ΚΟΜΜΟΥΝΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ
Η ΠΡΩΤΗ «ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ»
Στις 18 Μάρτη 1871, στο εξεγερμένο Παρίσι ξεκίνησε για πρώτη φορά στην ιστορία μια προλεταριακή επανάσταση.
Οι εργάτες του Παρισιού δοκίμασαν να φτιάξουν μια κοινωνία χωρίς αφεντικά, όπου οι παραγωγοί του πλούτου να είναι ταυτόχρονα και οι αφέντες του και όπου οι αντιπρόσωποι του λαού να είναι άμεσα ανακλητοί ανά πάσα στιγμή.
Όλα τα αγαθά της κοινωνίας να διατίθενται για τις ανάγκες των πολλών και κανείς να μην παίρνει μισθό πάνω από αυτόν του ειδικευμένου εργάτη.
Το πείραμα αυτό κράτησε περίπου 70 μέρες σε μια πόλη 2 εκατομμυρίων ανθρώπων (το 57% των οποίων εργαζόταν στη βιομηχανία) και συντρίφτηκε μέσα σε ένα απίστευτο λουτρό αίματος, που οργάνωσαν οι πλούσιοι της Γαλλίας κατά των ταπεινών.
Αυτό ήταν η Κομμούνα του Παρισιού.
Η Εξέγερση
Αυτή η έκρηξη ταξικής συνειδητότητας και αυτενέργειας των μαζών ξεκίνησε από μια «εθνική περιπέτεια».
Το 1870 ο αυτοκράτορας της Γαλλίας Λουδοβίκος Βοναπάρτης ξεκίνησε έναν τυχοδιωκτικό πόλεμο ενάντια στην Πρωσία, προσπαθώντας να εμποδίσει την ενοποίηση των γερμανικών κρατιδίων. Ο γαλλικός στρατός κατατροπώθηκε σε μια σειρά μαχών σε πέντε εβδομάδες, και τέλος στο Σεντάν, στις 2 Σεπτέμβρη 1870, ο ίδιος ο Γάλλος αυτοκράτορας και 83.000 στρατιώτες παραδόθηκαν στους Πρώσους. Αμέσως, στις 4 Σεπτέμβρη στο Παρίσι, κάτω από λαϊκό ξεσηκωμό που πολιορκεί την Εθνοσυνέλευση, αναλαμβάνει μια κυβέρνηση «εθνικής άμυνας» να οργανώσει την αντίσταση στα γερμανικά στρατεύματα που προελαύνουν.
Η νέα κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Αντόλφ Τιερ (Θιέρσο), φοβάται πολύ περισσότερο τους εργάτες του Παρισιού από τους Πρώσους στρατιώτες. Όλοι οι πλούσιοι Παριζιάνοι εγκαταλείπουν την πρωτεύουσα από τις αρχές Σεπτέμβρη. Η Εθνοσυνέλευση μετακομίζει στο Μπορντό. «Μόλις συνήλθε στο Μπορντό η συνέλευση αυτή των “γαιοκτημόνων”, ο Θιέρσος ξεκαθάρισε ότι έπρεπε να ψηφίσουν αμέσως τους προκαταρκτικούς όρους της ειρήνης και μάλιστα χωρίς τις τιμές μιας κοινοβουλευτικής συζήτησης, σαν τον απαραίτητο όρο για να τους επιτρέψει η Πρωσία να αρχίσουν τον πόλεμο ενάντια στη δημοκρατία και το προπύργιο της το Παρίσι» (Κ. Μαρξ «ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία»).
Αντίθετα, παρόλο που εκ των πραγμάτων ως φυσικοί ηγέτες των ένοπλων εργατών αναδεικνύονταν σοσιαλιστές και αναρχικοί αγωνιστές, κυριαρχούσε η ιδέα της σωτηρίας της πατρίδας. Ακόμη και η εφημερίδα της ομάδας του Μπλανκί, των πιο ριζοσπαστών σοσιαλιστών της εποχής, είχε ονομαστεί «Η πατρίδα κινδυνεύει!»
