Η υποκρισία της αξιολόγησης στο δημόσιο

image_pdfimage_print

Όταν η φαυλοκρατία φοράει τον μανδύα της αξιοκρατίας

Το τελευταίο διάστημα εντείνεται η κυβερνητική προπαγάνδα περί «αξιολόγησης». Ένας εμβληματικός «θεσμός» του νεοφιλελευθερισμού που παρουσιάζεται ως εργαλείο αξιοκρατίας, διαφάνειας και βελτίωσης της λειτουργίας της εκπαίδευσης και ευρύτερα του δημόσιου τομέα. Ωστόσο, στην πράξη, εκμεταλλεύεται τη ρητορική της «αξιολόγησης» για να επιβάλει συντηρητικές ατζέντες, να αποδυναμώσει το δημόσιο και να ενισχύσει συμφέροντα συγκεκριμένων ελίτ. Η εμμονή της κυβέρνησης για την εφαρμογή της αξιολόγησης έχει αναχθεί σε ύψιστη προτεραιότητα, υιοθετώντας ακραία μέτρα για την επιβολή της, όπως η πρόσφατη «δυνητική αργία» (εν δυνάμει απόλυση) στην αγωνίστρια εκπαιδευτικό Χρύσα Χοτζόγλου για τη συμμετοχή της σε αγώνες ενάντια στις κυβερνητικές μεθοδεύσεις.

Η ιστορία της αξιολόγησης στο δημόσιο

Η δημόσια διοίκηση στη Ελλάδα είναι καθιερωμένη συνταγματικά ως «εκτελεστική λειτουργία της πολιτείας» με κατοχυρωμένη την αρχής της μονιμότητας για τους δημοσίους υπαλλήλους, καθώς και της θέσπισης ελέγχου για την πρόσληψη των υπαλλήλων, κατ’ απαίτηση και της τήρησης αρχής της αξιοκρατίας. Παρόλα αυτά, από την αρχή της μεταπολεμικής οργάνωσης του ελληνικού δημοσίου καταγράφουμε πληθώρα θεσμικών παρεμβάσεων, που κατά βάση ικανοποιούσαν σκοπιμότητες της εκάστοτε κυβέρνησης, παρά μια ορθολογική οργάνωση της δημοσιοϋπαλληλίας.
Μέχρι την δεκαετία του ‘70, το σχήμα οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης είχε σταθερή ιεραρχία στην κορυφή της οποίας βρίσκονταν ανώτατοι μόνιμοι υπάλληλοι, που καταλάμβαναν τις θέσεις δια προαγωγής μετά από απόφαση του υπουργικού συμβουλίου και ασκούσαν επιτελικά καθήκοντα. Το 1982 αντικαταστάθηκε το σύστημα υπηρεσιακής εξέλιξης και επιλογής στελεχών με (πολιτική) «αξιολόγηση», από την αυτόματη μισθολογική προαγωγή (αρχαιότητα) και την επιλογή τους επί θητεία από τα υπηρεσιακά συμβούλια, ενώ λίγα χρόνια αργότερα θεσπίζεται το Α.Σ.Ε.Π., που προβάλει ως ένα αδιάβλητο σύστημα επιλογής προσωπικού. Ταυτόχρονα όμως, πάνω από την ιεραρχία των μονίμων υπαλλήλων δημιουργείται σταδιακά ένα ευρύ στρώμα μετακλητών υπαλλήλων αποτελούμενο από τους γενικούς, ειδικούς συμβούλους και συνεργάτες των υπουργών, οργάνων διοίκησης κλπ. οι οποίοι και αναλαμβάνουν την επιτελική λειτουργία και την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής στον τομέα που υπηρετούν.
Από το 1990 ξεκινά μια περίοδος  διαρκούς αναστάτωσης στην οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και αρχίζουν να εμφανίζονται νέοι τρόποι επιλογής της ιεραρχίας των δημοσίων υπαλλήλων με έμφαση στην ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη προσωπική συνέντευξη (υπαλληλικός κώδικας 2007) που επιτρέπει στη διοίκηση να επιλέγει τους, κατά την κρίση της, «καταλληλότερους», χωρίς να καταγράφει την εκτίμηση και αξιολόγησή της (παρά μόνον σε περίπτωση «κατάδηλης υπεροχής του παραληφθέντος έναντι του προκριθέντος»). Σταδιακά αρχίζουν να εμφανίζονται διάφορα μέτρα «αξιολόγησης», ενώ ειδικά στην εκπαίδευση, το 2011 επί υπουργίας Άννας Διαμαντοπούλου έχουμε την πρώτη νομοθέτηση αξιολογικών διαδικασιών, μετά την πλήρη απουσία τους για δεκαετίες, η οποία αν και παρουσιαζόταν ότι αφορούσε τη διασφάλιση ποιότητας, στην πράξη αποτελούσε “μνημονιακή” επιταγή σύνδεσης της αξιολόγησης του προσωπικού με ένα σύστημα προαγωγών και με στόχο τον περιορισμό των αμοιβών τους και προοπτικά την προώθηση διαδικασιών διαθεσιμότητας και απόλυσης. Έτσι φτάνουμε στο 2022 με το ν.4940 για την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, με πρώτη εφαρμογή στους νεοδιόριστους οι οποίοι έπρεπε να αξιολογηθούν στο τέλος της πρώτης διετίας τους, προκειμένου να μονιμοποιηθούν, με το χώρο της εκπαίδευσης να επιλέγεται, για πολλούς λόγους, ως η αιχμή του δόρατος στην επίθεση της «αξιολόγησης».

