσουμε ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Τζιμ Χίγκινς, που είναι δημοσιευμένο στα αγγλικά στο Marxists Internet Archive. Ο συγγραφέας είναι άγνωστος στο ευρύ κοινό. Ωστόσο, έχει πλούσιες εμπειρίες στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα: διατέλεσε κατά σειρά επαγγελματικό στέλεχος του ΚΚ Βρετανίας, έπειτα στέλεχος του βρετανικού τμήματος της 4ης κι έπειτα ηγετικό κι επαγγελματικό στέλεχος του πολιτικού ρεύματος που ίδρυσε ο Τόνι Κλιφ (SRG, έπειτα Διεθνείς Σοσιαλιστές-IS, έπειτα SWP). Πρωτοστάτησε στην εσωκομματική διαμάχη εντός των IS μέσα από τη φράξια της IS-Οpposition, μέχρι τη διαγραφή του. Έπειτα προσπάθησε να φτιάξει άλλη τροτσκιστική οργάνωση (την «Εργατική Λίγκα (Ένωση)») χωρίς επιτυχία και τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε  ως ανένταχτος κομμουνιστής. Το 1996 εξέδωσε το βιβλίο που θα δημοσιεύσουμε σε συνέχειες, το “More Υears for the Locust-The origins of SWP” («Κι άλλα χρόνια για την ακρίδα-η καταγωγή του SWP»). Μέσα από την προσωπική του διαδρομή κι εμπειρία δίνει μια αρκετά διαφωτιστική εικόνα της κατάστασης και της διαμόρφωσης του βρετανικού και διεθνούς τροτσκισμού, περιγράφοντας αρκετές άγνωστες πλευρές μιας περιόδου που ο τροτσκισμός ήταν ιδιαίτερα απομονωμένος και υπέστη πολλαπλή καταστολή από τον καπιταλισμό, τον φασισμό και τον σταλινισμό (δεκαετίες ’30 και ’40). Περιγράφει την ανάπτυξη του κλιφικού τροτσκιστικού ρεύματος, τα δυνατά και τα αδύναμα σημεία του. Θεωρεί ότι από τη δεκαετία του 1920 κι έπειτα αυτό το ρεύμα πλησίασε περισσότερο από κάθε άλλο στο να φτιάξει μια μαζική επαναστατική οργάνωση, και το ότι δεν τα κατάφερε ο Χίγκινς το αποδίδει σε συγκεκριμένα λάθη της ηγεσίας που κληροδότησε ο Κλιφ στην οργάνωση που έχτισε – έλλειψη δημοκρατικών δομών και υπερβολικά μεγάλος ρόλος «ηγέτη» της οργάνωσης, που μπορούσε να «ερμηνεύει» κατά το δοκούν τους κλασικούς επαναστάτες για να «στρίβει» την οργάνωση όπου αυτός πίστευε ότι είναι η σωστή κατεύθυνση. Σε όσους περάσαμε από τέτοιες οργανώσεις, η αλαζονεία της ηγεσίας, η ιδιοκτησιακή της αντίληψη για το κόμμα, τα ψέματα και οι μηχανορραφίες και για τον έλεγχο μηχανισμού, η υποταγή θεωρίας-ιδεολογίας και το «λύγισμα ραβδιού» ανάλογα με την ανάγκη της ηγεσίας για οπορτουνισμό, η ενωτική διάθεση στα λόγια αλλά ο σεχταρισμός και οι διασπαστικές τακτικές στην πράξη, η λογική «η ηγεσία πάνω από το κόμμα», «το κόμμα πάνω από το κίνημα»,  «η ηγεσία πάνω από το κίνημα», το «λιβάνισμα» σε «καλούς συντρόφους» που υποτάσσονταν, το «μασάζ» σε «παραστρατημένους συντρόφους», η μαρμάγκα και οι διαγραφές στους διαφωνούντες κι άλλες τέτοιες περιγραφές δεν μας κάνουν εντύπωση. Κι είναι λυπηρό το να μπαίνουν νέοι άνθρωποι σε επαναστατικές οργανώσεις με ενθουσιασμό, ακόμα και με προσωπικό κόστος, και μη γνωρίζοντας τις τραγωδίες του επαναστατικού κινήματος, μη μαθαίνοντας από την ιστορία, να είναι υποχρεωμένοι να την ξαναζήσουν. Είναι λυπηρό ότι  χρειάστηκε  η διάσπαση του ΣΕΚ κι έπειτα της ΔΕΑ, για να μάθουν αρκετά από τα μέλη του Κόκκινου Νήματος που συμμετείχαν σε αυτές τις οργανώσεις ότι ακριβώς η ίδια ιστορία με παρόμοιες αιτίες κι επιχειρήματα έχει επαναληφθεί το 1975 στη Βρετανία. Ο ίδιος ο συγγραφέας, με καυστικό τρόπο, ενίοτε με πικρία,  αλλά και με αρκετό χιούμορ αποτυπώνει αυτή την άσχημη πραγματικότητα, αφού ένιωσε ξανά και ξανά τη ματαίωση των ελπίδων και των προσδοκιών του και το να ξεκινάει πάλι από την αρχή.

Φυσικά όλες αυτές οι παθογένειες, όπως προκύπτει άλλωστε και από την αφήγηση του βιβλίου, δεν χαρακτηρίζουν μόνο το κλιφικό ρεύμα, αλλά όλη την κομμουνιστογενή  Αριστερά. Εμάς μας βασανίζει περισσότερο ωστόσο το ρεύμα από το οποίο προερχόμαστε, γιατί το θεωρούσαμε ανώτερο ιδεολογικά-θεωρητικά και πολιτικά, κάθε άλλο όμως παρά τα έχει καταφέρει καλύτερα από άλλα ρεύματα, θεωρητικά «υποδεέστερα».

Ο αναγνώστης μπορεί να αναρωτηθεί μήπως γίνεται υπερβολική κριτική στον Κλιφ, και μήπως αυτό οφείλεται σε κάποιου είδους προσωπική εμπάθεια. Βέβαια ο Χίγκινς καταλογίζει πολύ χειρότερα ελαττώματα κι αδυναμίες στον Τζέρι Χίλι, τον άλλο μεγάλο βρετανό τροτσκιστή ηγέτη της εποχής με την οποία κυρίως καταπιάνεται. Παρόλο που κι εμείς θεωρούμε την κριτική του Χίγκινς υπερβολική στον Κλιφ σε κάποια σημεία, ο ίδιος ο συγγραφέας διευκρινίζει πως  θεωρεί στοιχεία της θεωρίας του Κλιφ αναντικατάστατα, απαραίτητα για τους επαναστάτες του σήμερα και την πραγματική συνέχεια του Τροτσκισμού και τον κατατάσσει στους μεγαλύτερους τροτσκιστές της εποχής. Ωστόσο συμπληρώνει ότι δεν μπορεί να μην του χρεώσει την ευθύνη για την αποτυχία του ρεύματός του, που σε μεγάλο βαθμό είναι και αντικείμενο του βιβλίου. Σήμερα δε, που το SWP, η οργάνωση του Κλιφ, μετά από πολλαπλές διασπάσεις έχει  πρακτικά έχει διαλυθεί (ενώ υπήρξε η πιο μαζική κι ελπιδοφόρα επαναστατική οργάνωση τουλάχιστον στην Ευρώπη, φτάνοντας τη δεκαετία του ’70 να διαθέτει ακόμα μαζικότερη επιρροή, μια κυκλοφορία εφημερίδας δεκάδων χιλιάδων φύλλων και μια σημαντική εργοστασιακή δικτύωση, όπως περιγράφει ο Χίγκινς), σήμερα που διεθνώς έχουν απομείνει μόνο μικρά θραύσματα της διεθνούς τάσης του SWP, δηλαδή της IST και των σε κάποιες περιπτώσεις μαζικών κι ελπιδοφόρων οργανώσεών της, μάλλον το συγκεκριμένο βιβλίο αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία, στην προσπάθεια να ψάξουμε τα αίτια και να μάθουμε από τα λάθη του παρελθόντος, στον δρόμο για να χτίσουμε μαζικές επαναστατικές οργανώσεις.

Ο Κλιφ έχει γράψει ένα πολύ σημαντικό τρίτομο έργο-βιογραφία του Λένιν. Το βιβλίο ξεκινάει λοιδορώντας τη σταλινική ιστοριογραφία που παρουσιάζει τον Λένιν περίπου σαν να γεννήθηκε ένας αλάθητος επαναστάτης με έτοιμες τις πολιτικές συνταγές που θα καθοδηγούσαν τους Μπολσεβίκους στη Σοσιαλιστική Επανάσταση στη Ρωσία, παρομοιάζοντας αυτή την μυθολογική αφήγηση με την Αθηνά γεννήθηκε πάνοπλη μέσα από το κεφάλι του Δία. Ακολουθεί μια εξαιρετική περιγραφή των καταστάσεων, των εμπειριών και των μαχών που διαμόρφωσαν τόσο τον Λένιν όσο και τις προϋποθέσεις για να ηγηθεί αυτός της επανάστασης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο έπαιξαν ρόλο και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του Λένιν, τα οποία όμως αφενός σε σημαντικό βαθμό διαμορφώθηκαν από τις εμπειρίες και τις συνθήκες που περιγράφονται στο έργο και αφετέρου αποτελούσαν μόνο έναν από τους παράγοντες της εξίσωσης που οδήγησαν στη νικηφόρα επανάσταση.

