
Η επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ εναντίον του Ιράν συνιστά μια απρόκλητη πολεμική ενέργεια που απειλεί να τινάξει στον αέρα ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Με αστεία προσχήματα περί «ασφάλειας» και «αποτροπής», οι δύο δυνάμεις εγκαινιάζουν έναν νέο κύκλο βίας, αποδεικνύοντας ότι η πραγματική τους επιδίωξη δεν είναι η ειρήνη αλλά η διατήρηση γεωπολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας στην περιοχή. Οι βομβαρδισμοί, οι εκατόμβες αμάχων και η στρατιωτική κλιμάκωση δεν αποτελούν ατύχημα της ιστορίας, αλλά μια είναι συνειδητή επιλογή επιβολής μέσω της καταστροφής. Μόνο ως τραγική ειρωνεία ακούγονται τα κροκοδείλια δάκρυα των ρατσιστικών και σεξιστικών κύκλων του Αμερικανού προέδρου και του μακελάρη Νετανιάχου για τα δικαιώματα των γυναικών στο Ιράν, όταν τα πρώτα θύματα της επίθεσής τους ήταν δεκάδες μικρά κοριτσάκια, σε Δημοτικό σχολείο, θύματα των όπλων της «πολιτισμένης» και «φιλελεύθερης» Δύσης
Η επίθεση στο Ιράν αποτελεί συνέχεια της ίδιας στρατηγικής που διέλυσε χώρες, γέννησε πολέμους χωρίς τέλος και μετέτρεψε τη Μέση Ανατολή σε μόνιμη ζώνη συγκρούσεων. Οι λαοί πληρώνουν με αίμα, φτώχεια και προσφυγιά την επιδίωξη ηγεμονίας των ιμπεριαλιστικών κέντρων. Κάθε «χειρουργικό πλήγμα» ανοίγει τον δρόμο για γενικευμένη ανάφλεξη, κάθε στρατιωτική επιχείρηση πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο ενός πολέμου που μπορεί να ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η περιοχή βρίσκεται ένα βήμα πριν από μια ευρύτερη σύρραξη με απρόβλεπτες διεθνείς συνέπειες.
Σε αυτή την επικίνδυνη συγκυρία, οι χώρες που φιλοξενούν βάσεις και προσφέρουν στρατιωτική υποστήριξη παύουν να είναι «σύμμαχοι» και μετατρέπονται σε ενεργά μέρη του πολέμου. Οι ξένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις δεν προστατεύουν τους λαούς , αλλά τους εκθέτουν. Δε λειτουργούν ως ασπίδα, αλλά μετατρέπουν ολόκληρες κοινωνίες σε πιθανούς στόχους αντιποίνων, καθώς χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο και τις επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο. Η Κύπρος βρίσκεται στο στόχαστρο του πολέμου. Δυο ελληνικά πολεμικά πλοία και δυο F-16 αποστέλλονται στο νησί. Πληροφορίες μιλούν για ελληνική στρατιωτική συμμετοχή και στο Σουέζ .Οι περιοχές στη Σαουδική Αραβία όπου σταθμεύει ελληνική πυροβολαρχία, βομβαρδίζονται. Η αμερικανοΝΑΤΟική βάση της Σούδας, την οποία το Ιράν έχει υποδείξει ως κέντρο αντιποίνων, έχει “σφραγιστεί”. Ελληνικό πλοίο συμμετέχει υπό την ομπρέλα της ΕΕ στο θέρετρο του πολέμου.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη φέρει βαριά ευθύνη για αυτές την εξέλιξη. Συντάσσεται ανοιχτά με τους επιτιθέμενους, παραχωρώντας βάσεις, στρατιωτικές υποδομές και πολιτική κάλυψη. Η ενεργή χρήση της βάσης της Σούδας για επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, η αποστολή πολεμικών μέσων και η στρατιωτική συνεργασία εντάσσουν την Ελλάδα στον πολεμικό σχεδιασμό. Η χώρα μετατρέπεται σε ορμητήριο επιχειρήσεων και ταυτόχρονα σε πιθανό στόχο, καθώς οι ίδιες οι επιθέσεις δημιουργούν κύκλους αντιποίνων που δεν γνωρίζουν σύνορα.
