«Pretty Ugly: The Story of the Lunachicks» – ένα καλά κρυμένο πανκ μυστικό που η μουσική βιομηχανία προσπάθησε να διαγράψει

image_pdfimage_print

του Μάριου Αυγουστάτου

Δεν είναι απλώς ένα μουσικό ντοκιμαντέρ. Είναι μια πολιτική καταγγελία — ακόμη κι όταν η ίδια η ταινία διστάζει να το πει καθαρά.

Το ντοκιμαντέρ της Ilya Chaiken, Pretty Ugly: The Story of the Lunachicks, έρχεται σε μια χρονική στιγμή όπου δεν μπορούμε πια να προσποιούμαστε ότι η ανισότητα στη μουσική βιομηχανία είναι «ατύχημα» ή «παράπλευρη απώλεια». Είναι δομή και επιλογή. Και η ιστορία των Lunachicks το αποδεικνύει περίτρανα.

Ξεκίνησαν από το East Village της Νέας Υόρκης της δεκαετίας του ’80 — μια γειτονιά που μετατρεπόταν βίαια σε πεδίο κερδοσκοπίας — οι Lunachicks δεν γεννήθηκαν απλώς μέσα στο πανκ. Ξεκίνησαν καλλιτεχνικά μέσα σε μια περίοδο ταξικής σύγκρουσης. Οι ταραχές του Tompkins Square Park το 1988  δεν είναι απλώς τo φόντο της ιστορίας τους, είναι η ίδια η μήτρα της. Εκεί όπου το κράτος και η αστυνομία «καθάριζαν» τον χώρο για το κεφάλαιο, το πανκ λειτουργούσε ως αντίσταση. Και οι Lunachicks ήταν ενεργό μέρος αυτής της αντίστασης.

Η αρχική αντιπαράθεση μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών
Η αρχική αντιπαράθεση μεταξύ αστυνομίας και διαδηλωτών. Το πανό των διαδηλωτών γράφει «Ο ΕΞΕΥΓΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑΞΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ, ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ». Εικόνα: Q. Sakamaki

Οι Theo Kogan, Gina Volpe, Sydney “Squid” Silver, Chip English και τα παλιότερα μέλη Sindi Benezra, Becky Wreck, Gus Morgan (Helen Destroy) δεν «αναδείχθηκαν» από καμία βιομηχανία. Ξεκίνησαν από τις γειτονιές της Νέας Υόρκης, μέσα από μια πολιτιστική πραγματικότητα στην οποία τα κορίτσια δεν είχαν πρόσβαση. Έμπαιναν από χαραμάδες, στέκονταν απ’ έξω, μάθαιναν χωρίς πρόσκληση, έβγαζαν πλαστές ταυτότητες για να μπαίνουν σε «απαγορευμένα» μέρη (club και όχι μόνο). Κι αυτό δεν είναι κανενός είδους ρομαντική αφήγηση, είναι περιγραφή αποκλεισμού. Και η άρνησή τους να περιμένουν την «άδεια» για να κάνουν οτιδήποτε ήταν ήδη μια πολιτική πράξη.

Ξεκίνησαν παίζοντας σε θρυλικά κλαμπ όπως τα CBGB’s και The Limelight και τράβηξαν την προσοχή της Kim Gordon και του Thurston Moore των Sonic Youth. Το 1990, η Blast First Records του Λονδίνου κυκλοφόρησε το ντεμπούτο άλμπουμ τους Babysitters on Acid. Σε κάθε άλμπουμ που ακολούθησε, οι Lunachicks έκαναν μια πολύχρωμη επίθεση στην ευπρέπεια, την υποκριτική ηθική και την πατριαρχία – αλλά οι ζωντανές εμφανίσεις τους ήταν αυτές που τις εδραίωσαν. Με μια πανδαισία από περούκες, κοστούμια, μακιγιάζ και δυνατές κιθάρες, οι εμφανίσεις τους είχαν ίσες δόσεις ικανότητας και «θεάματος», αναδεικνύοντας την άγρια ​​μουσικότητά τους, το χιούμορ και την επαναστατική τους αισθητική. Μοιράστηκαν τη σκηνή με τους: The Ramones, Iggy Pop, Jack White, Joan Jett, The Offspring, Deborah Harry, No Doubt, Rancid, The Buzzcocks, NOFX και The Go-Go’s, για να αναφέρουμε μερικούς.