Δυστυχώς ως «δάσκαλος που δίδασκε» ο Κλιφ και γενικά η ηγεσία αυτού του ρεύματος δεν εφαρμόζει την ίδια διαλεκτική υλιστική μέθοδο όταν περιγράφει τη δική του ιστορία. Η αφήγηση πηγαίνει κάπως έτσι: η θεωρία του κρατικού καπιταλισμού προέκυψε από το κεφάλι του Κλιφ όπως η Αθηνά από τον Δία, ήταν ανώτερη από τις κλασικές τροτσκίζουσες αναλύσεις για τη φύση της Ρωσίας, οι άλλοι τροτσκιστές ηγέτες σε μεγάλο βαθμό ήταν εκτός τόπου και χρόνου και γι αυτό το κλιφικό ρεύμα, παρότι μεταγενέστερο αναπτύχθηκε μαζικά και ξεχώρισε, ιδιαίτερα μετά το 1968. Οι αυταπάτες για «νέα 4η Διεθνή», οι διαφωνίες μέσα στην 4η, η αρχική διαφωνία του Κλιφ με τον κρατικό καπιταλισμό, ο εισοδισμός της κλιφικής ομάδας μέσα στους Εργατικούς και γενικά οι συνθήκες και οι διαμάχες του ’30, του ’40 και του ’50 που καθόρισαν τον τροτσκισμό και διαμόρφωσαν τον Κλιφ αποκρύπτονται. Ο Χίγκινς εξηγεί τις συγκυρίες που επέτρεψαν στον  Κλιφ να αναδειχθεί: την κάκιστη συμπεριφορά και τον σταλινίζοντα αυταρχισμό του Τζέρι Χίλι – που ηγούταν του μεγαλύτερου τροτσκιστικού ρεύματος τότε, το γεγονός οι περισσότεροι βρετανοί τροτσκιστές ηγέτες τη δεκαετία του ’40 αποστρατεύονταν απογοητευμένοι από τις διαψευθείσες «προφητείες» του Τρότσκι ή επέλεγαν να κάνουν καριέρα στο Εργατικό Κόμμα, το γεγονός ότι  ο κρατικός καπιταλισμός δυσκολευόταν να πείσει σαν θεωρία και στο να αντιστραφεί η κατάσταση συνέβαλε ο εισοδισμός του Χίλι στους Εργατικούς, το γλείψιμο στους σταλινικούς συνδικαλιστές γραφειοκράτες, η υποβάθμιση της κριτικής στον σταλινισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, η διαγραφή τροτσκιστών που δυσφορούσαν με όλα αυτά έστρεψαν αρκετούς τροτσκιστές αντανακλαστικά τρόπον τινά να στραφεί στον Κλιφ. Ο συγγραφέας εξηγεί το πώς ο Κλιφ σαμποτάρει την ενοποίηση με το ρεύμα του Χίλι, φοβούμενος μην χάσει (είχε συμβεί ήδη μια φορά) και πάλι τον έλεγχο της ηγεσίας.

Όσον αφορά εμάς, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς αν αυτή η δημοσίευση δηλώνει αναζητήσεις ρήξης με την κλιφική παράδοση. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η δημοσίευση κινείται στα πλαίσια που τοποθετηθήκαμε εξ ιδρύσεως αλλά και από την εποχή της εσωκομματικής αντιπαράθεσης εντός ΔΕΑ. Υπάρχουν κομμάτια του Κλιφικού ρεύματος που κρατάμε, υπάρχουν κομμάτια του με τα οποία ερχόμαστε σε ρήξη. Τα εικονίσματα και τα ιερά τοτέμ αφορούν τη σταλινική παράδοση, όχι τη δική μας. Όπως ο Κλιφ έκανε σωστή κατ’ εμάς (έστω για τους περισσότερους-περισσότερες από εμάς) κριτική στον Τρότσκι, ούτε ο ίδιος μπορεί να μείνει στο απυρόβλητο.  Προσωπικά θεωρώ σε γενικές γραμμές το πνεύμα του βιβλίου και τα βασικά σημεία κριτικής σωστά, μια απαραίτητη πηγή προβληματισμού για το ρεύμα από το οποίο προερχόμαστε, στην προσπάθεια να εξελίξουμε περαιτέρω την προσπάθεια για χτίσιμο μαζικής επαναστατικής οργάνωσης και να αποφύγουμε παρόμοια λάθη.

Ένα παράδειγμα πχ που σηκώνει συζήτηση είναι η «διάγνωση» του Χίγκινς για τον λουξεμπουργκισμό του Κλιφ τη δεκαετία του ’50-’60.  Ο Χίγκινς αποδίδει τον δημοκρατικό χαρακτήρα του SRG τη δεκαετία του ’50 στο ότι βόλεψε τον Κλιφ, για να ενώσει συντρόφους από διαφορετικά ρεύματα κάτω από την ηγεσία του ιδίου, σε μια περίοδο που ο βρετανικός και όχι μόνο τροτσκισμός παρουσίαζε σημάδια αποσύνθεσης, κι άρα ήταν ο μόνος που μπορούσε να κυριαρχήσει. Με λίγα λόγια ο «λουξεμπουργκισμός» ήταν σημαία ευκαιρίας για τον Κλιφ, που είχε ήδη δώσει σταλινικά δείγματα γραφής από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 (πρώτη διαγραφή από το SRG με δάκτυλο Κλιφ το 1952). Είναι μια ενδιαφέρουσα άποψη, αν και δεν μπορεί ούτε αυτός να την αποδείξει ούτε εμείς να την επιβεβαιώσουμε ως μετά χριστόν προφήτες  μόνο και μόνο επειδή εκ των υστέρων μπορεί να ακούγεται λογική.

Μια καλή θεωρία δεν είναι επαρκής συνθήκη για την αποφυγή λαθών, ούτε από την πιθανότητα αναίρεσης στην πράξη της θεωρίας. Μια πιο πειστική εξήγηση της μεταπολεμικής πραγματικότητας από το κλιφικό ρεύμα τη δεκαετία του ’50 και του ’60 δεν αρκούσε για να αποφύγει αμέτρητα πολιτικά λάθη αυτό το ρεύμα όλες τις επόμενες δεκαετίες ούτε μπορεί να θεωρηθεί μια οργάνωση ανώτερη ή ότι αξίζει να ενισχυθεί σήμερα επειδή έχει καλύτερη ανάλυση για το μακρινό παρελθόν. Όπως το να παίζει στα δάχτυλα η όποια σταλινική οργάνωση  το «Τι να κάνουμε» του Λένιν δεν αποτελεί εγγύηση μπολσεβικισμού, έτσι και το να γνωρίζει κανείς απ’ έξω τη θεωρία του Κλιφ για τον κρατικό καπιταλισμό δεν αρκεί να εξασφαλίσει σε μια οργάνωση σωστή επαναστατική πολιτική στο σήμερα.

Ο συγγραφέας εξηγεί τον τίτλο μέσα στο βιβλίο. Βλέπε και την φράση από τη Βίβλο που παρατίθεται μετά τον τίτλο «Εισαγωγή». Η ελεύθερη μετάφραση του τίτλου του βιβλίου θα μπορούσε να είναι «Κι άλλα χρόνια χαμένα» ή ακόμα και «Περισσότερα χρόνια φαγούρα». Και παρακάτω το «Δέκα χρόνια για την ακρίδα» θα μπορούσε να μεταφραστεί «10 χρόνια χαμένα». Ωστόσο ο συγγραφέας διευκρινίζει πως δεν θεωρεί τίποτα χαμένο.

Τέλος, το βιβλίο το αφιερώνει ο συγγραφέας στον Χάρι Γουίκς, πρωτοπόρο επαναστάτη κομμουνιστή-τροτσκιστή (που ακολούθησε παρόμοια πολιτική διαδρομή με τον Χίγκινς) και πραγματικό ήρωα της εργατικής τάξης, όπως λέει.

Οι υπότιτλοι των κεφαλαίων (μέσα σε παρένθεση μετά το αριθμημένο κεφάλαιο) προστέθηκαν από τον Μεταφραστή, προς διευκόλυνση των αναγνωστών.

 

 

«Κι άλλα χρόνια για την ακρίδα-η καταγωγή του SWP», του Τζιμ Χίγκινς, 1996

 

Πρόλογος του Ρότζερ Προτζ

«Έχω ένα ραντεβού με τον θάνατο σε ένα διαφιλονικούμενο οδόφραγμα»

Άλαν Σίνγκερ, 1888-1916

Ο Τζιμ Χίγκινς έγραψε ένα ευφυές  και σοφό βιβλίο σχετικά με τις  ελπίδες των σοσιαλιστών στη δεκαετία του 1960 και του 1970 που διαψεύστηκαν. Σε μια κυνική εποχή, που οι γκουρού των «Νέων Εργατικών», όπως ο Γουίλ Χάτον, μας λένε ότι «ο σοσιαλισμός είναι νεκρός», αξίζει να θυμόμαστε εκείνες τις μέρες  του παθιασμένου ακτιβισμού,  των μαζικών διαδηλώσεων και της λανθάνουσας δύναμης της εργατικής τάξης, όταν φαινόταν όχι μόνο επιθυμητό, ​​αλλά κι εφικτό ότι η βρετανική κοινωνία θα μπορούσε να ξαναχτιστεί ως κοινωνία πραγματικής δημοκρατίας και ισότητας. Η ανάγκη παραμένει και αξίζει να επισημάνουμε στον κ. Χάτον και το σινάφι  του ότι ο «σοσιαλισμός» που με τόση σιγουριά αναγνωρίζουν στο νεκροταφείο είναι η μορφή των διδύμων «σοσιαλισμών»  της σοσιαλδημοκρατίας και του σταλινισμού, για τα οποία δεν θα κλάψουμε καθόλου. Σε μια πρόστυχη, ρηχή και όλο και πιο βρώμικη κοινωνία,  όπου εκατομμύρια ζουν σε όλο και βαθύτερη φτώχεια, όπου μια μειοψηφία αρπακτικών δεν λέει να ξεκολλήσει τα γαμψά νύχια και το ράμφος της από την ιδιωτική φωλιά της και όπου η παραγωγική βάση καταστρέφεται  από το άγχος των αρπακτικών να στηρίξουν την οικονομία στη βιομηχανία υπηρεσιών και τα χαμπουργκεράδικα, η ανάγκη για ριζική κοινωνική αλλαγή δεν ήταν ποτέ μεγαλύτερη.

