Ταξική – διεθνιστική Αριστερά

Ούτε Τσίπρας ούτε Μητσοτάκης, ούτε (ακρο)δεξιά ούτε κεντροαριστερά

Πάει πολύς καιρός από τότε που το «µνηµόνιο/αντιµνηµόνιο» ήταν η βασική διαχωριστική γραµµή, η οποία καθόριζε τις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες. Η µνηµονιακή εξαλλαγή του ΣΥΡΙΖΑ -σε συνδυασµό µε την ήττα του κινήµατος και της Αριστεράς- µετατόπισε αναπόφευκτα τον άξονα των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων δεξιά, σταθεροποίησε το αστικό/µνηµονιακό πολιτικό σύστηµα, «σκέπασε» µε τα υλικά της µιντιακής και αστικής (παρα)πολιτικής το ταξικό ρήγµα, που είχε δηµιουργηθεί από την κρίση και την υλοποίηση των µνηµονιακών πολιτικών. Εν τέλει υποκατέστησε τη διαχωριστική «µνηµόνιο/αντιµνηµόνιο» από τη διαχωριστική «Τσίπρας ή Μητσοτάκης» ή «(ακρο)δεξιά/κεντροαριστερά». 

Ωστόσο, οι σκληρές ταξικές πολιτικές συνεχίζονται αδιατάρακτα και η καθηµερινότητα των εργαζόµενων τάξεων είναι οδυνηρή. Έτσι, κάτω από τα επιφαινόµενα του πολιτικού σκηνικού, η σκληρή πραγµατικότητα «βυσσοδοµεί» προετοιµάζοντας τα ρήγµατα του µέλλοντος. Η διάχυση της ακροδεξιάς ιδεολογίας είναι η στρεβλή και σαπισµένη εκδοχή της αγανάκτησης, που έγινε «αντεπαναστατική απελπισία». Η εκκωφαντική «σιωπή» των εργαζόµενων τάξεων, αλλά και της πλειονότητας του κόσµου της Αριστεράς και των κινηµάτων αντίστασης, κρύβει και άλλες, υπόγειες διεργασίες. Οι επερχόµενες εκλογές, κυρίως οι βουλευτικές, ανεξάρτητα και από το αποτέλεσµά τους -πολύ περισσότερο όµως αν το αποτέλεσµα είναι το διαφαινόµενο, δηλαδή η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ- θα αποτελέσουν το σηµείο ανάδυσης στην επιφάνεια των υπόγειων διεργασιών. Τα αποτελέσµατά τους θα γίνουν ορατά τόσο στη σφαίρα των κινηµάτων αντίστασης όσο και στην πολιτική σφαίρα.

 

Από το 2015 µέχρι σήµερα: στρατηγική ήττα, αλλά και «ανοιχτοί λογαριασµοί»

Ο χαρακτήρας και τα «υστερόγραφα» της ήττας του 2015 εξακολουθούν να είναι το κλειδί για την «ανάγνωση» των πολιτικών διεργασιών και της δυναµικής των πολιτικών εξελίξεων. Σε µεγάλα τµήµατα της Αριστεράς είναι διαδεδοµένη η άποψη ότι η ήττα του 2015 ήταν όχι µόνο στρατηγική, αλλά και συντριπτική. Ότι υποχρεώνει την Αριστερά σε «µακρά νόµιµο ύπαρξη», σε µακροχρόνια υποχώρηση, αναδίπλωση και ιδεολογικοπολιτικές αναζητήσεις σε στενούς κύκλους. Πολύ περισσότερο από άποψη, αυτό είναι εµπεδωµένη ψυχολογία µε ευρεία διάδοση. Αυτή η προσέγγιση παραγνωρίζει -και όχι πάντα από απλή υποτίµηση ή παράλειψη- δύο βασικούς παράγοντες:

Πρώτο, ότι το 2015 είχαµε την ιδιότυπη περίπτωση ήττας όχι στο πεδίο της µάχης, αλλά διά της φυγοµαχίας. Στην Ιστορία είναι συχνά τα παραδείγµατα µαχών που χάθηκαν εξαιτίας εγκληµατικών πολιτικών λαθών της ηγεσίας. Σε συνθήκες, όµως, που η µάχη διεξάχθηκε πραγµατικά µε όλα τα µέσα που διέθετε το κάθε στρατόπεδο. Το 2015 δεν είναι µία από αυτές τις περιπτώσεις. Στην προκείµενη περίπτωση υπήρξε πλήρης φυγοµαχία! Στις µέρες του Ιουλίου του 2015 ο «αρχιστράτηγος» κήρυξε τη διάλυση του στρατεύµατος, υπέγραψε ταπεινωτική συνθηκολόγηση και, ακόµη χειρότερα: ανέλαβε να κυβερνήσει µε το πρόγραµµα του αντιπάλου! Η εξ αυτού του λόγου καταρράκωση του «ηθικού πλεονεκτήµατος» της Αριστεράς και η διακωµώδησή της σαν ηγεσίας στον αγώνα, η διάλυση του «σχηµατισµού µάχης» που είχε αρχίσει να συγκροτείται µε τους αγώνες του 2010-12, µε τη µαζικοποίηση του ρεύµατος ΣΥΡΙΖΑ και µε την κινητοποίηση του δηµοψηφίσµατος, οι οδυνηρές συνέπειες της µνηµονιακής κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ στο όνοµα της Αριστεράς, είναι οι προφανείς και συνοµολογηµένοι λόγοι που τεκµηριώνουν τον χαρακτηρισµό της ήττας ως στρατηγικής. Το γεγονός όµως ότι επρόκειτο για ήττα διά της φυγοµαχίας, αµφισβητεί την άποψη περί συντριπτικής ήττας. ∆ιότι, απλούστατα, όπως το κίνηµα και η Αριστερά έχασαν χωρίς µάχη, αντίστοιχα κέρδισε χωρίς µάχη το σύστηµα. Λέγοντας µάχη, εννοούµε αυτή που διεξάγεται µε όλα τα διαθέσιµα µέσα, και ύστερα από την οποία ο νικητής αποκτά δικαιώµατα να καθυποτάξει τον αντίπαλό του και µε τη βία, εγκαθιστώντας καθεστώς ανελευθερίας και τρόµου. Τέτοια νίκη δεν υπήρξε. Γι’ αυτό και δεν κερδήθηκε τέτοιο πλεονέκτηµα από τις δυνάµεις του συστήµατος.

∆εύτερο, το παράδοξο γεγονός ήταν πως ύστερα από την ήττα κυβέρνησαν οι… νικηµένοι – µε το πρόγραµµα των νικητών. Αλλά και µε βαριές υποχρεώσεις να κάνουν ό,τι µπορούν για να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις στα µάτια των εργαζόµενων τάξεων. Αποφασίζοντας να υποταχθεί χωρίς να δώσει µάχη και εποµένως διαλύοντας το σχηµατισµό µάχης που είχε συγκροτηθεί, η ηγεσία Τσίπρα έδωσε «σκληρό αγώνα» για να βρει στηρίγµατα σε δυνάµεις του συστήµατος. Τα αποτελέσµατα ήταν έως και θεαµατικά όσον αφορά το διεθνές σύστηµα (αλλά ταυτόχρονα πρόσκαιρα). Πενιχρά, ωστόσο, όσον αφορά το εγχώριο «βαθύ κράτος» της ελληνικής άρχουσας τάξης. Ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις φιλότιµες προσπάθειές του, δεν έγινε ούτε πρόκειται να γίνει αποδεκτός σαν «κανονικό» αστικό κόµµα, σαν σαρξ εκ της σαρκός του συστήµατος. Οι λόγοι γι’ αυτή την… αποτυχία είναι βασικά δύο:

α. Ότι η µνηµονιακή σταθεροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση θα ήταν αδύνατη αν αδιαφορούσε εντελώς για τα λαϊκά στρώµατα που τον ψήφισαν όχι µόνο τον Ιανουάριο του 2015, αλλά και τον Σεπτέµβριο του 2015 ύστερα από τη µνηµονιακή «κωλοτούµπα». Η µνηµονιακή εξαλλαγή του ΣΥΡΙΖΑ θα τον οδηγούσε σε κατάρρευση αν δεν επέλεγε να διατηρήσει ένα ρεφορµιστικού τύπου «πολιτικό συµβόλαιο» µε σηµαντικά τµήµατα των εργαζόµενων τάξεων, αλλά και του κόσµου της Αριστεράς: τώρα είµαστε αναγκασµένοι να υπογράψουµε και να υλοποιήσουµε το τρίτο µνηµόνιο. Αργότερα, όµως, στον κατάλληλο χρόνο, θα εξαντλήσουµε τα περιθώρια να επουλώσουµε τις πληγές που αυτό ανοίγει. Μη έχοντας άλλη εναλλακτική (γιατί κανείς από την υπόλοιπη Αριστερά δεν φρόντισε να τη δηµιουργήσει πραγµατικά), σηµαντικά τµήµατα των εργαζόµενων τάξεων και του κόσµου της Αριστεράς υπέκυψαν στο αναπόφευκτο ενός τέτοιου «συµβολαίου». Μπορεί να είναι µια πολύ ασθενική και ξεθυµασµένη εκδοχή της, αλλά είναι µια υποθήκη ελπίδων και προσδοκιών κάποια στιγµή να αρχίσουµε να παίρνουµε πράγµατα πίσω. Εγκλωβισµένος σε έναν τέτοιο «µηχανισµό» αναπαραγωγής, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε να γίνει κάτι περισσότερο από κυβέρνηση «ειδικού σκοπού».