Οι Πρώσοι, ύστερα από πολιορκία 4 μηνών μπαίνουν στο Παρίσι, αλλά η Εθνοφρουρά, αποτελούμενη από τους εργάτες και τους μικρομαγαζάτορες της πόλης, τους απωθεί και τους περιορίζει σε ένα μικρό μέρος του Παρισιού.
Η κυβέρνηση της «εθνικής άμυνας» οργανώνει μόνο πανωλεθρίες. Ο πόλεμος τελειώνει με τη συνθηκολόγηση στις 17 Φλεβάρη 1871. Ο Βίσμαρκ ανάγκασε τους Γάλλους συνομιλητές του να κάνουν όλη τη βρόμικη δουλειά κατά του εξεγερμένου Παρισιού. Ταυτόχρονα, για να επιτρέψει (σε δόσεις) τον επανεξοπλισμό του Θιέρσου και την επιστροφή στο στρατό των Βερσαλιών όσων Γάλλων αιχμαλώτων ήταν έμπιστοι εχθροί της Κομούνας, επέβαλε όλους τους όρους του (παράδοση Αλσατίας – Λορένης κλπ.). Η γαλλική αστική τάξη δέχτηκε τα πάντα, για να μπορέσει να συντρίψει το Παρίσι…
Εξουσία στην πόλη σε μεγάλο βαθμό ήταν η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς, δηλαδή οι εκλεγμένοι ηγέτες των εργατών εθελοντών της άμυνας του Παρισιού. Ο Θιέρσος σταματά τη μισθοδοσία της Εθνοφρουράς και οργανώνει στρατιωτική επιδρομή για να καταλάβει τα κανόνια της Μονμάρτρης και της Μπελβίλ. Τα 227 κανόνια της Εθνοφρουράς που βρίσκονταν εκεί ήταν αγορασμένα από εράνους των εργατών και εξάλλου δεν περιλαμβάνονταν στη συμφωνία αφοπλισμού, αλλά οι γάλλοι αστοί δεν αισθανόταν ασφάλεια με τους εργάτες να διαθέτουν βαρύ οπλισμό.
Η καταδρομική επιχείρηση του Θιέρσου έγινε τα ξημερώματα της 18ης Μάρτη 1871. Οι εθνοφρουροί όχι μόνο απέκρουσαν την επίθεση, αλλά κάλεσαν το λαό του Παρισιού στους δρόμους. Χιλιάδες εργάτες κατέβηκαν στους δρόμους, ενώ βγήκε να τους αντιμετωπίσει η κύρια δύναμη τακτικού στρατού του Παρισιού. Όμως οι φαντάροι συναδελφώθηκαν με τους εργάτες και ανάγκασαν και τους αξιωματικούς να ακολουθήσουν. Το ίδιο απόγευμα οι εξεγερμένοι στρατιώτες οδηγούν στο απόσπασμα τους δύο επικεφαλής στρατηγούς.
Ο Θιέρσος (ξεχνώντας ακόμη και τη γυναίκα του) με την κυβέρνηση και όλο το σκυλολόι της άρχουσας τάξης καταφεύγουν πανικόβλητοι στις Βερσαλίες. Ο εμφύλιος πόλεμος έχει ξεκινήσει.
Οι «κομμουνάροι» δεν θα μπορέσουν να κατανοήσουν τη διατύπωση του Σεν Ζυστ «Αυτοί που αφήνουν στη μέση τις επαναστάσεις, το μόνο που πετυχαίνουν, είναι να ανοίγουν τον τάφο τους». Δεν θα επιτεθούν άμεσα στις Βερσαλλίες κέντρο της αντίδρασης, δίνοντας έτσι το χρόνο στον Θιέρσο να οργανωθεί και, με τη βοήθεια των Πρώσων, να προετοιμάσει την αντεπίθεσή.
Όλοι οι αστυνομικοί και οι άνθρωποι του καθεστώτος έφευγαν ανενόχλητοι για τις Βερσαλίες, ενώ αφήνονταν ελεύθεροι μετά τον αφοπλισμό τους ακόμη και οι κατάσκοποι που συλλαμβάνονταν με στολές εθνοφρουρών.