Ο κύριος σκοπός του βιβλίου του Τζιμ είναι να αποτυπώσει μια εικόνα του πρόσφατου παρελθόντος με την ελπίδα ότι τα λάθη αυτής της περιόδου δεν θα επαναληφθούν. Μερικοί αναγνώστες θα ενοχληθούν από την καυστικότητα και το σκληρό χιούμορ. Πρέπει όμως να τονιστεί ότι αυτοί που συμμετείχαν στους αγώνες και καταγράφονται στο βιβλίο εδώ έκαναν τεράστιες θυσίες για το κίνημα και βρήκαν τους εαυτούς τους πλάι σε “συντρόφους” που δεν έδωσαν δεκάρα για την απελπισία που προκάλεσαν. Ο Τζιμ παίζει τον δικό του κεντρικό ρόλο στα γεγονότα που περιγράφει- θυμάμαι πως ένας άνδρας, που χωρίς πολλά-πολλά αποσπάστηκε από ένα ηγετικό πόστο στο συνδικάτο του κι έγινε εθνικός γραμματέας των Διεθνών Σοσιαλιστών (IS), είχε παραγκωνιστεί μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, ως θύμα πισώπλατων μαχαιρωμάτων και ξεδιάντροπων ελιγμών που χαρακτηρίζουν σέχτες .  Ως αποτέλεσμα σκληρών και χωρίς αρχές εσωκομματικών συγκρούσεων στους IS, μια ολόκληρη φουρνιά  στελεχών- εξαιρετικής ποιότητας κι αφοσιωμένων ανθρώπων, πήγε χαμένη για την υπόθεση του σοσιαλισμού, περιοριζόμενη στο να δουλέψει στα περιθώρια του αγώνα αντί να πρωταγωνιστήσει.

Έχει ειπωθεί πολλές φορές ότι οι επαναστάσεις τρώνε τα παιδιά τους. Μικρότερη προσοχή έχει δοθεί στην ικανότητα  μικρών επαναστατικών ομάδων να τρώνε τα παιδιά τους πολύ πριν στηθεί το πρώτο οδόφραγμα. Οι μεγάλες ελπίδες των μελών των Διεθνών Σοσιαλιστών κατέρρευσαν ως αποτέλεσμα πολλών παραγόντων: η έλλειψη μιας συνεκτικής μακροπρόθεσμης στρατηγικής, οι απότομες αλλαγές τακτικής του Τόνι Κλιφ, με καταφανή αδιαφορία για τις δημοκρατικές δομές που θα άφηνε ακόμα και τον Τόνι Μπλερ με ανοιχτό το στόμα, την προώθηση ιδιοτελών καριεριστών και καιροσκόπων σε βάρος των έμπειρων μελών και μια αδίστακτη και άγρια ​​δαιμονοποίηση των αντιπάλων της πιο πρόσφατης “γραμμής”.

Η τραγωδία με ό,τι συνέβη στους IS είναι ότι ξεκίνησαν τελείως διαφορετικά. Όπως καταγράφει παραστατικά ο Τζιμ, η ομάδα στα πρώτα της χρόνια βασίστηκε σε μια πραγματική συντροφικότητα και στη συλλογική πνευματική ικανότητα. Έχοντας διαμορφωθεί πολιτικά στην Σοσιαλιστική Εργατική Λίγκα (SLL) του Τζέρι Χίλι, χρειαζόμουν επειγόντως «πολιτικό σέρβις» και τότε μπήκα στους IS. Εντυπωσιάστηκα και ενθουσιάστηκα από τις ευρείας θεματολογίας ανοιχτές συζητήσεις, την απουσία ηγετίσκων –δικτατορίσκων της πυρκαγιάς, την πνευματική καθαρότητα του ρεύματος του διεθνούς σοσιαλισμού, το καλό χιούμορ και την καλή μπύρα μετά τις συναντήσεις και, πάνω απ ‘όλα, σεμνότητα και ταπεινοφροσύνη σχετικά με τις δυνατότητες μιας ομάδας με μερικές εκατοντάδες μέλη. Πόσο μεγάλη διαφορά από τους μετέπειτα IS που κατέληγαν στο συμπέρασμα ότι η αποτυχία τους δεν επέβαλλε αναστοχασμό και αυτοκριτική, αλλά το παράλογο άλμα στο “μίνι μαζικό κόμμα” του SWP, με την εκδίωξη όσων διατύπωσαν αντιρρήσεις για τον ιδιαίτερο τύπο «υποκαταστατισμού» που οι πρώιμοι  IS πάντα θεωρούσαν γελοίο.

Δεν είναι απλά μια ιστορία από το παρελθόν και «περασμένα-ξεχασμένα» . Η υπόθεση του σοσιαλισμού παραμένει εξίσου επίκαιρη. Κατά την εξέταση και την ανάλυση των λαθών του παρελθόντος, ο στόχος του Τζιμ Χίγκινς είναι απλός: να αποφευχθούν τα ίδια λάθη στο μέλλον, να ενισχυθεί η ελπίδα ότι μια νεότερη γενιά θα οικοδομήσει ένα κίνημα βασισμένο στη δημοκρατία και την ανεκτικότητα, και κάνοντας αυτό,   θα σηκώσουν ψηλά τον πυρσό μας, που σήμερα μόλις και μετά βίας καίει, και θα αναζωπυρώσουν τη φλόγα.

Ρότζερ Προτζ, Ιούλιος 1996

 

 

Εισαγωγή

(Από το βρετανικό ΚΚ στον τροτσκισμό: στην οργάνωση του Χίλι κι από κει στην οργάνωση του Κλιφ)

Θα σας αποζημιώσω για τα χρόνια που έφαγε η ακρίδα ….

Η Βίβλος, Τζοέλ 14 

Στο σπουδαίο και βαθιά ανατρεπτικό  μυθιστόρημα, «Ο Καλός Στρατιώτης Σβέικ», υπάρχει ένα κομμάτι που αναφέρει λεπτομερώς την περιπλάνηση του Σβέικ στην κατεστραμμένη Αυστροουγγρική Αυτοκρατορία. Ο Καλός Στρατιώτης περιπλανιέται ελπίζοντας, αλλά απελπιστικά χαμένος, διατηρώντας αμείωτο το καλό του χιούμορ, ψάχνοντας για το σύνταγμα του, από το οποίο κατά λάθος αποσπάστηκε καθώς αυτό ξεκινούσε για το ρωσικό μέτωπο.

Aπό κάποια απροσεξία της κακής του μοίρας, που κατά κανόνα του επεφύλασσε δεινά, συνειδητοποίησε ότι περπατάει προς τη λάθος κατεύθυνση. Στη δική μου, ακόμα πιο ασυναίσθητη περιδιάβαση στο ταξίδι ανάμεσα στα οδοφράγματα, ένιωσα σε ορισμένες περιπτώσεις, ότι περισσότερο ο Γιάροσλαβ Χάσεκ έγραφε το σενάριο, παρά κάποια ανώτερη δύναμη. Καθώς συνέχιζα να κουράζω τα μάτια μου για να ανακαλύψω τελικά άλλο ένα αδιέξοδο μονοπάτι,  ή να μπερδεύω για δεύτερη και τρίτη φορά ένα στενό αδιέξοδο δρομάκι με την πλατιά κι ευθεία εθνική οδό προς τη σοσιαλιστική κοινωνία, πάντα ορκιζόμουν ότι την επόμενη φορά θα εφοδιαζόμουν με καλύτερους χάρτες και πιο αξιόπιστους οδηγούς. Δυστυχώς, οι χάρτες είναι παλιoί και μοιάζουν να απεικονίζουν μόνο την Πετρούπολη του 1917, οι περισσότεροι οδηγοί είναι βασικά αναξιόπιστοι και γνωρίζουν μόνο τα αδιέξοδα σοκάκια, ενώ η πλατιά κι ευθεία εθνική οδός δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί ακόμα.

Τίποτα από αυτά δεν πρέπει να μας εκπλήσσει ή να μας ενοχλεί. Έτσι ήταν πάντα, αλλιώς θα  είχαμε κάνει την επανάσταση εδώ και πολλά χρόνια και σήμερα, με τη φράση του Ίαν Μπέρτσαλ, “θα ξαπλώναμε στο ψηλό γρασίδι τρώγοντας ροδάκινα”. Για τον εαυτό μου θα απαιτούσα ένα ή δύο επιπλέον καλούδια, όπως μόνιμη ηλιοφάνεια και ένα μεγάλο κουτί με όλα τα είδη της  γλυκόριζας, για να είμαι βέβαιος ότι η εργατική εξουσία είναι γεγονός, αλλά ξέρω τι εννοούσε. Ο Μαρξ δεν μπορούσε να φανταστεί την κομμούνα μέχρι που οι παρισινοί εργάτες την έκαναν πραγματικότητα. Ο Λένιν ήταν βαθιά καχύποπτος με τα Σοβιέτ μέχρι που συνειδητοποίησε τον εγγενώς σοσιαλιστικό χαρακτήρα τους. Eδώ πρόκειται μάλλον για το αντίθετο από τη δική του φόρμουλα του 1903, στο «Τι να κάνουμε», όταν έγραφε ότι η σοσιαλιστική συνείδηση ​​μεταφέρεται στους εργάτες από τους σοσιαλιστές διανοούμενους. Στην πραγματικότητα, διαπιστώνουμε ότι η σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας αποκαλύπτεται στους διανοούμενους από τους εργάτες που τη χτίζουν.

Ο τρόπος με τον οποίο θα δράσουν οι εργαζόμενοι, σε ό, τι απομένει από τον 20ό αιώνα και ολόκληρο τον 21ο, δεν είναι ακόμα γνωστός και αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι ούτε η σημερινή πιάτσα των «γκουρού» διαθέτει καμιά ένδειξη. Αυτό για το οποίο μπορούμε να είμαστε σίγουροι είναι ότι δεν θα πρόκειται για πιστή αντιγραφή του παρελθόντος και ότι θα εκπλήξει εκείνους που είναι αρκετά τυχεροί για να το ζήσουν. Εν τω μεταξύ, υπάρχουν ακόμα πολλά που πρέπει να γίνουν. Μόνο οι εκ φύσεως λιπόψυχοι θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι, επειδή υπήρξαν κάποιες αιμοβόρες και απαίσιες σοσιαλιστικές οργανώσεις, θα πρέπει να αποσυρθούμε από τον αγώνα, να φυτέψουμε μια ροδακινιά και στη συνέχεια να κρυφτούμε στο ψηλό γρασίδι μέχρι που οι καρποί της να πέσουν στα άνευρα δάχτυλά μας. Το να υποστηρίζουμε ότι κάποιες ομάδες δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες μας ή, ακόμα χειρότερα, ότι ξεπέρασαν τους χειρότερους εφιάλτες μας, είναι απλώς σαν να περιγράφουμε την ικανότητα του καπιταλισμού να επιβάλλει τις αυταρχικές του αξίες και σε όσους είχαν τουλάχιστον την πρόθεση να καταστρέψουν τον ίδιο τον καπιταλισμό. Όλες οι ομάδες, χωρίς εξαίρεση, έχουν κάτι να προσφέρουν, κάτι να διδάξουν, κάτι για να γεμίσουν το ένα ή το άλλο κενό στην προσπάθεια για την κατανόηση του σοσιαλισμού.

