Επαναπροωθήσεις: Η κανονικοποίηση της βαρβαρότητας στα ευρωπαϊκά σύνορα
Της Ελένης Αναστασιάδου
Σε µια εποχή όπου η Ευρώπη επιµένει να αυτοπαρουσιάζεται ως χώρος δηµοκρατίας, δικαιωµάτων και ανθρωπισµού, τα σύνορά της αφηγούνται µια εντελώς διαφορετική ιστορία. Στον Έβρο και στο Αιγαίο, εκεί όπου υποτίθεται ότι ξεκινά η «προστασία» της ευρωπαϊκής επικράτειας, εξελίσσεται εδώ και χρόνια µια συστηµατική πολιτική αποτροπής που έχει ως βασικό της εργαλείο την κατάργηση κάθε έννοιας δικαίου για τους πρόσφυγες και τους µετανάστες.
Οι επαναπροωθήσεις – οι βίαιες και παράνοµες επιστροφές ανθρώπων χωρίς καµία πρόσβαση σε διαδικασία ασύλου – δεν αποτελούν πια ισχυρισµούς που προέρχονται από µεµονωµένες καταγγελίες, αλλά τεκµηριωµένη πραγµατικότητα. Η πρόσφατη έρευνα του BBC έρχεται να προσθέσει ακόµη ένα κρίσιµο κοµµάτι σε αυτό το παζλ, επιβεβαιώνοντας µε τρόπο που δύσκολα επιδέχεται αµφισβήτηση ότι οι πρακτικές αυτές δεν είναι ούτε τυχαίες ούτε µεµονωµένες. Αντίθετα, φαίνεται να συγκροτούν ένα οργανωµένο σύστηµα που λειτουργεί µε συνέχεια, επαναληψιµότητα και µε σιωπηρή πολιτική κάλυψη. Η έρευνα καταγράφει µαρτυρίες που προκαλούν αποτροπιασµό. Άνθρωποι που πέρασαν τα σύνορα αναζητώντας προστασία αναφέρουν πώς συνελήφθησαν, ξυλοκοπήθηκαν, ληστεύτηκαν και τελικά εξαναγκάστηκαν να επιστρέψουν στην Τουρκία χωρίς να τους δοθεί η παραµικρή δυνατότητα να αιτηθούν άσυλο. Το δικαίωµα που κατοχυρώνεται από το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο εξαφανίζεται στην πράξη, µετατρέποντας τα σύνορα σε µια ζώνη όπου ο νόµος παύει να ισχύει.
Ακόµη πιο σκοτεινή είναι η διάσταση που αναδεικνύει η ίδια έρευνα για τη φερόµενη εµπλοκή µεταναστών στη διαδικασία επαναπροώθησης άλλων µεταναστών. Άνθρωποι που βρίσκονται ήδη σε ευάλωτη θέση φέρονται να στρατολογούνται –άλλοτε µε υποσχέσεις, άλλοτε µε εκβιασµούς– για να συµµετέχουν σε αυτές τις επιχειρήσεις, γεγονός που αναδεικνύει πως η βία στα σύνορα δεν περιορίζεται στην άµεση σύγκρουση κράτους–προσφύγων, αλλά επεκτείνεται σε ένα πεδίο εκβιαστικών συνθηκών όπου η απόλυτη ευαλωτότητα γίνεται εργαλείο διαχείρισης. Σε αυτό το πλαίσιο, άνθρωποι που βρίσκονται ήδη σε κατάσταση εκτοπισµού και επισφάλειας εµφανίζονται να εµπλέκονται σε διαδικασίες που τους υπερβαίνουν πλήρως, όχι ως φορείς επιλογής, αλλά µέσα σε καθεστώτα πίεσης, ανάγκης και επιβίωσης. Έτσι, η βία δεν εµφανίζεται µόνο ως πράξη καταστολής από τα πάνω, αλλά ως µηχανισµός που εισχωρεί στις πιο ευάλωτες κοινωνικές θέσεις, µετατρέποντας την επιβίωση σε πεδίο συνεχούς εξαναγκασµού. Πρόκειται, λοιπόν, για έναν µηχανισµό που δεν περιορίζεται στη βία, αλλά την πολλαπλασιάζει, µετατρέποντας τα θύµατα σε εξαναγκασµένους φορείς της.
Η ελληνική κυβέρνηση, όπως και στο παρελθόν, απορρίπτει τις καταγγελίες. Οι αποκαλύψεις χαρακτηρίζονται υπερβολικές, ανακριβείς ή και φανταστικές. Ωστόσο, το βάρος των στοιχείων γίνεται ολοένα και πιο δύσκολο να αγνοηθεί. ∆εν πρόκειται για µία µεµονωµένη δηµοσιογραφική έρευνα. Είναι η συσσώρευση µαρτυριών, εκθέσεων και διεθνών παρεµβάσεων που συγκλίνουν σε µια κοινή διαπίστωση: ότι οι επαναπροωθήσεις αποτελούν συστηµατική πρακτική. Και όσο η άρνηση επιµένει απέναντι σε αυτή τη συσσωρευµένη πραγµατικότητα, τόσο ενισχύεται η εικόνα µιας πολιτικής που δεν λογοδοτεί, αλλά επιλέγει τη συγκάλυψη ως άµυνα. Μιας πολιτικής που, αντί να απαντά µε διαφάνεια και έρευνα, επιχειρεί να απονοµιµοποιήσει το ίδιο το ερώτηµα.
