Γιατί δεν νικούν οι εξεγέρσεις; Πώς μπορούν να νικήσουν;

Του Αλέξη Λιοσάτου

Η Οκτωβριανή επανάσταση σαν πηγή έµπνευσης για τη στρατηγική της νίκης

Στα τέλη του 2019 ξέσπασε κύκλος εξεγέρσεων σε πάνω από 15 χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας (µεταξύ άλλων, Χιλή, Ιράν – Λίβανος – Ιράκ, Αλγερία, Εκουαδόρ, Αϊτή, Σουδάν, Κολοµβία, Χονγκ Κονγκ). Στη Γαλλία, σιγοβράζει η εξέγερση των Κίτρινων Γιλέκων η οποία ξέσπασε το 2018, που τον περασµένο χειµώνα «συναντήθηκε» και συγχωνεύτηκε µε τον πανεργατικό ξεσηκωµό ενάντια στα αντεργατικά µέτρα της κυβέρνησης Μακρόν για τις συντάξεις. Την άνοιξη του 2020 ξέσπασε η εξέγερση στις ΗΠΑ µε αφορµή τη στυγνή δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ. Ωστόσο, παρά τον ηρωισµό, την αυτοθυσία και την αντοχή των εξεγερµένων, καµία από αυτές δεν βρήκε τον δρόµο για τη νίκη. Καµία δεν ανέδειξε ένα «υπόδειγµα» πάλης που να µπορεί να θεωρηθεί νικηφόρο υπό καλύτερες συνθήκες. Τα ερωτήµατα, λοιπόν, «γιατί δεν νικούν οι εξεγέρσεις» και υπό ποιες προϋποθέσεις µπορούν να νικήσουν», είναι κρίσιµα και έχουν άµεσο, πρακτικό πολιτικό κι όχι µόνο θεωρητικό, χαρακτήρα.

Ο κόσµος που εξεγείρεται φοβάται -δικαιολογηµένα- ότι ύστερα από το µικρό διάλειµµα της συλλογικής ανάτασης πο0υ φέρνει η εξέγερση, θα επιστρέφουµε ξανά και ξανά στην αθλιότητα του πολεµικού καπιταλισµού που καταστρέφει τις ζωές µας. Αν εµπεδωθεί µια τέτοια αίσθηση µαταιότητας, τότε η ίδια η «ιδέα» της εξέγερσης θα απαξιωθεί, και οι ιδεολόγοι και προπαγανδιστές του καπιταλισµού θα διαβεβαιώνουν ξανά για το «τέλος της Ιστορίας», για το ανέφικτο να ανατρέψουµε τον καπιταλισµό και να βαδίσουµε σε ένα µέλλον χωρίς εκµετάλλευση και καταπίεση.

Πρέπει λοιπόν να χειραφετηθούµε από την πεισιθανάτια λογική που κυριαρχεί στην Αριστερά ότι το πεπρωµένο µας είναι να εξεγειρόµαστε και να χάνουµε όλες τις µάχες. Πρέπει να ξαναπιάσουµε το νήµα µιας νικηφόρας στρατηγικής. Και σε αυτό το καθήκον, η Οκτωβριανή επανάσταση, της οποίας γιορτάζουµε τον φετινό Οκτώβρη τα 103χρονα, έχει να µας διδάξει πολλά.

 

Ο «κινηµατισµός» δεν αρκεί

Ξεκινώντας από τα θεµελιώδη, δεν πιστεύουµε ότι το «κίνηµα» αρκεί για να ανατρέψει τον καπιταλισµό ή έστω για να πετύχει µονιµότερες και ριζικότερες κατακτήσεις «από µόνο του». ∆εν πιστεύουµε ότι «κάποια στιγµή», αυτονόητα και νοµοτελειακά, «η γη θα γίνει κόκκινη», το κίνηµα θα «ξεσπάσει» και θα «βρει τον δρόµο του από µόνο του»· ότι όλοι εµείς που επιθυµούµε την ανατροπή του καπιταλισµού το µόνο που έχουµε να κάνουµε είναι «υποµονή µέχρι να ξεσπάσει το µεγάλο κίνηµα/η εξέγερση»· ότι όταν αυτό ξεσπάσει απλώς πρέπει να συµµετάσχουµε, να ρίξουµε το κατάλληλο σύνθηµα ή να προχωρήσουµε στην τάδε «συγκρουσιακή» ενέργεια, γιατί έτσι αίφνης οι «µάζες θα ακολουθήσουν» και θα ανατρέψουν τους τυράννους τους. Αυτή η άποψη υφέρπει και καθορίζει, λιγότερο ή περισσότερο, πολλούς νέους αγωνιστές κι αγωνίστριες αλλά και οργανωµένα τµήµατα της Αριστεράς, του αναρχισµού και της αυτονοµίας.

