Καλό ταξίδι Ροβήρο Μανθούλη, άφησες το αποτύπωμά σου σε ότι έκανες

image_pdfimage_print

“Και με ρωτούσαν πώς έγινα αριστερός, και απαντούσα ότι έγινα μόλις διάβασα τους Άθλιους του Ουγκώ. Γιατί, όταν διαβάσεις αυτό το βιβλίο, δεν μπορείς να μη συμπαθήσεις τον άνθρωπο που υποφέρει.”

Πέθανε σήμερα σε ηλικία 92 ετών ο σπουδαίος σκηνοθέτης και διανοούμενος Ροβήρος Μανθούλης, νοσηλευόταν σε νοσοκομείο του Παρισιού έχοντας νοσήσει με κορωνοϊό.

Ο Ροβήρος Μανθούλης γεννήθηκε στην Κομοτηνή και μεγάλωσε στην Αθήνα. ‘Εφηβος, πήρε μέρος στην Αντίσταση κατά των ναζί. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Αθήνα και Σκηνοθεσία στην Αμερική.

Σε ηλικία 17 χρονών εξέδωσε την ποιητική του συλλογή «Σκαλοπάτια», ενώ εκτοτε γύρισε 122 ταινίες (τις περισσότερες στη Γαλλική Τηλεόραση), εξέδωσε 17 βιβλία και για ένα διάστημα ήταν διευθυντής στην ΕΡΤ-1 και ΕΡΤ-2.

Η ζωή του ήταν μοναδικά συναρπαστική, από τα παιδικά του χρόνια ως τώρα.

Τα πρώτα του χρόνια

Ο Ροβήρος Μανθούλης γεννήθηκε στην Κομοτηνή το 1929 και μεγάλωσε στην Αθήνα. Συμμετείχε στις γραμμές του ΕΑΜ των Νέων και συνέχεια της ΕΠΟΝ. Από τα τέλη του 1943 μέχρι την Απελευθέρωση, ήταν αυτός που εκφωνούσε με το χωνί τα βράδια τα αντιστασιακά μηνύματα στα Εξάρχεια και τη Νεάπολη.

Μετά το γυμνάσιο σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στην Πάντειο κι εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή “Σκαλοπάτια” (1949).

Η παρέα του, στο φιλολογικό πατάρι του Λουμίδη, ήταν, ανάμεσα σ’ άλλους, ο Μιχάλης Κατσαρός, ο Νίκος Γκάτσος, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο κριτικός Αλέκος Αργυρίου και ο σκηνοθέτης Φρίξος Ηλιάδης, που εξέδιδε το περιβόητο περιοδικό «Ποιητική Τέχνη». Δάσκαλός του στην ποίηση ήταν ο Νικηφόρος Βρεττάκος.

Η εμπειρία των ΗΠΑ κι η επιστροφή στην Ελλάδα

Από το 1949 έως το 1953 σπούδασε Κινηματογράφο και Θέατρο στο Πανεπιστήμιο Syracuse της Νέας Υόρκης. Εκεί είχε και τα πρώτα πάρε δώσε με το αμερικάνικο καθεστώς. Τότε ανοίχτηκε και ο πρώτος αμερικανικός φάκελός του, όταν δημοσίευσε ένα αντι-μακαρθικό άρθρο στην εφημερίδα του Πανεπιστήμιου. Στην ίδια πόλη είχε το στρατηγείο του ο Μακάρθυ. Τον δεύτερο φάκελο του τον άνοιξαν το 1972, όταν γύριζε στο Harlem την ταινία «Μπλουζ με σφιγμένα δόντια». Όταν επέστρεψε από την Αμερική, το 1953, συνεργάστηκε στην αρχή με το «Θέατρο της Τετάρτης» του Ε.Ι.Ρ., φέρνοντας μια καινούρια ραδιοφωνική τεχνική στις θεατρικές διασκευές.

