Kneecap: δεν είναι μια χιπ χοπ ταινία – είναι εξέγερση

image_pdfimage_print

Του Μάριου Αυγουστάτου

Kneecap: είναι ήδη η πιο δηµοφιλής ταινία που γυρίστηκε ποτέ στην οποία κυριαρχεί η Ιρλανδική γλώσσα. Η ιστορία µιας παρέας από την Βόρεια Ιρλανδία που ανακαλύπτουν εκ νέου τον πολιτικό ρόλο του χιπ-χοπ, µια ταινία για µια µπάντα που ήδη έχει αποδείξει ότι όσο περισσότερη καλλιτεχνική ελευθερία έχεις (ή… αποκτάς) τόσο περισσότερο «σαµατά» κάνεις. Σκηνοθέτης: ο Rich Peppiatt, ο πρώην δηµοσιογράφος της «Daily Star», που το 2011 έστειλε µια επιστολή παραίτησης, κατηγορώντας τη για κιτρινισµό και ισλαµοφοβία. Πρωταγωνιστές: το ίδιο το χιπ-χοπ τρίο.

Ένα τολµηρό κινηµατογραφικό εγχείρηµα

Η ταινία Kneecap αναφέρεται στη δημιουργία και την άνοδο του οµώνυµου τρίο hip-hop της Βόρειας Ιρλανδίας, που ραπάρει στα αγγλικά και τα ιρλανδικά. Στην ταινία πρωταγωνιστούν τα ίδια µέλη του συγκροτήµατος, που είναι οι Liam Óg Ó Hannaidh, Naoíse Ó Cairealláin και JJ Ó Dochartaigh. Το τρίο προκάλεσε µεγάλη αναταραχή το 2019, όταν, µια µέρα µετά τη βασιλική επίσκεψη του Γουίλιαµ και της Κέιτ στο Empire Music Hall της πόλης, εµφανίστηκαν live και ο κόσµος αναφωνούσε (στα αγγλικά) “Brits out”.

Μια µπάντα µε έντονη παρουσία που αναδύθηκε από το κίνηµα της ιρλανδικής γλώσσας στο Βορρά, εφευρίσκοντας εκ νέου το πολιτικό hip-hop και προτάσσοντας τη ρεπουµπλικανική και ιρλανδική κουλτούρα ενάντια σε ένα γενικευµένο καθεστώς συναίνεσης.

Το Kneecap παρουσιάζει στον πλανήτη εκ νέου την οργή (αλλά και τις αντοχές…) της νεολαίας που ζει στο «µετα»-συγκρουσιακό Μπέλφαστ. Κάνει βουτιά σε θέµατα αντίστασης, ταυτότητας και ανεξαρτησίας, µιλώντας στο όνοµα όσων αµφισβητούν τα εδραιωµένα συστήµατα που ισχυρίζονται ότι «διατηρούν την τάξη», αλλά ουσιαστικά το κάνουν εις βάρος της προσωπικής αλλά και συλλογικής ελευθερίας.

Χιούµορ και περιφρόνηση – µια σύγχρονη ιρλανδική ταυτότητα

Η προσέγγιση του Peppiatt στην ταινία συνδυάζει την punk ενέργεια µε τον χιπ-χοπ σαµατά, ένα δυναµικό µείγµα από το τρίο που χρησιµοποιεί το χιούµορ για να αποκαλύψει τα βάσανα της καθηµερινότητας που κρύβονται κάτω από τις σκιές της αποικιοκρατίας. Οι δυναµικές ερµηνείες, τόσο µουσικά όσο και επί της οθόνης, χρησιµεύουν ως αντανάκλαση µιας γενιάς που µεγαλώνει ανάµεσα στα ερείπια του βρετανικού ιµπεριαλισµού και τη σαπίλα του -ντόπιου και µη- καπιταλισµού. Σε ένα µέρος όπου τα σύµβολα του εθνικισµού και της κρατικής εξουσίας συνεχίζουν να εισχωρούν στην καθηµερινή ζωή, το Kneecap καταφέρνει να είναι κάτι περισσότερο από µια ιστορία τριών επαναστατηµένων µουσικών. Γίνεται µικρογραφία της εξέγερσης µιας νεολαίας ενάντια σε κατεστηµένες πολιτικές.

