Δεκέμβρης ’44

Του Βαγγέλη Λιγάση

 

 

«Διά να υπάρξη ο Δεκέμβριος έπρεπε προηγουμένως να είχωμεν έλθει εις την Ελλάδα. Και τούτο ήτο δυνατόν μόνον με την συμμετοχήν και του ΚΚΕ εις την κυβέρνησιν, δηλαδή με τον Λίβανον. Και δια να ευρεθούν εδώ οι Βρετανοί, οι οποίοι ήσαν απαραίτητοι δια την Νίκην, έπρεπε προηγουμένως να υπογραφεί το σύμφωνον της Καζέρτας. Και δια να γίνει η Στάσις του Δεκεμβρίου έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσον αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθεί ειρηνικώς τον αφοπλισμόν του ή να επιχειρήσει την Στάσιν, υπό συνθήκας όμως πλέον, αι οποίαι οδήγουν προς την συντριβήν του».

 

Γεώργιος Παπανδρέου, ο… Γέρος της Δημοκρατίας

 

«Εφόσον οι μεγάλοι σύμμαχοι αποφάσισαν πως η παρουσία του βρετανικού στρατού στην Ελλάδα είναι χρήσιμη, σημαίνει πως είναι. Πιστεύουμε πως η σύγκρουση ΕΛΑΣ και Βρετανών ήταν αποτέλεσμα μιας θλιβερής παρεξήγησης, η οποία ελπίζουμε θα ξεχαστεί».

 

Γιώργης Σιάντος, ηγέτης του ΚΚΕ, αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας

 

 

Στις 12 Οκτώβρη του ’44, τα ναζιστικά στρατεύματα αποχωρούν από την Αθήνα και οι δρόμοι της Αθήνας γεμίζουν για μέρες από χαρούμενα πλήθη, σε τεράστιες διαδηλώσεις του ΕΑΜ (Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο υπό την καθοδήγηση του ΚΚΕ). Γράφει ο (αστός) συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς:

 

«[…] Στον αέρα υπάρχει Ρώσικη Επανάσταση, µα και Γαλλική Επανάσταση και Κοµµούνα του Παρισιού και απελευθερωτικός εθνικός πόλεµος και ποιος ξέρει τι άλλα θολά στοιχεία που δεν τα ξεχωρίζουµε ακόµα […] Ο λαός βρήκε µια λέξη και την πιπιλίζει ολοένα: ‘‘Λαοκρατία’’. […] Ο λαός ν’ ανέβει, ο λαός να γίνει αφέντης, να πάψουν οι κακοί ν’ αδικούν το λαό – αυτό είναι το γενικό αίτηµα».

 

Όταν η κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» (κυβέρνηση που σχηματίστηκε στον Λίβανο τον Ιούλη του 44 μετά από κλυδωνισμούς στο ΕΑΜ και αποκήρυξη του κινήματος των φαντάρων της Μέσης Ανατολής san «προδοτικού») έφτασε στην Αθήνα, διέθετε τόση εξουσία όση είχε την καλή θέληση να της παραχωρήσει η ηγεσία του ΚΚΕ.

Ο ΕΛΑΣ (Ελληνικός Απελευθερωτικός Στρατός – στρατιωτικός βραχίονας του ΕΑΜ) έλεγχε τα 2/3της χώρας, το ΚΚΕ είχε φτάσει τα 450.000 µέλη, το ΕΑΜ το ακολουθούσαν εκατομμύρια.

Το ΚΚΕ θα προσπάθησε να συγκρατήσει τη λαϊκή αγανάκτηση και να δώσει διαπιστευτήρια σεβασµού της αστικής νοµιµότητας. Έτσι, το ΕΑΜ µπήκε από την αρχή στην υποτιθέµενη «κυβέρνηση εθνικής ενότητας» του Γ. Παπανδρέου -και µάλιστα ως µειοψηφία- και αντί να οργανώσει την επερχόμενη σύγκρουση, έσπειρε στον κόσµο του απογοήτευση και αυταπάτες.