Aνέλαβε τη διεύθυνση σπουδών σε δυο κινηματογραφικές σχολές διαδοχικά. Στη Σχολή Σταυράκου (είχαν ήδη διδάξει ο Κάρολος Κουν, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γιάννης Τσαρούχης) είχε συνεργάτες του τον Γρηγόρη Γρηγορίου και τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο και στη Σχολή Ιωαννίδη. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με το Χρήστο Βαχλιώτη και με πολλούς άξιους μαθητές του όπως ο Ηρακλής Παπαδάκης, ο Φώτης Μεσθεναίος, ο Λέων Λοΐσιος. (Στα δυο ντοκιμαντέρ που γύρισε ο Λοΐσιος στη Λέσβο, ο Μεσθεναίος ήταν οπερατέρ, ο Μανθούλης μοντέρ και ο Μπακογιαννόπουλος έγραψε την αφήγηση).

Το πάθος του με το ντοκιμαντέρ…

Ανάμεσα στους γνωστότερους μαθητές του ήταν ο Παντελής Βούλγαρης, ο Νίκος Νικολαΐδης, ο Δημήτρης Κολλάτος και ο Βασίλης Ραφαηλίδης, που έγινε και βοηθός του σ’ ένα ντοκιμαντέρ. Στο μεταξύ, είχε αναλάβει να οργανώσει το τμήμα ντοκιμαντέρ στο υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών, αλλά σ’ ένα χρόνο απολύθηκε από το κράτος της Δεξιάς. Μόλις που πρόφτασε τότε, το 1958, να γυρίσει την πρώτη του ταινία, ένα ντοκιμαντέρ για τη Λευκάδα, που θα πρέπει να είναι, απ’όσο γνωρίζουμε, και το πρώτο ελληνικό ντοκιμαντέρ.

Στη Λευκάδα ανέβασε παράλληλα το ποιητικό έργο του Ουίλιαμ Σαρόγιαν «Η Καρδιά μου κει πάνω στα ψηλά». Σ’ αυτό έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση ο Γιώργος Παπαστεφάνου, στο ρόλο ενός παιδιού και ο σημερινός συγγραφέας Στράτης Χαβιαράς, 23 χρόνων μόλις στον ρόλο ενός ηλικιωμένου 90 χρονών! Ο δε Μάνος Ελευθερίου (νεότατος, 20 χρονών) είχε πάρει μέρος στον χορό των αγροτών –έφερνε πορτοκάλια και αυγά στον “γηραιό” Χαβιαρά.

Η διάδοση του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα ήταν κεντρικός άξονας στη ζωή του τότε (ήταν ανύπαρκτο σαν είδος) και το 1960 ίδρυσε την «Ομάδα των 5», με τους Ηρακλή Παπαδάκη, Φώτη Μεσθεναίο, Γιάννη Μπακογιαννόπουλο και Ρούσσο Κούνδουρο. Ανέλαβε διαλέξεις, προβολές, φεστιβάλ και κινηματογραφικές λέσχες που είχε αποτέλεσμα. Πολλοί (εκτός κι από την “Ομάδα των 5”) το ακολούθησαν και γύρισαν για διάφορους οργανισμούς ντοκιμαντέρ και έζησαν απ’ αυτό. Η «Ακρόπολη των Αθηνών» (1961), που γύρισε με τον Ηρ. Παπαδάκη, τον Φ. Μεσθεναίο αλλά και τον πολύ γνωστό αρχαιολόγο Γιάννη Μηλιάδη, πουλήθηκε σε 3.000 πανεπιστήμια.

Όλες οι ταινίες των “5” αποσπούσαν το βραβείο του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. ”Η Πιο Μεγάλη Δύναμη” το 1961, «Άνθρωποι και Θεοί» το 1965 με τη φωνή του Κίμωνα Φράιερ που μεταδιδόταν κάθε χρόνο, επί 5 χρόνια, από το NBC.

και τη σκηνοθεσία γενικότερα

Το 1959 ο Μανθούλης δέχτηκε μια πρόταση του κυρ-Αντώνη Ζερβού (της γνωστής εταιρείας ΑΝΖΕΡΒΟΣ, που είχε στούντιο, διανομή και πολλά σινεμά) να γυρίσει μια ελληνική κωμωδία –την «Κυρία Δήμαρχο» (1960)– με πρωταγωνιστές τη Γεωργία Βασιλειάδου και τον Βασίλη Αυλωνίτη, τον Νίκο Κούρκουλο σε δευτερεύοντα ρόλο, τον Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα σε πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση και τον Φώτη Μεσθεναίο ως διευθυντή φωτογραφίας.