Όντας μαθητής κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, θυμάμαι να διαβάζω την εφημερίδα Daily Worker (Καθημερινός Εργάτης, εφημερίδα του ΚΚ Μ.Βρετανίας) κάτω από το γραφείο μου και να αισθάνομαι ευτυχισμένος καθώς η πορεία της μάχης άλλαξε και όλο αυτό το ρωσικό πεζικό με τα άρματά του προέλαυνε σε ένα μέτωπο 3000 μιλίων. Ήταν η εποχή που το Κομμουνιστικό Κόμμα της Μεγάλης Βρετανίας (ΚΚΜΒ), το οποίο λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό συμπληρωματικά στην “Επιτροπή Βοήθειας στη Ρωσία” της κυρίας Τσώρτσιλ, φτάνοντας τα 60.000 μέλη. Αυτή η πραγματικά εντυπωσιακή αύξηση μελών, γνωστή ως “σοδειά του Στάλινγκραντ”, απαρτιζόταν σε μεγάλο βαθμό από πατριώτες Βρετανούς ενθουσιασμένους με την πολεμική προσπάθεια της Ρωσίας, με την υπόσχεση του ΚΚ να μην κάνει απεργίες και με τους ελιγμούς  του Τζο Στάλιν. Εξαϋλώθηκαν σαν χιονόμπαλες μπροστά στη θερμάστρα αμέσως μόλις έληξε ο πόλεμος.

Εντυπωσιασμένος από τις θυσίες του ρωσικού λαού, ήμουν αρκετά πρόθυμος να πιστέψω ότι η γενναία στάση τους οφείλεται στο σοσιαλιστικό πνεύμα που γέννησε η επανάσταση του 1917. Μου φαινόταν λοιπόν λογικό η υπεράσπιση του Οκτώβρη να συνεπάγεται την υπεράσπιση των Ρώσων συμμάχων μας και έγινα ειδήμων στο να μετατρέπω τα μαθήματα ιστορίας, γεωγραφίας και θρησκευτικών γνώσεων σε διάλογο για τη σοβιετική εξουσία. Τα μαθηματικά και η επιστήμη μου ήταν πολύ πιο δύσκολο να τα κατευθύνω σε τέτοιου είδους συζητήσεις, αν και θυμάμαι μια αρκετά ζωντανή συζήτηση για τα σκυλιά του Παβλόφ κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος φυσικής. Με τον φίλο μου Ζαμίτ, εντελώς απολίτικο αλλά ορεξάτο για κάθε είδους παιχνίδι, γράψαμε το σύνθημα “Ανοίξτε Δεύτερο Μέτωπο τώρα” με πολύ μεγάλα γράμματα στην αυλή του σχολείου. Ήμουν ο βασικός υπαίτιος γι αυτή την κίνηση που εξόργισε, αλλά είχα κάνει καλή επιλογή- ο Ζαμίτ δεν θα με «έδινε» ούτε με βασανιστήρια. Μερικά χρόνια αργότερα συναντήθηκα με ένα πρώην μέλος του ΚΚ που μου είπε για την αδερφή του, καθηγήτρια καλλιτεχνικών σε μια σχολή της χώρας κατά τη διάρκεια του πολέμου, που ήταν επίσης στο κόμμα. Αυτή και η φίλη της επέλεξαν ένα ωραίο μεγάλο τοίχο που περιέβαλλε μια εκκλησία για να ζωγραφίσουν το σύνθημά τους. Τα γράμματα ήταν όμορφα σχηματισμένα και καλλιτεχνικά διαχωρισμένα. Το σύνθημα απαιτούσε: «Ανοίξτε Δεύτερο Μέτωπο τώρα». Μπορεί να είναι ένα μέτρο της έλλειψης ταξικής συνείδησης μεταξύ των άγγλων αγροτών, το γεγονός ότι το σύνθημα δεν έγινε αντιληπτό ως δουλειά ενός δυσλεκτικού μαρξιστή, αλλά εκλήφθηκε ως πικρόχολο σχόλιο για την παρουσία Αμερικανών πιλότων σε κοντινή αεροπορική βάση.

Με το τέλος του πολέμου και την εκλογή της πρώτης κυβέρνησης Εργατικών, φάνηκε, για λίγο, όχι μόνο για μένα, αλλά και για πολύ σοφότερα κεφάλια, ότι ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να έρθει μέσα από τις κάλπες. Ο ενθουσιασμός για την έλευση επιτέλους της κοινωνικής αλλαγής υπήρχε σίγουρα στην εργατική τάξη και ιδιαίτερα στα εκατομμύρια που είχαν κινητοποιηθεί με τις ένοπλες δυνάμεις. Όμως, το Εργατικό Κόμμα δεν ήθελε να ενθαρρύνει αυτόν τον ενθουσιασμό και να τον μετατρέψει σε αποτελεσματική δράση. Αντίθετα θεώρησε ότι βασισμένο τη ρευστή κοινοβουλευτική πλειοψηφία διαθέτει επαρκές λαϊκό έρεισμα για να πραγματοποιήσει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, που χρειαζόταν για να ξανασταθεί στα πόδια του ο βρετανικός καπιταλισμός-οτιδήποτε περισσότερο όχι μόνο  θα ήταν υπερβολικό (και οι Εργατικοί υπερηφανεύονταν για τη μετριοπάθειά τους) αλλά και πολύ επικίνδυνο. Το 1947, ήμουν 16 ετών και είχα δικαίωμα συμμετοχής στο Κομμουνιστικό Κόμμα, και ήταν τελείως σαφές ότι δεν θα ερχόταν κάποιος σοσιαλισμός από την κυβέρνηση του Άτλι (πρωθυπουργός-ηγέτης των Εργατικών, στΜ). Την εποχή εκείνη, στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου, το ΚΚ Μ.Βρετανίας (ΚΚΜΒ) επέστρεφε σε μια πολιτική εργατικής μαχητικότητας αφήνοντας πίσω τη γραμμή του κοινωνικού πασιφισμού που το χαρακτήριζε κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Αφού εγκατέλειψα το σχολείο και έγινα Ταχυδρομικός Μηχανικός διαπίστωσα με ικανοποίηση ότι στο τοπικό παράρτημα του κλαδικού συνδικάτου (Συνδικάτο Ταχυδρομικών Μηχανικών Post Office Engineering Union-POEU) στο οποίο ανήκα, υπήρχε ένας δραστήριος πυρήνας του Κομμουνιστικού Κόμματος. Χωρίς μεγάλη καθυστέρηση βρέθηκα να είμαι εργαζόμενος πλήρους απασχόλησης για λογαριασμό τόσο του POEU όσο και του ΚΚΜΒ.

Εκείνη την εποχή στο Τμήμα Ταχυδρομικών Μηχανικών, όλοι έπαιρναν πολύ μικρό μισθό, αλλά η αμοιβή των μαθητευομένων ήταν τόσο κακή που άγγιζε επίπεδα ήρωα του Ντίκενς. Για το αμύθητο ποσό των 14 σελλινίων (70 λίρες) δούλευα 48 ώρες και 5,5 μέρες την εβδομάδα στους πρώτους έξι μήνες μου στη δουλειά (στΜ εννοεί πριν αρχίσει να δουλεύει για το κόμμα). Αν έπρεπε να δουλεύουμε όλη αυτή την ώρα δεν είμαι βέβαιος ότι θα το άντεχα. Ευτυχώς, υπήρχαν κάποια εξαιρετικά μεγάλα διαλείμματα τσαγιού, μερικές συνεδρίες με μαραθώνιους μπιλιάρδου και, το καλοκαίρι, ηλιοθεραπεία στην ταράτσα του κτιρίου. Σε κάποιο στάδιο της μαθητείας μου,  βρέθηκα σε παρέα εναεριτών, που ως συνήθως ήταν ένα τσούρμο πολύ μεγαλόσωμων και σκληρών τύπων, που ανεβοκατέβαιναν σε τηλεγραφικούς στύλους 80 ποδιών με τη φασαρία και την ευκινησία που χαρακτηρίζει τις μαϊμούδες.  Τα πρωινά με μυούσαν στα μυστικά της δουλειάς του εναερίτη και τα απογεύματα κατέβαιναν στην περιοχή Frognal του Hampstead, όπου οι μακριές μας σκάλες και οι ικανότητες αναρρίχησης ήταν ό,τι πρέπει για να καθαρίζουμε τα παράθυρα των τεράστιων αρχοντικών στο Hampstead. Με αυτόν τον τρόπο υπερτριπλασιάζαμε τους μισθούς μας. Πλούσιος πλέον πέρα από τα όρια της φιλαργυρίας μου, άρχισα να καπνίζω στριφτά τσιγάρα με καπνό Nosegay και Boar’s Head και, κάθε Παρασκευή μετά από την πληρωμή, έπινα μερικές καστανές μπύρες. Αυτό το κακοπληρωμένο αλλά χαλαρό εργασιακό περιβάλλον μου έδωσε αρκετό χρόνο για πολιτική συζήτηση και αγκιτάτσια – τότε ήμουν πρωτοπόρος στο μάζεμα υπογραφών για την «Έκκληση της Στοκχόλμης για ειρήνη» (στΜ Κείμενο Διεθνούς Συνδιάσκεψης που έπαιρνε θέση κατά των πυρηνικών όπλων).

