1974 -2019: 45 χρόνια από τη Μεταπολίτευση – Μύθοι και αλήθειες

Του Βαγγέλη Λιγάση

Εισαγωγικά, ορίζουμε ως Μεταπολίτευση κάθε δομική αλλαγή της μεθόδου διακυβέρνησης ενός κράτους (π.χ. κοινοβούλιο ή δικτατορία-βοναπαρτισμός) χωρίς να θίγεται η ουσία του κοινωνικού καθεστώτος (σχέσεις παραγωγής, ιδιοποίηση κοινωνικού υπερπροϊόντος κ.λπ.). Το πολύπλοκο ιστορικό προτσές που επιβάλλει την εφαρμογή της όποια μεταπολίτευσης σε έναν κοινωνικό σχηματισμό εμπεριέχει (και με τη μεταπολίτευση εκφράζει) αναπόφευκτα και την τροποποίηση των ταξικών συσχετισμών, όπως μέχρι τότε (νομικά) διατυπώνονταν.

ΑΛΗΘΕΙΑ:

H ελληνική Μεταπολίτευση στις 24/7/1974 συνιστά τομή στην ιστορία του ελληνικού κράτους

Η αναδιάρθρωση της δομής της εξουσίας από το τρίγωνο στρατός – βασιλιάς – κυβέρνηση (με πρωτοκαθεδρία του 1oy) που η τρομαγμένη από το ΕΑΜικό κίνημα ελληνική αστική τάξη θα στήσει μετεμφυλιακά, θα επαναδιατυπωθεί με οριστική αποβολή της μοναρχίας και υποβάθμιση του στρατού από αυτόνομο πυλώνα εξουσίας σε εκτελεστικό όργανο της κυβέρνησης. Η διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, η νομιμοποίηση του ΚΚΕ, η αδιατάρακτη κοινοβουλευτική εναλλαγή, τα συνδικαλιστικά κ.λπ. δικαιώματα, υπήρξαν ως γεγονότα εξαιρετικά στην έως τότε νεοελληνική ιστορία. Σε μια βιωματική προσέγγιση, ας φανταστούν οι νεώτεροι και ανυποψίαστοι αναγνώστες μια κοινωνία όπου για να διοριστείς στο Δημόσιο ή να κάνεις ένα μεταπτυχιακό χρειαζόσουν (εκτός από το σημείωμα του βουλευτή) πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων από το Αστυνομικό Τμήμα της περιοχής σου (και αλίμονό σου αν ανακαλυπτόταν όχι ενεργή συμμετοχή αλλά συγγενικό πρόσωπο με «αντεθνική» πολιτεία). Μια στρατιωτική θητεία που διαρκούσε περίπου 2 χρόνια και όπου μόνο η ΕΣΑ (στρατ. Αστυνομία) είχε φτάσει να έχει 25.000 αξιωματικούς και οπλίτες. Επίσημη γλώσσα στη διοίκηση και στην παιδεία η μυξοκαθαρεύουσα. Χωριστά γυμνάσια αρρένων και θηλέων… Απαγόρευση κομμάτων, οργανώσεων, ιδεολογιών, εκδόσεων κ.λπ. Δίκτυο «εθνικόφρονων» ρουφιάνων σε κάθε γειτονιά, όπου χαρακτηριζόσουν ύποπτος ακόμη και αν διάβαζες φιλελεύθερες κεντρώες εφημερίδες. Και βλαχομπαρόκ αισθητικής προπαγάνδα για το «ιερό» αξιακό τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια».

Ευτυχώς, όλα τα παραπάνω αποτελούν πλέον «ιστορία». Έγιναν Ιστορία, χάρη στη Μεταπολίτευση.

ΜΥΘΟΣ:

«Η 7ετής δικτατορία ήταν μια αποκοτιά παράφρονων αξιωματικών»

Το 1967 ο Στρατός, επεμβαίνοντας την κατάλληλη στιγμή με το πραξικόπημα, ανέστειλε την κλιμάκωση της πολιτικής κρίσης (στην οποία οδήγησε η δυναμική των λαϊκών κινητοποιήσεων από τα Ιουλιανά και μετά) και επέλυσε μεσοπρόθεσμα την κρίση εκπροσώπησης εκ μέρους της αστικής τάξης (που σύσσωμη αποδέχτηκε και στήριξε τη δικτατορία).

Η (καπιταλιστική) οικονομία γνώρισε σημαντική ανάπτυξη, η οποία κυμάνθηκε από 5,7% έως το 11,6%. Τα επιχειρηματικά κέρδη εκτινάσσονται, καθώς η απουσία ανεξάρτητου συνδικαλισμού οδηγεί σε καταστρατήγηση εργατικών δικαιωμάτων. Το 1973 το μέσο ποσοστό των ακαθάριστων κερδών φτάνει το 45% του παγίου κεφαλαίου, ποσοστό που έφτανε το 12% πριν την επιβολή της χούντας και δεν ξεπερνούσε το 8% στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες!

Το 55% των φορολογικών εσόδων του κράτους προερχόταν από έμμεσους φόρους και το 36% από τη φορολόγηση των νοικοκυριών. Έμενε μόλις ένα 9% φορολογική συμβολή των επιχειρήσεων στον κρατικό κορβανά. Για δε τους ντόπιους και ξένους μεγαλοκαπιταλιστές, η πολιτική της χούντας ήταν επί της ουσίας επιδοματική… Οι σχέσεις με τους Έλληνες καπιταλιστές (Ωνάσης, Νιάρχος, Λάτσης, Βαρδινογιάννης κ.λπ.) ήταν στενές, σε σημείο μάλιστα που καθένας από τους πρωτεργάτες του πραξικοπήματος να έχει «υιοθετήσει» και έναν από αυτούς! Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι ο Παπαδόπουλος έμενε σε βίλα στο Λαγονήσι ιδιοκτησίας Ωνάση! Η διαμάχη μεταξύ των ντόπιων καπιταλιστών για το 3ο διυλιστήριο προκάλεσε ρήγματα στην κυβέρνηση, γιατί καθένα από τα μέλη της ήθελε να το δώσει στον «προστατευόμενό» του. Τελικά το 1972 το 3ο  διυλιστήριο δόθηκε στον Ανδρεάδη και τον Λάτση και το 4ο στο Βαρδινογιάννη.

Το 1974 το 20% των πλουσιότερων Ελλήνων κατέχει το 47,9% του συνολικού πλούτου ενώ το φτωχότερο 20% το 3,1%. Οι πραγματικοί μισθοί (σε περίοδο ανάπτυξης και, ελέω μετανάστευσης, πρακτικά μηδενικής ανεργίας) μειώθηκαν κατά 4%.