Η κυβερνητική πολιτική παρουσιάζεται ως «σταθερότητα» και «στρατηγική αναβάθμιση», όμως στην πραγματικότητα σημαίνει βαθύτερη εμπλοκή στο μακελειό. Η πρόσδεση στον άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ, η στρατιωτική συνεργασία και η συμμετοχή σε επιχειρήσεις υπηρετούν συγκεκριμένα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα και εγχώρια και ξένα, όμως όχι την ασφάλεια της κοινωνίας. Την ώρα που οι λαοί καλούνται να αποδεχτούν περικοπές και θυσίες, τεράστιοι πόροι διοχετεύονται σε εξοπλισμούς και πολεμικές αποστολές, επιβεβαιώνοντας ότι ο πόλεμος αποτελεί και οικονομική επιλογή υπέρ του κεφαλαίου και των ισχυρών πολεμοκάπηλων μερίδων του.
Η ελληνική κυβέρνηση, αντί να υπερασπιστεί μια πολιτική ειρήνης και μη εμπλοκής, δένει τη χώρα όλο και πιο σφιχτά στο άρμα των πολεμικών σχεδιασμών. Με την παραχώρηση βάσεων και τη συμμετοχή σε στρατιωτικές αποστολές, εγκαταλείπει την παραδοσιακή δυνατότητα σχέσεων φιλίας με τους λαούς της περιοχής και μετατρέπει την Ελλάδα σε προκεχωρημένο φυλάκιο μιας σύγκρουσης που δεν ανήκει στους ανθρώπους της. Έτσι, η χώρα γίνεται μέρος του προβλήματος.
Οι συνέπειες δεν είναι μόνο γεωπολιτικές αλλά και κοινωνικές. Ο πόλεμος συνοδεύεται από οικονομική αφαίμαξη, ενίσχυση της πολεμικής οικονομίας και καλλιέργεια φόβου. Οι κοινωνίες καλούνται να αποδεχτούν την ιδέα ότι τα φέρετρα στρατιωτών είναι «αναπόφευκτο κόστος» συμμαχιών, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για επιλογές που εξυπηρετούν αλλότρια συμφέροντα. Η ασφάλεια μετατρέπεται σε πρόσχημα για τη νομιμοποίηση της εμπλοκής.
Η επίθεση στο Ιράν δεν απειλεί μόνο έναν λαό. Απειλεί να σύρει ολόκληρη την περιοχή σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση και να μεταφέρει τις συνέπειες μέχρι την Ευρώπη. Όσο οι κυβερνήσεις συμμετέχουν ή διευκολύνουν τις επιχειρήσεις, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να μετατραπούν οι ίδιες οι κοινωνίες τους σε στόχους. Η πραγματική προστασία δεν βρίσκεται στη στρατιωτική ευθυγράμμιση αλλά στην απεμπλοκή. Απέναντι σε αυτή την πορεία, η μόνη ρεαλιστική και δίκαιη στάση είναι η ξεκάθαρη καταδίκη της επέμβασης, η διακοπή κάθε συμμετοχής, η απομάκρυνση των βάσεων και η απεμπλοκή από το ΝΑΤΟ, παράγοντες που μετατρέπουν τη χώρα σε κόμβο πολέμου. Οι λαοί δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από συγκρούσεις που σχεδιάζονται για την ηγεμονία και τα κέρδη λίγων. Έχουν, όμως, κάθε λόγο να αντισταθούν σε μια πολιτική που τους οδηγεί από την ανασφάλεια στην καταστροφή.
Η επιλογή είναι σαφής, δηλαδή είτε βαθύτερη εμπλοκή σε έναν πόλεμο χωρίς τέλος είτε ρήξη με τη λογική των επεμβάσεων και αγώνας για ειρήνη, διεθνιστική αλληλεγγύη, πραγματική ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση των λαών που μπορούν να οικοδομούν το μέλλον τους και να αγωνίζονται για τα δικαιώματά τους χωρίς προστάτες! Σήμερα, η καταδίκη της επίθεσης στο Ιράν και της ελληνικής συμμετοχής πρέπει να επιβληθεί από ένα ρωμαλέο αντιπολεμικό κίνημα και τη φιλειρηνική κινητοποίηση όλων. Δεν είναι αυτό απλώς μια πολιτική θέση, είναι αυτό που μας αντιστοιχεί ως πράξη ευθύνης απέναντι στο μέλλον του τόπου μας, το μέλλον των λαών και το μέλλον της ανθρωπότητας.




Υποβολή απάντησης