β. ∆ιότι η αστική τάξη γνωρίζει πολύ καλά ότι στο µέλλον θα χρειαστεί ακόµη πιο ωµές διαχειρίσεις, όταν το µεσοδιάστηµα αυτής της ασθενικής σταθεροποίησης τελειώσει. Για τέτοιες διαχειρίσεις, ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι εντελώς ακατάλληλος. Όχι γιατί οι προθέσεις της ηγεσίας του είναι φιλεργατικές, αλλά γιατί δεν κατάφερε και ούτε πρόκειται να καταφέρει να «χειραφετηθεί» από την εξάρτησή του από τις εργαζόµενες τάξεις και τον κόσµο της Αριστεράς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, µε τη µνηµονιακή του εξαλλαγή και την εν γένει πολιτική του, ενεργοποίησε µια πολιτική δυναµική διαρκών µετατοπίσεων.

Υπ’ αυτό το πρίσµα, στη συγκυρία υποβόσκει ένα «αόρατο» πολιτικό µέγεθος: Οι προδοµένες, υποθηκευµένες σε ένα χωρίς αντίκρισµα πολιτικό συµβόλαιο µε τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά πάντως όχι οριστικά µαταιωµένες ελπίδες σηµαντικών τµηµάτων του κόσµου της εργασίας και της Αριστεράς για κάποιου είδους αναστροφή των µνηµονιακών πολιτικών. Οι «παγωµένες» και προσωρινά (δηλαδή για την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ) εγκλωβισµένες και εξουδετερωµένες διαθέσεις για αγώνα.

Στη δυναµική των εξελίξεων, στο πραγµατικό «συµβόλαιο µε την Ιστορία», είναι εγγεγραµµένες δύο βαριές υποθήκες: Από τη µια, η κυβερνητική αποκαθήλωση του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έχει το άρωµα και τις συνέπειες µιας απλής δικοµµατικής εναλλαγής, όπως αυτές που ήταν συνηθισµένες µέχρι και το 2009. Θα πυροδοτήσει µια πολιτική και κοινωνική δυναµική ανάλογη µε αυτή που βλέπουµε να εξελίσσεται διεθνώς: µια ρεβανσιστική δεξιά (Ν∆) που έρχεται να αποκαθηλώσει τη µνηµονιακή αριστερά, µε όρους που θυµίζουν έστω και λίγο Αργεντινή και Βραζιλία. Μια άκρα δεξιά που έχει πλέον «λαό», χωρίς (ακόµη) να έχει κόµµα και ένα ναζιστικό κόµµα κοινοβουλευτικά εδραιωµένο, που αντέχει και περιµένει ξανά την ευκαιρία του.

Από την άλλη, η πυροδότηση µιας τέτοιας δυναµικής θα κάνει αναπόφευκτο ότι η µαταιωθείσα λόγω της φυγοµαχίας µάχη του 2015, θα δοθεί αναπόφευκτα σε «δεύτερο χρόνο». Αλλά πλέον από άλλο «στρατό», µε άλλο σχέδιο και σε άλλο «έδαφος».