Κατατάχθηκα στον στρατό το 1949, αλλά αρκετοί από τους συντρόφους μου έγραφαν στο Χονγκ Κονγκ, όπου βρισκόμουν. O Σίντ Γκρέγκορι, Υπεύθυνος Εντύπων της οργάνωσής μου,  ήταν αρκούντως ευγενικός ώστε να μου στέλνει αντίγραφα του Εσωτερικού Δελτίου του ΚΚ της συνοικιακής τοπικής οργάνωσης του Λονδίνου και τα Παγκόσμια Νέα. Τα έντυπα ήταν τυλιγμένα με μια χάρτινη τσάντα με τέτοιον τρόπο ώστε να φωνάζουν από μακριά: “Συντάχθηκαν κι εκδόθηκαν από το Κομμουνιστικό Κόμμα”. Στις αποστολές αλληλογραφίας, ο λοχίας μου παρέδιδε το δέμα με τα λόγια: «Και εδώ, στρατιώτη Χίγκινς, το γράμμα σας από το Κρεμλίνο.» Αφού είχε αποκαλυφθεί ότι είμαι Κόκκινος, αποφασίσανε ότι δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η παρουσία μου στην αίθουσα κρυπτογράφησης. Αυτό ήταν κάπως πρόβλημα αφού εκπαιδευόμουν στο στρατό (και συνεπώς κόστιζα) ως μηχανικός κρυπτογράφησης. Για το επόμενο έτος και λίγο παραπάνω πέρασα τον χρόνο μου στο εργαστήριο προσπαθώντας να φτιάξω ένα λειτουργικό τηλέτυπο από δυο χαλασμένα. Ποτέ δεν το κατάφερα, αλλά τουλάχιστον γέμισα τον χρόνο μου μέχρι να πάρω μια βάρκα και έρθω στην πατρίδα  για να συνεχίσω την εργασία μου στο ΚΚΜΒ.

Η ζωή σε μια κλαδική οργάνωση του ΚΚ ήταν πιο ευχάριστη και πιο παραγωγική από ότι ήταν σε τοπική οργάνωση. Στην τελευταία υπήρχε πολύς χρόνος για να διώξουμε την «αίρεση» απ’ το εσωτερικό μας, ακριβώς επειδή υπήρχαν συγκριτικά λιγότερα σημαντικά πράγματα που είχαμε να κάνουμε. Ωστόσο και στην κλαδική μας, μια φορά τον χρόνο είχαμε μια εκδήλωση που ονομάζονταν “Εκκαθάριση”, όπου όλοι καθόμασταν σε κύκλο συμμετέχοντας σε μια χαρούμενη συνεδρία αυτοκριτικής και αμοιβαίας κριτικής.

Στο «Μηχανικοί Νο 2» (το όνομα της κλαδικής μας οργάνωσης) συζητούσαμε για την πολιτική του κόμματος και για το πώς να την υλοποιούμε στον χώρο εργασίας και το συνδικάτο. Κάναμε εκπαιδευτικά σεμινάρια και προσκαλούσαμε ομιλητές. Οι συναντήσεις μας πραγματοποιούνταν εβδομαδιαίως, συνήθως στο διαμέρισμα ενός από τους συντρόφους στην περιοχή West Hampstead του Λονδίνου. Το δωμάτιο ήταν μεγάλο, με πολλές καρέκλες και ένα διπλό κρεβάτι για να κάθονται οι σύντροφοι. Θυμάμαι μια συνάντηση στην οποία ο ομιλητής καθυστέρησε σημαντικά. Ο πρόεδρός μας, ο οποίος δεν είχε ρολόι, ρώτησε: «Ξέρει κανένας σύντροφος πόσος χρόνος έχει περάσει;» Με μια χαρούμενη τσιρίδα έπεσα στο κρεβάτι, παίρνοντας στάση διαλογισμού και φωνάζοντας: «Όλα για τον σύντροφο πρόεδρο του κόμματος». Γι’ αυτήν μου την παρόρμηση πλήρωνα επί χρόνια- κατά την ετήσια εκκαθάριση επαινούμουν για τη σκληρή δουλειά και αφοσίωση, αλλά κατηγορούμουν μονίμως για «ελαφρότητα πνεύματος»…

Ήταν μια κλαδική ανθρώπων με ηλικίες από 16 έως 60 ετών. Για να συμμετέχει κανείς σε μια καθημερινή συζήτηση έπρεπε να ξέρει πολλά για το βρετανικό εργατικό κίνημα του τρέχοντος αιώνα. Στόχος ήταν να πειστούμε,αν όχι να αποδεχθούμε άμεσα, ότι υπήρχε ανάγκη για υπομονή και για σταθερή προπαγάνδα και αγκιτάτσια. Στον κλάδο της τηλεφωνίας που περιελάμβανε τρία παραρτήματα του POEU και περίπου 2.000 μέλη, είχαμε 20 μέλη του κόμματος, και σχεδόν όλοι τους ήταν εκλεγμένοι σε κάποιο πόστο στα σωματεία, στην περιοχή ή, σε μερικές περιπτώσεις, στην Εθνική Εκτελεστική Επιτροπή. (Η κλαδική) προσφερόταν ως  χώρος για να μάθουν τα βασικά στοιχεία του συνδικαλισμού και να συνδέουν την εμπειρία με την πολιτική. Ήταν επίσης ο χώρος όπου εκπαιδεύονταν στις διάφορες τυπικές συνδικαλιστικές δουλειές.

Το να είσαι μέλος του ΚΚΜΒ που κάνει πολιτική δουλειά στον τομέα της βιομηχανίας σήμαινε να υφίστασαι ένα είδος σχιζοφρένειας. Από τη μια πλευρά υπήρχε η σταλινική γραμμή της ειρηνικής συνύπαρξης και από την άλλη υπήρχε ο εκδοτικός οίκος ξένων γλωσσών, πηγαίνοντας πέρα-δώθε τις μεταφράσεις του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν και πωλώντας τες σε τιμή ευκαιρίας. Ήταν δυνατόν να σκεφτεί κανείς ότι ο Τζο Στάλιν είναι  χαρούμενος κι ωραίος, ότι η ειρήνη είναι ο υπέρτατος στόχος αλλά ότι ταυτόχρονα πρέπει να επιδιώκουμε την ταξική πάλη με όλη μας τη δύναμη. Η αγάπη μου για τον Στάλιν κάπως λιγόστεψε όταν επιλέχθηκα για να κάνω εγώ την εισήγηση για το τελευταίο έργο του «πατέρα του σοσιαλισμού»,«Τα οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ». Ήταν αρκετά κακό για να το διαβάσει κανείς μία φορά, αλλά φανταστείτε τη φρίκη του να πρέπει κανείς να το διαβάσει αρκετές φορές για να κρατήσει σημειώσεις. Ήταν μια πραγματικά τρομακτική εμπειρία, ο Στάλιν έχει ένα στυλ τέτοιο που ο Μαξ Σάχτμαν το παρομοίασε με «έναν αμμόσακκο που σέρνεται μέσα σε έναν βούρκο με κόλλα» (τελείως ασήμαντο δηλαδή υποθέτουμε, στΜ).

Ένα από τα μαθήματα που έπρεπε να μάθουμε καλά ήταν η σημασία των ενημερώσεων. Ο αγωνιστής της βάσης πρέπει να ενημερώνει τα μέλη του και αυτό να το κάνει τακτικά. Φτιάξαμε δύο κλαδικά συνδικαλιστικά περιοδικά που έπιαναν τοπικά και εθνικά ζητήματα, τόσο όσον αφορά το συνδικάτο όσο και τον εργοδότη, πρότειναν τι να κάνουμε και σημείωναν την όποια πρόοδο. Αναπτύξαμε ένα πρόγραμμα για το συνδικάτο που δημοσιευόταν τακτικά σε άλλα παραρτήματά του όπου η Αριστερά είχε κάποια επιρροή. Κάναμε δριμεία κριτική στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και ορισμένες φορές υποστήκαμε από αυτήν πειθαρχικά μέτρα.  Ακόμη και στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, με την οργάνωση «Καθολική Δράση» να δρα με μηχανές στο φουλ,  επανεξελέγησαν μέλη του ΚΚΜΒ σε τοπικό επίπεδο, αν και σημειώθηκε μια αρκετά εκτεταμένη εκκαθάριση στο εκτελεστικό συμβούλιο.

Όπως και οι περισσότερες οργανώσεις εργατικής τάξης, το ΚΚ είχε απαιτήσεις από τον χρόνο και το πορτοφόλι σου, αλλά σε αντάλλαγμα σου προσέφερε τη συντροφικότητα που ξεπερνά την απλή φιλία επειδή περιλαμβάνει κοινές εμπειρίες και δεσμεύσεις. Ο ουσιαστικά αντιδραστικός χαρακτήρας του σταλινισμού, η βαθιά εκμετάλλευση της εργατικής τάξης στη Ρωσία και τους δορυφόρους της, ήταν αρκετά δύσκολο να γίνουν αντιληπτά  από μια μικρή ομάδα σε ένα  μεσαίου μεγέθους συνδικάτο στη Βρετανία. Η βόμβα έσκασε το 1956. Παρακολουθούσα ένα ετήσιο συνέδριο της POEU και το πρωί της Κυριακής πριν από την έναρξη, αγόρασα όπως συνήθως την εφημερίδα “Observer” («Ο Παρατηρητής»). Όλο το φύλλο ήταν αφιερωμένο στην ομιλία του Νικίτα Χρουστσώφ στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ.  Αποτελούσε έναν μακρύ κατάλογο των εγκλημάτων του Στάλιν, ουσιαστικά χωρίς να δίνει καμία μαρξιστική εξήγηση, αλλά αποτελώντας παρ’όλα αυτά απερίφραστη καταδίκη.