ΜΥΘΟΣ:

«Η μεταπολίτευση ήταν σικέ, μια αλλαγή φρουράς, συνεννόηση μεταξύ των στρατοκρατών και των δεξιών πολιτικών»

Η αλήθεια είναι ότι η μη αποδοχή του καθεστώτος από τις λαϊκές τάξεις, η ανυπαρξία θεσμών πολιτικής νομιμοποίησης, η ιδεολογική «αίγλη» του κοινοβουλευτισμού σε αντίθεση με την ιδεολογική «ένδεια» της δικτατορίας, αποτελούσαν μακροπρόθεσμα κινδύνους για τη σταθερότητα του αστικού καθεστώτος. Πολύ περισσότερο που αφενός τα απόνερα της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης (πληθωρισμός) και αφετέρου η επιτάχυνση του ρυθμού κατάργησης των ελληνικών δασμών στις βιομηχανικές εισαγωγές από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 βάσει της συμφωνίας σύνδεσης που είχε υπογράψει η Ελλάδα με την ΕΟΚ το 1961, έκαναν αναπόφευκτη για την αστική τάξη την αναζήτηση εισροών κεφαλαίου από το εξωτερικό, οπότε η ένδυση κοινοβουλευτικού μανδύα ήταν προφανής ανάγκη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο αστισμός με την χούντα σχεδίασαν και προσπάθησαν να μεθοδεύσουν την φιλελευθεροποίηση με το νόθο δημοψήφισμα για το πολιτειακό και το σύνταγμα (29/7/73), με τη άρση του στρατιωτικού νόμου στην Αθήνα και την αμνήστευση πολιτικών κρατουμένων (20/8/73), το διορισμό «πολιτικής» κυβέρνησης Μαρκεζίνη (8/10/73) και την προκήρυξη εκλογών για τις 10/12/74. Σε αυτήν την ελεγχόμενη από τον Στρατό και τον νεοσύστατο και προικισμένο με υπερεξουσίες «Πρόεδρο της Δημοκρατίας» Γ. Παπαδόπουλο (με 7ετή θητεία) φιλελευθεροποίηση, θα αντιταχθούν από τον αστικό πολιτικό κόσμο μόνο οι Π. Κανελλόπουλος, Γ. Μαύρος (ο Κ. Καραμανλής τηρεί «διαπραγματευτική ουδετερότητα») ενώ από την αριστερά το ΚΚΕ και το ΠΑΚ θα την καταγγείλουν ενώ το κυρίαρχο τότε στην αριστερά Γρ. Εσωτερικού και η ΕΔΑ θα την αποδεχτούν (ο Μπ. Δρακόπουλος προτείνει κατέβασμα «ενιαίας αντιδικτατορικής παράταξης από την αριστερά ως την δεξιά»!, ενώ ο Η. Ηλιού δηλώνει ότι «η ανοικτή εκλογική αναμέτρηση εμπιστεύεται τη μαζική κινητοποίηση και πάλη, κορυφαίο στάδιο της οποίας θα είναι η 2μηνη προεκλογική περίοδος»!).

Ωστόσο, το πολιτικό σκηνικό ανατράπηκε από έναν βίαιο καταλύτη: την άμεση επέμβαση των μαζών στο πολιτικό προσκήνιο που κορυφώθηκε με τη κατάληψη του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβρη του ’73.

Το «Πολυτεχνείο» αιφνιδίασε και ξεπέρασε τα κόμματα – ιδίως τα αριστερά. Μια κορυφαία «στιγμή» που ξέσπασε ακαθοδήγητα, αυθόρμητα, με πλήθος από διαφορετικές συγκρουόμενες πλατφόρμες στο εσωτερικό του αλλά που αποδείχθηκε τόσο δυναμική και ισχυρή, ώστε να κλονίσει μια ηγεμονική αστική γραμμή. Μέσα σ’ ένα τριήμερο το «Πολυτεχνείο» κατάφερε: α) να ανατρέψει και να απομυθοποιήσει τη «φιλελευθεροποίηση», β) να ανατρέψει την κυρίαρχη γραμμή των αστών πολιτικών για συνδιαλλαγή με τη χούντα, γ) να επανατοποθετήσει με υλικούς πραγματικούς όρους το πρόβλημα της επαναστατικής στρατηγικής, πολύ πιο μακριά από την «αποκατάσταση της δημοκρατίας».

Το «Πολυτεχνείο» είχε να αντιμετωπίσει τη γραμμή των αριστερών κομμάτων στη δεδομένη περίοδο, γραμμή που κάθε άλλο παρά συλλάμβανε την ιστορική σημασία των γεγονότων εκείνων και άρα ήταν αδύνατο να το καθοδηγήσει.

Το ΠΑΚ του Α. Παπανδρέου όριζε ως εθνικοαπελευθερωτικό τον χαρακτήρα του αντιδικτατορικού κινήματος και προσανατολιζόταν σε μορφές «ένοπλης εξέγερσης». Το πρόβλημα παραπέμπει στο γεγονός ότι μια τέτοια γραμμή είναι γραμμή «αναμονής» των μαζών και του μαζικού κινήματος. Όταν η ένοπλη αντίσταση ανάγεται στη μοναδική μορφή που πρέπει να λάβει ο αντιδικτατορικός αγώνας, τότε εκμηδενίζονται οι άλλες μορφές ανάπτυξης του μαζικού κινήματος. Η ρήξη, από πολιτική και κοινωνική διαδικασία σύγκρουσης των μαζών με το κράτος, ανάγεται σε «στιγμιαία» στρατιωτικοπολιτική μάχη της δυναμικής «πρωτοπορίας» που βέβαια παραπέμπεται πάντα στις καλύτερες συνθήκες οργάνωσης κ.λπ. Έτσι, όταν η ρήξη είναι μια υπαρκτή, αντικειμενική πραγματικότητα, συμπύκνωση ταξικής πάλης, η «ένοπλη πρωτοπορία» εμφανίζεται χωρίς γραμμή «συμμαχιών» και χωρίς πολιτική αναζήτηση στο τι διαδέχεται τη δικτατορία.

Από ανάλογη στάση «αναμονής» (της «αντιιμπεριαλιστικής αλλαγής») το ΚΚΕ δεν αναγνώρισε κατ’ αρχήν στο «Πολυτεχνείο» παρά μόνο «300 προβοκάτορες», αν και οι δυνάμεις της αντιΕΦΕΕ συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις. Όπως και το ΠΑΚ έτσι και το ΚΚΕ, αναγκάζεται να «ακολουθήσει» το Πολυτεχνείο χωρίς να μπορεί να καθοδηγήσει πολιτικά τη ρήξη με τη δικτατορία. Το ΚΚΕεσ. «έψεξε» την κυβέρνηση Μαρκεζίνη γιατί «ενώ οι φοιτητές εζήτησαν δημοκρατικές λύσεις στα σπουδαστικά τους αιτήματα, η κυβέρνηση τις απέρριψε και ανέλαβε την ευθύνη για την εξέλιξη. Ενώ όφειλε και οφείλει να τις υιοθετήσει».