«The Lunachicks had a lot of gay fans – gay boys, gay girls, and everything in between. Boys dressed up, girls dressed up, butch girls, femme boys. It was a super fun mix of people at a Lunachicks show.»

Αρκετά πριν το κίνημα Riot Grrrl γίνει «εμπορική» ταμπέλα, οι Lunachicks ήταν στην πρώτη γραμμή στο πεδίο: κατονόμαζαν τη βία, ξεμπρόστιαζαν άνδρες από τη σκηνή, έσπαγαν τη σιωπή. Συμμετείχαν στο Rock for Choice δίπλα σε μπάντες όπως οι Nirvana και οι Rage Against the Machine — αλλά σε αντίθεση με πολλούς από τους άνδρες συνοδοιπόρους τους, το δικό τους πολιτικό φορτίο ποτέ δεν μετατράπηκε σε εμπορικό κεφάλαιο.

«Υπάρχει ήδη μια γυναικεία μπάντα»

Η αισθητική τους — το σώμα, το ντύσιμο, το αίμα, η ειρωνεία, η υπερβολή — δεν ήταν «πρόκληση». Ήταν επίθεση. Στο σεξισμό, στην εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος, στην ίδια τη λογική ότι οι γυναίκες υπάρχουν για να είναι «εύπεπτες» και «επιφανειακές». Οι Lunachicks δεν ζητιάνευαν για χώρο, τον καταλάμβαναν.

Και γι’ αυτό έπρεπε να περιοριστούν.

Η βιομηχανία δεν τις «αγνόησε» από κάποιο λάθος της στιγμής, τις φιλτράρισε συνειδητά. Ραδιόφωνα, φεστιβάλ, μέσα ενημέρωσης επαναλάμβαναν την ίδια ατάκα: «υπάρχει ήδη μια γυναικεία μπάντα στις λίστες μας, στο φεστιβάλ μας. Μία είναι αρκετή, έπαιξε τον περασμένο μήνα.» Η ποσόστωση καλύφθηκε.

Αυτό δεν είναι απλώς σεξισμός, είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε (και σε μεγάλο βαθμό λειτουργεί ακόμα) το σύστημα: περιορίζει τη γυναικεία παρουσία ώστε να παραμένει διαχειρίσιμη και -προπάντων- μη απειλητική.

Όταν το πανκ έγινε κερδοφόρο προϊόν στις αρχές των ’90s, η βιομηχανία έκανε αυτό που κάνει πάντα: ενσωμάτωσε την εικόνα της εξέγερσης και πέταξε την ουσία. Άνδρες (κατά κύριο λόγο) καλλιτέχνες προωθήθηκαν, το «αντισυστημικό» attitude έγινε στυλ, και οι Lunachicks — που είχαν σε πρώτη προτεραιότητα την πραγματική πολιτική σύγκρουση — έμειναν εκτός.

Oι (διάσημοι και «εμπορικοί» εδώ και πολλά χρόνια) Offspring άνοιγαν τις συναυλίες τους μέχρι που το “Come Out and Play” έγινε hit. Στη συνέχεια, οι Offspring ανταπέδωσαν τη χάρη και έφερναν τις Lunachicks να τους ανοίγουν τις συναυλίες, αλλά η υποδοχή τους από μεγάλο μέρος (σεξιστών) οπαδών των Offspring δεν ήταν τόσο θετική. Είχε τη μορφή συνεχών, ασταμάτητων συνθημάτων “βγάλτε έξω τα βυζιά σας”.

