Σταλινισμός: ο «υπαρκτός» κομμουνισμός ή η άρνηση κι η ανατροπή του;

Του Αλέξη Λιοσάτου

Απάντηση σε ένα κείµενο του Ν. Μπογιόπουλου,  µε αφορµή τα 79 χρόνια µετά το σύµφωνο Ρίµπεντροπ-Μολότοφ

 

Με αφορµή την «Ευρωπαϊκή ηµέρα µνήµης κατά των θυµάτων του σταλινισµού και του ναζισµού» στις 23 Αυγούστου, επέτειο σύναψης του «Συµφώνου Ρίµπεντροπ-Μολότοφ» (1939) µεταξύ ΕΣΣ∆ και χιτλερικής Γερµανίας, ο Νίκος Μπογιόπουλος, δηµοσιογράφος και µέλος του ΚΚΕ, έγραψε ένα κείµενο µε τίτλο «Σύµφωνο Μολότοφ – Ρίµπεντροπ: Άκου (κρυφο)φασιστάκο», κείµενο που κυκλοφόρησε και διαβάστηκε πολύ. Ο Ν. Μπ. περιγράφει σωστά το πώς ο φασισµός είναι δεµένος χειροπόδαρα µε το µεγάλο κεφάλαιο και όπλο ενάντια στην εργατική τάξη και το κίνηµα για την κοινωνική απελευθέρωση. Το πώς ο καπιταλισµός σήµερα τροφοδοτεί και χρηµατοδοτεί το φασισµό και το πώς αυτές οι «Μέρες µνήµης» έχουν καθαρά προπαγανδιστικό χαρακτήρα: τροφοδοτούν τη θεωρία των δυο άκρων, συκοφαντούν την Αριστερά και το κίνηµα, προπαγανδίζουν πως ο κοµµουνισµός ταυτίζεται µε τον ολοκληρωτισµό και πως το δικαιότερο και δηµοκρατικότερο σύστηµα που µπορεί να υπάρξει είναι ο καπιταλισµός – There is no alternative. Όµως οι σωστές αυτές επισηµάνσεις επιστρατεύτηκαν για να υπερασπιστούν τον κρατικό καπιταλισµό στην ΕΣΣ∆, το Σύµφωνο Ρίµπεντροπ-Μολότοφ και τελικά την ταύτιση κοµµουνισµού και σταλινισµού. Πολύ περισσότερο, ο δηµοσιογράφος προχωρεί σε χαρακτηρισµούς σύµφωνα µε ένα σκεπτικό του τύπου «όποιος κάνει κριτική στο Σύµφωνο Ρίµπεντροπ-Μολότοφ είναι φασίστας ή φιλοκαπιταλιστής κι εξυπηρετεί τους φασίστες».

Ο αρθρογράφος ξέρει πολύ καλά ότι κριτική στο σταλινισµό δεν κάνουν µόνο οι φιλελεύθεροι και οι φασίστες, αλλά και η πλειονότητα της επαναστατικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, µε κέντρο όσους/ες αναφέρονται στο ρεύµα της Αριστερής Αντιπολίτευσης και στον Τρότσκι. ∆εν πάνε πολλά χρόνια άλλωστε που ο «Ριζοσπάστης» υπερασπιζόταν τα εγκλήµατα του Στάλιν στις δίκες της Μόσχας, συκοφαντώντας τους εκτελεσµένους µε την «κατηγορία» του τροτσκισµού σαν «Πέµπτη Φάλαγγα του Χίτλερ. Είναι αναγκαίο λοιπόν να αποδοµήσουµε συνοπτικά* τόσο την σταλινική περίοδο όσο και τους διθυράµβους και την «πρακτορολογία» των απολογητών της.

 

Από το σεχταρισµό της «τρίτης περιόδου»…

Μετά το κραχ του 1929 και ακόµα περισσότερο µετά τη νίκη του Χίτλερ και την κατάληψη της εξουσίας στη Γερµανία, όλες οι µεγάλες ιµπεριαλιστικές χώρες προετοιµάζονταν για νέο Παγκόσµιο Πόλεµο. Για αρκετά χρόνια οι δυτικές ιµπεριαλιστικές δυνάµεις και οι άρχουσες τάξεις τους έβλεπαν µε καλό µάτι και συνεργάζονταν ή ανέχονταν τον Χίτλερ, σαν «αντιστάθµισµα» και χρήσιµο «εργαλείο» στο Νο 1 εχθρό, το εργατικό κίνηµα και κοµµουνιστικό κίνηµα. Την ίδια περίοδο, η άρχουσα σταλινική γραφειοκρατία επιβάλλει µε τροµοκρατικές µεθόδους και ολοκληρώνει την αντεπανάσταση στην ΕΣΣ∆. Την περίοδο αυτή, οι µέσοι µισθοί των εργατών στην ΕΣΣ∆ τα πέφτουν κατά 50%, η εντατικοποίηση της εργασίας κορυφώνεται, σηµειώνονται µαζικοί θάνατοι εκατοµµυρίων από την πείνα, οι απεργίες και τα συνδικάτα απαγορεύονται. Η ΕΣΣ∆ δεν είναι πια εργατικό κράτος, αλλά κρατικός καπιταλισµός.