Το πρώτο λοιπόν πολιτικό αποτέλεσμα, αφορά αυτό που επιγραμματικά ονομάζουμε «ανολοκλήρωτη νίκη» του «Πολυτεχνείου». Η καταστολή του «Πολυτεχνείου», αν και ακυρώνει την αυτόνομη πολιτική επέμβαση των μαζών στις εξελίξεις, δεν ακυρώνει την παρουσία τους στην πολιτική σκηνή, η οποία διαμεσολαβείται μέσω των αριστερών κομμάτων που «νομιμοποιούνται» ντε φάκτο. Το δεύτερο πολιτικό αποτέλεσμα του «Πολυτεχνείου» αφορά την ενεργοποίηση της «σκληροπυρηνικής» τάσης του στρατού (μικρομεσαίοι αξιωματικοί – ΕΣΑ) κάτω από την αρχηγία του Ιωαννίδη.

Τέλος, η στρατιωτική επέμβαση εναντίον του Μακάριου στις 15/7/74, η επακόλουθη τουρκική εισβολή στις 20/7/74 και η συνεπακόλουθη κήρυξη γενικής επιστράτευσης στην Ελλάδα, έκανε αδύνατη τη σχεδιασμένη και υπό όρους ασφαλείς για τον αστισμό μεταπολίτευση στην Ελλάδα (όπως συνέβη για παράδειγμα στην Ισπανία).

ΑΛΗΘΕΙΑ:

«Η στρατιωτική ήττα και η κατάρρευση της επιστράτευσης ανέτρεψε την δικτατορία»

Όπως έχει συμβεί πολλές φορές, η ήττα του κράτους-έθνους, κάτω από τις ίδιες του τις αντιφάσεις και την αποτυχία των πολιτικών του, δημιουργεί όρους για τη βελτίωση της ζωής και των δικαιωμάτων των «υπηκόων» του. Τα γεγονότα μοιάζουν «απλοϊκά»: δύο ήταν οι κύριοι τρόποι με τους οποίους η επιστράτευση απείλησε το καθεστώς: α) Οι αξιωματικοί φοβούνταν τους φαντάρους, οι οποίοι δεν επεδείκνυαν καμία διάθεση να τους υπακούσουν· και β) η κοινωνία έμαθε για την αδυναμία και τη διάλυση του στρατού, ενώ δεχόταν και τις επιπτώσεις σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες από την επιστράτευση του άρρενα πληθυσμού, με αποτέλεσμα το πλήθος να πυκνώνει στους δημόσιους μαζικούς χώρους εν αναμονή ειδήσεων ή πρωτοβουλιών για δράση.

Παραθέτω μερικές διηγήσεις «από 1ο χέρι», ενδεικτικές του κλίματος που επικρατούσε.

«Στις συζητήσεις αποκαλύπτονταν αδύναμοι μικροαστοί που μόνη τους έγνοια ήταν πως άφησαν τις δουλειές τους, τις σπουδές τους, τις οικογένειές τους ή ακόμα και το χουζούρι τους. Ωστόσο και μόνο η παρουσία τους στο στρατό δυνάμει μπορούσε να αποτελέσει μια φοβερή βόμβα για το ίδιο το σύστημα. Κατ’ αρχάς η ίδια η εμφάνισή τους ήταν ντε φάκτο άρνηση της στρατιωτικής πειθαρχίας. Οι προσπάθειες της ιεραρχίας να αλλάξει αυτή την εμφάνιση συνάντησαν αποτελεσματική αντίσταση. Κανένας δεν έκοψε τα μαλλιά ή το μούσι του. Η πατριωτική προπαγάνδα τους άφηνε αδιάφορους. Δεν έβρισκαν κανένα νόημα στον πόλεμο. […] Παρακολουθούσαν τις ειδήσεις και δεν έκρυβαν την απέχθειά τους για τις πολεμικές συγκρούσεις. Ήταν φανερό ότι σε περίπτωση σύρραξης, οι λιποταξίες καθώς και οι εκτελέσεις αξιωματικών θα έπαιρναν μεγάλες διαστάσεις».

«Τις πρώτες μέρες μάς έκοψε πείνα. Είχε κάτι αγριοκορόμηλα, αλλά ήταν πικρά τα ρημάδια, δεν κατεβαίνανε. Δεν είχαν φαΐ να μας δώσουν. Τίποτα, μιλάμε. Τίποτα δε θύμιζε στράτευμα κανονικό. Έφευγε ο άλλος, ερχόταν μετά από δυο-τρεις μέρες. Δεν υπήρχε κάποιος έλεγχος, δεν ήμασταν καταγεγραμμένοι. Έβγαινε ένας λοχαγός φώναζε “συγκέντρωση”. Δεν πήγαινε κανένας. Φτάσανε οι λοχαγοί να παρακαλάνε: “Ρε Βασίλη, ρε Γιώργο, ελάτε να πάμε δέκα στο διοικητήριο”. Χάος. Δεν υπάκουε κανείς στο στράτευμα. Ο καθένας φορούσε ό,τι είχε από τότε που ήταν πολίτης. Να μην έχεις ούτε ένα τουφέκι. Κανείς δεν είχε διάθεση να πολεμήσει. Όλοι βλέπαμε ότι υπήρχε ένα τουρλουμπούκι, δεν υπήρχε οργάνωση καμία. Εγώ πιστεύω -και είμαι σίγουρος γι’ αυτό, γιατί μιλάγαμε μεταξύ μας- ότι σε πρώτη φάση μόνιμος αξιωματικός δεν θα επιζούσε κανείς. Δηλαδή, θα μου έλεγε εμένα τώρα ο μόνιμος να πάω να πολεμήσω; Αυτομάτως θα αντιδρούσα. Εγώ, που είμαι φιλήσυχος και με βλέπεις, ή θα τον έδερνα ή θα τον σκότωνα. Μετά από 5-6 μέρες ήρθε μια νταλίκα και έφερε ρουχισμό και όπλα. Αλλά αυτά έφταναν για 300-400 άτομα και ήμασταν πάνω από 2.500 στο δάσος. Κάτι Τόμσον, κάτι μπιστόλια και κάτι Μ1, και αυτά δεν τα παρέλαβε κανείς. Τα αμόλησε μέσα στη λάκα, σε ένα οικόπεδο. Τρέξανε πολλοί από εμάς, έτσι αδέσποτα, παίρναν κάνα ρούχο να ντυθούν, να μη κρυώνουν. Τα όπλα δεν τα φρουρούσε κανείς. Και όλη μέρα έρχονταν αυτοκίνητα ΙΧ –κάποιοι τα είχαν πάρει χαμπάρι– και φορτώνανε όπλα, ρουχισμό, ντουφέκια μπιστόλια. Κόσμος απ’ τα χωριά εκεί. Τέτοιος χαμός».

