«Ατυχές Πήδημα ή Παλαβό Πορνό»: μια λαμπερή σάτιρα τής πανδημίας, ένα τεράστιο F*** you στον καπιταλισμό, και τη σεμνοτυφική υποκρισία

του Μάριου Αυγουστάτου

Η λαμπρότητα του «Ατυχές Πήδημα ή Παλαβό Πορνό» («Bad Luck Banging or Loony Porn»), της εκπληκτικής σάτιρας του Ρουμάνου σκηνοθέτη Radu Jude (κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο), συνδυάζει δύο πολύ διαφορετικά είδη ταινιών που θεωρητικά δεν θα μπορούσαν να λειτουργούν αρμονικά, αλλά καταλήγουν να αλληλοσυμπληρώνονται. Ο σκηνοθέτης απαντάει με μια τολμηρή προσέγγιση: στη μέση της ταινίας μας πετάει μια εμβόλιμη ταινία δοκιμίου, με in-the-face αποτέλεσμα. Ένας από τους πιο αταξινόμητους δημιουργούς του ευρωπαϊκού κινηματογράφου δίνει μια γερή κλωτσιά στο σύστημα και στην σεμνοτυφική υποκρισία της “καλής” κοινωνίας.

Η ταινία ξεκινά με ένα ζευγάρι να κάνει σεξ και να το βιντεοσκοπεί. Οι σχεδόν καρτουνίστικοι αρχικοί τίτλοι, με μουσική υπόκρουση σε ροζ φόντο, μάς προϊδεάζουν ότι θα ακολουθήσει μια τρελή κωμωδία.

Το βιντεάκι διαρρέει στο ιντερνετ και η κοπέλα του ζευγαριού (φυσικά, στο σεξιστικό κόσμο που ζούμε), όντας δασκάλα σε ιδιωτικό σχολείο (τής “καλής” κοινωνίας) αντιμετωπίζει τις συνέπειες. Η ταινία διαδραματίζεται με φόντο τους δρόμους του Βουκουρεστίου, εν μέσω πανδημίας. Ότι ζούμε τα τελευταία χρόνια είναι εδώ: τα μέτρα, οι μάσκες, οι ψεκασμένοι αρνητές, οι συνωμοσιολόγοι.

Εμβόλιμα, η ταινία κάνει ένα τεράστιο κοσμικό μπαμ, ξεδιπλώνοντας ένα παρατεταμένο μοντάζ με όρους για την εποχή που ζούμε.

Και παράλληλα, το στόρι της κοπέλας, που απλά διέρρευσε μια προσωπική στιγμή με (όχι ότι μάς νοιάζει, αλλά στην τελική ήταν με το… σύζυγό της) που διχάζει τον κύκλο της και αναδεικνύει όλη την υποκρισία της ηθικής τής άρχουσας τάξης, που κάνει τα ίδια και χειρότερα, φτάνει να μη διαρρεύσουν δημόσια.

Το κάδρο συχνά απομακρύνεται από την πρωταγωνίστρια για να καταγράψει κομμάτια της καθημερινής ζωής, με ενδιαφέροντες όρους: όλοι χάνονται στους δικούς τους μικρούς κόσμους, αδιαφορώντας (;) για την πολύ μεγαλύτερη εικόνα γύρω τους. Τα τεράστια διαφημιστικά πάνελ (πολυεθνικών και μη) είναι πανταχού παρόντα. Σε κάθε γειτονιά υπάρχει και μία (ορθόδοξη) εκκλησία, κάτι μάς θυμίζει αυτό.

«Ποτέ δεν φταίει κανείς! Είσαστε όλοι αθώοι!» γρυλίζει η κλασική ανυπόμονη αντιδραστική πελάτισσα στο ταμείο καθώς η Έμι προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της. Το άγχος και ο φόβος, εν μέσω πανδημικής αβεβαιότητας είναι κυρίαρχα παντού.

Το τελευταίο κεφάλαιο της ταινίας είναι ένα υπαίθριο δικαστήριο, με την πρωταγωνίστρια-δασκάλα Έμι απέναντι σε μανιακούς γονείς που εκτοξεύουν χαρακτηρισμούς πίσω από τις μάσκες τους (κυριολεκτικές και μεταφορικές οι μάσκες). Οι χαρακτήρες συμβολικοί και κομβικά επιλεγμένοι. Βγάζουν ακόμη και ένα τάμπλετ για να δουν ολόκληρο το επίμαχο βίντεο («Πρέπει να το δούμε μέχρι το τέλος!»). Όλο αυτό γιατί η Έμι πρέπει να εκδιωχτεί από τη δουλειά της, επειδή απλά έκανε σεξ με το σύζυγό της. Η Έμι αντιστέκεται σθεναρά, με επιχειρήματα και με ελάχιστους συμμάχους.

Και φτάνουμε στο εκπληκτικό τέλος, που προσωπικά μου θύμισε στιγμές από John Waters (οι αντίστοιχες αναφορές έμμεσες και άμεσες και σε άλλους δημιουργούς είναι εξαιρετικές σε όλη την ταινία) που πρέπει να το δείτε απλά.

Το κοινωνικό χάσμα και οι ιδεολογικές συγκρούσεις -ότι ζούμε τα τελευταία χρόνια δηλαδή- έρχονται στο προσκήνιο πανηγυρικά. Η ταινία είναι ένα τολμηρότατο και πανηγυρικά ξεκαρδιστικό κινηματογραφικό στοίχημα που κραυγάζει ένα τεράστιο Fuck You στην απόλυτη ανοησία του δυτικού κόσμου και προκαλεί, προσκαλώντας μας να συμπορευτούμε στην οργή του απέναντι στο σύστημα, που μόνο αδιέξοδα προσφέρει, σε όλους κι όλες μας.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.