 

Από τον Οκτώβρη έως τον Δεκέμβρη

 

Από τον Οκτώβρη της απελευθέρωσης ως τον αναπόφευκτο ∆εκέµβρη, οι υπουργοί του ΕΑΜ υπέγραψαν όλες τις αποφάσεις που µείωναν δραστικά τους µισθούς, «για να ισοσκελιστεί ο προϋπολογισµός» και για να δοθούν κίνητρα στους βιοµήχανους να ανοίξουν τα εργοστάσια.

Ο πληθωρισμός κάλπαζε, οι τιμές των τροφίμων ήταν απλησίαστες, οι μαυραγορίτες εξακολουθούσαν να πλουτίζουν και οι δωσίλογοι έμεναν ατιμώρητοι. Οι Έλληνες καπιταλιστές, συνηθισµένοι στην Κατοχή σε απίθανες απολαβές, προτιµούσαν να κερδοσκοπούν στις ανταλλαγές µεταξύ παλιάς και νέας δραχµής και χρυσής λίρας, που τους απέφεραν µεγαλύτερα κέρδη από τις επενδύσεις στην παραγωγή.

Σε τέτοιες συνθήκες, οι λιγνιτωρύχοι της Καλογρέζας επέβαλαν την επαναλειτουργία τους απόντων των «νόμιμων» ιδιοκτητών. Το παράδειγμά τους ακολουθούθησαν οι εργάτες στην «Εριουργική» και σε δεκάδες άλλες επιχειρήσεις. Ένα από τα πλακάτ που απαθανάτισε η φωτογραφική κάμερα σε μια από τις διαδηλώσεις εκείνου του Νοέμβρη γράφει: «Να ανοίξουν τα κλειστά εργοστάσια, να τιμωρηθούν οι προδότες». Μάταια, τα στελέχη του εργατικού ΕΑΜ προσπαθούσαν να συμμαζέψουν τις «απειθαρχίες». Στον ΕΛΑΣ ο αρχικαπετάνιος Βελουχιώτης οργανώνει αυτοβούλως σύσκεψη καπεταναίων των μεγάλων μονάδων στις 17/11/44 για τη λήψη μέτρων ενόψει της επερχόμενης σύγκρουσης. Δεν είναι παράξενο που η ανάγκη καταπολέμησης των «αριστερών παρεκκλίσεων» εμφανίζεται συχνά στις αποφάσεις του ΚΚΕ όσο πλησίαζε το τέλος της Κατοχής. Ο ριζοσπαστισμός και η αυτοπεποίθηση της εργατικής τάξης σήμαινε, για παράδειγμα, ότι οι οργανώσεις του ΚΚΕ στην Αθήνα έπρεπε να οργανώνουν τις απεργίες και τις διαδηλώσεις ενάντια στα μέτρα της κυβέρνησης και ταυτόχρονα να επιχειρηματολογούν για την αναγκαιότητά της˙ να καλωσορίζουν τους «Άγγλους συμμάχους» και να κρατάνε σε ετοιμότητα τον εφεδρικό ΕΛΑΣ˙ να προστατεύουν τους ταγματαλήτες από τη «δικαιοσύνη του πεζοδρομίου» και ταυτόχρονα να αναμετρούνται καθημερινά σε αμέτρητα μικρά επεισόδια με τις «εθνικιστικές» οργανώσεις.

 

Όµως, κανένα κόμμα δεν διαθέτει αρκετή δύναµη για να ξεγελάσει την Ιστορία. Μπροστά σε δύο ένοπλα κοινωνικά στρατόπεδα µε εντελώς αντίθετα συµφέροντα, που έχουν να λύσουν άµεσα το θέµα της εξουσίας, το ΚΚΕ κράτησε αυτοκτονική στάση. Προσπάθησε να παίξει κρυφτούλι µε την πάλη των τάξεων και να συµβιβάσει τα ασυµβίβαστα. Ο συνδυασμός της μαχητικής αυτοπεποίθησης των «από κάτω» με την προφανή αδυναμία των «από πάνω» επιτάχυνε την σύγκρουση.

 

Η κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», από την άλλη, είχε μοναδικό μέλημά της τον αφοπλισμό των ανταρτών και την ανασυγκρότηση του αστικού κρατικού μηχανισμού.