«Αποδείχθηκε ότι όλο το στρατοκρατικό οικοδόμημα της δικτατορίας που προέβαλλε την τάξη, τη στρατιωτική οργάνωση και τα λοιπά ήτανε μια μπούρδα. Γιατί ο μηχανισμός από κάτω ήτανε εντελώς διαλυμένος και διαβρωμένος. Άχρηστος. Με αποτέλεσμα να καταλήξει ένα φιάσκο η επιστράτευση. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι που κλήθηκαν να επιστρατευτούν, μετέφεραν σε όλη την κοινωνία ότι αυτό είναι διαλυμένο. Δεν υπάρχει στρατός. Αυτό ενίσχυσε και μια αισιοδοξία στην κοινωνία, αφού δεν υπήρχε φόβητρο. Ούτε κανένας φοβερός μηχανισμός που θα έρθει με τις στρατιωτικές μονάδες τους και τα όπλα τους και θα επιβάλουν κ.λπ. Ένα μπάχαλο ήτανε».

Η ελίτ στην Ελλάδα δεν είχε την πολυτέλεια του χρόνου να εισηγηθεί η ίδια τους όρους της μετάβασης, πόσο μάλλον υπό την απειλή μιας «επανάληψης» της πορτογαλικής ριζοσπαστικοποίησης του στρατεύματος, ενδεχόμενο που η επιστράτευση του 1974 καθιστούσε πιθανό.

Η απόφαση των στρατηγών να προχωρήσουν σε «πολιτικοποίηση» πάρθηκε ήδη το μεσημέρι της 21/7: στην Κύπρο η κατάσταση ήταν δραματική, στην Αθήνα δεν υπήρχε κυβέρνηση και «στις ένοπλες δυνάμεις επικρατούσε φανερός αναβρασμός, καθώς χιλιάδες επίστρατοι με πολλή καχυποψία στέκονταν απέναντι στους αξιωματικούς». Τα πράγματα ακολούθως κύλησαν πολύ γρήγορα. Ειδικά η πτώση της Κερύνειας στις 22 Ιουλίου ισοδυναμούσε με πράξη εθνικής προδοσίας εκ μέρους των χουντικών, γι’ αυτό άλλωστε και η είδησή της προκάλεσε σοκ. Το πρωί της ίδιας μέρας κυκλοφορούσε μια προκήρυξη 250 αξιωματικών από τη Βόρεια Ελλάδα, οι οποίοι διακήρυτταν ότι μόλις περνούσε η ελληνο-τουρκική κρίση θα εξόντωναν τη χούντα, ενώ κυκλοφορούσαν έντονα φήμες ότι οι επιστρατευμένοι «όλη μέρα βρίζουν όποιον αξιωματικό βρουν μπροστά τους». Στη συνέχεια οι στρατηγοί επέδειξαν παροιμιώδη βιασύνη στην προσπάθειά τους να μεταβιβάσουν την εξουσία σε πολιτική κυβέρνηση. Στις 23/7 απόγευμα γνωστοποιείται στον Τύπο σύσκεψη της ηγεσίας του στρατού (υπό τον «Πρόεδρο της Δημοκρατίας» Φ. Γκιζίκη) με «παλαιοκομματικούς» πολιτικούς («γεφυροποιούς και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις»…).

Ενδεχόμενο ναυάγιο της σύσκεψης, αδυναμία «να βγούμε με κυβέρνηση» όπως εκλιπαρούσε ο Γκιζίκης, θα δημιουργούσε απρόβλεπτες συνέπειες. Όλες οι προτάσεις που ρίχτηκαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όπως και εκείνη που προς στιγμήν αποφασίσθηκε (κυβέρνηση Κανελλόπουλου) είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αποδέχονταν την «τομή» με τη στρατιωτική δικτατορία, διέφεραν όμως ως προς το βάθος της. Κυβέρνηση Κανελλόπουλου δεν έγινε ποτέ. Την ύστατη κυριολεκτικά στιγμή ο Αβέρωφ και οι στρατιωτικοί αντιλήφθηκαν ότι τα πράγματα θα ήταν εξαιρετικά δύσκολα με μια κυβέρνηση Κανελλόπουλου, και πρότειναν Καραμανλή. Η στρατιωτική ηγεσία πίστεψε στην προσωπική ικανότητα του Καραμανλή να περιορίσει τις δυνατότητες εκδημοκρατισμού της εξουσίας που άνοιγε η μεταπολίτευση και να εγγυηθεί μια συνέχεια στο μετεμφυλιακό καθεστώς του στρατού. Υπολόγισαν εσφαλμένα. Μπορεί βέβαια να εγγυούταν μια «αυταρχικότερη» δομή από τον Κανελλόπουλο, αλλά ταυτόχρονα το βάθος της «μεταπολιτευτικής τομής» δεν θα κρινόταν απ’ αυτόν αλλά από τα αποτελέσματα της ταξικής πάλης.

ΑΛΗΘΕΙΑ

«Στις εκλογές του 1974 τέθηκαν μόνο 2 επιλογές: Καραμανλής ή τανκς»

Είναι ένα ζήτημα αν την περίοδο εκείνη ο λαός φοβόταν τα τανκς ή τα τανκς το λαό… Σε κάθε περίπτωση ο Καραμανλής αποφάσισε να συμπέσουν οι εκλογές με την επέτειο της πρώτης εξέγερσης του Πολυτεχνείου στις 17 Νοέμβρη. Υποτίθεται για να τιμηθεί καλύτερα η επέτειος! Στην πραγματικότητα επεδίωκε ν’ αποφύγει τις μαζικές δημοκρατικές δυναμικές κινητοποιήσεις σε μια περίοδο ιδιαίτερα φορτισμένη. Για τους χουντικούς μηχανισμούς, που έμεναν ανέπαφοι (και απειλούσαν). Για την τιμωρία των χουντικών (ουδείς εκ των πρωταιτίων είχε ακόμη συλληφθεί! Θα συλληφθούν αργότερα, κατόπιν μηνύσεων ιδιωτών). Την αυταρχική δημοκρατία που οικοδομούνταν στη βάση του ιουλιανού συμβιβασμού (ο Γκιζίκης εξακολουθούσε να είναι Πρόεδρος!). Το πολιτειακό (ακόμη και για τη βασιλεία ήταν θολή η θέση Καραμανλή!), την «αμερικανοκρατία»… Ανεξαρτήτως όλων αυτών, στις 17 Νοεμβρίου 1974 οι Έλληνες πολίτες, στις πρώτες εκλογές μετά τη δικτατορία, καλούνταν να ψηφίσουν «Καραμανλή ή τανκς». Φυσικά, οι περισσότεροι προτίμησαν να θριαμβεύσει ο πρώτος – ο Καραμανλής με το 54% θα κυριαρχήσει στην 1η φάση της μεταπολίτευσης.