Αν και εξαιρούσε τις ποικίλες Αριστερές και Δεξιές Αντιπολιτεύσεις της δεκαετίας του 1920 και του 1930 από την «άφεση αμαρτιών», συγχωρούσε μετά θάνατον εκείνους τους σταλινικούς που είχαν προκαλέσει την οργή του Θείου Τζο. Ο Χρουστσώφ δεν ζήτησε συγγνώμη. Πώς θα μπορούσε να βρει τις λέξεις – και αυτός σταλινικός ήταν – για τα εκατομμύρια αθώων εργατών και αγροτών που εκτελέστηκαν ή γνώρισαν έναν άθλιο θάνατο σε κάποιο απομονωτήριο; Αποκάλυψε ωστόσο ότι ήταν τόσο αχρείος ο Στάλιν, που, πιθανότατα αφού τα είχε τσούξει, υποχρέωσε τον Μικογιάν – έναν άνθρωπο γέρο και άρρωστο- να χορέψει γκόπακ (έναν αρκετά ζωηρό καυκάσιο λαϊκό χορό). Αλήθεια, μπορούσε να φτάσει πιο πέρα η παλιανθρωπιά; (στΜ ειρωνεία για τον Χρουστσόφ)

Ήταν το σπάσιμο του μονόλιθου. O αναβρασμός στο κόμμα δεν μπορούσε να σταματήσει. Η γάτα είχε πεταχτεί έξω από την τσάντα και δεν μπορούσε κανείς να πιάσει το πλάσμα και να το ξαναβάλει μέσα. Ο Χάρι Πόλιτ  και ο Παλμ Ντουτ έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν, αλλά όλοι ήξεραν πλέον ότι κι αυτοί γνώριζαν και δεν μιλούσαν για τουλάχιστον κάποια από τα εγκλήματα που είχε αποκαλύψει ο Χρουστσώφ. Και οι δύο αυτοί άντρες, ο Πόλιτ, κορυφαίος μαζικός αγκιτάτορας κι ο Ντουτ, εξέχων θεωρητικός, ταξίδευαν στη χώρα προσπαθώντας να απορροφήσουν τους κραδασμούς της ομιλίας του 20ου Συνεδρίου. Ο Ντουτ επιστράτευσε την γλαφυρή παρομοίωση (του Στάλιν, στΜ) με τον ήλιο, που παρόλο που είχε στίγματα, δεν έπαυε  παρ ‘όλα αυτά να αποτελεί την πηγή κάθε ζωής. Λοιπόν ο Τζο Στάλιν ήταν κάτι τέτοιο. Συμμετείχα σε μερικές συναντήσεις, όπου ο ο Ντουτ χρησιμοποιούσε στην εισήγησή του τέτοιες εκφράσεις και οι συμμετέχοντες τον αποδοκίμαζαν σχεδόν καθολικά  βρίζοντάς τον. Τη δεύτερη φορά που τον παρακολούθησα, μου φάνηκε ένας κουρασμένος γέρος, του οποίου τα ψέματα και οι υπεκφυγές τον είχαν τσακίσει, και δεν ήταν και τόσο όμορφο θέαμα.

Ήμουν γραμματέας της κλαδικής οργάνωσης του κόμματος και, μετά από μια περίοδο ενδοσκόπησης, κάλεσα τον πρόεδρο του κλαδικής για να του πω ότι παραιτούμαι από το κόμμα. Φάνηκε να μην εκπλήσσεται από αυτό και να εκφράζει συμπάθεια στην απόφασή μου. Δυστυχώς, χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν, παραιτήθηκε κι αυτός. Το αποτέλεσμα ήταν να λάβω μια οργισμένη επιστολή από τον Υπεύθυνο Εντύπων  που με καλούσε να «κάνω μια σοβαρή αυτοκριτική που δεν έχω οργανώσει κομματική συνεδρίαση εδώ και δυο μήνες». Για λίγο φλέρταρα με την ιδέα να οργανώσω μια συνεδρίαση και να μην την παρακολουθήσω εγώ ο ίδιος, αλλά τελικά απλά το άφησα να ξεχαστεί και δεν έκανα τίποτα.

Χωρίς μεγάλες προσδοκίες και σε μεγάλο βαθμό για να αναπληρώσω το κενό των κομματικών συνεδριάσεων που μου έλειπαν, μπήκα στο Εργατικό Κόμμα. Την εποχή εκείνη ζούσα στην εκλογική περιφέρεια Wembley North, οπότε εντάχθηκα στην κομματική οργάνωση του Preston. Αυτή η οργάνωση του Εργατικού Κόμματος είχε πραγματικά παράξενη πολιτική σύνθεση. Ήταν κανά δυο που ανήκαν στην Αυστριακή Σοσιαλδημοκρατία όταν ο Ντόλφους επιτέθηκε στις εργατικές κατοικίες της Βιέννης το 1934. Ήταν ένας τύπος, Γερμανός, που είχαν εργαστεί στην Κομιντέρν και η Λουί, μια Γερμανίδα κυρία, που είχε αρραβωνιαστεί τον Έρνστ Τόλερ, ποιητή και διοικητή του Κόκκινου Στρατού κατά τη διάρκεια του βαυαρικού σοβιέτ το 1920. Μεταξύ όλων αυτών των εξωτικών στοιχείων οι πιο κοντινοί μου ήταν ο Λεν και η Φρίντα Νάιτ. Όπως και εγώ, ήταν πρώην μέλη του ΚΚ. Η Φρίντα είχε περάσει έναν ιδιαίτερα δύσκολο χρόνο εργαζόμενη σε μια εταιρεία που ιδρύθηκε από μέλη του ΚΚ για να κάνει εμπόριο με την Κίνα, προφανώς μια ακμάζουσα επιχείρηση που έκανε εξαγωγές.  Η εταιρεία στρατολογούσε εργατικό δυναμικό μέσω του κόμματος, αλλά δεν επέτρεπε στο προσωπικό της ούτε να συμμετέχει στο συνδικάτο ούτε να δημιουργεί κομματική βάση στην επιχείρηση. Ήταν κάτι που την εξόργισε καθώς η Φρίντα ήταν ένα εξαιρετικά ισχυρό μυαλό με αναπτυγμένη την αίσθηση του δικαίου και του φερ-πλέι.

Ήταν οι Νάιτ που με έμπασαν στον κόσμο του Τροτσκισμού. Είχαν στρατολογηθεί από τον Σίριλ Σμιθ, που ζούσε στην άλλη πλευρά της περιοχής  Γουέμπλεϊ. Ο Σίριλ ήταν ένας άντρας με ανεξάντλητη ενέργεια και την αξιοζήλευτη ικανότητα να προσπαθεί να πετύχει τον σκοπό του σε κάθε καθήκον που του ανατίθετο. Στο καθήκον στρατολόγησης τον βοήθησε το γεγονός ότι διέθετε κάποια βιβλία του Τρότσκι και μια έκδοση του βιβλίου «Προδομένη Επανάσταση». Επιπλέον υπήρχε το περιοδικό Labour Review, το εξαιρετικό θεωρητικό περιοδικό της ομάδας του, και η εφημερίδα αγκιτάτσιας, η Newsletter (Ενημερωτικό Δελτίο) που εκδιδόταν από τον Πίτερ Φράιερ.  Για έναν άνθρωπο σαν κι εμένα, που, πολύ καιρό πριν, είχα υποστεί το άγριο βασανιστήριο της μελέτης του βιβλίου του Στάλιν «Οικονομικά Προβλήματα του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», αποτελούσε πραγματικά προνόμιο να διαβάσω Τρότσκι, έναν γνήσιο μαρξιστή που μπορούσε να γράψει με καταπληκτικό ύφος και μεγάλη καθαρότητα. Εξίσου ευγνώμων, φαντάζομαι, με τον προϊστορικό άνθρωπο απέναντι στην άγνωστη ιδιοφυΐα που ανακάλυψε τη φωτιά ή τον άλλο τύπο που επινόησε τον τροχό, ένιωσα την υποχρέωση να στρατολογηθώ. Έτσι έγινα μέλος του πυρήνα της τροτσκιστικής οργάνωσης  “Club” (Κλαμπ, μετάφραση Λέσχη- στΜ η οργάνωση του Τζέρι Χίλι, που έκανε εισοδισμό εκείνη την περίοδο στο κόμμα των Εργατικών).

Αν το μπολσεβίκικο κόμμα ήταν ένα «κόμμα νέου τύπου», τότε η Λέσχη ήταν “ένα κόμμα  ακόμα πιο νέου τύπου”. Συνεδρίαση με τη συνεδρίαση, οι πωλήσεις εφημερίδας αβγάτιζαν, έβρισκα τον εαυτό μου  να παρακολουθεί τοπικές, δημοτικές και περιφερειακές συνεδριάσεις του Εργατικού Κόμματος, πέραν των άλλων και για να ανεβάζω τις πωλήσεις της εφημερίδας. Στις ανοιχτές συνεδριάσεις που οργάνωνε η εφημερίδα Newsletter εισηγούνταν άνθρωποι όπως ο Πίτερ Φράιερ και ο Μπράιαν Μπίαν (μαζί με τον Τζον Λόρενς και τον Τζον Πάλμερ, ο Μπίαν ήταν ένας από τους καλύτερους εισηγητές που έχω ακούσει ποτέ).

Τα εκπαιδευτικά σεμινάρια  για την ιστορία του “κινήματός μας” στο κεντρικό Λονδίνο είχαν εισηγητή τον Τζέρι Χίλι. Μια τέτοια αλληλουχία σεμιναρίων  πραγματοποιήθηκε σε μια αρκετά μεγάλη αίθουσα πάνω από ένα μπαρ, της οποία η κράτηση είχε γίνει στο όνομα ενός ανύπαρκτου ταξιδιωτικού συλλόγου. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, η αίθουσα ήταν προφανώς ένα εστιατόριο καθώς ακούγαμε  τον θόρυβο από το πλύσιμο πιάτων  πίσω από έναν ξύλινο μπουφέ. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο Τζέρι άρχισε να ψιθυρίζει τόσο χαμηλόφωνα που δεν άκουγε σχεδόν κανείς εκτός από τους ανθρώπους στις μπροστινές σειρές. Οι σύντροφοι έσκυβαν προς τα εμπρός, τα αυτιά μας τεντώνονταν για να αντιληφθούν τα μαργαριτάρια που μας προσέφερε. Ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, άρχιζε να ουρλιάζει και οι σύντροφοι από κάτω αναπηδούσαν προς τα πίσω υποφέροντας από ακουστικό σοκ. Τότε, του άτυχου λαντζέρη του έπεφτε από τα χέρια η στοίβα με τα πιάτα. Η ρητορεία του Χίλι σε ένταση με τα ντεσιμπέλ στο τέρμα, η οποία περιελάμβανε  απειλές που παγώνουν το αίμα, τρομερές προειδοποιήσεις και απολογισμούς για τα δεινά του παρελθόντος, έπειθαν όσους έξω από εμάς  άκουγαν ότι δεν είμαστε ένας κανονικός ταξιδιωτικός όμιλος και επίσης ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να τους κοστίσουμε ακριβά σε ό,τι αφορά τα πορσελάνινα σκεύη τους. Έτσι σύντομα πάψαμε να είμαστε  ευπρόσδεκτοι στον συγκεκριμένο χώρο που μας φιλοξενούσε.