Η άρχουσα τάξη είχε χωριστεί στα δύο το 1941, µε την κατάληψη της Ελλάδας από τον χιτλερικό στρατό. Ο βασιλιάς κι ένα κοµµάτι του πολιτικού προσωπικού ακολούθησαν τους Άγγλους κι εγκαταστάθηκαν στο Κάιρο. Το µεγαλύτερο όµως τµήµα των αστών έµεινε πίσω και συνεργάστηκε µε τους ναζί. Στην Ελλάδα οι Μποδοσάκηδες, τα παλιότερα δηλαδή «τζάκια», οι Λάτσηδες και οι Λαναράδες, δηλαδή οι νεόπλουτοι, στην Κατοχή έφτιαξαν ή µεγάλωσαν υπέρµετρα τις περιουσίες τους.
Στα τέλη του 1944, όμως, η ελληνική αστική τάξη βρέθηκε να παλεύει (για πρώτη και μοναδική φορά στην ιστορία της) για να μη χάσει την εξουσία. Με την απελευθέρωση, τα δύο κοµµάτια ενώθηκαν. Το ίδιο και οι στρατοί τους. Στο Γουδί θα στρατωνιστεί η Ορεινή Ταξιαρχία, ο «εθνικός» στρατός που ανασυγκροτήθηκε στη Μέση Ανατολή. Στο Γουδί «κρατούνται» (και εξοπλίζονται) οι χιλιάδες άντρες των Ταγµάτων Ασφαλείας [γερμανοτσολιάδες, από την στολή τους – ή ράλληδες, από τον ιδρυτή τους Ιωάννη Ράλλη, κατοχικό «πρωθυπουργό» και πατέρα του πρώην πρωθυπουργού και αρχηγού της ΝΔ Γεώργιου Ράλλη], που παρέδωσε ο ΕΛΑΣ στην κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», προκειµένου να δικαστούν για συνεργασία µε τους ναζί και εγκλήµατα κατά του πληθυσµού.

 

Ο Δεκέμβρης

 

Η ανασυγκροτηµένη αστική τάξη ήθελε όλη την εξουσία και ο Άγγλος διοικητής Σκόµπι (που το ΚΚΕ είχε αποδεχτεί ως επικεφαλής του ΕΛΑΣ) έστειλε τελεσίγραφο την 1η ∆εκέµβρη 1944, απαιτώντας την άµεση διάλυση του ΕΛΑΣ.

Ακολούθησε παραίτηση των υπουργών του ΕΑΜ στις 2 Δεκέμβρη. Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ απαντούν με γενική απεργία και τεράστια ειρηνική διαδήλωση την Κυριακή 3 Δεκέμβρη στο Σύνταγμα. Ο Άγγελος Έβερτ (πατέρας του πρώην αρχηγού της ΝΔ Μιλτιάδη Έβερτ), διορισμένος από τους Γερμανούς αστυνομικός διευθυντής Αθηνών, κατ’ εντολή του Γεωργίου Παπανδρέου (του «Γέρου της δημοκρατίας»), διατάζει πυρ «στο ψαχνό». Σκοτώνονται 33 άτομα και τραυματίζονται 150. Την επόμενη μέρα το ΚΚΕ ξανακαλεί σε γενική απεργία. Οι μαρτυρίες λένε για 400 ίσως και 500 χιλιάδες κόσμο στους δρόμους. Στην επιστροφή της πορείας από την κηδεία των νεκρών της προηγούμενης μέρας αρχίζουν ξανά πυκνοί πυροβολισμοί εναντίον του πλήθους, κυρίως από μέλη της ακροδεξιάς οργάνωσης «Χ» και δωσίλογους. Ο απολογισμός είναι 100 νεκροί και τραυματίες.

Μόνο µετά τη διπλή σφαγή των διαδηλωτών από τις «δυνάµεις της τάξεως» σύρεται η ηγεσία του ΚΚΕ στην σύγκρουση, πιεζόμενη αφενός από την αδιαλλαξία της απέναντι μεριάς και αφετέρου από την μαχητικότητα της βάσης του ΕΑΜ-ΚΚΕ. Περιγράφει ένας Βρετανός αξιωματικός την απεργία της 4ης Δεκέμβρη:

 

