Ιστορικών διαστάσεων πρόκληση για την εργατική τάξη

Νοµοσχέδιο Χατζηδάκη για την «προστασία της εργασίας» και τον εργατικό συνδικαλισµό

Της Σάσας Χασάπη

Το αντεργατικό-αντισυνδικαλιστικό νοµοσχέδιο Χατζηδάκη που θα κατατεθεί προς ψήφιση τον Μάιo στη Βουλή συµπυκνώνει το σύνολο των αντεργατικών ρυθµίσεων που οραµατίζονται κεφάλαιο και εργοδότες εδώ και δεκαετίες. Είναι µια προσπάθεια συνολικής ρεβάνς για λογαριασµό της αστικής τάξης ενάντια στην εργατική τάξη και ως τέτοια πρέπει να αντιµετωπιστεί από το εργατικό και λαϊκό κίνηµα.

H αναφορά του Μητσοτάκη στο νοµοσχέδιο δείχνει την πολιτική σηµασία που η δεξιά ρεβανσιστική κυβέρνησή του δίνει στη «µεταρρύθµιση» αυτή: «Η αγορά εργασίας άλλαξε κατά τη διάρκεια της πανδηµίας και οφείλει και η εργατική νοµοθεσία -ο πυρήνας της οποίας του χρόνου θα συµπληρώσει 40 χρόνια ζωής (είναι από το 1982) -να προσαρµοστεί σε αυτή τη νέα πραγµατικότητα». Το µέγεθος της επίθεσης προαναγγέλλει µε κυριακάτικο πρωτοσέλιδό το «ΒΗΜΑ», που σε κεντρικό άρθρο του χαρακτηρίζει το νοµοσχέδιο αυτό ως τη σηµαντικότερη αλλαγή στην εργασιακή νοµοθεσία έπειτα από εκείνη του 1982 του ΠΑΣΟΚ.

∆ύο είναι οι βασικοί άξονες επίθεσης σε κατοχυρωµένα µε αγώνες ως τώρα εργατικά δικαιώµατα µέσα από αυτό το νοµοσχέδιο: η «προστασία της εργασίας» και οι προϋποθέσεις για την άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωµάτων στους χώρους δουλειάς.

Εργασία χωρίς δικαιώµατα…

Το νοµοσχέδιο εισηγείται να θεσπιστεί σαν νόµιµη η αύξηση στο ωράριο εργασίας και τις υπερωρίες και προβλέπει τις ατοµικές συµβάσεις και τη νοµιµοποίηση της τηλεργασίας ως µόνιµης εργασίας. Ως προς το πρώτο, ορίζεται το 10ωρο ως νόµιµο ανώτατο όριο καθηµερινής εργασίας µε «αντιστάθµισµα» ρεπό ή µείωση µελλοντικών ωρών εργασίας αντί επιπλέον αµοιβής. ∆ηλαδή οι εργαζόµενοι (π.χ. σε τουρισµό, µεταφορές, εστίαση, εµπόριο) θα υποχρεούνται να εργάζονται για 6 ή 8 µήνες 10 ώρες αντί για 8, δίχως να αµείβονται υπερωριακά. Οι επιπλέον ώρες εργασίας θα συµψηφίζονται είτε µε άδειες είτε µε ρεπό είτε µε λιγότερες ώρες εργασίας σε επόµενη φάση. Τα παραπάνω θα ενσωµατώνονται σε ατοµικές συµβάσεις του εργαζόµενου µε τον εργοδότη, πράγµα που στην πράξη καταργεί τις συλλογικές συµβάσεις που βάζουν µέχρι σήµερα φραγµούς στις ορέξεις των εργοδοτών.

Επιπλέον, νοµιµοποιείται η αύξηση της απλήρωτης υπερωριακής εργασίας. Σήµερα το ανώτατο καθεστώς υπερωριακής απασχόλησης των εργαζοµένων στις βιοµηχανικές, βιοτεχνικές επιχειρήσεις, εκµεταλλεύσεις και εργασίες είναι 48 ώρες ανά εξάµηνο, ενώ στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών το όριο είναι 120. Το νοµοσχέδιο προβλέπει αύξηση του ανώτατου ορίου στις 150 ώρες σε όλους τους τοµείς δραστηριότητας, γεγονός που θα σηµάνει τη µείωση του κόστους των υπερωριών για τους εργοδότες και τη µείωση των αποδοχών των εργαζοµένων.

Επιπλέον, προσθέτει επιχειρήσεις στη λίστα επιχειρήσεων που ήδη επιτρέπεται να ανοίγουν  Κυριακή.

Πρόκειται ουσιαστικά για κατάργηση του 8ωρου, ελαστικοποίηση του ωραρίου και νοµιµοποίηση της απλήρωτης εργασίας. Εργοδότες και κεφάλαιο θέλουν, όχι µόνο σε συνθήκες απώλειας ή στασιµότητας κερδών αλλά και σε συνθήκες κερδοφορίας, να συµπιέσουν ακόµη περισσότερο το κόστος εργασίας, µη αρκούµενοι στα «κέρδη» από τις αντεργατικές ρυθµίσεις των µνηµονίων.