Η κορυφαία στιγμή μου ως μέλος της Λέσχης ήταν η απεργία στο εργοτάξιο South Bank, συμφερόντων της οικογένειας McAlpine. Το όλο θέμα ξεκίνησε όταν έπιασε δουλειά ο Μπράιαν Μπίαν, ο οποίος υπήρξε ηγετική μορφή της αντιπολίτευσης στην ηγεσία του συνδικάτου AUBTW, του συνδικάτου των οικοδόμων. Μετά από λίγο, ο διευθυντής συνειδητοποίησε ότι αυτός ο Μπίαν μπορούσε να βλάψει την ψυχική του υγεία, οπότε τον απέλυσε. Αυτή αποδείχθηκε λάθος κίνηση, καθώς υπήρχαν και άλλοι σοβαροί αγωνιστές στο South Bank, μεταξύ των οποίων και ο Χιου Κάσιντι. Σύντομα ξέσπασε απεργία και η Λέσχη τέθηκε επί ποδός πολέμου. Όλες οι δυνάμεις της ομάδας ρίχτηκαν στην απεργία. Ήταν μια από τις πρώτες απεργιακές φρουρές όπου συμμετείχαν μαζί βιομηχανικοί εργάτες  και επαναστάτες. Ο Χίλι έκανε κατάληψη στην καφετέρια που βρισκόταν κοντά στο εργοτάξιο και εκεί πραγματοποιούνταν συνεδριάσεις σχεδόν μόνιμα. Σε ένα στάδιο υπήρχαν σημειώθηκαν ψιλοφασαρίες έξω από την πύλη και ο Μπράιαν Μπίαν συνελήφθη, περνώντας τρεις μήνες στις φυλακές του Shepton Mallett.

Για τον Χίλι η απεργία αποτελούσε μια ποιοτική αλλαγή στον ταξικό αγώνα. Μας έβαλε απέναντί του κι έβγαλε λόγο για το κράτος που είχε συλλάβει τον Μπίαν, την συνδικαλιστική γραφειοκρατία που αποκήρυξε την απεργία αρνούμενη να της δώσει κάλυψη,  τους εργοδότες και τον ισχυρό τους επιχειρηματικό όμιλο. Αυτή η κλασική κατακλυσμιαία ανάλυση του Χίλι μπορεί να το παραέκανε, ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι επρόκειτο για μια σοβαρή απεργία που δινόταν με επιθετικό τρόπο  και από τις δύο πλευρές, και που θα μπορούσε να αποτελέσει το εφαλτήριο για τη μαζικοποίηση των αγώνων που ήδη άρχιζαν να αναπτύσσονται. Στο πλαίσιο της στρατηγικής αυτής, οργανώθηκε από την εφημερίδα Newsletter  μια Συνδιάσκεψη Βιομηχανικών Εργατών για ένα πρόγραμμα δημοκρατικού ελέγχου των συνδικάτων από τη βάση τους και για να μπει ένα τέρμα στα προνόμια των γραφειοκρατών. Ήταν μια πολύ καλή συνδιάσκεψη: συμμετείχαν σαφώς κάποιοι πραγματικοί εκλεγμένοι αντιπρόσωποι της εργατικής τάξης που δήλωσαν ενθουσιασμένοι με το πρόγραμμα. Ο Πίτερ Φράιερ έκανε εισήγηση και οι Μπράιαν Μπίαν και Χάρι Κόνσταμπλ, πρωτοπόρος λιμενεργάτης του Λονδίνου και μέλος του Club (της Λέσχης) , μίλησαν από την εξέδρα. Ο Τζέρι Χίλι παραμόνευε, όχι πολύ διακριτικά, στο πίσω μέρος της αίθουσας, στέλνοντας γραπτές οδηγίες στον εισηγητή τόσο ενοχλητικά συχνά, ώστε ο Φράιερ απείλησε να διακόψει την ομιλία του αν δεν σταματούσε. Αυτή ήταν πράγματι η καλύτερη στιγμή στην ιστορία του Club. Σύμφωνα με όσους γνώριζαν τον Χίλι πολύ καλύτερα από ό,τι εγώ, αυτή ήταν η κορυφαία στιγμή του όσον αφορά το τακτ και τη διακριτικότητά του, τότε ήταν που αποτέλεσε πρότυπο υπομονετικότητας και μπόρεσε να στρατολογήσει και να αφομοιώσει 200 ή 300  πρώην μέλη του ΚΚ. Για τους ίδιους, όσους τον ήξεραν, αυτή του η στιγμή με την πρωτοφανή ανεκτικότητα και καλή διάθεση δεν θα μπορούσε να κρατήσει για πολύ-και δεν κράτησε. Μια σειρά πιέσεων και γεγονότων συνωμότησαν για να εκτροχιαστεί. Καταρχάς, πιεζόταν από τον Μπράιαν Μπίαν, ο οποίος ήταν σαφώς προκατειλημμένος με τη δουλειά εισοδισμού του Club στο Εργατικό Κόμμα.  Στη συνέχεια, ο Τύπος, που είχε ενημερωθεί για την απεργία στο South Bank και το συνέδριο της Newsletter, άρχισε να διερευνά τις υποθέσεις του Club. Ένα θέμα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα News Chronicle ήταν κακoδιερευνημένο και ανακριβές, αλλά ένα-δυο  πολύ πιο ακριβή άρθρα εμφανίστηκαν στην South London Press. Ενθαρρυνόμενος σε μεγάλο βαθμό και από τον Μπίαν, ο Χίλι αποφάσισε ότι θα ήταν μια καλή στιγμή να κάνουμε ένα άλμα προς την ελευθερία και έτσι γεννήθηκε η οργάνωση Σοσιαλιστική Εργατική Λίγκα (SLL). Γνωστός για το κυνικό χιούμορ του, ο Χίλι έστειλε επιστολή στο Εργατικό Κόμμα ζητώντας την ένταξη της SLL σε αυτό. Δεν προβλεπόταν στα προσεχώς.

Για πολλούς από εμάς που προερχόμασταν από το ΚΚ, η πολιτική του εισοδισμού ήταν κάτι που έπρεπε να καταπιούμε όχι με μεγάλη ευχαρίστηση, αλλά, αφού το κάναμε, μας φαινόταν λίγο ελαφρόμυαλο να πετάμε  δέκα χρόνια δουλειάς εξαιτίας κανά-δυο ιστοριών του Τύπου. Έχοντας καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, επιχειρηματολογήσαμε γι’ αυτό στον πυρήνα και συνολικά στην οργάνωση.  Η καταιγίδα βρισιών που έπεσε πάνω στα ανυποψίαστα κεφάλια μας ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Ως εκδότης της Newsletter, ο Πίτερ Φράιερ βρέθηκε στο κέντρο της καταιγίδας και διαπίστωσε ότι η ατμόσφαιρα στα κεντρικά γραφεία ήταν αφόρητη και η συμπεριφορά του Χίλι ήταν εντελώς απαράδεκτη. Έφυγε και δεν επέστρεψε ποτέ. Ο Xίλι εδώ πραγματικά τα έκανε θάλασσα. Ισχυρίστηκε ότι έψαχνε στα λιμάνια και τα αεροδρόμια μήπως και πετύχει τον Πίτερ. Ετοιμαζόταν να εκδώσει έκτακτο φύλλο της εφημερίδας του με τον τίτλο: “Απήγαγε η ΓκεΠεΟυ τον Πίτερ Φράιερ;” Δυστυχώς δεν την εξέδωσε ποτέ, γιατί θα είχε προσφέρει λίγο γέλιο στον Πίτερ εκεί στο Νότιγχαμ, όπου έμενε με τον παλιό του φίλο Τζον Ντάνιελς.

Παρόλο που ο Χίλι δεν επέλεξε να αναζητήσει τον Πίτερ στο Νότιγχαμ, επέλεξε να επισκεφτεί δια αντιπροσώπου τον Λεν και την Φρίντα Νάιτ στο σπίτι τους σε παρόμοια αποστολή.Επρόκειτο για μια επίσκεψη εκφοβιστικού χαρακτήρα που γίνεται μετά τα μεσάνυχτα. Ένα επιτακτικό χτύπημα στην πόρτα έβγαλε τη Φρίντα από την κουζίνα της όπου μαζί με τον Λεν έπιναν το κακάο τους πριν τον ύπνο. Όταν άνοιξε την πόρτα, ο Μπομπ Πένινγκτον, εκείνη την περίοδο οργανωτικός υπεύθυνος της SLL, άρχισε να λέει το ποίημά του, λέγοντας : “Θέλουμε να κάνουμε μια συζήτηση μαζί σας σύντροφοι”. To μήνυμα αυτό το παρέδωσε με τον τόνο ενός γκάνγκστερ Β κατηγορίας, το τόσο αγαπημένο στυλ του Χίλι και των τραμπούκων του. Η Φρίντα ήταν άνθρωπος του πνεύματος και προσπάθησε να τον διώξει, απαντώντας: “Τότε έλα ξανά κάποια λογική ώρα”. Αναπόφευκτα, η Φρέντα, η οποία ήταν πολύ μικρόσωμη, άρχισε να σπρώχνεται και να οπισθοχωρεί προς το χολ, όταν βγήκε από την κουζίνα ο Λεν. Σε αντίθεση με τη Φρίντα, ο Λεν ήταν μεγαλόσωμος, περίπου 1,86 στο ύψος, και γεροδεμένος, άρχισε να κινείται από την πόρτα της κουζίνας και σταμάτησε να κινείται όταν η γροθιά του προσγειώθηκε στο κεφάλι του Πένινγκτον κοντά στην εξώπορτα. O Πένινγκτον προσγειώθηκε σε ένα ροζ κρεβάτι έχοντας ένα-δυο δόντια λιγότερα και, όταν η σκόνη είχε κατακαθίσει και ο Λεν είχε ηρεμήσει λίγο, οι Χίλι και Κλιφ Σλότερ ξεπρόβαλαν μέσα στο σκοτάδι για τη συζήτησή τους. Αυτή δεν ήταν μια συνάντηση όπου μίλησαν τα πνεύματα.