Μέσα από σκηνές γεµάτες µε παιχνιδιάρικη ασέβεια -όπως ο χλευασµός της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας ή κοροϊδεύοντας τον… ευγενικό χαρακτήρα των κατοίκων Μπέλφαστ- η ταινία αγγίζει έναν βαθύ προβληµατισµό. Ένας προβληµατισµός που έχει τις ρίζες του στη βιωµένη εµπειρία των νέων που αντιµετωπίζουν περιορισµένες οικονοµικές προοπτικές, ένα πολιτικό πλαίσιο που εξακολουθεί να ελέγχεται από τις οικονοµικές και ιµπεριαλιστικές ελίτ και έναν κόσµο όπου η «ειρήνη» έχει έρθει, όχι µε κοινωνική δικαιοσύνη αλλά µε τη βία. Είναι µια αφιλτράριστη µατιά στον αντίκτυπο των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που δίνουν προτεραιότητα στο κέρδος έναντι των ανθρώπων, πάντα υπό το πρόσχηµα της «ανάπτυξης».

Αποδοµώντας τη νεοφιλελεύθερη «ανάπτυξη» στο Μπέλφαστ

Μία από τις βασικές επιτυχίες της ταινίας είναι το πώς αποτυπώνει τα ανάµεικτα συναισθήµατα µιας πόλης (και τουλάχιστον µιας γενιάς) που «αναζωογονείται» µε νεοφιλελεύθερους όρους. ∆εν είναι απλά µια ιστορία χιπ-χοπ «χουλιγκανισµού».

Ο καπιταλισµός επαναπροσδιορίζει τους χώρους, δηµόσιους και µη, για να εξυπηρετήσει τους λίγους. Το Μπέλφαστ υφίσταται ραγδαίες αλλαγές, από επιφανειακές έως συνεχώς διευρυνόµενες τουριστικές περιοχές, χάριν ενός ισοπεδωτικού «εξευγενισµού». Ωστόσο, για τους πολλούς, αυτές οι αλλαγές έχουν ένα µεγάλο κόστος. Οι γειτονιές της εργατικής τάξης, ήδη υποβαθµισµένες και περιθωριοποιηµένες από τη βρετανική κυριαρχία, παραµένουν “υπό”, για χάρη ενός πιο αποστειρωµένου, κερδοφόρου Μπέλφαστ.

Η αντιπαράθεση µεταξύ της τριάδας και του «καθεστωτικού» προσώπου της πόλης λειτουργεί ως κινηµατογραφική διαµαρτυρία προς τον κρατικό µηχανισµό που ελέγχει το µέλλον της Βόρειας Ιρλανδίας. Η ταινία πραγµατεύεται τολµηρά πώς οι λεγόµενες «βελτιώσεις» δίνουν προτεραιότητα στο κέρδος, περιθωριοποιώντας παράλληλα τις ζωντανές κοινότητες που έδιναν και δίνουν το χαρακτήρα στις γειτονιές του Μπέλφαστ. Βλέπουµε ένα πεδίο διαρκούς µάχης όπου οι νέοι βλέπουν τον εαυτό τους ως ανεπιθύµητους, ξένους µέσα στην ίδια την πόλη τους.

Σε όλη την ταινία µια «φανταστική» οµάδα περιφρούρησης («Ριζοσπαστικοί Ρεπουµπλικάνοι Ενάντια στα Ναρκωτικά») υφίστανται κριτική και γελοιοποίηση. Είναι µια αναφορά σε πραγµατικές οµάδες όπως η «Ρεπουµπλικανική ∆ράση κατά των Ναρκωτικών».