Τα μέτρα της Κομμούνας
Αντίθετα, προσπάθησαν να κάνουν εκείνες τις ενέργειες που θα έπειθαν τους φτωχούς στη Γαλλία και τον κόσμο να ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Έτσι οργάνωσαν εκλογές στο Παρίσι για τις 26 Μάρτη. Στις 28 Μάρτη η Κομμούνα ανακηρύσσεται πανηγυρικά και επίσημα σε κυβέρνηση. Εκλέχτηκαν στο συμβούλιο 92 μέλη. Όσο αφορά τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, περισσότεροι ήταν οι Μπλανκιστές, λιγότεροι μέλη της Διεθνούς (Προυντονιστές Αναρχικοί και Σοσιαλιστές) και τέλος 15 μέλη του κόμματος του Θιέρσου και 6 αστοί ριζοσπάστες (οι οποίοι αποχώρησαν).
Πρόεδρος της Κομμούνας εξελέγη ο Λουί Μπλανκί, ο οποίος όμως, είχε συλληφθεί στις 17 Μαρτίου από τις κυβερνητικές δυνάμεις. Οι κομμουνάροι προσπάθησαν πολλές φορές να τον απελευθερώσουν, συλλαμβάνοντας ομήρους από την άλλη πλευρά (μεταξύ αυτών και τον αρχιεπίσκοπο του Παρισιού), ανεπιτυχώς.
Η Κομμούνα εκλέγει επικεφαλής της πολιτοφυλακής της έναν πολωνό επαναστάτη (Dombrowicz), ενώ για επίτροπο εργασίας βάζει έναν ουγγρο-γερμανό εργάτη (Leo Frankel). Ο δικηγόρος Παύλος Αργυριάδης από την Καστοριά ήταν επίσης στα ηγετικά μέλη της Κομμούνας.
Η Κομμούνα του Παρισιού, ήταν ξεκάθαρα κυβέρνηση εργατική. Όλα τα μέτρα που πήρε ήταν για να ανακουφιστούν οι φτωχοί και να λειτουργήσει στοιχειωδώς η πόλη.
«Η Κομμούνα σχηματιζόταν από τους δημοτικούς συμβούλους που είχαν εκλεγεί με βάση το γενικό εκλογικό δικαίωμα στα διάφορα διαμερίσματα του Παρισιού. Ήταν υπεύθυνοι και μπορούσαν να ανακληθούν σ’ οποιαδήποτε στιγμή. Η πλειοψηφία τους αποτελούνταν από εργάτες ή από αναγνωρισμένους εκπροσώπους της εργατικής τάξης. Η Κομμούνα δεν επρόκειτο να είναι ένα κοινοβουλευτικό, αλλά ένα εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα.
(…) Η Κομμούνα αναγκάστηκε αμέσως από την αρχή να αναγνωρίσει ότι η εργατική τάξη για να μην ξαναχάσει την κυριαρχία που μόλις είχε κατακτήσει, πρέπει, από τη μια να παραμερίσει όλη την παλιά καταπιεστική μηχανή που ως τότε είχε χρησιμοποιηθεί εναντίον της, κι από την άλλη να εξασφαλίσει τον εαυτό της από τους ίδιους της τους βουλευτές και υπαλλήλους, ορίζοντας ότι όλοι, δίχως καμιά εξαίρεση μπορούν να ανακληθούν σ’ οποιαδήποτε στιγμή.
(…) κατάργησε τη στρατιωτική θητεία και τον τακτικό στρατό και ανακήρυξε σαν μοναδική δύναμη την εθνοφυλακή, στην οποία ανήκαν όλοι οι πολίτες οι ικανοί να κρατούν όπλα.
(…) Από τα μέλη της Κομμούνας ως τους κατώτερους υπαλλήλους, η δημόσια υπηρεσία έπρεπε να αμείβεται με εργατικούς μισθούς.