Τότε συγκροτήσαμε μια φράξια για να εκφράσουμε τη δυσαρέσκειά μας: είχε περίπου είκοσι μέλη και ονομάστηκε Φράξια του Στάμφορντ, από την περιοχή όπου βρισκόταν το αρχοντικό στο οποίο συναντηθήκαμε για να τη δημιουργήσουμε [1].  Γράφτηκε ένα κείμενο «Η κατάσταση του 1959 στην SLL», που μοιράστηκε από τον Πίτερ Κάντογκαν. Η ιδέα του Πίτερ ώστε να μοιραστεί ένα εσωτερικό φραξιονιστικό έγγραφο ήταν να σταλεί στην Tribune. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα όλοι οι υπογράφοντες να λάβουν μια επιστολή από τον εξουσιοδοτημένο δικηγόρο του Χίλι ζητώντας αποζημίωση για συκοφαντική δυσφήμιση. Ο Κάντογκαν απάντησε κάπως επιπόλαια ότι “θα στείλει την υπόθεση στο δικαστήριο της εργατικής τάξης”, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό, ενώ ο Λεν Νάιτ κατέφυγε στον βουλευτή των Εργατικών Σίντνεϊ Σίλβερμαν, που ήταν ένας πολύ ικανός δικηγόρος. Δεν ακούσαμε τίποτα άλλο περί συκοφαντικής δυσφήμισης, αλλά ο Λεν διαγράφτηκε για τη γροθιά του στον οργανωτικό υπεύθυνο του Λονδίνου, ενώ η Φρίντα κι εγώ διαγραφήκαμε επειδή κάναμε …φασαρία σε μια ανοιχτή συνεδρίαση της SLL: στην … πανεθνική Συνέλευση του Εργατικού Κόμματος.

Κατά τη διάρκεια της εσωκομματικής μάχης στην SLL, συναντήθηκα με τον Τόνο Κλιφ και τον Μάικλ Κίντρον στο σπίτι του Πίτερ Κάντογκαν στο Κέιμπριτζ και ο Κλιφ μου έδωσε μια πρόσκληση για την επόμενη μάζωξη της οργάνωσης Socialist Review Group (SRG- Ομάδα Σοσιαλιστικής Kριτικής). Ήταν μια πολύ ανοιχτή συζήτηση, όπως όλες οι συναντήσεις του SRG εκείνη την εποχή . Θυμάμαι ότι ήταν παρών ο Σαμ Λέβι όπως και ο Τεντ Γκραντ, που πουλούσε την εφημερίδα «Σοσιαλιστικός Αγώνας» (Socialist Fight) –είχε τις εφημερίδες τόσο άσχημα τσαλακωμένες που σχεδόν δεν διαβάζονταν. Υπήρχαν ίσως 40 ή 50 άτομα στο δωμάτιο. Ήταν οι πρώτες μέρες της CND (Εκστρατεία για τον Πυρηνικό Αφοπλισμό) και γίνονταν πολλές συζητήσεις εκείνη την εποχή για την προειδοποίηση που θα λαμβάναμε 4 λεπτά πριν από την εξαφάνισή μας. Ο Κλιφ πρότεινε το δικό του σύνθημα: “Σε περίπτωση πυρηνικής επίθεσης βάλτε μια χαρτοσακούλα πάνω στο κεφάλι σας”. Για κάποιον λόγο διασκέδαζα πολύ με αυτό, όπως και με την οδηγία του: «Οι σύντροφοι πρέπει να αρχίσουν να σηκώνουν τις κάλτσες τους». Ωστόσο, ένιωσα ότι έπρεπε να βελτιώσει την άρθρωσή του αν ήθελε να αποφύγει τις παρεξηγήσεις με αυτή τη γραμμή. Λίγες μέρες μετά εντάχθηκα στους SRG και τα υπόλοιπα, όπως λένε, είναι ιστορία, ή τουλάχιστον το θέμα αυτού του βιβλίου.

Ίσως ορισμένοι βρουν τον τίτλο αυτού του έργου αποπροσανατολιστικό ή ασαφή ή και τα δύο. Στην πραγματικότητα είναι αρκετά απλή η εξήγηση . Το πρώτο άρθρο που έγραψα ποτέ για το περιοδικό  «Διεθνής Σοσιαλισμός» ήταν στο τεύχος  Νο.14, με θέμα την ιστορία του βρετανικού τροτσκισμού από το 1938 έως το 1948 και με τίτλο «Δέκα Χρόνια για την ακρίδα». Το κέντρο του άρθρου ήταν ότι μια πολλά υποσχόμενη οργάνωση, το Επαναστατικό Κομμουνιστικό Κόμμα (RCP), παρόλο που είχε στις γραμμές του κάποιους ιδιαίτερα ταλαντούχους ανθρώπους, κατάφερε να αποτύχει μέσα από λανθασμένες πολιτικές και απόψεις. Ήταν, με μία ή δύο εξαιρέσεις, καλοί άνθρωποι και είχαν όλοι τις καλύτερες προθέσεις, αλλά τα έκαναν θάλασσα καθώς ήταν αποκομμένοι από τη βρετανική εργατική τάξη.  Τα μέλη του έτρεχαν όλο πιο σκληρά, τεντώνονταν περισσότερο  και έκαναν ακόμη μεγαλύτερες θυσίες, αλλά χωρίς κανένα αποτέλεσμα-η ακρίδα έφαγε τα χρόνια του RCP. Παρ ‘όλα αυτά, δεν πήγαν όλα χαμένα: για δέκα χρόνια οι σύντροφοι κράτησαν ζωντανή την επαναστατική παράδοση που, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, αποτελεί την πηγή ενημέρωσης σήμερα για  το μεγαλύτερο τμήμα της αριστεράς. Το γεγονός ότι αυτές οι νέες ομάδες στάθηκε αδύνατο να προχωρήσουν πέρα από το παρελθόν, να διακρίνουν τις διαφορές με το σήμερα και συνέχισαν να ζουν δια αντιπροσώπων μέσα από τα Άπαντα των ηρώων τους, είναι ο λόγος για τον οποίο η ακρίδα μπορεί και βρίσκει ακόμα αρκετή τροφή. Σε όσους διαπιστώνουν ότι η ιστορία μου περιέχει υπερβολική κριτική για το γούστο τους, μπορώ μόνο να ζητήσω συγγνώμη και να επαναλάβω την πεποίθησή μου ότι η κριτική είναι πολύ σημαντική, διότι οι Διεθνείς Σοσιαλιστές (IS), οι διάδοχοι του SRG και πρόδρομοι του SWP (Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα), ήταν μακράν η καλύτερη ευκαιρία που είχαμε από τη δεκαετία του 1920 για να οικοδομήσουμε μια σοβαρή επαναστατική σοσιαλιστική οργάνωση. Ήταν μια ευκαιρία που δεν αξιοποιήθηκε και όσοι ήταν υπεύθυνοι γι αυτή την αποτυχία έχουν πολλά να απαντήσουν και πρέπει να κληθούν να λογοδοτήσουν, τουλάχιστον από τις σελίδες αυτού του βιβλίου.

Η ζωή συνεχίζεται, όμως, και πρέπει να συνεχίσουμε την προσπάθεια. Όταν ο καλός στρατιώτης Σβέικ, μετά από όλα τα σκηνικά και τις περιπέτειες του, επανενωθεί τελικά με το σύνταγμα του, ο ταλαίπωρος υπολοχαγός Λούκακς του ζητά να επιβιβαστεί στο τρένο του στρατού, ο Σβέικ χαμογελάει αγγελικά και του λέει: “Ευπειθώς  αναφέρω, κύριε, ότι εγώ επιβιβάζομαι”. Ελπίζω ότι όταν  βρω τελικά τον δρόμο μου προς το τρένο της επανάστασης, που να πηγαίνει κάπου αλλού πέρα από το Ανατολικό μέτωπο, θα είμαι σε θέση να αναφέρω κι εγώ ότι «επιβιβάζομαι».

Τέλος, θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσους με βοήθησαν στη συγγραφή αυτού του βιβλίου και ειδικότερα τους: Μπιλ Έινσγουορθ, Πίτερ Ντ Μόργκαν, Τζίοφ Κάρλσον, Τζον Πάλμερ, Ρίτσαρντ Κάπερ, Σύριλ Σμιθ, Ρουθ Νέλσον, Αλ Ρίτσαρντσον, Τεντ Κρόφορντ, Σταν Νιούενς,  Ρίτσαρντ Κίρκγουντ, Γκρέινβιλ Ουίλιαμς, Άλις Μάρεϊ, Άντι Γουίλσον, Ίαν Λαντ, Σάρα Ουάσιγκτον,  Τζους Άλφορντ  και  τον Φιλ Έβανς, του οποίου οι γελοιογραφίες θα είναι σίγουρα ο λόγος για τον οποίο κάποιος θα θέλει να κρατήσει αυτό το βιβλίο. Και στη φίλη μου και σύντροφό μου Τζέιν Άλεν, που υποχρεώθηκε να υποστεί επανειλημμένα την αναπαραγωγή σκηνών που αφορούσαν αρκετές ανίερες φραξιονιστικές μάχες πάνω από το βραδινό της τραπέζι με ελάχιστες διαμαρτυρίες και είχε αρκετή υπομονή ακόμα και να μου κάνει την επιμέλεια του χειρόγραφου κειμένου, εκφράζω  την ευγνωμοσύνη μου, την αγάπη και τον θαυμασμό μου. Τέλος στη Μάριον Χίγκινς, της οποίας την αδιάλειπτη υποστήριξη – με κάθε τρόπο –σε μερικές από τις πιο δύσκολες στιγμές μου εκτιμούσα πάντοτε αν και δεν αναγνώρισα ποτέ όσο θα έπρεπε, τις καθυστερημένες αλλά μέσα από καρδιάς ευχαριστίες μου. Για τα οποιαδήποτε ελαττώματα ή λάθη, φυσικά, είμαι εγώ ο υπεύθυνος.

Τζιμ Χίγκινς, Νόρφολκ, Σεπτέμβριος 1996.

Σημειώσεις

  1. Μεταξύ άλλων στη φράξια του Στάμφορντ συμμετείχαν οι: Κεν Κόουτς, Τζον Ντάνιελς, Ντόροθι Τάιλντσλι,  Μάριον Κουκ, Πίτερ Φράιερ, Πατ ΜακΓκάουαν, Λεν Νάιτ, Φρίντα Νάιτ, Έλις Χίλμαν, Πίτερ Κάντογκαν, Τζιμ Χίγκινς.

https://www.marxists.org/archive/higgins/1997/locust/index.htm

1 Trackback / Pingback

  1. Κεφάλαιο 8: Τα πρώτα βήματα των IS έξω από το Εργατικό Κόμμα * RedTopia

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.