«[…] η Αθήνα είναι μια παραλυμένη πόλη. Δεν υπάρχει νερό, γκάζι, ηλεκτρικό. Όλα τα καταστήματα είναι κλειστά. Ούτε σινεμά, ούτε θέατρα, ούτε δημόσιες συγκοινωνίες. Τα τραμ έχουν μείνει στη μέση του δρόμου, στο σημείο που βρέθηκαν όταν ξεκίνησε η απεργία. Οι υπάλληλοι του Δημαρχείου, των υπουργείων και των τραπεζών έχουν εγκαταλείψει τα πόστα τους. Μόνο λίγα τηλέφωνα λειτουργούν. Το προσωπικό των ξενοδοχείων που οι υπηρεσίες μας χρησιμοποιούν σαν καταλύματα κατέβηκαν αμέσως στην απεργία».

 

Ο Εφεδρικός ΕΛΑΣ της Αθήνας σε δύο μέρες κατέλαβε τα 23 από τα 25 αστυνοµικά τµήµατα και χτύπησε τη φωλιά των Χιτών δολοφόνων στο Θησείο. Ο Γρίβας, επικεφαλής της φασιστικής οργάνωσης Χ, και ελάχιστοι συνεργάτες του σώζουν τη ζωή τους χάρη στο αγγλικό τανκ στο οποίο καταφεύγουν.

Ο ΕΛΑΣ δεν χτυπάει τον αγγλικό στρατό, παρόλο που εκείνος επιχειρεί σταθερά στο πλευρό της κυβέρνησης Παπανδρέου και της αστικής τάξης. Έτσι, το 2ο Σύνταγµα του ΕΛΑΣ, 1.200 αντάρτες, που κατευθύνεται στο Γουδή για να χτυπήσει τους ταγµατασφαλίτες, συναντά αγγλικά στρατεύµατα και αφήνεται να αφοπλιστεί από αυτά. Στις 7 ∆εκέµβρη τα αγγλικά τανκς ξεκινούν επίθεση κατά του ΕΛΑΣ στην οδό Μάρνης. Ο ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ απαντούν µε… εκκλήσεις στους Άγγλους να µείνουν ουδέτεροι:

 

«Ο αγώνας µας είναι καθαρά εσωτερικός. Οι σύµµαχοι Άγγλοι πρέπει να µείνουν ουδέτεροι και τους βεβαιώνουµε ότι δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο».

 

Την ίδια µέρα που το ΚΚΕ ζητούσε από τους Άγγλους να µείνουν ουδέτεροι, αυτοί ξεκινάν να βοµβαρδίζουν τις λαϊκές γειτονιές της Αθήνας. Οι πρώτες βόµβες πέφτουν στην Καισαριανή. Από την επόµενη µέρα στους βοµβαρδισµούς µπαίνει και η αγγλική αεροπορία, και ο στόλος που βρισκόταν στον Φαληρικό Όρµο. Οι περιοχές που δοκιµάζονται πιο σκληρά είναι ο Πειραιάς, η ∆ραπετσώνα, η Κοκκινιά, το Περιστέρι, η Καισαριανή και ο Βύρωνας. Οι νεκροί από τις αγγλικές βόµβες υπολογίζονται σε εκατοντάδες. Σε απάντηση ο ΕΛΑΣ δεν έχει καθόλου βαρύ οπλισµό για να προστατέψει τον λαό της Αθήνας. Σε όλη την πρωτεύουσα υπάρχουν 2 πεδινά πυροβόλα, όταν µόνο από τις µάχες του Οκτώβρη στη Μακεδονία ο ΕΛΑΣ είχε κερδίσει 100! Το «Συγκρότηµα Μηχανηµάτων», ο σχηµατισµός βαρύ οπλισµού που συγκρότησε ο Άρης στην Πελοπόννησο και συνέβαλε καθοριστικά στις νίκες του ΕΛΑΣ σε Πύργο, Γαργαλιάνους και Μελιγαλά, βρίσκεται σε αχρηστία στη Μεσσηνία. Οι σηµαντικότερες µάχες διεξάγονται σε δύο σηµεία: Στο Γουδή και στου Μακρυγιάννη. Οι Βρετανοί θα ρίξουν εκεί τα τανκς και προκαλούν µεγάλες απώλειες στους αντάρτες. Σε αυτά τα δύο σηµεία καθηλώνεται η έφοδος των ανταρτών µπροστά στα βρετανικά θωρακισμένα. Αλλά ούτε οι Βρετανοί µπορούν να «εκκαθαρίσουν» το πεδίο της µάχης.