Η πολιτική γραμμή των κομμάτων της Αριστεράς, για δεύτερη φορά σ’ ένα χρόνο, αποδείχτηκε ανεπαρκής να συλλάβει το πεδίο των αντιθέσεων και να αξιοποιήσει τη δυναμική τους. Το ΠΑΚ, το ΚΚΕ αλλά και οι οργανώσεις της άκρας αριστεράς κατανοούσαν τη μεταπολίτευση σαν απλή «αλλαγή φρουράς». Υποτιμούσαν όμως έτσι τον λαϊκό παράγοντα και την ιδιότυπη παρουσία του στις εξελίξεις, κάτι που αντίθετα λάμβαναν έντονα υπόψη οι στρατιωτικοί και οι αστοί πολιτικοί.

Βλέποντας τη μια πλευρά, δεν κατανοούσαν την αντίθεση που πραγματικά κρινόταν εκείνη τη «στιγμή» και άρα προσδιόρισαν τη γραμμή της μη επέμβασης στην εν εξελίξει μεταπολίτευση, κάτι που διευκόλυνε αφάνταστα τον Καραμανλή στις πρωτοβουλίες του.

Το ΠΑΚ-ΠΑΣΟΚ κατεβαίνει με το σύνθημα «στις 18 σοσιαλισμός» (!), ενώ τα δύο ΚΚΕ κατεβαίνουν ως «Ενωμένη Αριστερά» με το ΚΚΕ εσ. να έχει κύρια γραμμή την ΕΑΔΕ (ενιαία αντιδικτατορική ενότητα με αστούς πολιτικούς – καλεσμένος και ο βασιλιάς) μεταφέροντας την κύρια αντίθεση στο δίπολο Καραμανλής ή στρατός. Γενικά αρκέστηκαν σε γενικόλογες αντιιμπεριαλιστικές αναφορές και στην ανάγκη εμβάθυνσης της (αστικής) δημοκρατίας, αφήνοντας πρακτικά το λαϊκό κίνημα χωρίς πολιτική πρόταση πέρα από την εκλογική καταγραφή τους.

ΜΥΘΟΣ:

«Η ‘‘σοσιαλμανία’’ της πρώτης κυβέρνησης Καραμανλή και η κατοχύρωση των εργατικών δικαιωμάτων»

Η κατάρρευση της δικτατορίας στον απόηχο της κυπριακής τραγωδίας έμοιαζε με πορεία σε αχαρτογράφητα ύδατα για την ελληνική αστική τάξη. Μέσα σε λίγους μήνες, ωστόσο, βοηθούσης και της ισχυρής κυβερνητικής πλειοψηφίας που προέκυψε από τις εκλογές του Νοεμβρίου, η πολιτική σταθερότητα φαινόταν να έχει αποκατασταθεί. Το Δεκέμβριο μάλιστα, το δημοψήφισμα έθεσε τέλος και στο πολιτειακό ζήτημα, που είχε ταλανίσει επί μακρόν την ελληνική πολιτική σκηνή. Την επαύριο του δημοψηφίσματος, ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Δημήτριος Μαρινόπουλος, σημείωνε από το βήμα της ετήσιας συνόδου της Ένωσης των Συνδέσμων Βιομηχανίας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (UNICE):

Ήταν μεγάλη τύχη που η μεταβολή […] έγινε με τρόπο ειρηνικό και ομαλό, χωρίς σοβαρές περιπλοκές και προβλήματα, που το ενδεχόμενό τους ήταν φυσικό να φοβίζει, ιδιαίτερα τη βιομηχανική ηγεσία, για τις σοβαρότατες επιπτώσεις που μπορούσε να έχει στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας, μια βίαιη ανατροπή του δικτατορικού καθεστώτος. 

Ωστόσο, η διάψευση των χειρότερων φόβων του ΣΕΒ για τα συμπαρομαρτούντα της δημοκρατικής μετάβασης δεν συνεπαγόταν και μια ομαλή προσαρμογή στις νέες συνθήκες. Οι Έλληνες βιομήχανοι αποδέχτηκαν εκόντες άκοντες τις πρώτες μεταπολιτευτικές αυξήσεις των εργατικών απολαβών που ανακοίνωσε η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, με στόχο τη μερική αποκατάσταση των απωλειών που είχε υποστεί η μισθωτή εργασία το 1973-’74. Όταν όμως διαπίστωσαν ότι οι αυξήσεις αυτές ήταν μόνο η αρχή, καθότι τα επόμενα χρόνια θα έκανε την εμφάνισή του στα εργοστάσιά τους ένα είδος συνδικαλισμού πολύ διαφορετικού ύφους και ήθους από αυτό με το οποίο είχαν συνηθίσει μέχρι τότε, η νευρικότητά τους άρχισε να αυξάνεται. Τα πνεύματα οξύνθηκαν ιδιαίτερα, όταν στην προσπάθειά της να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του κράτους με τους μεγάλους κεφαλαιούχους που είχαν αναδειχθεί στα κύρια στηρίγματα της δικτατορίας, η πρώτη κυβέρνηση της ΝΔ προχώρησε στην κρατικοποίηση του Ομίλου της Εμπορικής Τράπεζας (Ανδρεάδης). Η κίνηση αυτή εκλήφθηκε από τους κύκλους του ΣΕΒ, οι οποίοι το Μάρτιο του 1976 εξαπέλυαν κατά του Καραμανλή μύδρους περί «σοσιαλμανίας», ως στροφή στον κρατικό παρεμβατισμό. Η αντίδραση του ΣΕΒ μπορεί να μην ανέκοψε άμεσα την αυξανόμενη ανάμιξη του κράτους στην οικονομία, επιτάχυνε ωστόσο ένα άλλο είδος κρατικής παρέμβασης -επιθυμητό αυτήν τη φορά- για τους βιομηχάνους: τη σκλήρυνση του νομικού πλαισίου για το συνδικαλισμό και την καταστολή των εργατικών κινητοποιήσεων. Το στοιχείο αυτό χαρακτηρίζει ολόκληρη την περίοδο μέχρι το 1981, ακόμη και όταν συνοδεύεται από παραχωρήσεις θεαματικών μισθολογικών αυξήσεων σε συνθήκες σχετικής υποχώρησης του πληθωρισμού. Η συμβολική ρήξη με την παράδοση των κρατικοποιήσεων που εγκαινίασε η πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση της ΝΔ θα ερχόταν λίγο αργότερα. Το 1977 κύκλοι του ΣΕΒ θα επιβάλουν ως υποψήφιο με τα ψηφοδέλτια του κόμματος τον προερχόμενο από το σινάφι τους Στ. Μάνο, ενώ το Μάιο του 1978 η είσοδος του Κ. Μητσοτάκη στο κυβερνητικό σχήμα από τη θέση του υπουργού Συντονισμού θα γίνει δεκτή με ενθουσιασμό από τους θιασώτες της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. 