(…) Όταν παραμερίστηκαν πια ο μόνιμος στρατός και η αστυνομία, τα όργανα αυτά της υλικής βίας της παλιάς κυβέρνησης, η Κομμούνα καταπιάστηκε αμέσως να τσακίσει το πνευματικό όργανο καταπίεσης, την εξουσία των παπάδων. Χώρισε την εκκλησία από το κράτος και απαλλοτρίωσε όλες τις εκκλησίες, που αποτελούσαν οργανισμούς με ιδιόκτητη περιουσία. Οι παπάδες στάλθηκαν στην ησυχία της ατομικής ζωής, για να ζήσουν εκεί από τις ελεημοσύνες των πιστών. Όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα άνοιξαν δωρεάν για το λαό και ταυτόχρονα ξεκαθαρίστηκαν από κάθε επέμβαση της εκκλησίας και του κράτους.
(…) Οι δικαστικοί λειτουργοί έχασαν εκείνη τη φαινομενική ανεξαρτησία τους, που χρησίμευε μόνο και μόνο για να σκεπάζει τη χαμερπή τους υποταγή σε όλες τις αλληλοδιάδοχες κυβερνήσεις. Όπως όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, έπρεπε στο εξής κι αυτοί να εκλέγονται, να είναι υπεύθυνοι και να μπορούν να ανακληθούν.
(…) Προχώρησε στην κατάργηση της νυχτερινής δουλειάς των αρτεργατών και επίσης στην απαγόρευση της συνήθειας που είχαν οι εργοδότες να επιβάλλουν πρόστιμα στους εργάτες (…) Ένα άλλο μέτρο αυτού του είδους ήταν η παράδοση όλων των κλειστών εργαστηρίων και εργοστασίων σε συνεταιρισμούς εργατών.,
(…) Δεν εκθέτανε πια πτώματα στα νεκροτομεία για αναγνώριση, δε γίνονταν πια νυχτερινές διαρρήξεις και σταμάτησαν σχεδόν ολότελα οι κλοπές. Για πρώτη φορά από τις μέρες του Φλεβάρη του 1848 οι δρόμοι του Παρισιού ήτανε πάλι πραγματικά ασφαλείς, κι αυτό χωρίς κανενός είδους αστυνομία.
(…) Κατάργησε τα γραφεία εξεύρεσης εργασίας που τα διαχειρίζονταν μονοπωλιακά ορισμένα υποκείμενα…. που τα είχε διορίσει η αστυνομία. Τα γραφεία αυτά μεταβιβάστηκαν στα δημαρχεία των είκοσι διαμερισμάτων του Παρισιού. (…) διέταξε το κλείσιμο των ενεχυροδανειστηρίων που αποτελούσαν μια ιδιωτική εκμετάλλευση των εργατών.
(…) επικυρώθηκε η εκλογή ξένων υπηκόων στην Κομμούνα, γιατί “η σημαία της Κομμούνας είναι σημαία της παγκόσμιας δημοκρατίας”.
(….) η Κομμούνα αποφάσισε να κατεδαφίσει τη στήλη της νίκης στην Πλατεία Βαντόμ, που ήταν χυμένη από το μέταλλο κανονιών που είχε κυριεύσει ο Ναπολέοντας ύστερα από τον πόλεμο του 1809, γιατί “αποτελούσε σύμβολο εθνικισμού και μίσους ανάμεσα στους λαούς”. (….) το 137ο τάγμα έβγαλε τη λαιμητόμο και την έκαψε δημόσια μέσα σε λαϊκό αλαλαγμό». (Κ.Μαρξ ο.π.).
Επιπλέον, καταργούνται οι διώξεις για χρέη, οι τόκοι, τα τυχερά παιχνίδια, παγώνουν οι τιμές στα ενοίκια, καθιερώνεται η 10ωρη εργασία. Λαμβάνονται μέτρα για την καταπολέμηση της πορνείας και την προστασία των πορνών.