Το ερώτηµα, εποµένως, δεν είναι αν συµβαίνουν. Το ερώτηµα είναι γιατί συνεχίζονται. Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο µε τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιλέξει να διαχειριστεί το προσφυγικό ζήτηµα. Αντί για µια πολιτική που βασίζεται στην αλληλεγγύη και τη δίκαιη κατανοµή ευθυνών, έχει επικρατήσει ένα δόγµα αποτροπής. Τα σύνορα µετατρέπονται σε οχυρά και οι χώρες πρώτης γραµµής σε φράγµατα. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η παραβίαση δικαιωµάτων δεν είναι µια «παρέκκλιση». Είναι ενσωµατωµένη λειτουργία του συστήµατος και οι επαναπροωθήσεις είναι χρήσιµες για αυτήν την πολιτική.
Όµως το πιο σκληρό αποτύπωµα αυτής της πολιτικής δεν βρίσκεται µόνο στις καταγγελίες, αλλά και στα νεκρά σώµατα που την ακολουθούν. Το ναυάγιο της Πύλου, ένα από τα πιο πολύνεκρα ναυάγια στη Μεσόγειο τα τελευταία χρόνια, ανέδειξε µε τραγικό τρόπο τι σηµαίνει «διαχείριση συνόρων» όταν αυτή µεταφράζεται σε απουσία διάσωσης και καθυστέρηση αποφάσεων. Εκατοντάδες άνθρωποι χάθηκαν στη θάλασσα, όχι ως «στατιστικό δυστύχηµα», αλλά ως αποτέλεσµα ενός συστήµατος που αντιµετωπίζει την αποτροπή ως προτεραιότητα έναντι της διάσωσης. Αντίστοιχα, στο ναυάγιο ανοιχτά της Χίου, ζωές χάθηκαν µέσα σε λίγα λεπτά, υπενθυµίζοντας ότι το Αιγαίο έχει µετατραπεί σε χώρο όπου η απόγνωση συναντά την πολιτική αδιαφορία. Οι άνθρωποι που πνίγονται στο Αιγαίο, που χάνονται στον Έβρο ή εξαφανίζονται χωρίς ίχνος, δεν αποτελούν «ατυχή περιστατικά». Είναι το άµεσο αποτέλεσµα µιας πολιτικής που θέτει την αποτροπή πάνω από τη ζωή και κάθε επανάληψη αυτής της πολιτικής δείχνει ότι η απώλεια ανθρώπινων ζωών έχει πάψει να λειτουργεί ως όριο.
Η κανονικοποίηση αυτής της βίας είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο. Όταν οι καταγγελίες επαναλαµβάνονται και δεν προκαλούν πλέον σοκ, όταν η δηµόσια συζήτηση µετατοπίζεται από το «αν συµβαίνει» στο «αν είναι δικαιολογηµένο», τότε έχουµε περάσει σε ένα επικίνδυνο στάδιο. Σε ένα στάδιο όπου η εξαίρεση γίνεται κανόνας και η παραβίαση δικαιωµάτων παρουσιάζεται ως αναγκαίο κακό. ∆εν µπορούµε να συµβιβαστούµε µε την ιδέα ότι η ασφάλεια προϋποθέτει την απανθρωποποίηση. Οφείλουµε να επαναφέρουµε στο κέντρο της συζήτησης τον άνθρωπο – όχι ως αριθµό, όχι ως «ροή», αλλά ως φορέα δικαιωµάτων και αξιοπρέπειας. Αυτό σηµαίνει, πρώτα απ’ όλα, την ξεκάθαρη καταδίκη των επαναπροωθήσεων και την απαίτηση για τη διακοπή τους. Σηµαίνει διαφάνεια, ανεξάρτητες έρευνες και λογοδοσία για κάθε καταγγελία βίας. Πάνω απ’ όλα, όµως, σηµαίνει την αµφισβήτηση του ίδιου του πλαισίου που παράγει αυτές τις πολιτικές. Μια Ευρώπη που χτίζει τείχη δεν µπορεί να είναι ταυτόχρονα µια Ευρώπη δικαιωµάτων. Και µια κοινωνία που αποδέχεται τη βία στα σύνορά της δεν µπορεί να θεωρεί ότι αυτή η βία δεν την αφορά.
∆εν µένουµε παρατηρητές. Εµείς διεκδικούµε ανοιχτά σύνορα για τους κατατρεγµένους, πλήρη σεβασµό στο δικαίωµα στο άσυλο, άµεση διάσωση στη θάλασσα και προστασία κάθε ανθρώπινης ζωής χωρίς εξαιρέσεις. ∆ιεκδικούµε αλήθεια για το ναυάγιο της Πύλου και της Χίου, δικαιοσύνη για τους νεκρούς και λογοδοσία για κάθε πολιτική που επιτρέπει ή συγκαλύπτει τον θάνατο. ∆ιεκδικούµε µια κοινωνία που δεν φοβάται τον «άλλον», αλλά στέκεται δίπλα του. Γιατί η αλληλεγγύη δεν είναι απλώς ένα σύνθηµα – είναι στάση ζωής και πολιτική επιλογή.