Η φαυλοκρατία ως καθεστώς

Το ελληνικό δημόσιο, καλύπτοντας ένα όλο και πιο διευρυμένο πεδίο λειτουργιών, αποτέλεσε διαχρονικά φέουδο (και εργαλείο) της εκάστοτε κυβέρνησης. Σε πρώτο επίπεδο, ήταν ανέκαθεν ένα πεδίο εξυπηρέτησης με προσλήψεις, προαγωγές και ρουσφέτια παντός είδους μέσω των κομματικών επιλογών (με μερίδιο ευθύνης και της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας). Ακόμη και μετά την καθιέρωση του Α.Σ.Ε.Π. (που και αυτός σταδιακά έγινε «σουρωτήρι»), η δημιουργία του τεράστιου σώματος των μετακλητών ή ακόμη, τα τελευταία χρόνια, των «εργολαβικών» εργαζομένων, διατήρησε αμετάβλητη την δυνατότητα «τροφοδοσίας» (και αναπαραγωγής) των κομματικών στρατών. Ταυτόχρονα, ο έλεγχος του δημοσίου είναι απαραίτητος για τη διατήρηση ενός πέπλου αδιαφάνειας στη λειτουργία του, ειδικά στο κρίσιμο σημείο των προμηθειών, προκειμένου να εξυπηρετούνται και να θησαυρίζουν οι «ημέτεροι». Τέλος, η διευρυμένη «ομηρία» των υπαλλήλων, υποδαύλιζε την μείωση του κοινωνικού ρόλου του και τον εχθρικό χαρακτήρα προς τον πολίτη, με συνεπακόλουθο την (κατευθυνόμενη πολιτικά) ανάπτυξη όλης της φιλολογίας για «αναποτελεσματικό» δημόσιο και «τεμπέληδες» δημοσίους υπαλλήλους – χρήσιμη προπαγανδιστική προετοιμασία για την περαιτέρω μείωση των κοινωνικών δαπανών, με κατάργηση μια σειράς λειτουργιών που έχει στην ευθύνη του, καθώς και την διακηρυγμένη άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων.
Παρά τις διακηρύξεις για την εξάλειψη της αναξιοκρατίας, η μετάλλαξη του δημοσίου – ειδικά επί «καθεστώτος» Μητσοτάκη – έχει να κάνει με την επικράτηση των πιο σαθρών και ταξικών πολιτικών. Η διάλυση του τομέα εξυπηρέτησης των κοινωνικών αναγκών (με προεξέχουσες υγεία και παιδεία) συνοδεύεται από την ενίσχυση των σωμάτων ασφαλείας και την εκτίναξη των εξοπλιστικών δαπανών. Το σύνολο σχεδόν των προμηθειών του δημοσίου γίνεται είτε με απευθείας αναθέσεις είτε με φωτογραφικούς διαγωνισμούς, χωρίς αντικειμενική κοστολόγηση και σχεδιασμό (παρά μόνο σε ότι αφορά στην εξυπηρέτησης των συμφερόντων των εργολάβων) και με απολύτως διάτρητες διαδικασίες παραλαβής των έργων. Και στο επίπεδο της ίδιας της λειτουργίας, έχουμε τον απόλυτο έλεγχο από το «επιτελικό κράτος» (βλέπε κέντρο Μαξίμου), μέσω των εγκάθετων τους, καθώς και την εξουθένωση και απόλυτη απαξίωση του υφιστάμενου προσωπικού.