Από τις απαρχές του καπιταλισµού µέχρι σήµερα, από τα πιο παλιά παραδείγµατα ταξικών µαχών µέχρι τις πρόσφατες εξεγέρσεις, ο ρόλος των µαζικών-συνειδητών πολιτικών υποκειµένων, που λειτουργούν σαν συλλογική ηγεσία, στην έκβασή τους έχει αποδειχθεί απόλυτα καθοριστικός. Ακόµα κι όταν δεν υπάρχει προφανής και στιβαρή ηγεσία, αυτή είναι υπαρκτή: έχει να κάνει µε τη συνισταµένη των πεποιθήσεων, της αγωνιστικής εµπειρίας, του επιπέδου αποφασιστικότητας και στράτευσης των ανθρώπων που τραβάνε µπροστά σε µια µάχη. «Ηγεσία» υπήρχε και στην Παρισινή Κοµµούνα το 1871, και στο Σικάγο το 1886, στη Ρωσική Επανάσταση το 1917, στη Γερµανική Επανάσταση το 1918-23, στην Ισπανική Επανάσταση το 1936-37, στην Ελληνική Αντίσταση το 1941-1949 κ.λπ.

∆εν πιστεύουµε λοιπόν ότι οι εξεγέρσεις άλλοτε νικούν κι άλλοτε χάνουν «τυχαία», ότι αυτό εξαρτάται από τη δύναµη του «αυθόρµητου», από το ότι άλλοτε οι άνθρωποι «ξυπνούν» περισσότερο και νικάνε κι άλλοτε «ξυπνούν» λιγότερο και χάνουν κ.λπ. Αυτού που τύπου ο «κινηµατισµός» είναι συνώνυµος της ήττας. Η µαζική πρωτοπορία, αυτή που αντικειµενικά είναι ηγεσία σε κάθε µεγάλο αγώνα, είτε θα συγκροτηθεί σε συλλογικό πολιτικό υποκείµενο και θα δράσει αποτελεσµατικά σαν συλλογική ηγεσία είτε θα είναι σε κατάσταση διεσπαρµένη και άρα αναποτελεσµατική, ανίκανη να οδηγήσει στη νίκη.

 

Εργατική τάξη ή νέα κοινωνικά υποκείµενα;

Στο θεµελιώδες αυτό ζήτηµα η µαρξιστική θεωρία για την εργατική τάξη ως εν δυνάµει υποκείµενο της κοινωνικής αλλαγής έχει υποκατασταθεί από ποικίλες θεωρήσεις για τα νέα κοινωνικά υποκείµενα. Στο πλαίσιο αυτών, η αντίθεση κεφαλαίου – εργασίας δεν είναι η βασική αντίθεση, αλλά µία ανάµεσα σε δεκάδες άλλες. Η εργατική τάξη προφανώς έχει υποστεί αλλαγές αλλά αυτό δεν σηµαίνει ότι έπαψε να είναι η δύναµη που βάζει σε κίνηση την παραγωγή και την οικονοµία. Οι εργάτ(ρι)ες είναι όχι απλώς περισσότεροι από παλιά αλλά κοινωνική πλειονότητα, παρόλο που πολλοί και πολλές δεν φοράνε µπλε φόρµα. Το γεγονός ότι είναι µορφωµένοι-ε, ακολουθούν κάποιο (άτυπο ή επιβεβληµέnο) dress cod και συχνά χρησιµοποιούν λάπτοπ δεν σηµαίνει8 ότι είναι λιγότερο εργατική τάξη ή λιγότερο ικανοί να παλέψουν για την κοινωνική αλλαγή. ∆εν σηµαίνει επίσης ότι είναι «προνοµιούχοι» ή «εξασφαλισµένοι»: ∆εν ήταν στις δεκαετίες του νεοφιλελευθερισµού πριν την κρίση του 2008, δεν είναι -πολύ περισσότερο- τώρα. Ζουν µε 500 και 1.000 ευρώ στην Ελλάδα, µε λίγο περισσότερα στον δυτικό κόσµο, µε πολύ λιγότερα στον υπόλοιπο πλανήτη. Σήµερα είναι απείρως περισσότεροι και αντικειµενικά ισχυρότεροι από ό,τι πριν 100 χρόνια.