 

Οι εκλογές σαν ορόσηµο

Η διαχωριστική γραµµή «ΣΥΡΙΖΑ ή Ν∆», «Τσίπρας ή Μητσοτάκης» είναι σε πλήρη αντίθεση µε την ταξική πόλωση στην ελληνική κοινωνία, στα όρια της παραδοξότητας. Σε µια χώρα όπου το ποσοστό της µισθωτής εργασίας στο σύνολο του οικονοµικά ενεργού πληθυσµού ξεπερνά το 80% (αν συνυπολογίσουµε και το µεγαλύτερο τµήµα των αυτοαπασχολούµενων που ζουν από την εργασία τους και όχι από την εργασία των άλλων), το «σκέπασµα» του ταξικού ρήγµατος, το οποίο στα χρόνια της κρίσης εκφράστηκε µε τη διαχωριστική γραµµή «µνηµόνιο/αντιµνηµόνιο», είναι ο πραγµατικά µεγάλος «άθλος» του ΣΥΡΙΖΑ. Χωρίς τη δική του µνηµονιακή εξαλλαγή, χωρίς τα µνηµονιακά του έργα και ηµέρες στην κυβέρνηση, χωρίς τη µετατόπισή του στην κεντροαριστερά, χωρίς εν τέλει τη συνειδητή του προσπάθεια να εγκαταστήσει τη νέα διαχωριστική γραµµή «ΣΥΡΙΖΑ ή Ν∆», «Τσίπρας ή Μητσοτάκης», αυτό δεν θα ήταν κατορθωτό.

Το «πολιτικό συµβόλαιο» του ΣΥΡΙΖΑ µε σηµαντικά τµήµατα των εργαζόµενων τάξεων και του κόσµου της Αριστεράς κρύβει και αυτό µια πολιτική παραδοξότητα: ο αυτουργός της µεγάλης µνηµονιακής «κωλοτούµπας» παρέµεινε ο πολιτικός διαχειριστής των -«σκοτωµένων» πλέον- ελπίδων του. Αυτός που µε την προδοσία του 2015 και τη µνηµονιακή του κυβερνητική θητεία ενεργοποίησε τη δυναµική που φέρνει τον Μητσοτάκη και ανοίγει τον δρόµο στην ακροδεξιά, εκλαµβάνεται σαν «ανάχωµα» στην έλευση αυτών των πολιτικών «τεράτων».     

Όµως, η διεθνής συγκυρία έχει να επιδείξει και σοβαρές ενδείξεις πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών σε άλλη κατεύθυνση: είναι κυρίως τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία και το κίνηµα αντίστασης στις ΗΠΑ, καθώς και αντίστοιχες -αν και πιο αδύναµες- όψεις αντιστάσεων στην Ισπανία, τη Βραζιλία κ.λπ. Παρ’ όλες τις αναπόφευκτες αδυναµίες τους, είναι εκδηλώσεις µιας πρώτης απάντησης στη διεθνή δυναµική, που γεννά πολιτικά τέρατα και υπόσχεται «τα χειρότερα».

Στην Ελλάδα, οι επερχόµενες εκλογές αποτελούν ορόσηµο. Όχι γιατί θα συγκρουστεί το «φως» της κεντροαριστεράς µε το «σκότος» της (ακρο)δεξιάς. Αλλά γιατί θα λάβει τέλος αυτή η ιδιότυπη πολιτική συνθήκη, η οποία εγκαταστάθηκε το 2015, όπου κυβερνά µια υποταγµένη «Αριστερά» µε το πρόγραµµα του ταξικού αντιπάλου, εγκλωβίζοντας και αναστέλλοντας τη δική µας απάντηση στον µηχανισµό που γεννάει πολιτικά τέρατα.

 

Ποια Αριστερά χρειαζόµαστε

Η ήττα του 2015 συνιστούσε/συνιστά µια αποτυχία της απάντησης στον νεοφιλελεύθερο καπιταλισµό, που χτίστηκε στα χρόνια της κινηµατικής και πολιτικής ανάκαµψης ύστερα από τον εργατικό ∆εκέµβρη του 1995 στη Γαλλία και στη συνέχεια το Σιάτλ, το αντιπαγκοσµιοποιητικό κίνηµα, τη συγκρότηση µαζικών αριστερών κοµµάτων/σχηµατισµών του µετανεωτερικού ρεφορµισµού (ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, Κόµµα των Εργατών στη Βραζιλία, Ποδέµος στην Ισπανία κ.λπ.) και τις «ροζ» κυβερνήσεις σε χώρες της Λατινικής Αµερικής.