Το ίδιο συνέβη και με την «Οικογένεια Παπαδοπούλου» (1961), σε σενάριο του Βαγγέλη Γκούφα, με τον Ορέστη Μακρή, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τον Παντελή Ζερβό, την Κάκια Αναλυτή, τον Στέφανο Ληναίο και τον Θανάση Βέγγο (πριν ακόμα γίνει κεντρικός πρωταγωνιστής).

Ψηλά τα χέρια Χίτλερ - Βικιπαίδεια

Ένας από τους μεγαλύτερους ρόλους του Θανάση Βέγγου, που του χάρισε και το Βραβείο Καλυτέρου Ηθοποιού από τους κριτικούς, θα είναι στην επόμενη (και αντιφασιστική) ταινία του Μανθούλη «Ψηλά τα Χέρια Χίτλερ» (1962), μαζί με τον Βασίλη Διαμαντόπουλο. Στην ταινία αυτή ο Μανθούλης ανέβασε τον πήχυ ακόμα περισσότερο, περνώντας την ατμόσφαιρα και την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων στη διάρκεια της Κατοχής.

Το «Ψηλά τα Χέρια Χίτλερ» ήταν μια πρώτη πολιτική ταινία, αλλά το «Πρόσωπο με Πρόσωπο», (1966) θα είναι ακόμα πιο καυστική. Το έναυσμα τού το έδωσαν τα Ιουλιανά. Πλάθοντας μια καρικατούρα της αναρριχόμενης νεόπλουτης τάξης των εφοπλιστών και των κατασκευαστών, που ασχήμαιναν την Αθήνα, επεσήμανε τις δικτατορικές τάσεις (που ακόμα κι η επίσημη Αριστερά αγνοούσε) που απειλούσαν τις δημοκρατικές ελευθερίες και τα δικαιώματα, που με πολλούς αγώνες είχαν αρχίσει να εμφανίζονται στη χώρα μας. Μια ταινία που δεν ήταν καθόλου εύκολο να γυριστεί, η Λογοκρισία καραδοκούσε…

Μια ταινία που έγινε χάρη σε συλλογική προσπάθεια, πολλοί συνέβαλαν με μικρές χρηματικές συμμετοχές αλλά και με προσωπική δουλειά. Το σενάριο ποτέ δεν υποβλήθηκε στη Λογοκρισία και άρχισε το γύρισμα έχοντας μια άδεια για… ένα προηγούμενο ντοκιμαντέρ.

Η ταινία πρόλαβε να πάρει μέρος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1966. Η προβολή ξεσήκωσε τη φοιτητική νεολαία, εντυπωσίασε τους ξένους κριτικούς και πήρε το Χρυσό Βραβείο Σκηνοθεσίας, όπως το έλεγαν τότε. Η κριτική επιτροπή αποτελούνταν από τους/τις: Γιάννη Τσαρούχη, Μάνο Χατζιδάκι, Έλλη Λαμπέτη, Φιλοποίμην Φίνο, Γιάννη Μπακογιαννόπουλο, Γρηγόρη Γρηγορίου… Μέσα στο “εξεγερσιακό” κλίμα της εποχής (τα Ιουλιανά ήταν πολύ πρόσφατα) το κοινό περίμενε τον σκηνοθέτη στην έξοδο, τον σήκωσε στους ώμους και τον πήγε στους έκπληκτους Γάλλους κριτικούς που τον περίμεναν στο καφενείο για να του πάρουν συνέντευξη.

Πρόσωπο με Πρόσωπο (1966) ⋆ Filmy.gr

Τον επόμενο χρόνο, το «Πρόσωπο με Πρόσωπο» κλήθηκε να πάρει μέρος σε διάφορα φεστιβάλ, ξεκινώντας από το Διεθνές Φεστιβάλ Νέου Κινηματογράφου στην πόλη Υέρ της νότιας Γαλλίας. Κατ’ εξαίρεση και εκτός διαγωνισμού, γιατί το Φεστιβάλ έκανε δεκτές μόνο πρώτες ταινίες σκηνοθετών, ενώ για τον Μαθούλη ήταν πλέον η 4η του.