Το πρόβληµα είναι «υποκειµενικό»: ότι οι πολιτικές τους οργανώσεις είναι σε κρίση ύστερα από αλλεπάλληλες ήττες. Έχουν ξεχάσει όχι µόνο να οργανώνουν αλλά και να µιλούν έστω για την εργατική τάξη. Έτσι, οι ίδιοι οι εργάτες (εργαζόµενοι, µισθωτοί, «προλεταριάτο») είναι λιγότερο οργανωµένοι και άρα περισσότερο εξαρτώµενοι από την αστική προπαγάνδα, πιο παθητικοί, λιγότερο µαχητικοί, µε µικρότερη αυτοπεποίθηση και συλλογική αίσθηση των κοινών συµφερόντων τους, µε λιγότερες δυνατότητες να δώσουν οικονοµικές µάχες απέναντι στα αφεντικά τους και να νιώσουν τη δύναµη που τους δίνει ο χώρος δουλειάς τους. Τέτοιες δυσκολίες ωστόσο, κατά ιστορικές περιόδους µάλιστα ακόµη µεγαλύτερες, πάντα υπήρχαν στο κίνηµα αντίστασης. Το ζήτηµα δεν είναι να αναλύσουµε το προλεταριάτο σαν «τάξη καθεαυτή», αλλά να εστιάσουµε στους τρόπους και στη διαδικασία συγκρότησής της σε «τάξη για τον εαυτό της». Αυτή η διαδικασία είναι κατεξοχήν πολιτική και ιδεολογική, και είναι ακριβώς αυτή από την οποία έχει ουσιαστικά παραιτηθεί η Αριστερά.

 

Μεταρρύθµιση ή επανάσταση;

Το δίληµµα επανάσταση ή µεταρρύθµιση τέθηκε στο κέντρο της στρατηγικής συζήτησης από την Ρόζα Λούξεµπουργκ, απαντήθηκε εµφατικά από τους Μπολσεβίκους και επιβεβαιώθηκε σαν εφαρµοσµένη στρατηγική στην Οκτωβριανή επανάσταση, σφραγίζοντας τις εξελίξεις ολόκληρου του 20ού αιώνα. Η ρεφορµιστική πτέρυγα της εποχής, οι Μενσεβίκοι (που δήλωναν «µαρξιστές» επίσης) και οι Εσέροι, ηγεσία των φτωχών αγροτικών µαζών µέχρι τότε, κρατούσαν τα εργατικά συµβούλια (σοβιέτ) υπό την οµηρία των αστών και των γαιοκτηµόνων και γύρευαν συµβιβασµούς µαζί τους. Ως αποτέλεσµα ούτε η Γη δόθηκε στους αγρότες ούτε ψωµί στους εργάτες ούτε ο πόλεµος σταµάτησε. Τα συνθήµατα της Ρώσικης Επανάστασης υλοποιήθηκαν όλα και άµεσα µόλις οι Μπολσεβίκοι πήραν την πλειοψηφία στα Σοβιέτ και αφαίρεσαν την εξουσία από τους αστούς.

Για να γίνουν αυτά δεν αρκούσε το «αυθόρµητο»: η αυθόρµητη κινητοποίηση των µαζών γκρέµισε τον τσάρο, αλλά η επανάσταση χρειαζόταν συνθήµατα και τακτική που να οδηγούν στην ανατροπή του συστήµατος εξουσίας του τσάρου, των αστών και των γαιοκτηµόνων, διαφορετικά το πιθανότερο ήταν να επιστρέψει ο τσάρος ή ένα άλλο αντιδραστικό καθεστώς από την πίσω πόρτα. Το κίνηµα έδωσε σηµάδια αυτοθυσίας και ηρωισµού όταν οι τσαρικοί πυροβολούσαν στο ψαχνό. Οδήγησε στη συµφιλίωση µε τον στρατό µέσα από τη στάση του αυτή και έπειτα από πολλούς νεκρούς. Ωστόσο, δεν µπορούσε να φτάσει να υλοποιήσει τη στρατηγική «όλη η εξουσία στα Σοβιέτ». Η επανάσταση του Φλεβάρη αποδείχθηκε ότι είχε «ηγεσία» -ή ίσως καλύτερα ότι παραχώρησε την ηγεσία- στους ρεφορµιστές στα Σοβιέτ, για να την παραδώσουν αυτή µε τη σειρά τους στους αστούς.