Η υποκρισία σε όλο της το μεγαλείο

Η κυβέρνηση ενώ αξιολογεί με σκληρότητα τους μισθωτούς (και τους πολίτες), η ίδια ως εξουσία παραμένει εκτός εξετάσεων. Ποτέ δεν μετρήθηκε η αποτυχία να αντιμετωπιστούν μια σειρά προβλήματα ή εγκλήματα όπως της Πύλου ή των Τεμπών (χαρακτηριστικό ότι οι καθ’ ύλη αρμόδιοι υπουργοί είναι, από την κυβέρνηση, εκτός «κάδρου» ευθυνών), ενώ η λέξη παραίτηση (έστω και για λόγους ευθιξίας) έχει απαγορευτεί. Ποτέ δεν αξιολογήθηκαν οι καταγγελίες διαφθοράς, όπως οι υποκλοπές που θάφτηκαν κάτω από το πάπλωμα της «εθνικής ασφάλειας», ή ακόμη άλλα (μικρότερα ή μεγαλύτερα εγκλήματα), όπως ενδεικτικά τα σκάνδαλα Siemens και Novartis αλλά και οι δολοφονίες Ρομά από αστυνομικούς. Αλλά και στον τομέα της ασφάλειας των πολιτών (κορωνίδα των προεκλογικών εξαγγελιών), η χρέωση της όποιας αποτυχίας παραπέμπεται στις καλένδες ή στις αδυναμίες του δικαστικού συστήματος. Ίσως η όποια αξιολόγηση θα έπρεπε να ξεκινήσει από το χώρο της δικαιοσύνης που έχει γίνει το πλυντήριο για όλες τις φαυλότητες … Πιο κραυγαλέο όμως παράδειγμα, της υποκρισίας Μητσοτάκη, είναι η περιβόητη «αξιολόγηση» των υπουργών, που εξαγγέλθηκε (δημαγωγικά) με την πρώτη ανάληψη της κυβέρνησης και στη συνέχεια ποντίστηκε στο λήθαργο της πανδημίας.
Στο απυρόβλητο βέβαια είναι και η κορυφή της υπηρεσιακής πυραμίδας, από γενικούς γραμματείς και διευθυντές μέχρι συμβούλους και λοιπούς μετακλητούς, που βέβαια έχουν ειδικά passports ανεξέλεγκτης λειτουργίας (κι ας μην έχουν μερικές φορές ούτε πτυχία …). Κοινός τόπος δε είναι ότι η αξιοκρατία της επιχειρούμενης αξιολόγησης δεν επηρεάζει τις προσλήψεις και την ανέλιξη των κομματικών φίλων, όπως η κραυγαλέα περίπτωση του μοιραίου σταθμάρχη της Λάρισας. Στο σημείο αυτό δεν θα πρέπει να παραλείψουμε και το ζήτημα των αμοιβών: από τη μια έχουμε προκλητικές αυξήσεις αμοιβών γενικών διευθυντών, μετακλητών και φυσικά των ένστολών και των σωμάτων ασφαλείας, χωρίς κανένα κριτήριο αξιολόγησης, ενώ από την άλλη εξαγγέλλεται η χρήση των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης ως κριτήριο για την παροχή (πενιχρών) αυξήσεων στους υπόλοιπους υπαλλήλους.
Σε συνδυασμό και με το άλλο πρόσχημα της «ψηφιακής μετάβασης», η «αξιολόγηση» δεν αποσκοπεί ούτε στην «ορθολογικοποίηση» του κράτους ούτε στη βελτίωσή του για τον πολίτη. Είναι τελείως υποκριτικό να κατηγορήσουμε ένα καθηγητή ή μια νοσοκόμα ότι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, όταν ο καθηγητής είναι σε μία τάξη με 30 μαθητές, ή η νοσοκόμα έχει να περιθάλψει 45 ασθενείς, χωρίς υποδομές, χωρίς υλικά χωρίς χρηματοδότηση. Εκτός της αδυναμίας αντικειμενικής κρίσης, είναι ακόνη πιο προκλητικό όταν η «αξιολόγηση» λαμβάνει χώρα σε ένα πλαίσιο υποστελέχωσης και παρατεταμένης εργασιακής εξουθένωσης των υπαλλήλων. Η αξιολόγηση της πραγματικής λειτουργίας του δημοσίου είναι εκτός πραγματικής στόχευσης. Αντίθετα, μετατρέπεται σε ένα θεσμικό gaslighting που κατηγορεί τους εργαζόμενους στο δημόσιο (αλλά και όλους τους πολίτες μέσω της «ατομικής ευθύνης») για «αδυναμίες» που δημιουργήθηκαν από τις πολιτικές των κυβερνήσεων, με στόχο την περαιτέρω συρρίκνωση υπηρεσιών και την παράδοσή τους στα ιδιωτικά συμφέροντα (με έσχατο παράδειγμα τον θεσμό των Ωνάσειων σχολείων).
Από το «αυτό είναι το κράτος» του Σημίτη μέχρι τις «παθογένειες που πρέπει να αντιμετωπιστούν» του Μητσοτάκη, η επιδίωξη δεν είναι να μετρηθούν τα προβλήματα υποδομών ή να αντιμετωπιστούν οι γραφειοκρατικές στρεβλώσεις (ας σημειωθεί δε, ότι η ίδια η εφαρμογή της αποτελεί ένα γραφειοκρατικό φορτίο στη λειτουργία των υπηρεσιών). Όμως πρέπει να «αντιμετωπιστούν» (βλέπε κατασταλούν) οι αγώνες των εργαζομένων (ιδιωτικού και δημόσιου τομέα) για ένα κράτος που εξυπηρετεί κοινωνικές ανάγκες. Ας θυμηθούμε ότι ο σημερινός πρωθυπουργός της αξιολόγησης είναι ο αλησμόνητος υπουργός της διαθεσιμότητας, με τις χιλιάδες απολύσεων των μνημονίων χωρίς κανένα κριτήριο.
H υποκριτική, όμως, δεν απουσιάζει ούτε από τη στάση της αντιπολίτευσης στο θέμα της αξιολόγησης. Από το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ – Νέα Αριστερά που οι διαφωνίες τους περιορίζονται σε διαδικαστικά θέματα με απουσία αγωνιστικών προτάσεων, μέχρι το ΚΚΕ που αποφεύγει, όπως πάντα, την μεγαλύτερη ανάπτυξη των κινητοποιήσεων και παραπέμπει το ζήτημα στην αλλαγή των συσχετισμών.