Η πρώτη μέρα του Φεστιβάλ ήταν η 21η Απριλίου (τη μέρα που έγινε το χουντικό πραξικόπημα) και ξεκίνησε με το «Πρόσωπο με Πρόσωπο»! Η ταινία ήταν προφητική, αλλά οι συμπτώσεις ήταν απίστευτες. Άθελά του έγινε η πρώτη αντιχουντική εκδήλωση στο εξωτερικό. Με το διεθνή Τύπο να τα καταγράφει όλα. Οι συνεντεύξεις του Μανθούλη μεταδόθηκαν το ίδιο βράδυ από πολλά ευρωπαϊκά ραδιόφωνα και από τη «Φωνή της Αλήθειας», ραδιοφωνικό σταθμό που εξέπεμπε από την ανατολική Ευρώπη. Την επόμενη εβδομάδα το Φεστιβάλ Κανών οργάνωσε μια ειδική προβολή, αδιαφορώντας παγερά για τις διαμαρτυρίες της χούντας. Φυσικά, η ταινία απαγορεύτηκε στην Ελλάδα «καθ’ άπασαν την επικράτειαν, δια λόγους γενικοτέρας θέσεως», το διαβατήριο του σκηνοθέτη ακυρώθηκε, η αστυνομία επισκέφτηκε το σπίτι του, το όνομά του μπήκε στη μαύρη λίστα που δεν έπρεπε να αναφέρεται πουθενά στον Τύπο.

Παρά την χούντα που είχε επιβληθεί, τη σκυτάλη της αντίστασης την πήρε το «Ψηλά τα χέρια Χίτλερ» (που προβαλλόταν σταθερά κάθε χρόνο). Κατά τη διάρκεια των προβολών οι θεατές, μόλις άκουγαν το “Έχει η νύχτα θάνατο”, τραγούδι των Χριστοδούλου-Θεοδωράκη , ξέσπαγαν σε συνθήματα κατά της χούντας.

Η διεθνής επιτυχία

Είναι η αρχή της εξορίας του στο εξωτερικό. Η ταινία παίζεται στο Παρίσι, οι κριτικές είναι θριαμβευτικές, η γαλλική τηλεόραση καλεί τον Μανθούλη σε συνεργασία. Του αναθέτει τη σκηνοθεσία ενός πρωτότυπου προγράμματος που θα γυρίζεται σε διάφορες χώρες (ταξίδευε, τότε, με προσφυγικό διαβατήριο σαν «άπατρις»), ερευνώντας τις πολιτικές και κοινωνικές ρίζες του πολιτισμού.

10Είναι η εποχή των εξεγέρσεων των 60ς, του αντιπολεμικού κινήματος, των πολιτικών δικαιωμάτων, της γενιάς που αντιτίθεται στον πόλεμο του Βιετνάμ και στις κατεστημένες αξίες γενικότερα και που, στη Γαλλία, θα καταλήξει στον Μάη του ’68. Στην εκπομπή, που είχε τίτλο «Στην Αφίσα του Κόσμου», γύρισε πολλούς διάσημους καλλιτέχνες, όπως τον Jacques Brel, την Joan Baez, τους Rolling Stones, τον Johnny Hallyday, τον Georges Moustaki και πολλούς άλλους. Για την ίδια εκπομπή γύρισε ντοκιμαντέρ με τον Μίκη Θεοδωράκη, τη Μελίνα, και τη Μαρία Φαραντούρη για την κατάσταση στην Ελλάδα. Μια εκπομπή που αγαπήθηκε τόσο από το κοινό όσο και από τους κριτικούς,που της έδωσαν το ετήσιο βραβείο της καλύτερης γαλλικής εκπομπής του 1969. «Μια μόνο σκηνή του Ροβήρου Μανθούλη, οι ακροβάτες που εκτελούν τα νούμερά τους πάνω από τις ρουλέτες σ’ ένα καζίνο του Λας Βέγκας, έφτανε για να στείλει το προηγούμενο πρόγραμμα στον κάλαθο των αχρήστων» έγραφε η Le Monde (22-3-1969). «Χρωστάμε στην “Αφίσα του Κόσμου” μια στιγμή σπάνια. Τον Νουρέγιεβ σε πρόβα, να χορεύει με την Κλερ Μοτ και να μας μιλάει για τη ζωή και τον θάνατο. Εξαίρετες στιγμές, στο ύψος εκείνου που τις ενέπνευσε» γράφει η L’Union (13-12-1969).