 

Το µαζικό επαναστατικό κόµµα

Χρειαζόταν λοιπόν µια οργανωµένη δύναµη, που να αποκαλύψει τον προδοτικό ρόλο της «υπαρκτής» ηγεσίας, να της αποσπάσει την επιρροή και να δώσει µια άλλη προοπτική στην επανάσταση. Αυτό το καθήκον µε τη σειρά του απαιτούσε συγκεκριµένη τακτική: πρωτοβουλίες για κλιµάκωση του αγώνα, διεκδίκηση µέχρι τέλους των αιτηµάτων της επανάστασης όταν οι ρεφορµιστές έκαναν εκπτώσεις, κοινή δράση µε τους «προδότες» ρεφορµιστές απέναντι στον καπιταλισµό αλλά και τακτικές υποχωρήσεις –π.χ. «φρενάρισµα» της Ιουλιανής εξέγερσης στην Πετρούπολη, που επειδή ήταν πρόωρη θα µπορούσε να αποβεί καταστροφική, καθώς οι συνθήκες δεν ήταν εξίσου ώριµες στην υπόλοιπη Ρωσία. Ωστόσο, τα «Ιουλιανά» του 1917 δεν είχαν καµία σχέση µε την τακτική του ΚΚΕ στην εξέγερση του ∆εκέµβρη του 2008 στην Ελλάδα, όταν το κόµµα του Περισσού έκανε συµµαχία µε το αστικό-κρατικό µπλοκ καταγγέλλοντας «απ’ έξω» την εξέγερση («Ο ΣΥΡΙΖΑ χαϊδεύει τα αυτιά των κουκουλοφόρων») και το χειροκροτούσαν οι ∆εξιοί και οι φασίστες. Οι Μπολσεβίκοι στα «Ιουλιανά» εφάρµοσαν την «παιδαγωγική» µέθοδο προς τα λάθη του προλεταριάτου που είχε συστήσει ο Μαρξ αναφερόµενος στην Κοµµούνα: µαζί µε την εργατική τάξη ακόµη και στα λάθη της,  όχι µόνο γιατί είναι η τάξη µας αλλά και γιατί µόνο έτσι θα µάθει να τα αποφεύγει εµπιστευόµενη την ηγεσία του επαναστατικού κόµµατος.

Με µια τέτοια στάση απέναντι στα «Ιουλιανά» του 1917, οι Μπολσεβίκοι κατάφεραν να ελαχιστοποιήσουν τους νεκρούς (έχοντας και οι ίδιοι νεκρούς και συλληφθέντες), πείθοντας τους εργάτες ότι είχαν δίκιο µέσα στην κοινή µάχη. Τελικά οι Μπολσεβίκοι µε τον παράνοµο οργανωµένο µηχανισµό τους επιβίωσαν του κύµατος καταστολής που ακολούθησε τα «Ιουλιανά» και διατήρησαν στο ακέραιο τις προϋποθέσεις για την επανάσταση αλλά και τη δυνατότητα των ίδιων να ηγηθούν σε αυτήν.

Τέτοιες «δεξιότητες» το κόµµα του Λένιν και του Τρότσκι απέκτησε επειδή τα στελέχη του ατσαλώθηκαν στα 15 χρόνια που προηγήθηκαν της επανάστασης, δοκιµαζόµενα σε καιρό καταστολής, παρανοµίας, πολέµων, της τσακισµένης επανάστασης του 1905. ∆εν αρκούσαν µια χούφτα φωτισµένοι ηγέτες που τη «στιγµή» της επανάστασης του 1917 θα έχτιζαν δεσµούς µε τις µάζες· προπαιτούνταν προεργασία χρόνων και µαζικός µηχανισµός αγωνιστ(ρι)ών µε ρίζες στους εργασιακούς χώρους και στις πόλεις, που θα µπορούσε να παίξει ρόλο προπαγανδιστή, οργανωτή, συντονιστή, ηγέτη της µάχης την κρίσιµη στιγµή.

Το µαζικό επαναστατικό κόµµα (πρέπει να) είναι συλλογικός διανοούµενος, οργανωτής, η ανθεκτική και πρωτοπόρα ραχοκοκαλιά της τάξης µας, ηγέτης στον αγώνα. Πρέπει το ίδιο να διδαχθεί την τέχνη της επανάστασης – και ο διαπαιδαγωγητής πρέπει να διαπαιδαγωγηθεί. Και όλα αυτά δεν γίνονται την κρίσιµη ώρα, αλλά προετοιµάζονται σε «ανύποπτο» χρόνο, στα χρόνια πριν την επανάσταση.