Το εργοστασιακό κίνημα γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1974, στο εργοστάσιο της Νational Can στην Ελευσίνα, όταν οι 500 εργαζόμενοι κάλεσαν Γενική Συνέλευση για να συζητήσουν σχετικά με τις άθλιες συνθήκες εργασίας και τα εξουθενωτικά ωράρια. Η εργοδοσία απέλυσε αστραπιαία έναν πρωτοπόρο αγωνιστή εργάτη, πράξη που ώθησε τους εργάτες σε δυναμική απεργία. Οι απεργοί αρνήθηκαν πεισματικά να συνδιαλεγούν με εκπρόσωπους της ΓΣΕΕ και του υπουργείου Εργασίας, και τελικά η απεργία, παρά τις συνεχείς πιέσεις της εργοδοσίας, έληξε όταν ο εργάτης επαναπροσλήφθηκε. Η κινητοποίηση στη National Can ήταν πρωτοπόρα για μια σειρά από λόγους: Ήταν η πρώτη απεργία μεγάλης εμβέλειας μετά την πτώση της Χούντας αλλά και η πρώτη απεργία της Μεταπολίτευσης με κοινή συμμετοχή Ελλήνων και μεταναστών εργατών, καθώς στο εργοστάσιο δούλευαν 100 μετανάστες από το Πακιστάν. Κυρίως, όμως, πυροδότησε δυναμικές κινητοποιήσεις και σε άλλα εργοστάσια. Ένα μήνα μετά, το Νοέμβριο του 1974, ξεκίνησε μαχητική απεργία στο εργοστάσιο ΗΒΗ, με παρόμοια αιτήματα.

Από το 1975 ως το 1977 το εργοστασιακό κίνημα κορύφωσε τη δράση του, με δυναμικές απεργίες στις βιομηχανίες Ιζόλα, ΜΕΛ, ΙΤΤ, Εσκιμό, AEG, ΒΙΩΜΑΞ, Πίτσος, Φούλγκορ, ΛΑΡΚΟ και Πετζετάκις, καθώς και στα μεταλλεία Μαντουδίου και ΜΑΔΕΜ – ΛΑΚΚΟ.

Οι απεργιακές κινητοποιήσεις του εργοστασιακού κινήματος χαρακτηρίστηκαν από μεγάλη διάρκεια και μαζικότητα, με ενδεικτικές περιπτώσεις τις 93 ημέρες απεργίας στον Λαδόπουλο (1975), τις 110 ημέρες απεργίας στη ΛΑΡΚΟ (1977) και τη συμμετοχή 5.000 μεταλλεργατών στην απεργία στο Μαντούδι (Μάρτιος-Απρίλιος 1976).

Tα αιτήματα του εργοστασιακού συνδικαλισμού δεν εξαντλούνταν σε βραχυπρόθεσμες υλικές διεκδικήσεις με την ικανοποίηση των οποίων θα επέρχονταν εργασιακή ειρήνη. Τα εργοστασιακά σωματεία αμφισβητούσαν ανοιχτά το διευθυντικό δικαίωμα, πραγματοποιούσαν πλήθος παρεμβάσεων ενάντια στην εντατικοποίηση της εργασίας, εξέφραζαν τη θέληση των εργαζομένων για αυτοδιαχείριση των εργοστασίων και προχωρούσαν σε καταλήψεις βιομηχανικών μονάδων. Εφαρμόστηκαν πρωτότυπες για τα δεδομένα της εποχής πρακτικές του εργοστασιακού κινήματος να συνδεθεί με την κοινωνία: εκδόσεις εφημερίδων, καταλήψεις δρόμων, πορείες κ.λπ. Οι εν λόγω πρακτικές βρήκαν ανταπόκριση, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της ΛΑΡΚΟ, όπου η τοπική κοινωνία, εργαζόμενοι άλλων βιομηχανικών επιχειρήσεων (Πετζετάκις, Πίτσος) και φοιτητές συνέβαλαν, μέσα από την ενεργή αλληλεγγύη τους, στη νικηφόρα έκβαση της απεργίας το 1977. Αυτή η μορφή οργάνωσης, οι στόχοι και οι μαχητικότητά της αντιμετωπίστηκαν εχθρικά από πολλές πλευρές. Η (και τότε κρατικοδίαιτη -κυβερνητική) ΓΣΕΕ εξαρχής δεν αποδέχτηκε τη μορφή οργάνωσης που επεδίωκαν τα εργοστασιακά σωματεία και επανειλημμένα τα καταδίκασε. Σε ό,τι αφορά την Αριστερά, το ΚΚΕ (στην πεπατημένη οδό «ό,τι δεν ελέγχω είναι εχθρός») άσκησε συστηματική πολεμική εναντίον τους, με βασικό -αλλά καθ’ όλα αβάσιμο- επιχείρημα ότι διέτρεχαν τον κίνδυνο να μετατραπούν σε εργοδοτικά σωματεία. Το ΚΚΕ Εσωτερικού, αν και φραστικά θετικό, σε επίπεδο πρακτικής πολιτικής δεν συμμετείχε στις διεργασίες των εργοστασιακών σωματείων, καθώς έδινε βάρος στις παραδοσιακές μορφές συνδικαλιστής συγκρότησης (και στη συγκρότηση ενιαίας παράταξης με την αντιδικτατορική δεξιά στη ΓΣΕΕ). Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ και κύρια οι οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς στήριξαν την υπόθεση του εργοστασιακού συνδικαλισμού τόσο πολιτικά όσο και οργανωτικά, με τις όποιες δυνάμεις είχαν στους εν λόγω χώρους.

Σημείο-τομή στην όλη διαδικασία ήταν ο διαβόητος νόμος 330/1976, που έθετε ασφυκτικούς περιορισμούς σε κάθε απεργιακή δραστηριότητα στους χώρους δουλειάς, εξίσωνε θεσμικά την εργατική απεργία με το εργοδοτικό lock-out, νομιμοποιούσε τη συγκρότηση απεργοσπαστικών μηχανισμών, απαγόρευε την πολιτική απεργία, καθώς και τις απεργίες που δεν κηρύσσονταν από τα νομικά κατοχυρωμένα σωματεία.