«Πρέπει να πούμε ότι η συνάντηση του Μουστακί με τον Μίκη Θεοδωράκη ξεπέρασε κάθε μας πρόβλεψη. Ο Ροβήρος Μανθούλης κατάφερε με μεγάλη δεξιοτεχνία να μας δείξει την προσήλωση του Θεοδωράκη (σαν να διάβαζε τη σκέψη του) στο να περάσει τη μουσική του στον Μουστακί. Μια δημιουργία βαθύτατα συγκινητική. Μετά από ένα τέτοιο φιλμ, είναι προφανές ότι αυτά που ακολούθησαν ήταν αδύνατο να μας ενδιαφέρουν» γράφει η L’Humanité (21-5-1970).

Το αποτέλεσμα αυτής της επιτυχίας ήταν να του αναθέσει το 3ο κανάλι, που στο μεταξύ ετοιμαζόταν να εκπέμψει, τη σκηνοθεσία ενός ντoκιμαντέρ για τα μπλουζ.

Ροβήρος Μανθούλης: η ιστορική ταινία του «Βlues με Σφιγμένα Δόντια». - Yellowbox

Ο Μανθούλης γύρισε το «Ανεβαίνοντας τον Μισισιπή» στην Αμερική και με το φιλμ αυτό έκανε εγκαίνια το κανάλι στις 3 Ιανουαρίου 1973. Παράλληλα, γύρισε στο Χάρλεμ την ταινία μεγάλου μήκους «Μπλουζ με σφιγμένα δόντια», που παίχτηκε την ίδια χρονιά στους κινηματογράφους και απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές. Η ταινία προβλήθηκε σε διάφορα φεστιβάλ και στο τμήμα Καλύτερες Ταινίες της Χρονιάς του Φεστιβάλ Λονδίνου. Καλύτερη Ταινία της Χρονιάς επελέγη επίσης από τους Βέλγους κριτικούς (μαζί με τον «Γάμο της Μαρίας Μπράουν» του Φασμπίντερ και «Το Κοπάδι» του Γκιουνέι). Τότε αρχίζει και η σειρά των πολιτιστικών ντοκιμαντέρ με τον γενικό τίτλο «Μια χώρα, μια μουσική», που έφερε τον Μανθούλη σε πολλές χώρες των 5 ηπείρων (Ιρλανδία, Ουγγαρία, Αίγυπτο, Υεμένη, ΗΠΑ, Σικελία, Κούβα, Αργεντινή, Βραζιλία, Καναδά, Αυστραλία, Ισραήλ κλπ, και στην Ελλάδα αφότου έπεσε η χούντα).

Προηγουμένως είχε «σκηνοθετήσει» από τηλεφώνου τις σκηνές που γύρισε ο οπερατέρ Φώτης Μεσθεναίος στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της χούντας για την ταινία «Κραυγή της σιωπής». Στο μεταξύ, η Μελίνα ενθουσιάζεται με το φιλμ που της γύρισε ο Μανθούλης για την «Αφίσα του Κόσμου» και του προτείνει μια ταινία αμερικανικής παραγωγής με παραγωγό τον Ντασέν, με τίτλο «Lilly’s Story». Ο Μανθούλης γράφει το σενάριο στα αγγλικά (με τον Γιώργο Σεβαστίκογλου) και στέλνει ένα γαλλικό συνεργείο να γυρίσει κρυφά σκηνές στην Αθήνα, όπου όμως συλλαμβάνεται έξω από την Ασφάλεια της οδού Μπουμπουλίνας.

Τελικά, το φιλμ δεν γυρίστηκε γιατί διαλύθηκε η παραγωγός εταιρία. Και δεν μπόρεσε να γυριστεί ούτε στη Ρουμανία, γιατί το απαγόρευσε ο Τσαουσέσκου, ο οποίος είχε υπογράψει τις μέρες εκείνες… εμπορική συμφωνία με τη χούντα (τυχαίο;).

Μετά τη χούντα: η επάνοδος και η ΕΡΤ και όχι μόνο

Για όσους όψιμους τηλεοπτικούς, που όταν τους γίνεται κριτική για σειρές τύπου “Super Mammy” και “Survivor” κλπ, που απαντάνε “αυτά θέλει το κοινό”, η καλύτερη απάντηση είναι το πως διαχειρίστηκε ο Ροβήρος Μανθούλης τη Δημόσια Τηλεόραση.