Επίσης περιστατικά όπως αυτό με τους Blink-182 στην Warped Tour (για τους Blink-182, οι γυναίκες ήταν εκεί μόνο ως στόχοι, υπάρχουν πλάνα να λένε «δεν εκτίμησαν τα αστεία μας για τα βυζιά») δείχνουν το ίδιο μοτίβο: όταν οι γυναίκες δεν συμμορφώνονται, γίνονται στόχος. Και όταν αντιστέκονται, μένουν στο «περιθώριο». Η απάντηση της τραγουδίστριας Theo Kogan — να στραφεί στις γυναίκες του κοινού και να τις καλέσει να μη δεχτούν την κανονικοποίηση της προσβολής — ήταν πολιτική πράξη. Όχι brand. Όχι καμπάνια. Αλληλεγγύη χωρίς χορηγό.

Και δεν έπαιξαν με τους όρους του συστήματος και δεν απέτυχαν

Αυτό που η ταινία Pretty Ugly προσπαθεί να πλησιάσει αλλά δεν κατονομάζει πλήρως είναι ότι οι Lunachicks δεν απέτυχαν. Το σύστημα τις απέκλεισε εμπορικά επειδή δεν μπορούσε να τις αφομοιώσει, αλλιώς έπρεπε να αυτοαναιρεθεί. Η βιομηχανία μπορούσε να πουλήσει τον ήχο, την εικόνα, το «εναλλακτικό» περιτύλιγμα — αλλά όχι το γεγονός ότι γυναίκες έπαιρναν τον λόγο και τον έκαναν πολιτικό όπλο.

Η αγορά αγόρασε την εξέγερση ως αισθητική και απέρριψε την εξέγερση ως πολιτική πράξη.

Ο Brian Eno κάποτε είχε πει «ενώ το πρώτο άλμπουμ των Velvet Underground πούλησε (το πρώτο διάστημα) μόνο 10.000 αντίτυπα, όλοι όσοι το αγόρασαν ξεκίνησαν μια μπάντα». Αντίστοιχα, υπήρχαν και υπάρχουν, πολλές γυναίκες που η ίδια η ύπαρξη των Lunachicks άλλαξε τη ζωή τους. Πήραν ένα μουσικό όργανο, έγραψαν ένα τραγούδι, ξεκίνησαν τη δική τους μπάντα ή απλώς χρησιμοποίησαν το παράδειγμά τους σαν έμπνευση αυτοέκφρασης.

Κι όμως, αυτό που μένει δεν είναι η αποτυχία της αγοράς, αλλά η επιτυχία της αλληλεγγύης και της κοινότητας. Οι επιστολές θαυμαστριών, χειρόγραφες και άμεσες, μιλούν για κάτι που δεν θα μετρηθεί ποτέ σε streams, views και πωλήσεις: θυληκότητες που πήραν όργανα, που ανέβηκαν σε σκηνές, που κατάλαβαν ότι δεν χρειάζονται από κανέναν άδεια για να υπάρξουν, να δημιουργήσουν και να χαρούν τη ζωή.

Αυτή είναι η πραγματική κληρονομιά των Lunachicks. Όχι αυτή που (δεν) αναγνωρίστηκε «εμπορικά», αλλά αυτή που φοβήθηκε το σύστημα.

Το Pretty Ugly: The Story of the Lunachicks δυστυχώς δεν προβάλλεται σε κινηματογράφους στη χώρα μας (ακόμα) και είναι διαθέσιμο σε streaming πλατφόρμες, αλλά η ιστορία που αφηγείται δεν ανήκει σε καμία πλατφόρμα. Ανήκει σε όσες συνεχίζουν να παίζουν, να διεκδικούν και να ζουν ελεύθερα χωρίς να ζητούν από κανέναν την άδεια.

για περισσότερες πληροφορίες: https://www.lunachicks.com/

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.