Παρά το βάρος της πατριαρχίας στη λαϊκή κουλτούρα, οι γυναίκες των λαϊκών τάξεων (αν και αποκλεισμένες από τις εκλογές της Κομμούνας) πρωτοστάτησαν στην έναρξη της επανάστασης και πήραν απίστευτες πρωτοβουλίες, από την καθημερινή δράση στις γειτονιές τους, μέχρι την άμυνα της πόλης και τις μάχες στα οδοφράγματα. Η διπλή σκληρή δουλειά, ταυτόχρονα στο σπίτι και μέσα στις αναθυμιάσεις των πλυντηρίων, στις ραπτομηχανές, στα μέγαρα της αστικής τάξης, στα πολυκαταστήματα και τα μεγάλα μαγαζιά, τις είχε σκληραγωγήσει. Έχοντας ζήσει τον πόλεμο, δεν περίμεναν τους άνδρες τους. Ξεκίνησαν πρώτες, όπως έκαναν και στη διάρκεια της Επανάστασης το 1789.
Ένας μεγάλος αριθμός αυτών των γυναικών ήταν «κοινής» καταγωγής. Η οικογενειακή τους κατάσταση ήταν γενικά «ανώμαλη» – σύμφωνα με την αστική ηθική – πολλές ζούσαν ανύπανδρες με άνδρες ή είχαν χωρίσει από τους συζύγους τους. Ο τύπος και το νομικό σύστημα ήταν ιδιαίτερα σκληρά γι’ αυτές τις γυναίκες, τις επονομαζόμενες petroleuses (πετρελαιοπυρπολήτριες) εξαιτίας μιας φήμης, σύμφωνα με την οποία μετέφεραν μπουκάλια πετρελαίου για ν’ ανάψουν φωτιές στα σπίτια των αστικών οικογενειών. Μέσα από τις τάξεις τους, αναδύθηκαν εμβληματικές φυσιογνωμίες, όπως η Louise Michel, μία από τους λίγους ηγέτες που στάθηκαν μπροστά στα στρατιωτικά δικαστήρια, στη διάρκεια των δικών και η Ρωσίδα Elisabeth Dimitrieva, πρόεδρος των Eνώσεων Γυναικών και ο σύνδεσμος ανάμεσα στον Kαρλ Mαρξ και την Kομμούνα.
Στις 13 Απριλίου, οι γυναίκες μέλη της Κεντρικής Επιτροπής των Πολιτών έστειλαν στην Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμούνας, ένα κείμενο που καταγράφει τη βούληση πολλών γυναικών να συμμετάσχουν στην υπεράσπιση του Παρισιού, στη βάση του ότι «η Κομμούνα αντιπροσωπεύει την ανώτερη αρχή που θέλει την κατάργηση κάθε προνομίου, κάθε ανισότητας και, έτσι, δεσμεύεται να συνυπολογίσει τα δίκαια αιτήματα όλου του πληθυσμού, χωρίς διάκριση φύλου – διάκριση που δημιουργήθηκε και συντηρήθηκε από την ανάγκη επιβολής ανταγωνισμού στον οποίο βασίζονται τα προνόμια των κυρίαρχων τάξεων».
Η Κομμούνα υιοθέτησε την ισότιμη αναγνώριση και προστασία έγγαμων και άγαμων μητέρων καθώς και των ορφανών.
Η καταστολή
Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση με το Παρίσι επαναστατημένο και την αστική τάξη της Γαλλίας σε κατάσταση πανικού και χωρίς στρατό, οι Γερμανοί φοβούμενοι την απήχηση που θα έχει η επανάσταση στην Ευρώπη, απελευθερώνουν επιπλέον 60.000 αιχμαλώτους για την ενίσχυση των κυβερνητικών στρατευμάτων.
Από τις 3 Απριλίου, οι Βερσαλλιέροι του μοναρχικού στρατηγού Μακ Μαόν (του μεγάλου ηττημένου στο Σεντάν, σφαγέα του αλγερινού λαού και αργότερα Προέδρου της Γαλλίας) με τη βοήθεια των Πρώσων επιτίθενται στο Παρίσι. Η πόλη βομβαρδίζεται ανελέητα. Όσοι Κομμουνάροι αιχμαλωτίζονταν εκτελούνταν αμέσως και το πλεονέκτημα του στρατού ήταν τέτοιο ώστε από τα μέσα Απριλίου σταμάτησε κάθε διαπραγμάτευση με το Παρίσι.