Το 1975, μετά την πτώση της χούντας η κυβέρνηση πρότεινε στον Μιχάλη Κακογιάννη να αναλάβει την Τηλεόραση (1975), όμως αρνήθηκε και υπέδειξε τον Μανθούλη. Μέσα σε ένα ευρύτερο πνεύμα “εθνικής συμφιλίωσης” που προσπαθούσε να περάσει ο Καραμανλής του αναθέτει την καλλιτεχνική διεύθυνση της ΕΡΤ και Μανθούλης δέχτηκε για ένα χρόνο και έκανε κυριολεκτικά εξαιρετική δουλειά.

Στο διάστημα αυτό προσπάθησε να συνεφέρει το πρόγραμμα, με συνεργάτες του τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο, τον Πέτρο Μάρκαρη, την Τώνια Μαρκετάκη και άλλους. Έφερε τον Γάλλο μοντέρ του Ντομινίκ Κολονά για να ξεκινήσει μια σειρά ανάλογη μ’ αυτές που γύριζε στη Γαλλία. Την βάφτισε «Παρασκήνιο» και την ανέθεσε σε άξιους νέους σκηνοθέτες όπως ο Παπαστάθης και ο Χατζόπουλος. Παράλληλα, έφτιαξε μεσημεριανό πρόγραμμα, το «Κάθε μεσημέρι», που από την πρώτη μέρα αγαπήθηκε από το κοινό, επέβαλε τα ζωντανά προγράμματα, που δεν υπήρχαν ακόμη για πολλούς (και πολιτικούς) λόγους, δημιούργησε το «Μια ταινία, μια συζήτηση», έφερε τα κινηματογραφικά συνεργεία στην τηλεόραση και γυρίστηκαν τα πρώτα σήριαλ σε κινηματογραφικό φιλμ, όπως «Ο φωτογράφος του χωριού» και η «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», αναμόρφωσε το «Θέατρο της Δευτέρας» (που έφτασε να έχει 90% θέαση), εγκαινίασε τις «Μουσικές Βραδιές» με τον Γιώργο Παπαστεφάνου, αρχίζοντας με μια ”Βραδιά Ζορζ Μουστακί” και… περιόρισε το αμερικανικό πρόγραμμα φέρνοντας ευρωπαϊκά σίριαλ, όπως το γαλλικό «Μαύρο ψωμί», το ιταλικό «Πινόκιο» και άλλα από τις βαλκανικές χώρες (και βέβαια η ΕΡΤ δέχτηκε διαμαρτυρίες από την πρεσβεία των ΗΠΑ…).

Ανάμεσα στ’ άλλα κατάφερε να πείσει τον Μάνο Χατζιδάκι, που ετοίμαζε παραίτηση γιατί ήταν θυμωμένος με τις συνεχόμενες παρεμβάσεις της δεξιάς κυβέρνησης, να παραμείνει στο Τρίτο Πρόγραμμα. Στις μέρες του επίσης ιδρύθηκε η ΕΡΤ της Θεσσαλονίκης (που έγινε κατόπιν ΕΡΤ-3). Όταν ο Μανθούλης ανέλαβε την ΕΡΤ, η ΥΕΝΕΔ (“Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων”, είχε φτιαχτεί από τη χούντα), είχε το 75% της θέασης και η ΕΡΤ το 25%. Όταν έφυγε, τα ποσοστά είχαν αντιστραφεί με αποτέλεσμα να κατηγορηθεί από τον υπουργό Αμύνης Ευάγγελο Αβέρωφ στο Υπουργικό Συμβούλιο για… αθέμιτο ανταγωνισμό. Όταν έφτασε η κυβέρνηση να διορίσει πράκτορες της ΚΥΠ στην ΕΡΤ που άρχισαν να σαμποτάρουν το πρόγραμμα, ο Μανθούλης παραιτήθηκε.