«Έφεδροι» του ΕΛΑΣ, γυναίκες και νέοι στήνουν οδοφράγματα στους δρόμους της πόλης και συγκρούονται με τανκς και αεροπλάνα του βρετανικού στρατού, αλλά και με τις συμμορίες των δωσίλογων. Εν τω μεταξύ, η «εξουσία» της κυβέρνησης και των Άγγλων περιορίζεται ανάμεσα στο Σύνταγμα, την Ομόνοια και το Κολωνάκι.

 

Για την πλούσια Αθήνα ο Δεκέμβρης ήταν μια μεγάλη δοκιμασία, ο «Μεγάλος Φόβος». Οι περιγραφές ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα από την άλλη πλευρά είναι αποκαλυπτικές. Λέει η Διόνη Δώδη, 15χρονη τότε κάτοικος Κολωνακίου, 60 χρόνια μετά:

 

«Υποφέραμε στην Κατοχή, είχαμε λίγα τρόφιμα, αλλά στην διάρκεια της εξέγερσης κυριολεκτικά πεινάσαμε […] δεν υπήρχε ούτε ηλεκτρικό, ούτε γκάζι, ούτε υπηρέτριες […]».

 

Και ο Gerolymatos, περιγράφοντας παραδείγματα θυρωρών που έμπαζαν ελεύθερους σκοπευτές σε πολυτελή διαμερίσματα πολυκατοικιών και υπηρετριών που περνούσαν όπλα μέσα από τις βρετανικές γραμμές στους φίλους τους στον ΕΛΑΣ, λέει:

 

«[…] Το απόγευμα, καθώς έφευγαν κάποιοι Άγγλοι αξιωματικοί από το σπίτι της Mary Henderson, μια ριπή από σφαίρες χτυπάει το πεζοδρόμιο. Ο ελεύθερος σκοπευτής στην στέγη ήταν ο μάγειράς μας. Δεν τον ξανάδαμε ποτέ».

 

Οι κύριες στρατιωτικές δυνάµεις του ΕΛΑΣ, µε επικεφαλής τους Άρη Βελουχιώτη και Στέφανο Σαράφη, αντί να κατέβουν στην Αθήνα στέλνονται στο Βορρά, για να αφοπλίσουν τις δυνάµεις του Ζέρβα στην Ήπειρο και του Τσαούς Αντόν στην Ανατολική Μακεδονία. Στις εκκλήσεις των ανταρτών να κατέβουν στην Αθήνα, η ηγεσία του ΚΚΕ τούς το απαγορεύει.

Τα ανακοινωθέντα της Κ.Ε. έχουν σταθερό µοτίβο:

 

«Τα επεισόδια στην Αθήνα έχουν τοπικό χαρακτήρα και θα διευθετηθούν».

 

Για µια ακόµη φορά, δεν ήταν ο ηρωισµός που έλειψε στον εξεγερµένο λαό. Έλειψε η ηγεσία µε καθαρές ιδέες για το ποιος είναι ο εχθρός και µε αποφασιστικότητα να τον αντιµετωπίσει.

Τα Χριστούγεννα του 1944, κι ενώ οι µάχες στους δρόµους της πρωτεύουσας είχαν κορυφωθεί µε εκατοντάδες νεκρούς καθηµερινά, ο Τσόρτσιλ έφτασε στην Αθήνα για συνομιλίες µε τους στρατηγούς του και τους «ηγέτες» της ελληνικής άρχουσας τάξης. Κατέλυσε στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Κάτω από αυτό, ο ΕΛΑΣ είχε τοποθετήσει µια τεράστια ποσότητα εκρηκτικών υλών. Επί µέρες το επιτελείο της αντίδρασης συζητούσε πάνω σε µια µπαρουταποθήκη, που το ΚΚΕ επέλεξε να µην πυροδοτήσει ποτέ. Ενώ η αστική τάξη δεν δίσταζε µπροστά σε κανένα έγκληµα για να σωθεί, η ηγεσία των εξεγερµένων δίσταζε συνεχώς. Αυτή η εικόνα αποδίδει το χαρακτήρα της σύγκρουσης των ∆εκεµβριανών.