Είχαν ήδη κατασταλεί οι «κομμούνες» που είχαν δημιουργηθεί για συμπαράσταση του Παρισιού στο Σαιντ-Ετιέν, στο Λε Κρεζό και στην Μασσαλία.
Στις 21 Μάη 130.000 εκπαιδευμένου και καλά εξοπλισμένου στρατού εισβάλλει στο Παρίσι. Σκληρές μάχες διεξάγονταν από δρόμο σε δρόμο και από γειτονιά σε γειτονιά. Ο στρατός προέβη σε μαζικές σφαγές αμάχων και οι Κομμουνάροι απάντησαν με την εκτέλεση 52 επιφανών Παριζιάνων, τους οποίους κρατούσαν ως ομήρους. Η τελευταία εβδομάδα της Κομμούνας ονομάστηκε «ματωμένη εβδομάδα».
Οι τελευταίοι 147 Κομμουνάροι εκτελέστηκαν το απόγευμα της 28ης Μαΐου στο νεκροταφείο Περ Λασέζ όπου είχαν οχυρωθεί, σε ένα σημείο που σήμερα είναι γνωστό ως Τοίχος των Κομμουνάρων.
Συνολικά, 30.000 – 40.000 κομμουνάροι σκοτώθηκαν, ενώ οι απώλειες για τους κυβερνητικούς ανήλθαν σε μόλις 1.000 άνδρες.
Μετά έπιασαν δουλειά τα στρατοδικεία: 4.500 με 7.000 κομμουνάροι εξορίστηκαν στη Νέα Καληδονία, ενώ το Παρίσι παρέμεινε υπό στρατιωτικό νόμο για ακόμα 5 χρόνια. Χιλιάδες, εξάλλου, από τους ηττημένους αναγκάσθηκαν να αυτοεξορισθούν.
Τι μένει;
Οι «κλασικοί» του Μαρξισμού, έχουν επικρίνει τα πολιτικά ή στρατιωτικά λάθη της Κομμούνας: για παράδειγμα, το ότι δεν πήραν τα λεφτά της Τράπεζας της Γαλλίας, το ότι δεν επιτέθηκαν στις Βερσαλλίες, το ότι περίμεναν τον εχθρό στα οδοφράγματα σε κάθε συνοικία. Ωστόσο, επίσης αναγνώρισαν στα γεγονότα αυτά μια πρωτόγνωρη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας, την πρώτη προσπάθεια για «επίθεση στον ουρανό», την πρώτη εμπειρία κοινωνικής και πολιτικής χειραφέτησης των καταπιεσμένων τάξεων.
Ο Τρότσκι στην εισήγησή του στην Κομμουνιστική Διεθνή το 1922, αναφέρει:
«Η πιο ένδοξη στιγμή στην ιστορία του γαλλικού προλεταριάτου –η Παρισινή Κομμούνα– δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα μπλοκ όλων των οργανώσεων και των αποχρώσεων της γαλλικής εργατικής τάξης, ενωμένων ενάντια στην μπουρζουαζία. Αν, παρά την εγκαθίδρυση του ενιαίου μετώπου, η Κομμούνα συντρίφτηκε τόσο γρήγορα, η εξήγηση γι’ αυτό πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι το ενιαίο μέτωπο δεν είχε στην αριστερή του πτέρυγα μια γνήσια επαναστατική και αποφασιστική οργάνωση που να είναι ικανή να κερδίσει μέσα στη φωτιά των γεγονότων γρήγορα την ηγεσία».