Αναδεικνύεται, πέρα από την περιφρόνηση της εξουσίας, η κατανόηση της χρήσης ναρκωτικών.  «Οι νέοι παίρνουν ναρκωτικά, αυτή είναι η πραγµατικότητα», είπε ο Ó Cairealláin. Και η πραγµατικότητα είναι κάτι που δεν πρέπει να αγνοούµε αν θέλουµε να αλλάξουµε τον κόσµο…

Η ιρλανδική γλώσσα και η πολιτιστική αποκατάσταση είναι αντίσταση

Κεντρικό στοιχείο της ταινίας είναι η χρήση της ιρλανδικής γλώσσας, µια σκόπιµη ανάκτηση µιας πολιτιστικής κληρονοµιάς που οι ιµπεριαλιστικές δυνάµεις προσπάθησαν να διαγράψουν. Σε πολλές σκηνές, η ιρλανδική γλώσσα όχι απλά εκφέρεται αλλά επιδεικνύεται, αµφισβητώντας την ιστορική καταστολή του ιρλανδικού πολιτισµού από την βρετανική κυβέρνηση. Αυτή η αναβίωση της γλώσσας είναι µια επαναστατική πράξη, υπογραµµίζοντας τη δέσµευση της µπάντας για πολιτιστική αυτοδιάθεση. Η γλώσσα γίνεται ταυτόχρονα µέσο αντίστασης αλλά και υπενθύµιση ότι η ταυτότητα ναι µεν διαµορφώνεται και εξελίσσεται, αλλά δεν είναι διατεθιµένη να παραδοθεί στις επιβολές της αποικιακιοκρατίας.

Οι πρωταγωνιστές αρνούνται να στρογγυλέψουν τις πολιτιστικές τους δηλώσεις. ∆εν είναι απλώς µια αισθητική επιλογή, είναι µια απόρριψη της στενής, εγκεκριµένης από το κράτος εκδοχής της Ιρλανδίας που επιβλήθηκε µέσα από χρόνια βίαιου αποικισµού. Με την έµφαση στη χρήση ιρλανδικής γλώσσας, η ταινία αντιστέκεται στην ιδέα ότι οι αποικιοκρατούµενοι άνθρωποι πρέπει να συµµορφώνονται µε τη γλώσσα και κατ’επέκταση τα πρότυπα των ιµπεριαλιστών για να νιώσουν ότι «ανήκουν» στον µετααποικιακό κόσµο.

Όχι στην εµπορευµατοποίηση της εξέγερσης

Σε µια εποχή που οι εξεγέρσεις και τα σύµβολά τους συχνά απολυµαίνονται, συσκευάζονται και διατίθενται για ευρεία κατανάλωση, το Kneecap προσφέρει µια αφιλτράριστη µατιά στο πώς είναι η αντίσταση όταν δεν είναι ρετουσαρισµµένη για το «ασφαλές» κοινό. Η µουσική της τριάδας και η ίδια η ταινία χρησιµεύουν ως µια αντεστραµένη αφήγηση στις δυνάµεις που προσπαθούν να συνδυάσουν τη φωνή τους και να τη συσκευάσουν σε µια εµπορεύσιµη και παραδοµένη «Ιρλανδία». Η επιλογή του Peppiatt να αναδείξει τις τραχιές, ακόµη και χαοτικές άκρες της ζωής της τριάδας είναι µια προκλητική στάση ενάντια στην εµπορευµατοποίηση της υποκουλτούρας, υποστηρίζοντας ότι η αληθινή εξέγερση δεν ταιριάζει σε προσχεδιασµένα πακέτα.

Οι σκηνές που είναι γεµάτες σάτιρα, ανατρεπτικό χιούµορ, ακόµη και απερίσκεπτη περιφρόνηση δείχνουν ότι η εξέγερση για να είναι αποτελεσµατική δεν πρέπει  να κάνει πίσω. Οι δηµιουργοί αρνούνται να αφήσουν τον καπιταλισµό να υπαγορεύσει τους όρους της πολιτιστικής έκφρασης, κρατώντας σταθερά την ταυτότητά τους µπροστά στις αδυσώπητες δυνάµεις της αφοµοίωσης και της εµπορευµατοποίησης.

