
του Γιάννη Καζάκη*
Βγήκα από την παράσταση «Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» με ένα αίσθημα δυσφορίας που δεν είχε να κάνει με το θεατρικό αποτέλεσμα. Το έργο των Αλέκου Σακελλάριου και Χρήστου Γιαννακόπουλου, στη σύγχρονη σκηνική ανάγνωση, διαθέτει ρυθμό, κωμική ακρίβεια και στιγμές που “δουλεύουν” θεατρικά. Ωστόσο, με δούρειο ίππο τη νοσταλγική “ζεστασιά” του, φάνηκε να επιχειρεί κάτι πολύ συγκεκριμένο: να μετατρέψει την Ιστορία σε οικογενειακή παρεξήγηση και την πολιτική σύγκρουση σε ζήτημα χαρακτήρων. «Η δεξιά, η αριστερά και ο κυρ-Παντελής» δεν είναι απλώς μια κωμωδία με φόντο την Απελευθέρωση, τα Δεκεμβριανά και τη Βάρκιζα.
Είναι μια αφήγηση που, με όχημα την ευκολία της «ενότητας», τείνει να εξισώνει κραυγαλέες ανισομέρειες, να στρογγυλεύει εγκλήματα, να αδειάζει από νόημα τον ίδιο τον ιστορικό χρόνο. Όταν ο διχασμός παρουσιάζεται ως συμμετρική τρέλα, όταν θύτες και θύματα μπαίνουν στο ίδιο σακί, τότε το έργο δεν ζητά συμφιλίωση. Ζητά σιωπή. Ζητά να παραδώσουμε τη μνήμη μας σε μια βολική ηθικολογία τύπου «όλοι φταίμε, άρα κανείς δεν φταίει».
Κι εδώ αρχίζει η πολιτική απάτη. Γιατί η ιστορία περίτρανα απέδειξε ότι το πολιτικό διακύβευμα δεν ήταν αφηρημένο και συμμετρικό, αλλά συγκεκριμένο και ανισοβαρές. Ήταν σώματα, φυλακές, εξορίες, εκτελέσεις, φακέλωμα, απαγορεύσεις, φόβος. Ήταν η βία του κράτους και των παρακρατικών μηχανισμών, η στοχοποίηση συγκεκριμένων ανθρώπων ως «εσωτερικού εχθρού», η συστηματική απονομιμοποίηση μιας πλευράς ως μη-Έλληνες, ως «μίασμα». Και αργότερα, ήταν η χούντα — ένα καθεστώς που δεν έπεσε από τον ουρανό, αλλά πάτησε πάνω σε προϋπάρχουσες αντικομμουνιστικές δομές, νοοτροπίες και δίκτυα ισχύος. Όταν αυτά τα πράγματα μεταφράζονται σε «μην τσακώνεστε», τότε δεν μιλάμε για αγαθό χιούμορ. Μιλάμε για εξωραϊσμό.
Η παράσταση χρησιμοποιεί έξυπνα μικρά «κλειδιά» για να περάσει αυτόν τον εξωραϊσμό. Η ατάκα «Μην μαλώνετε βρε παιδιά, βρείτε καμιά δουλειά» ακούγεται σαν λαϊκή σοφία, αλλά λειτουργεί σαν πολιτικό φίμωτρο: σαν η ιδεολογία να είναι παιδική αρρώστια και η εργασία να είναι το αντίδοτο που τακτοποιεί τα πάντα. Στην ίδια γραμμή κινείται και η παρουσία της Φρόσως, της παραδουλεύτρας, που επανέρχεται με το «Εγώ πότε θα απελευθερωθώ;». Μια φράση που θα μπορούσε να ανοίξει ρωγμή —να θυμίσει ότι ο λαός δεν “απελευθερώνεται” απλώς με αλλαγή καθεστώτος ή παρακαλώντας το— αλλά τελικά κινδυνεύει να γίνει διακοσμητικό μοτίβο: μια γενική κραυγή για μια γενική αδικία, χωρίς συγκεκριμένους υπεύθυνους, χωρίς ονόματα, χωρίς μηχανισμούς. Κι όταν η αδικία μένει χωρίς υποκείμενο, τότε γίνεται φυσικό φαινόμενο. Κάτι που “συμβαίνει”, όχι κάτι που «επιβάλλεται». Μοιάζει σαν στο πιο ασήμαντο και νηπιακά γελοιοποιημένο χαρακτήρα του έργου να έχει απωθηθεί, ίσως ασυνείδητα, σίγουρα υπερβολικά λαθραία, ένας ψίθυρος για δικαιοσύνη –αν και ικευτεύοντας, όχι απαιτώντας…
Έτσι φτάνουμε στο κεντρικό αποτέλεσμα: η Ιστορία χάνει τα δόντια της. Το θέατρο δεν μας καλεί να δούμε ποιος είχε δύναμη, ποιος είχε κράτος, ποιος είχε όπλα, ποιος είχε φυλακές, ποιος όριζε ποιος είναι «νόμιμος» και ποιος «επικίνδυνος». Μας καλεί να συγκινηθούμε με ένα κοινό «τι κρίμα που μαλώναμε». Μα η συγκίνηση χωρίς λογοδοσία είναι πολιτική υπεκφυγή. Γιατί «όλοι φταίμε» συχνά σημαίνει «κανείς δεν λογοδοτεί». Και όταν κανείς δεν λογοδοτεί, η Ιστορία επιστρέφει — όχι ως μάθημα, αλλά ως εφιαλτική επανάληψη.
Αν αυτό ήθελε να πει η παράσταση, τότε ναι: εξοργίζει. Όχι επειδή μίλησε για συμφιλίωση, αλλά επειδή την πρότεινε ως shortcut, παρακάμπτοντας το πιο δύσκολο κομμάτι: την αλήθεια, που αποκρύβεται σε ελάχιστες, διακοσμητικού τύπου, «κωδικές» αναφορές και ατάκες, ώστε να μην ενοχλείται η χώνεψη ενός κάποιου απολίτικου «κέντρο» . Και αν κάτι αξίζει να μείνει από αυτή την εμπειρία, είναι η ανάγκη να επανεξετάζουμε τι σημαίνει «εξίσωση» όταν μιλάμε για ιστορική βία. Γιατί άλλο η συμφιλίωση και άλλο η αμνησία. Το θέατρο, όταν αγγίζει τέτοιες περιόδους, δεν κρίνεται μόνο από το πόσο μας διασκέδασε, αλλά και από το τι μας μαθαίνει να ξεχνάμε.
Γι’ αυτό και ο κυρ-Παντελής δεν μπορεί να παραμένει στη σκηνή ως συμπαθής διαιτητής. Η φιγούρα του δεν είναι «ουδέτερη»: είναι ο τύπος που κάνει την αδράνεια αρετή και την αποχή στάση ζωής· που βαφτίζει τη σύγκρουση «μπελά» και τη δικαιοσύνη «υπερβολή»· που, στο όνομα της ησυχίας, επιτρέπει την αδικία και το έγκλημα να περνούν ως κανονικότητα. Η μόνη θέση που αρμόζει στους κυρ-Παντελήδες δεν είναι αυτή του διαιτητή, αλλά αυτή που του δίνει ο Πάνος Τζαβέλλας στο τραγούδι του:
Έντιμοι άνθρωποι νέα γενιά
Θάψτε τους έντιμους μες στα σπαρτά
Κι αυτούς που φτιάξανε τον Παντελή
Σκουλήκι άχρηστο σ’ αυτή τη γη.
* ο Γιάννης Καζάκης είναι εκπαιδευτικός



Υποβολή απάντησης