Ως προς την τηλε-εργασία, που αποτελεί µία από τις νέες συνθήκες της πανδηµίας, µε το νοµοσχέδιο επιχειρείται η αξιοποίησή της για τον ίδιο λόγο, δηλαδή τη µείωση του εργατικού κόστους προς όφελος των αφεντικών. Τα συµπεράσµατα από τη µέχρι τώρα εφαρµογή της σε εταιρείες του ιδιωτικού τοµέα και στην εκπαίδευση δείχνουν ότι συνδυάζεται µε εντατικοποίηση της εργασίας, αύξηση των ωρών εργασίας, πλήρη κατάργηση των ωραρίων, του Σαββατοκύριακου και των αργιών, υποκατάσταση των προσλήψεων µόνιµου προσωπικού.

Πολλά από τα παραπάνω αποτελούν ήδη πραγµατικότητα σε χώρους εργασίας, ειδικά του ιδιωτικού τοµέα, µε πρόσχηµα την πανδηµία: εκ περιτροπής εργασία, αναστολές, διευθέτηση του χρόνου εργασίας, απελευθέρωση της κυριακάτικης λειτουργίας των εµπορικών καταστηµάτων, ροκάνισµα ηµερών κανονικής άδειας µε τις άδειες ειδικού σκοπού, τηλε-εργασία κ.ά. Η επίσηµη αναγωγή τους σε νόµο του κράτους και η καθολική εφαρµογή τους, θα χειροτερέψει τον ήδη δυσµενή συσχετισµό δύναµης ενάντια στην εργατική τάξη και υπέρ του κεφαλαίου και της εργοδοσίας.

…και εργατικό συνδικαλισµό

Εκτός από τα παραπάνω, το νοµοσχέδιο αποτελεί ευθεία βολή προς τη δράση και λειτουργία των σωµατείων όπως τη γνωρίζαµε ως τώρα. Ουσιαστικά επιδιώκει την κατάργησή τους, για την πλήρη και ανεµπόδιστη ισοπέδωση του κόσµου της εργασίας από τα αφεντικά. Κυβέρνηση και εργοδότες δεν θεωρούν επαρκή την «εγγύηση» της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας: θεωρούν -και σωστά- ότι τα συνδικάτα αποτελούν, ακόµα και σε περιόδους εκφυλισµού τους, στοιχειώδεις δοµές και εστίες αντίστασης.

Σύµφωνα µε το νοµοσχέδιο, οι αποφάσεις για τις απεργίες στα πρωτοβάθµια σωµατεία θα παίρνονται υποχρεωτικά µε ηλεκτρονική ψηφοφορία και µε πλειοψηφία 50%+1. Οι συλλογικές διαδικασίες των σωµατείων -όπως η γενική συνέλευση- καταργούνται, υποσκάπτεται σοβαρά η αποτελεσµατικότητα της απεργίας, υποβαθµίζεται ακόµη περισσότερο ο ρόλος και η αίσθηση «χρησιµότητας» των συνδικάτων.

Επιπλέον, η κυβέρνηση θέλει να επιβάλει προσωπικό ασφαλείας σε περιόδους απεργιακών κινητοποιήσεων τουλάχιστον 40% σε περίπτωση απεργίας στο ∆ηµόσιο, τους ΟΤΑ, τα ΝΠ∆∆, αλλά και σε επιχειρήσεις που η λειτουργία τους χαρακτηρίζεται «κρίσιµη» για το κοινωνικό σύνολο. Με αυτό τον τρόπο καλύπτεται νοµοθετικά η απεργοσπασία.

Προστίθενται νέα «εργαλεία» ποινικοποίησης των συνδικάτων και των συνδικαλιστών, καθώς προωθείται η απαγόρευση των καταλήψεων χώρων και εισόδων καθώς και η άσκηση ψυχολογικής ή σωµατικής βίας. ∆ηλαδή αν ένα συνδικάτο κάνει απεργιακή περιφρούρηση ή κατάληψη εργασιακού χώρου, τότε η απεργία καθίσταται παράνοµη και όσοι συµµετέχουν διώκονται ποινικά. Τα συνδικάτα θα πρέπει να αποζηµιώνουν τους εργοδότες αν µια απεργία δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις. Επίσης, θεσµοθετείται ο περιορισµός των συνδικαλιστικών αδειών και της προστασίας των συνδικαλιστών.
Το νοµοσχέδιο προβλέπει ακόµα µητρώο µελών των σωµατείων, δηλαδή φακέλωµα των συνδικαλισµένων εργατών και εργατριών και ηλεκτρονικό χώρο ενηµέρωσης από το συνδικάτο, µε κατάργηση του πίνακα ανακοινώσεων και της αφισοκόλλησης στον χώρο δουλειάς.

Μια τέτοιου µεγέθους πρόκληση προς την εργατική τάξη πρέπει να σηµάνει συναγερµό. Ενάντια στην συνειδητή αδράνεια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας των τριτοβάθµιων συνδικάτων, το καθήκον της αντίστασης πέφτει στα πρωτοβάθµια σωµατεία, αλλά και στις ταξικές δυνάµεις της αριστεράς, που πρέπει να θέσουν κεντρικό καθήκον την οργάνωση γενικού απεργιακού αγώνα.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.