Πολιτικά αιχµηρό

Το τρίο είναι επίσης πολιτικά αιχµηρό σε θέµατα από την ψυχική υγεία, την αντίθεση µε την ακροδεξιά, µέχρι και τη δηµόσια υποστήριξη τους στην Παλαιστίνη. Το χιπ-χοπ τρίο του Μπέλφαστ Kneecap ακύρωσε την εµφάνιση στο φεστιβάλ SXSW σε «αλληλεγγύη µε τον λαό της Γάζας» γιατί ο αµερικανικός στρατός είναι «σούπερ χορηγός» φέτος.

Σε πολλές από τις πρεµιέρες της ταινίας, τα µέλη του οδήγησαν κουνώντας κάνιστρα καπνού από την οροφή ενός οχήµατος που θύµιζε τα θωρακισµένα οχήµατα ταραχών της Αστυνοµικής Υπηρεσίας της Βόρειας Ιρλανδίας (PSNI: Police Service of Northern Ireland). Έκαναν µάλιστα graffitti ένα φλεγόµενο περιπολικό, που οι του ∆ηµοκρατικού Ενωτικού Κόµµατος και οι Τόρις βρήκαν πολύ προσβλητικό. Ωραία πράγµατα.

Μια χαρακτηριστική (πραγµατική) σκηνή είναι ένα κλιπ που δείχνει µια διαδήλωση από τον Μάιο του 2022, όταν 17.000 gaeilgeoirs (υποστηρικτές της ιρλανδικής γλώσσας) µαζεύτηκαν για να διαδηλώσουν στο Μπέλφαστ απαιτώντας δικαιώµατα στην ιρλανδική γλώσσα.

Το Kneecap είναι µια ταινία που αψηφά τις αφηγήσεις της «ανάπτυξης», απαιτώντας να αµφισβητήσουµε τις καπιταλιστικές δοµές που διαµορφώνουν το σύγχρονο Μπέλφαστ και, κατ’ επέκταση, τον κόσµο. Είναι µια ταινία που αγκαλιάζει την περιφρόνηση και το χιούµορ ως όπλα επιβίωσης και εργαλεία ενάντια στα ιµπεριαλιστικά σχέδια. Κριτικάροντας έντονα την εµπορευµατοποίηση του πολιτισµού, την εξαθλίωση των γειτονιών της εργατικής τάξης και προτάσσοντας τη δύναµη της γλώσσας στην ανάκτηση της αυτοδιάθεσης, ο Peppiatt και το τρίο Kneecap προσφέρουν µια κινηµατογραφική εµπειρία που είναι αναζωογονητική και προκλητική.

Είναι µια υπενθύµιση της δύναµης της τέχνης που αρνείται να είναι ουδέτερη, που παίρνει το µέρος των καταπιεσµένων και τής εργατικής τάξης. Είναι ένα κάλεσµα σε αγώνα για όσους αµφισβητούν τα συστήµατα που διαµορφώνουν τη ζωή τους – και στην Ιρλανδία και σε όλο τον κόσµο, µια υπενθύµιση του καθήκοντος της διαρκούς αντίστασης.  Το Kneecap είναι επαναστατικό και γεµάτο ωµό χιούµορ, χλευάζοντας την αποικιακής “κληρονοµιά” και τις καπιταλιστικές δυνάµεις που συνεχίζουν να διαµορφώνουν -και να περιορίζουν- το µέλλον της εργατικής τάξης και της νεολαίας της Βόρειας Ιρλανδίας.

Ο Peppiatt, χέρι χέρι µε την ακατέργαστη ενέργεια των ίδιων των µελών της µπάντας, δηµιούργησε κάτι περισσότερο από µια ταινία: είναι µια ξεκάθαρη δήλωση. Ας ενώσουµε τις φωνές µας λοιπόν µαζί τους και να αναφωνήσουµε: «Brits Out!»

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.