Η σηµερινή Αριστερά, στην πλειονότητά της δεν έχει εγκαταλείψει µόνο το «προλεταριάτο» αλλά και το «κόµµα».

 

∆ιεθνισµός και επαναστατικός ντεφετισµός ενάντια στην «εθνική ενότητα» και τα «εθνικά δίκαια»

Το Μπολσεβίκικο κόµµα έκανε πριν, κατά τη διάρκεια και µετά το 1917 δύσκολες επιλογές και κόντρα στο ρεύµα, όπως το να παλεύει για να ηττηθεί η χώρα «του» στον πόλεµο, για να µετατρέψει τον «πατριωτικό» ιµπεριαλιστικό πόλεµο σε ταξικό εµφύλιο, δηλαδή σε πόλεµο ενάντια στην αστική τάξη (αντί να παλεύει για «ανεξαρτησία της Ρωσίας απέναντι στη Γαλλία, τη Γερµανία και την Αγγλία» π.χ., όπως θα έκανε η πλειονότητα της σηµερινής Αριστεράς αν δρούσε στη Ρωσία εκείνης της εποχής), αλλά µε την ακλόνητη πίστη ότι ο διεθνισµός είναι προϋπόθεση τόσο για το σταµάτηµα του πολέµου όσο και για τη νίκη της επανάστασης, που µπορεί να επικρατήσει µόνο διεθνώς και όχι αποµονωµένα σε µια ή δυο χώρες. Πολλοί εκπρόσωποι της σταλινοπατριωτικής ή/και της ευρωκοµµουνιστικής παράδοσης σήµερα σηκώνουν τη σηµαία των «κυριαρχικών δικαιωµάτων» στις διεθνείς θάλασσες και µοιάζουν έτοιµοι να κηρύξουν «επιστράτευση» για συµµετοχή ακόµη και σε πόλεµο «ενάντια στον φασίστα Ερντογάν».   

Τι όµως στα αλήθεια έκαναν οι Μπολσεβίκοι στη Ρωσία ύστερα από τη νίκη της επανάστασης; Υπέγραψαν ειρήνη «πάση θυσία» µε τη Γερµανία, παραχωρώντας µάλιστα περίπου το 1/3 των ρωσικών εδαφών (συνθήκη ειρήνης του Μπρεστ Λιτόφσκ). Γιατί το έκαναν αυτό; Μήπως γιατί ήταν «πουληµένοι» στα γερµανικά συµφέροντα, γιατί ήταν «πράκτορες», τσιράκια των αντίστοιχων «Γκρίζων λύκων» των «γερµαναράδων»; Κάθε άλλο: το έκαναν γιατί µόνο αρνούµενοι να πολεµήσουν τους Γερµανούς φαντάρους-ταξικά τους αδέρφια, θα βοηθούσαν να ξεδιπλωθεί η διεθνής δυναµική της σοσιαλιστικής επανάστασης. Όπως κι έγινε, καθώς σχεδόν άµεσα µετά την σύναψη Ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ ξέσπασε η µεγάλη γερµανική επανάσταση, µε το γερµανικό προλεταριάτο να µιµείται το παράδειγµα του ρωσικού. Πόσο µακριά είναι αυτή η λογική από την σηµερινή ελληνική Αριστερά που κατά πλειοψηφία υπερασπίζεται τα «κυριαρχικά δικαιώµατα» και τα ελληνικά αστικά-ιµπεριαλιστικά δίκια στη µάχη των ΑΟΖ και τους Έλληνες απέναντι τους Τούρκους καπιταλιστές;

Οι ίδιοι οι Μπολσεβίκοι δεν θα διανοούνταν καν την επανάσταση του Οκτώβρη του 1917 σε µια καθυστερηµένη χώρα (όπως η τσαρική Ρωσία) αν ακολουθούσαν το παράδειγµα της εγχώριας σταλινικής Αριστεράς, για την οποία συνήθως οι συνθήκες «ποτέ δεν είναι ώριµες» ούτε για εξέγερση ούτε για σοσιαλισµό. Οι Ρώσοι επαναστάτες το έκαναν γιατί πίστευαν στη διεθνή νίκη του σοσιαλισµού, την οποία όµως θα άνοιγε η επανάσταση σε µια -έστω- καθυστερηµένη χώρα. Και αντίθετα η νίκη του σοσιαλισµού δεν θα διατηρούταν στη Ρωσία αν δεν ακολουθούσαν νίκες και σε άλλες, προηγµένες καπιταλιστικά χώρες όπως η Γερµανία.