Συνολικά, οι αγώνες των εργοστασιακών σωματείων αντιμετωπίστηκαν με μαζικές απολύσεις, καταδίκες, φυλακίσεις, απειλές και άφθονη αστυνομική βία. Η σκληρότατη αντιμετώπιση των απεργιών και των κινητοποιήσεων οδήγησε σταδιακά το εργοστασιακό κίνημα στην εξάντλησή του ως το καλοκαίρι του 1979. Στο εξής, η διατήρηση του θεσμικού πλαισίου εναντίον του εργοστασιακού συνδικαλισμού δεν θα συνοδευόταν από αυξήσεις που θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν τη δεύτερη πληθωριστική έκρηξη της δεκαετίας. Η οριστική ήττα του κινήματος των εργοστασιακών επιτροπών, ωστόσο, δεν συνεπαγόταν και την κοινωνική ειρήνευση. Αντίθετα, τη θέση των «άγριων» απεργιών θα έπαιρνε ένα συνδικαλιστικό κίνημα «κοινοβουλευτικού» χαρακτήρα, το οποίο αντί της έντασης και της διάρκειας θα προέκρινε την έκταση και το συμβολισμό. Το κίνημα αυτό, που επικεντρωνόταν σε τράπεζες και επιχειρήσεις Κοινής Ωφέλειας, προοιώνιζε την αυξανόμενη σημασία της επερχόμενης εκλογικής μάχης σε συνθήκες οικονομικής αστάθειας και κινηματικής υποχώρησης.

ΑΛΗΘΕΙΑ

Το ΠΑΣΟΚ συμβολοποιεί όλη την περίοδο της Μεταπολίτευσης

Στις 3/9/74 στην ιδρυτική διακήρυξη του νεοπαγούς κόμματος σε θέατρο της πρωτεύουσας παρευρίσκονταν μόλις 70 με 80 άτομα. Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε και κυριάρχησε στο «λαό» της Αριστεράς (εργασιακοί χώροι, λαϊκές συνοικίες). Χρησιμοποίησε το ίδιο παρωχημένο ιδεολογικό οπλοστάσιο του σταλινικού και ευρωκομμουνιστικού ρεφορμισμού περί «καθυστερημένου» ελληνικού καπιταλισμού, «εξάρτησης», «πατριωτισμού» με κεϊνσιανά οικονομικά και σκόρπια αστικοδημοκρατικά προτάγματα, με πιο ριζοσπαστική φρασεολογία και τακτική (ξεκάθαρο αντιδεξιό μέτωπο, «οι λαοί δεν έχουν ανάγκη από προστάτες», «βυθίσατε το Χόρα», συμμετοχή στο εργοστασιακό κίνημα και στην ίδρυση νέων πρωτοβάθμιων σωματείων κ.λπ.). Άποψή μου είναι ότι είχε δύο κύριες διαφορές. 1) Την υιοθέτηση του όρου «των μη προνομιούχων», κάτι που έβγαζε από την πρωτοκαθεδρία της συμμαχίας που πρόκρινε η παραδοσιακή αριστερά («εργάτες, αγρότες, φοιτητές» …και ακολουθούσαν μικρομεσαίοι, πατριώτες κ.λπ.) την εργατική τάξη σαν κυρίαρχο πόλο από την μεριά των υποτελών τάξεων και την ενέτασσε σε έναν ανθρώπινο χυλό (αντίστοιχο του 99%) όπου ο κάθε φτωχός ή μη εντασσόμενος στο παραδοσιακό πελατειακό πλέγμα της δεξιάς μπορούσε να βρει «το δίκιο του». Ο ασαφής αυτός προσδιορισμός του πολιτικού ακροατηρίου σε μια χώρα όπως η Ελλάδα που, ακόμα και αν συγκριθεί με «όμοιες» χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Τουρκία), έχει την ιδιοτυπία να μην κυριαρχείται η απασχόληση από τη μισθωτή εργασία, μη ξεπερνώντας ποτέ το 50% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού και παρά την «αγροτική εισβολή στις πόλεις», πολλαπλασίασε τους προσβλέποντες στην «Αλλαγή», από το λούμπεν προλεταριάτο μέχρι τις παρυφές του αστισμού (μικρομεσαίοι) και τους αριβίστες. 2) Την αδιαμφισβήτητη ισχυρή προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου, που λόγω επικάλυψης πρακτικά κάθε άλλης έκφανσης προς τα έξω, έδωσε το οργανωτικό και πρακτικό περιθώριο για την πολιτική συστέγαση διάφορων πολιτικών τάσεων και πρακτικών πρωτοβουλιών (όπως αυτές στο εργατικό κίνημα και στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης) παρά τις απανωτές εκκαθαρίσεις – διαγραφές ως τα μέσα της δεκαετίας του ’80, δυνατότητα που η φοβικότητα, η συνωμοσιολογία και το σταλινικό παρελθόν της παραδοσιακής αριστεράς δεν έδινε σε νέους πρωτοπόρους αγωνιστές. Κατά τα λοιπά, από το ’77 και μετά η παραδοσιακή αριστερά ετεροκαθοριζόταν από την επιτυχία του ΠΑΣΟΚ. «Αλλαγή» διακήρυττε το ΠΑΣΟΚ, «Πραγματική Αλλαγή» ευαγγελιζόταν το ΚΚΕ, «εμβάθυνση της Αλλαγής» το ΠΑΣΟΚ, «Αλλαγή δεν γίνεται χωρίς το ΚΚΕ» από τη μια και «κυβέρνηση όλων των δημοκρατικών δυνάμεων» από την άλλη.