Έτσι, συνέχισε τα ταξίδια του για τη γαλλική τηλεόραση και, επιστρέφοντας από την Ταϊτή, η νέα κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου τον καλεί να αναλάβει την… ΥΕΝΕΔ, αλλά δεν δέχεται. Και στη συνέχεια του ζήτησε να βοηθήσει να διορθωθεί το χάος που είχε δημιουργηθεί στην ΕΡΤ μετά την αποχώρησή του, γιατί ήταν έτοιμη να κλείσει. Δέχτηκε και η ΕΡΤ συνήλθε οπότε ζήτησαν από τον Μανθούλη να αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση κατά την μετατροπή της ΥΕΝΕΔ σε ΕΡΤ-2. Έκανε ό,τι μπόρεσε με βοήθεια από τους Λεωνίδα Ζενάκο, Βασίλη Βαφέα και Νίνο Μικελίδη, αλλά κάποια στιγμή παραιτήθηκε για να γυρίσει τις εξαιρετικές «Ακυβέρνητες πολιτείες» (1983-1986) του Στρατή Τσίρκα, μια τηλεοπτική σειρά με γαλλική συμπαραγωγή.

Το σήριαλ αυτό μεταδόθηκε μόνο τρεις φορές από τότε στην Ελλάδα (σε αντίθεση με ένα σωρό άλλες ακατανόμαστες παραγωγές που έχουν προβληθεί δεκάδες φορές) και… πενήντα φορές από τη γαλλική τηλεόραση. Κυριολεκτικά δεν υπάρχει Γάλλος που δεν έχει δει τουλάχιστον ένα επεισόδιο από τις «Ακυβέρνητες πολιτείες». «Μια από τις πιο καταπληκτικές και συναρπαστικές παραγωγές που είδα στην τηλεόραση τα τελευταία χρόνια», είχε γράψει η Φρανσουάζ Σαγκάν στο περιοδικό L’Évènement du Jeudi.

Το 1991, ο Μανθούλης εκλέχτηκε Πρόεδρος της Ελληνικής Κοινότητας Παρισιού, την οποία προσπάθησε να κάνει ένα πολιτιστικό κέντρο. Ίδρυσε εκεί κινηματογραφική λέσχη, εγκαινίασε ένα περιοδικό και οργάνωσε σεμινάρια με πανεπιστημιακούς, ουσιαστικά σαν ένα λαϊκό πανεπιστήμιο. Παράλληλα, γύρισε μια σειρά ταινιών πάνω στους Έλληνες του Παρισιού. Ύστερα από δέκα χρόνια παραιτήθηκε από την κοινότητα, αφού πρώτα οργάνωσε μια ελληνική εβδομάδα με τίτλο «Η Ελλάδα στον Σηκουάνα», σε συνεργασία με τον Δήμο Παρισιού, παρουσιάζοντας τους Έλληνες που μετέχουν στις πολιτιστικές δραστηριότητες της Γαλλίας (Κώστα Γαβρά, Βασίλη Αλεξάκη, Γιάννη Κόκκο, Αντιγόνη Ιονάτου, τον ζωγράφο Παύλο).

Το Δημοτικό Συμβούλιο του απένειμε το Μετάλλιο της Πόλεως του Παρισιού για την πολιτιστική δράση του στη Γαλλία. Την ίδια εποχή, ο Μανθούλης ενδιαφέρεται για τον ρόλο της τηλεόρασης στην διαμόρφωση των νεαρών τηλεθεατών, γυρίζει την ταινία «Η Τηλεόραση των μπόμπιρων» και πείθει την υπουργό Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας να ιδρύσει το ινστιτούτο Ιούλιος Βερν για την ενίσχυση των μορφωτικών προγραμμάτων.

Ο υπουργός Πολιτισμού Ζακ Λανγκ του αναθέτει ένα φιλμ για τον Καθεδρικό Ναό της Ρεμς, το οποίο προβάλλεται ένα βράδυ στο ναό και πείθει τους παραγωγούς σαμπάνιας, που είχαν προσκληθεί να ενισχύσουν με 100 εκατομμύρια φράγκα την αναστήλωση του ναού και την συντήρηση των 2.000 αγαλμάτων που τον στολίζουν. Το γαλλικό υπουργείο Πολιτισμού αναθέτει στον Βασίλη Αλεξάκη να καλέσει Έλληνες συγγραφείς στη Γαλλία και στον Μανθούλη τους θεατρικούς συγγραφείς. Έτσι ήρθαν ο Ιάκωβος Καμπανέλης, η Λούλα Αναγνωστάκη και ο Γιώργος Μανιώτης τους οποίους ο Μανθούλης παρουσιάζει στο Θέατρο των Πολιτισμών του Κόσμου μαζί με αποσπάσματα από έργα τους παιγμένα στα γαλλικά. Αυτό θα οδηγήσει στην παρουσίαση από τον Μανθούλη του έργου του Μανιώτη «Η Κοινή Λογική» στο Φεστιβάλ Αβινιόν, παρουσία του συγγραφέα. Η παράσταση θα μεταδοθεί από το κρατικό ραδιόφωνο France-Culture.