 

Η ήττα

 

Ήδη από τις 20 ∆εκέµβρη και µετά οι Άγγλοι θα ενισχυθούν µε δυο πλήρεις θωρακισμένες µεραρχίες και θα περάσουν στην αντεπίθεση. Τα σμήνη της RAF έκαναν βομβαρδισμούς ακριβείας και τα κανόνια των βρετανικών πολεμικών πλοίων καίνε τις φτωχογειτονιές του Πειραιά και της νότιας Αθήνας για να «ανοίξουν» την δίοδο της Λεωφόρου Συγγρού απ’ όπου θα περάσουν τα τεθωρακισμένα που αποβιβάζονται στο Φάληρο. Η µάχη είχε πια κριθεί. Ύστερα από 33 μέρες οδομαχιών, ο ΕΛΑΣ εγκαταλείπει την Αθήνα ηττημένος, αν και εξακολουθεί να κυριαρχεί στα 4/5 της χώρας.

Τις ηµέρες των µαχών στην Αθήνα, η ΟΠΛΑ («πολιτοφυλακή» του ΕΑΜ που είχε και παλιούς αξιωµατικούς της Χωροφυλακής) συγκέντρωνε από τα σπίτια τους, αλλά και από τα οδοφράγµατα απέναντι στον αγγλικό στρατό, κάθε τροτσκιστή ή αντιπολιτευόµενο κοµµουνιστή. Ο επικεφαλής της επιχείρησης από τη µεριά της καθοδήγησης του ΚΚΕ Μπαρτζώτας, θα καµαρώσει στα αποµνηµονεύµατά του πως οδήγησε στο θάνατο 800 τροτσκιστές σε Αθήνα- Πειραιά στη διάρκεια των ∆εκεµβριανών! Τέτοιος αριθµός στρατευµένων τροτσκιστών δεν υπήρχε σε ολόκληρη τη χώρα. Οι περισσότεροι δολοφονηµένοι σαν «τροτσκιστές» ήταν µέλη του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, που άρχισαν να διαφωνούν ανοιχτά µε την αλλοπρόσαλλη πολιτική της ηγεσίας απέναντι στην αστική τάξη και τον αγγλικό στρατό είτε παλιότεροι αγωνιστές του εργατικού κινήµατος, που το ΚΚΕ φοβόταν πως θα µπορούσαν να λειτουργήσουν ως εναλλακτική ηγεσία στα αριστερά του.

Επιμύθιο, ή «ζήσανε αυτοί καλά και ’μεις χειρότερα»

 

Η πολιτική ηγεσία των εξεγερµένων, το ΚΚΕ, δεν είχε την πρόθεση να προχωρήσει τα πράγµατα πιο πέρα από έναν συµβιβασµό µε την άρχουσα τάξη. Όλη η πορεία προς το µακελειό του ∆εκέµβρη (και μετά) είναι η αναζήτηση ενός ουτοπικού ταξικού συµβιβασµού, στο όνοµα του «αντιφασιστικού» αγώνα, της «εθνικής ενότητας», του «εκδημοκρατισμού» κ.λπ.

Ωστόσο, η ένοπλη σύγκρουση δεν ξορκίστηκε µε τους συνεχείς δισταγµούς και προσπάθειες συµβιβασµού από τη µεριά του.
Η πιο μεγάλη επαναστατική ευκαιρία που γεννήθηκε ποτέ στην Ελλάδα, συντρίφτηκε. Το πιο τραγικό κεφάλαιο στην ιστορία της ελληνικής Αριστεράς σφραγίστηκε µε τη συµφωνία της Βάρκιζας τον Φλεβάρη 1945 και κλείνει οριστικά στα πεδία µάχης στο Γράµµο-Βίτσι  και στα κολαστήρια στη Μακρόνησο, στο Τρίκερι κ.λπ. Οι εργάτες, οι μάγειρες, οι λούστροι και οι υπηρέτριες έπρεπε να γυρίσουν στις θέσεις τους, να πάρουν ένα μάθημα που δεν θα το ξεχνούσαν ούτε αυτοί ούτε και τα παιδιά τους.

 

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.