Η «δίκαιη αξιολόγηση»

Σε ένα καπιταλιστικό σύστημα, όλοι οι θεσμοί – ακόμα και εκείνοι που παρουσιάζονται ως «ορθολογικοί» ή «τεχνικοί» – λειτουργούν εντός ιδεολογικών και οικονομικών πλαισίων που εξυπηρετούν την κυρίαρχη τάξη. Αρχικά, η αξιολόγηση δεν είναι ποτέ ουδέτερη: Στις επιχειρήσεις, μετράει «αποδοτικότητα» με βάση το κέρδος, όχι την κοινωνική ωφέλεια ή το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Στο δημόσιο, χρησιμοποιείται συχνά ως μοχλός για να δικαιολογήσει περικοπές, ιδιωτικοποιήσεις και καταστολή εργασιακών δικαιωμάτων (ας θυμηθούμε σχετικά τις μνημονιακές «αξιολογήσεις»). Έπειτα, οι σχετικές μετρήσεις της είναι πολιτικές, καθώς τα κριτήρια ορίζονται από τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, τεχνοκράτες και πολιτικούς που προωθούν τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα. Για παράδειγμα, στην εκπαίδευση, η αξιολόγηση δασκάλων με «πιστοποιητικά» ή «βαθμολογίες» αγνοεί κοινωνικές ανισότητες, έλλειψη πόρων, καθώς και την ποιοτική δουλειά της παίδευσης που δεν «κβαντίζεται» εύκολα.
Στον σημερινό σύστημα, η αξιολόγηση είναι από τη φύση της άνιση και καταπιεστική, γιατί αντανακλά τις ταξικές διαιρέσεις. Μια πραγματικά δίκαιη αξιολόγηση θα έπρεπε να βασίζεται σε κοινωνικές ανάγκες, όχι σε κέρδη ή γραφειοκρατικές μετρήσεις, να αφορά όλους τους θεσμούς όχι μόνο τους εργαζόμενους, να είναι συμμετοχική (με εμπλοκή των οργάνων των εργαζομένων), σημεία που αντίκεινται στη ίδια τη φύση του συστήματος. Ο αγώνας ενάντια στην σημερινή «αξιολόγηση» μπορεί να επιτύχει, στο βαθμό που θα εμπεδώνεται η υποκρισία της κυβέρνησης και θα βάζει ως πρώτο στόχο όχι μόνο την άρση των μέτρων και την παύση της καταστολής, αλλά και την πτώση αυτής της μισητής κυβέρνησης της Ν.Δ. και του Μητσοτάκη, που είναι ακριβώς το βαθύ κράτος που υποτίθεται ότι καταπολεμούν.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.