Αυτή η απάντηση, που απέτυχε παταγωδώς και ηττήθηκε κατά κράτος, πρέπει να τεθεί υπό ανελέητη κριτική ως προς τους βασικούς της πυλώνες:

• Την αδυναµία να αναγνωρίσει καθαρά και να ορίσει ταξικά τον αντίπαλο. Που δεν είναι το «1%» (µια συµβολική καρικατούρα), αντιµέτωπο µε το 99%, αλλά η άρχουσα καπιταλιστική τάξη, το σύστηµα εξουσίας της και οι κοινωνικές συµµαχίες που τη στηρίζουν. Η «αχρωµατοψία» του «1%» ή των «50 (ή 10 ή…) οικογενειών» ή των «µονοπωλίων», που κατά περίπτωση ορίζονται σαν αντίπαλοι, πρέπει κατεπειγόντως να ξεπεραστεί. Αν δεν µπορούµε ούτε να αναγνωρίσουµε τον αντίπαλο, δεν υπάρχει καµία περίπτωση να τον νικήσουµε.   

• Την αδυναµία, στο πλαίσιο αυτό, να αναγνωρίσει την καπιταλιστική εκµετάλλευση σαν τη βάση όλου του συστήµατος εκµετάλλευσης και κυριαρχίας. Ο καπιταλισµός, που διαρκώς αλλάζει παραµένοντας ωστόσο ο ίδιος στα θεµελιώδη του χαρακτηριστικά, δεν είναι µια οµοσπονδία υποσυστηµάτων εκµετάλλευσης και καταπίεσης. ∆ιέπεται από τον µονισµό της καπιταλιστικής εκµετάλλευσης, της σχέσης κεφάλαιο/εργασία, των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, της ταξικής πάλης πάνω σε αυτό το έδαφος. Βεβαίως, το προλεταριάτο δεν βγαίνει πάνοπλο από τη µήτρα του καπιταλισµού όπως η Αθηνά από το κεφάλι του ∆ία, µε εγγεγραµµένη στο DNA του την «ιστορική αποστολή» της εγκαθίδρυσης του σοσιαλισµού. Συγκροτείται σε «τάξη για τον εαυτό του» µέσα από την ταξική πάλη. Και µια τέτοια συγκρότηση ολοκληρώνεται µε κατεξοχήν πολιτικοϊδεολογικά µέσα. Όµως, το λάθος µιας ντετερµινιστικής ανάγνωσης του µαρξισµού δεν διορθώνεται µε την υποκατάσταση του µαρξισµού από τις «νέες κριτικές θεωρίες», από τις οποίες η καπιταλιστική εκµετάλλευση και το προλεταριάτο απουσιάζουν παντελώς.   

• Την απροθυµία να ορίσει µε σαφήνεια τον στόχο. Που δεν (µπορεί να) είναι ο εξανθρωπισµός του καπιταλισµού. Και µάλιστα του καπιταλισµού που είναι µπλεγµένος σε στρατηγικά αδιέξοδα και αναπαράγει διαρκώς κρισιακά φαινόµενα, ακόµη και στην περίοδο της «κανονικότητάς» του, αλλά ο σοσιαλισµός σαν υπέρβαση και ανατροπή του συστήµατος εκµετάλλευσης. Οι θεωρίες του win-win αποδείχτηκαν θεωρίες ταξικής µονοµέρειας υπέρ του κεφαλαίου. Η Αριστερά δεν έχει πλέον άλλες «ζωές» για να θυσιάσει στον βωµό της αυταπάτης ότι θα αλλάξουµε το σύστηµα από τα µέσα. Ο σοσιαλισµός, από την άλλη, δεν µπορεί να οριστεί σαν µια πιο «µαχητική» εκδοχή της σοσιαλδηµοκρατίας, αλλά σύµφωνα µε τον ορισµό της Α’ και της Τρίτης ∆ιεθνούς: ως σοσιαλισµός/κοµµουνισµός. Στην εποχή των τεράτων, όπου το ακραίο κέντρο διαλαλεί την ιδεολογική πραµάτεια της αγοράς και του τέλους της Ιστορίας και η άκρα δεξιά και οι φασίστες διακηρύσσουν ευθαρσώς τις πιο ωµές εκδοχές της εκµετάλλευσης και της καταπίεσης, αν δεν σηκώσουµε τη δική µας σηµαία, του σοσιαλισµού/κοµµουνισµού, είναι σαν δηλώνουµε απουσία από την ιστορική σκηνή.