Στο μεταξύ, ο Μανθούλης στρέφεται κυρίως σε ελληνικά θέματα και γύρισε τον «Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο» και την «Δικτατορία των Συνταγματαρχών»

για το γαλλικό πολιτιστικό κανάλι ΑRΤΕ (σε συμπαραγωγή με την FR-3 και τη ΝΕΤ) καθώς και την ταινία μεγάλου μήκους «Lilly’s Story» (με θέμα το πώς δεν γυρίστηκε η παλιά ταινία με την Μελίνα), η οποία επελέγη από το Φεστιβάλ Βενετίας ως επίσημη συμμετοχή το 2000. Η ταινία γυρίστηκε στο Παρίσι, στην Ελλάδα, την Σλοβενία και την Ουγγαρία (γιατί ένα από τα επεισόδια της αναφέρεται στον εξόριστο εκεί Δημήτρη Χατζή).

DSC04055Στο διάστημα αυτό εξέδωσε καινούρια βιβλία (το προηγούμενο ήταν το Κράτος της Τηλεόρασης) από τις εκδόσεις Εξάντας: το Αρχαίο Ερωτικό Λεξιλόγιο, για την αργκό της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, Μιμίαμβοι του Αλεξανδρινού κωμωδιογράφου Ηρώνδα σε μετάφραση και σχόλια, το βιωματικό μυθιστόρημα Lilly’s Story, το Μπλουζ με Σφιγμένα ∆όντια, χρονικό του γυρίσματος της ταινίας, Tο Ημερολόγιο του Εμφυλίου ∆ιχασμού, 1900-1974 από τις εκδόσεις Καστανιώτη κ.α., συνολικά 17 βιβλία μέχρι σήμερα. (Τα τρία τελευταία του είναι “Ο κόσμος κατ’ εμέ”, “Οι μεταμορφώσεις της Αφροδίτης” και “Μοντάζ”, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης).Αφροδίτες εξώφυλλο

Όταν έπεσε το Μαύρο στην ΕΡΤ από την κυβέρνηση Σαμαρά, ήταν από τους πρώτους που διαμαρτυρήθηκαν και μάλιστα πολύ έντονα, που είχε δηλώσει κάθετα την αντίθεσή του με κάθε τρόπο. Υποστήριζε αυτούς που συνέχισαν να θέλουν την ΕΡΤ.

Πήγαινε συχνά εκεί και τους έδινε να προβάλλουν και ταινίες μου δωρεάν. Όταν έγινε η ΔΤ με τον Καψή, επίτηδες ξεκίνησαν το καινούργιο κανάλι με δική του ταινία, την «Κυρία Δήμαρχο». Για να πουν ότι “αυτός που φωνάζει μας δίνει τις ταινίες του”. Και φυσικά δεν την είχε δώσει ο ίδιος, την είχε δώσει το γραφείο εκμετάλλευσης, χωρίς να τον ρωτήσουν. Κάποιοι τον ειδοποίησαν και βγήκε αμέσως και έκανα δηλώσεις, οι οποίες βγήκαν στο διαδίκτυο, ενώ ακόμα προβαλλόταν. (βλ. (1) – (2)(3)(4) )

Αυτός ήταν ο Ροβήρος Μανθούλης, σε όλη του τη ζωή αγωνίστηκε με πάθος για όσα πρέσβευε. Έκανε πράγματα που άλλοι δεν τα φαντάζονται καν, ένας οικουμενικός δημιουργός που αγαπούσε τον άνθρωπο και που άφησε το αποτύπωμά του σε ότι έκανε. Στον κινηματογράφο, στην ποίηση, στην τηλεόραση.

Καλό ταξίδι…

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.