Οι Μπολσεβίκοι έδωσαν το δικαίωµα στις καταπιεσµένες εθνότητες της ρωσικής αυτοκρατορίας για αυτοδιάθεση, µέχρι και το δικαίωµα απόσχισης-αποχωρισµού. Πόσο µακριά από τη σηµερινή Αριστερά που αρνείται το δικαίωµα αυτοπροσδιορισµού στους σλαβόφωνους Μακεδόνες εργάτες/εργάτριες του γειτονικού κράτους, κάνοντας κριτική στην ελληνική αστική τάξη από τα δεξιά;

Όπως τότε έτσι και σήµερα ο σοσιαλισµός στην Ελλάδα δεν µπορεί να νικήσει αν δεν εξαπλωθεί στα Βαλκάνια και στην Τουρκία. Αλλά για να εξαπλωθεί εκεί πρέπει εκείνοι οι λαοί να παραδειγµατιστούν από τον διεθνισµό του ελληνικού προλεταριάτου. Με κραυγές για πόλεµο και υπεράσπιση των «εθνικών δικαίων» οι εργάτ(ρι)ες των χωρών σε Βαλκάνια και Αιγαίο το µόνο που εξασφαλίζουν είναι να έρθουν πιο κοντά σε ένα ακόµα σφαγείο και συντριβή.

3 Σχόλια

  1. Καλή η αναδρομή και η ανάλυση στο παρελθόν αλλά αν θέλουμε το μέλλον μας πρέπει να κοιτάξουμε και να αναλύσουμε το παρόν. Τα δεδομένα έχουν αλλάξει και τα μέσα που έχει προσθέσει η άρχουσα τάξη στο οπλοστάσιο της πλέον διαβρώνει αντιλήψεις σε βαθμό πρωτόγνωρο βάση την εποχή που ζούμε και την πρόσβαση που υπάρχει στη πληροφορία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρέπει να αλλάξουν πολλά.

    • “Επειδή ο κόσμος είναι ζόρικος κι εμείς ασθενικοί” για να τον αναλύσουμε, γι’ αυτό ακριβώς και η πλειοψηφία της (αυτοπροσδιοριζόμενης) Ριζοσπαστικής, Αντικαπιταλιστικής, Διεθνιστικής, Επαναστατικής Αριστεράς ανατρέχει στο παρελθόν όχι για να το αναλύσει (και ο παλιός κόσμος ήταν επίσης ζόρικος), αλλά για να αντλήσει δύναμη, βολονταρισμό και αυτοπεποίθηση. Και να τα βρει, όμως, τι να τα κάνει από τη στιγμή που, όπως λες, “τα δεδομένα έχουν αλλάξει” και δεν έχει κατανοήσει τις αλλαγές; Και να προσθέσω εδώ εγώ, ότι δεν έχουν αλλάξει μόνο επειδή το οπλοστάσιο της άρχουσας τάξης έχει εμπλουτιστεί ποσοτικά. Το σημαντικότερο είναι ότι έχει εμπλουτιστεί ποιοτικά. Έχει εκσυγχρονιστεί δηλαδή, σύμφωνα με τις σύγχρονες συνθήκες. Κι ακόμα, έχει διδαχθεί από τον Λένιν περισσότερο από εμάς. Γιατί η άρχουσα τάξη έχει κατανοήσει πλήρως την αξία της αποστροφής του “Να μαθαίνουμε από τους εχθρούς μας!” κι έχει μάθει από εμάς. Εμείς είμαστε οι στόκοι που αρνούμαστε να διδαχθούμε από αυτούς, διότι, λέει, αυτό “αντίκειται στις αρχές και τις αξίες της Αριστεράς”.

      Κάπως έτσι έχουμε μείνει ακόμα στα “λιανοντούφεκα” του 1917….

  2. Επανέρχομαι, διότι το παραπάνω δικό μου σχόλιο αδικεί το άρθρο (και τον αρθρογράφο) σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Στη σωστή επισήμανση ότι «Ο “κινηματισμός” δεν αρκεί» και στην ανάλυση αυτής της ανεπάρκειας. Συνεπώς, ως προς αυτό, mea culpa και mille pardons.🙂

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.