• Την (ακόµη µεγαλύτερη) απροθυµία να επιλέξει µορφές συγκρότησης και οργάνωσης σύµφωνες µε αυτό τον στόχο. Που σηµαίνει ότι ο στόχος είναι πραγµατικός και όχι αναφορά συµβολικού και αξιακού χαρακτήρα. Εποµένως, πρέπει να τον πάρουµε στα σοβαρά και να τον υπηρετήσουµε µε βάση το… whatever it means: η υπέρβαση/ανατροπή του καπιταλισµού σηµαίνει ότι χρειαζόµαστε κίνηµα και πολιτικά «εργαλεία» κατάλληλα γι’ αυτόν τον στόχο. Χρειαζόµαστε κόµµα «τύπου Λένιν» και όχι τύπου ΣΥΡΙΖΑ (έστω και της ριζοσπαστικής του περιόδου), βραζιλιάνικου PΤ, Ποδέµος ή πορτογαλικού Μπλόκο. Και µας αρκεί η µεγάλη κοινωνική συµµαχία των εργαζόµενων τάξεων, όπου το πρόβληµα δεν είναι η ευρύτητά της (είναι στατιστικά πιο ευρεία και από τις πιο φαρδυπλατιές φαντασιώσεις του ρεφορµισµού), αλλά η δύσκολη και συστηµατική δουλειά που απαιτείται για τη συγκρότησή της σε σχηµατισµό µάχης. Χρειαζόµαστε έναν ταξικό σχηµατισµό µάχης και όχι τη «διεσπαρµένη τάξη» και το «πλήθος» του Νέγκρι ή το «µπουλούκι» του αταξικού κινηµατισµού, που διασπείρεται στα επιµέρους επίπεδα και στις άπειρες «πτυχώσεις» της καπιταλιστικής καταπίεσης.

• Την αδυναµία να χειραφετηθεί από τον σκληρό πυρήνα της αστικής ιδεολογίας: το έθνος/εθνικισµό, τη θρησκεία και τον σεξισµό. Αν σε αυτά αναγνωρίζουµε κάποιου είδους «λαϊκό συναίσθηµα» ή «ευαισθησία» και όχι την καταθλιπτική κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας, δεν πρόκειται ποτέ να γίνουµε ικανοί να συγκροτήσουµε αξιόµαχο αντίπαλο δέος στον καπιταλισµό.   

Χρειαζόµαστε µια αριστερά ταξική, διεθνιστική, επαναστατική και σοσιαλιστική/κοµµουνιστική. Ωστόσο, πρέπει να είµαστε έτοιµοι και έτοιµες και για το ενδεχόµενο επανεµφάνισης, ανάδυσης και πτώσης µετανεωτερικών εκδοχών µαζικής ρεφορµιστικής συγκρότησης. Είτε µε τη µορφή πολιτικών ρευµάτων είτε µε τη µορφή πολιτικών σχηµατισµών/κοµµάτων. Θα τις γεννάει ο συνδυασµός αδυναµίας της επαναστατικής/αντικαπιταλιστικής αριστεράς και ανάγκης για τη συγκρότηση πολιτικών εργαλείων κλίµακας σε συνθήκες κυριαρχίας της «µέσης συνείδησης» στις εργαζόµενες τάξεις. Στον βαθµό που (θα) έχουν έναν πηγαίο και ριζοσπαστικό χαρακτήρα, τέτοιες συγκροτήσεις δεν θα είναι αδιάφορες. Έχουµε όµως αρκετή -και πικρή- πείρα, ώστε να µην γινόµαστε ουρά τους και κυρίως να µην εγκαταλείπουµε το συστηµατικό έργο της οικοδόµησης µιας Αριστεράς µε τα θεµελιώδη χαρακτηριστικά που αναφέραµε. Επαναστατική οικοδόµηση και ενιαίο µέτωπο: αυτές είναι οι δύο θεµελιώδεις όψεις µιας στρατηγικής οικοδόµησης στην «εποχή των τεράτων».

Στα καθ’ ηµάς: Ούτε Τσίπρας ούτε Μητσοτάκης, ούτε (ακρο)δεξιά ούτε κεντροαριστερά – ταξική, διεθνιστική και σοσιαλιστική/κοµµουνιστική Αριστερά!

1 Σχόλιο

  1. Εξαιρετική ανάλυση με οξυδερκή αποτύπωση της συγκυρίας,χωρίς μισόλογα
    και αμηχανίες.Ξαναθυμίζει τι θα μπορούσε να είναι μια συγκεκριμένη ανάλυση συγκεκριμένης κατάστασης αντί για τυφλοσούρτες.

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*