Το ΠΑΣΟΚ εν πολλοίς, όντας κυβέρνηση από τις 18/10/1981, ενσωμάτωσε υλικά τον πρώιμο μεταπολιτευτικό ριζοσπαστισμό με πολιτικές ξεκάθαρου πολιτικού πρόσημου: κατακόρυφη αύξηση των κατώτατων ημερομισθίων, εκδημοκρατισμός του εργατικού συνδικαλισμού, επαναφορά των κρατικοποιήσεων ως μέσου άσκησης οικονομικής πολιτικής, αλλά και επαναπροσδιορισμού των σχέσεων με τον επιχειρηματικό κόσμο. Το 1982, το μερίδιο της εργασίας στο προϊόν της ελληνικής βιομηχανίας ξεπερνά για πρώτη φορά τα προδικτατορικά επίπεδα, ενώ το 1984 θα γνωρίσει ιστορικό υψηλό, προσεγγίζοντας επίπεδα κοντά στο 50% (αλλά πάντως κάτω από αυτό). Στο μεταξύ, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έχει προλάβει να δρομολογήσει την κρατικοποίηση της τσιμεντοβιομηχανίας ΑΓΕΤ, μιας από τις επιχειρήσεις-σύμβολα της ελληνικής εκβιομηχάνισης, να επιβάλει την επαναπρόσληψη απολυμένων συνδικαλιστών σε βιομηχανίες που είχαν γνωρίσει μεγάλες εργατικές κινητοποιήσεις και να εξασφαλίσει τη συμμετοχή εκπροσώπων της εργασίας στη διοίκηση ιδιωτικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, υλοποίησε αστικούς εκσυγχρονισμούς όπως η θέσπιση του πολιτικού γάμου, η θεσμοθέτηση και το χτίσιμο του Εθνικού Συστήματος Υγείας που θεωρούνται τομές σε σχέση με τους προηγούμενους αναχρονισμούς. Ωστόσο, ποτέ δεν κυριάρχησε στο ΠΑΣΟΚ κάποιο σοσιαλιστικό σχέδιο για οργάνωση της οικονομίας και της κοινωνίας έξω από το κανονιστικό πλαίσιο που ορίζει η αστική κυριαρχία και υπηρέτησε με συνέπεια τις κεντρικές δουλείες της (π.χ. σε σχέση με την ΕΟΚ «των μονοπωλίων»).

Έτσι όταν το μοντέλο της ανάπτυξης μέσω της ενίσχυσης της εσωτερικής αγοράς κατέδειξε τα όριά του, το 1985 η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα προχωρούσε σε μια θεαματική στροφή της οικονομικής πολιτικής. Το 1986 θα σημειωθεί η δραστικότερη μείωση των κατώτατων ημερομισθίων και των κατά κεφαλήν αμοιβών στο σύνολο της οικονομίας. Η πολιτική αυτή θα συνεχιζόταν και την επόμενη χρονιά, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να αντιστρέψει τις διαρθρωτικές αδυναμίες του παραγωγικού μοντέλου. Τα υφεσιακά αποτελέσματα της λιτότητας σε συνδυασμό με την αδυναμία βελτίωσης κρίσιμων δεικτών, όπως η παραγωγικότητα της εργασίας, συνηγορούσαν στην εγκατάλειψη της στροφής, χωρίς να παραγνωρίζεται και το πολιτικό κόστος.

Στο τέλος της περιόδου, η αντίφαση αυτή της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ, είχε προσλάβει μια δική της δυναμική. Έχοντας έρθει σε ρήξη με τους παραδοσιακούς φορείς της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας, οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ προσπάθησαν, μέσα από αμφιλεγόμενες διαδικασίες, να οικοδομήσουν συμμαχίες με αναδυόμενους επιχειρηματικούς κύκλους, με κριτήριο την κομματική στήριξη. Η διαδικασία αυτή κατέληξε να πυροδοτήσει πολέμους συμφερόντων (σκάνδαλο Κοσκωτά, Κόκκαλης, Σάλλας κ.λπ.). Παρ’ όλες τις αντιφάσεις, τις διαψεύσεις και τις απάτες από τη μεριά του ΠΑΣΟΚ, κατάφερε και κυριάρχησε στις εργατικές και λαϊκές αντιπροσωπεύσεις έως και την προηγούμενη δεκαετία, κυρίως λόγω της ιδεολογικής και πολιτικής ένδειας της σταλινογενούς ελληνικής αριστεράς.

 

ΜΥΘΟΣ

Η Μεταπολίτευση όρισε την επέλευση και το εύρος της σημερινής κρίσης

Αν και στην παρούσα ανάλυση -όπως και στις περισσότερες- η περίοδος που αποκαλούμε Μεταπολίτευση εκτείνεται χρονικά από το 1974 έως το 1989 (λόγω της «συγκυβέρνησης» Δεξιάς-Αριστεράς, μετάλλαξης των πολιτικών πρωταγωνιστών, αναδιάρθρωσης των παγκόσμιων συσχετισμών κ.λπ.), τα τελευταία χρόνια αρθρώνεται σταδιακά μια πλειάδα δημόσιων τοποθετήσεων σύμφωνα με τις οποίες η «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» ευθύνεται για όλα τα κακώς κείμενα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Στη μάχη αυτή, γύρω από το σώμα και το πνεύμα της Μεταπολίτευσης, όπλα είναι οι λέξεις: συντεχνίες, λαϊκισμός, προνόμια, πελατειακό κράτος, διαφθορά, «βία και ανομία».

Επιχαίρει ο κ. Βορίδης επειδή «οι ψευδοαξίες της γενιάς του Πολυτεχνείου ενταφιάστηκαν». Απειλεί ο κ. Δένδιας: «Ήρθε η ώρα η χώρα να κλείσει τους λογαριασμούς που μένουν ανοιχτοί από το 1974-1975». Και πιο προωθημένος ο κ. Χρυσοχοϊδης: «Ένα κυρίαρχο -αν και αδιαμόρφωτο ακόμη- ρεύμα ζητάει ακριβώς αυτό: λευτεριά από τη Μεταπολίτευση»!

Σύμφωνα λοιπόν με τις επιθυμίες της κυρίαρχης τάξης η μεταπολίτευση τελειώνει με την έναρξη των μνημονίων. Η δεξιά προπαγάνδα θέλει την «μεταπολίτευση» υπεύθυνη για τα δεινά «του τόπου». Είναι η αφήγηση που χρησιμοποιεί τον όρο «συντεχνίες» για να ορίσει το πλέγμα εργατικού δικαίου, που παρουσιάζει ως προνόμια τα στοιχειώδη δικαιώματα που κατέκτησαν οι Έλληνες εργαζόμενοι στην εργασία, στην παιδεία, στην υγεία και την πρόνοια μέσα από συλλογικούς αγώνες μιας γενιάς για τουλάχιστον αξιοπρεπή διαβίωση. Εν τέλει, είναι η αφήγηση που εντέλλεται από τις ανάγκες ενός καπιταλισμού σε κρίση, του επονομαζόμενου «πολεμικού» καπιταλισμού, με όρους ρεβανσιστικής εκδικητικότητας.

Η δική μας, η κομμουνιστική αφήγηση δεν μπορεί να είναι η στείρα αμυντική υπεράσπιση των παλιότερων ταξικών συσχετισμών που εμπεριέχουν τελικά την αστική επικυριαρχία (π.χ. το Ν.1264/82 για τον συνδικαλισμό), αλλά η διαμόρφωση ενός νέου μεταβατικού (μεταρρυθμιστικού αλλά μη ενσωματώσιμου) προγράμματος που θα καλύπτει τις σύγχρονες συλλογικές ανάγκες των εργαζομένων και θα αμφισβητεί άμεσα και έμπρακτα το σάπιο σύστημα της αλλοτρίωσης και της καταστροφής.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.