Η Κομμούνα ήταν ένα κίνημα αυτο-χειραφέτησης, πρωτοβουλίας από τα κάτω. Κανένα κόμμα δεν επιχείρησε να υποκαταστήσει τις λαϊκές τάξεις, καμία πρωτοπορία δεν θέλησε να «πάρει την εξουσία» στη θέση των εργαζομένων. Οι αγωνιστές του γαλλικού τμήματος της Πρώτης Διεθνούς ήταν από τους πιο ενεργούς οπαδούς της λαϊκής εξέγερσης, αλλά δεν θέλησαν καμιά στιγμή να να μονοπωλήσουν την εξουσία ή να περιθωριοποιήσουν τα άλλα πολιτικά ρεύματα. Όπως παρατηρεί ο ίδιος ο Μαρξ, οι ιακωβίνοι (Μπλανκιστές) ξέχασαν τον αυταρχικό τους συγκεντρωτισμό και οι προυντονικοί τις «αντι-πολιτικές» τους αρχές.
Ενώ ο Μπακούνιν έγραφε : «Η κατάσταση των λίγων πεπεισμένων σοσιαλιστών που συμμετείχαν στην Κομμούνα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Θα χρειάζονταν να αντιτάξουν μια επαναστατική κυβέρνηση και στρατό στην κυβέρνηση και το στρατό των Βερσαλλιών» (αντιτάσσοντας δύο κυβερνήσεις και δύο στρατούς), ο Μαρξ αναδεικνύει: «Η Κομμούνα του Παρισιού ήταν μια επανάσταση ενάντια στο ίδιο το Κράτος, αυτό το υπερφυσικό έκτρωμα της κοινωνίας».
Mέσα στις 72 μέρες (65 αν αφαιρέσουμε την «Ματωμένη Βδομάδα») ο Παρισινός λαός ήθελε να ζήσει τα πάντα, όχι μόνο τον πόλεμο. Ζητούσε αποφάσεις και έργα που ανέτρεπαν το Παλαιό Καθεστώς, συμμετείχε στα κοινά, ανακτούσε το στερημένο από την εκμετάλλευση και τη φτώχεια νόημα της ανθρώπινης ζωής.
Η Κομμούνα ήταν το παιχνίδι της ζωής ενάντια στον παρατεταμένο θάνατο της επιβίωσης.
«Ο κόσμος ήθελε να τα αγκαλιάσει όλα μεμιάς: τις τέχνες, τις επιστήμες, την λογοτεχνία, τις ανακαλύψεις. Η ζωή έβραζε. Όλοι βιάζονταν να ξεφύγουν από τον παλιό κόσμο» (Louise Michel).
Η δυνατή ψυχή της Κομμούνας ήταν οι απόκληροι της ζωής. Αγκάλιασε τους φτωχούς, τις γυναίκες και τα παιδιά, χωρίς ηθικολογίες και ταμπού καταγωγής. Τίμησε όλους αυτούς και εκείνοι το ανταπέδωσαν με τη ζωή τους.
Είναι σπουδαίος ο Μαρξ και για το ότι κυρίως αυτός υπερασπίστηκε τα δημοκρατικά – αντιιεραρχικά στοιχεία της Κομμούνας: την κατάργηση του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας και του πολιτικού καταμερισμού μεταξύ ειδικών και μη ειδικών. Όπως ο ίδιος έγραψε «το σημαντικότερο κοινωνικό μέτρο της Κομμούνας ήταν η ίδια η ύπαρξή της». Γιατί η Κομμούνα ήταν η ζωντανή απόδειξη της δυνατότητας των από κάτω να δημιουργήσουν αυτόνομους θεσμούς και να αυτοκυβερνηθούν.
Η κόκκινη σημαία στο Δημαρχείο του Παρισιού μπορεί να ανέμισε μόλις 70 μέρες, ήταν όμως αρκετό για να δείξει στους προλετάριους όλης της Γης τη δύναμη της εργατικής τάξης. Δύναμη που έμελλε να επιβεβαιωθεί λίγα χρόνια αργότερα, τον Οκτώβρη του 1917 με τη Μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία. Δύναμη, που μεταλαμπαδεύεται μέχρι σήμερα, γενιά με γενιά.
Βαγγέλης Λιγάσης