Στη Γερµανία υπήρχε το πιο ισχυρό εργατικό κίνηµα και τα πιο µαζικά κόµµατα Σοσιαλδηµοκρατών και Κοµµουνιστών στην Ευρώπη. Με την κοινή δράση της βάσης των ΚΚ και ΣΚ (την τακτική του Ενιαίου Μετώπου που πρότεινε ο Τρότσκι) τα τάγµατα εφόδου του Χίτλερ µπορούσαν να τσακιστούν, ο δρόµος των φασιστών προς την εξουσία να ανακοπεί και, µέσα από αυτή τη νίκη, να ανοίξει ο δρόµος για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Όµως το ΚΚ ακολουθεί τις οδηγίες της  Κοµιντέρν που από το 6ο της Συνέδριο (καλοκαίρι 1928) µιλά για το τέλος της «δεύτερης περιόδου» (της καπιταλιστικής σταθεροποίησης) και για την έναρξη της «τρίτης περιόδου», µιας εποχής ιµπεριαλιστικών πολέµων, στο πλαίσιο της οποίας κύριος αντίπαλος θεωρείται ο ρεφορµισµός και η σοσιαλδηµοκρατία, και όχι ο ανερχόµενος φασισµός. Η εξήγηση και ο πραγµατικός λόγος; Σκοπός του σταλινικού κράτους ήταν πλέον η ειρηνική συνύπαρξη µε τον καπιταλισµό, οπότε η διεθνής του πολιτική είναι απόλυτα εχθρική µε την «αστάθεια» που συνεπάγεται η τακτική του ενιαίου µετώπου στην υπηρεσία της στρατηγικής της σοσιαλιστικής επανάστασης. Έτσι διεθνώς τα ΚΚ οδηγούνται σε µια ακραία σεχταριστική λογική, διασπώντας τα συνδικάτα και τις εργατικές κινητοποιήσεις: υπεραριστερισµός στα λόγια, πολιτική διάσπασης του εργατικού κι νήµατος και αποδυνάµωσης του αντιφασιστικού αγώνα στην πράξη. (Αυτός ο συνδυασµός «εµπνέει» και τη σηµερινή πολιτική του ΚΚΕ…) Το ΚΚ Γερµανίας επιτίθεται στους σοσιαλδηµοκράτες εργάτες δίνοντάς τους τελεσίγραφα, ενώ φτάνει να προχωρεί σε κοινές δράσεις µε τους ναζί απέναντι στη σοσιαλδηµοκρατική κυβέρνηση. Μέσα από τέτοια τραγική τακτική των σταλινικών κοµµάτων, το εργατικό κίνηµα αφοπλίζεται και φτάνει ο Χίτλερ στην εξουσία – για να σφάξει τόσο τους Κοµµουνιστές όσο και τους Σοσιαλδηµοκράτες.

Πέρα όµως από τη σεχταριστική τακτική της «τρίτης περιόδου» και τις τραγικές της συνέπειες στην αντιφασιστική πάλη, ο µόνος τρόπος να αποφευχθεί το σφαγείο του ο Β’ ΠΠ ήταν το ενιαίο µέτωπο στην πάλη ενάντια στο φασισµό και η νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης, που, αν επικρατούσε σε µια σηµαντική χώρα (Γαλλία, Γερµανία, Ισπανία), υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις ώστε να εξαπλωθεί στην Ευρώπη σαν τη φωτιά στον ξερό κάµπο. Πώς εργάστηκε η ΕΣΣ∆ γι αυτή την υπόθεση; Ξεκάθαρα δούλεψε για να ηττηθούν οι εργατικές εξεγέρσεις κι επαναστάσεις που προέκυψαν, καθιστώντας έτσι µονόδροµο την καπιταλιστική «εναλλακτική», τον παγκόσµιο πόλεµο.

 

…στη συµµαχία µε τους «δηµοκράτες» ιµπεριαλιστές ενάντια στον Χίτλερ…

Μετά την καταστροφική περίοδο 1928-34 και τη νίκη του Χίτλερ, η Κοµιντέρν πραγµατοποιεί στροφή 180 µοιρών και υιοθετεί για τα ΚΚ διεθνώς νέα τακτική (για την ακρίβεια όχι τόσο νέα, αφού είχε δοκιµαστεί «πετυχηµένα» στην Κίνα το 1925-27, οδηγώντας στη σφαγή των πρωτοπόρων Κινέζων εργατών και κοµµουνιστών), για να αντιµετωπιστεί, δήθεν, ο φασισµός – και αφού µέχρι τότε δεν ήταν αυτός ο «κύριος εχθρός», αλλά η… σοσιαλδηµοκρατία! Ο επερχόµενος πόλεµος, που έως τότε σωστά χαρακτηριζόταν ιµπεριαλιστικός, βαφτίζεται πλέον αντιφασιστικός. Όµως ο φασισµός δεν µπορεί να ηττηθεί σε συµµαχία µε τον καπιταλισµό και τον ιµπεριαλισµό που τον γέννησε. Πασχίζοντας  η ΕΣΣ∆ για την ειρηνική συνύπαρξη µε τη ∆ύση και τη νέα καπιταλιστική σταθερότητα, σπέρνει αυταπάτες στο διεθνές εργατικό κίνηµα, αναζητώντας πλέον συµµαχίες σε «δηµοκράτες» αστούς και ιµπεριαλιστές-αποικιοκράτες, για σύµπηξη µετώπου απέναντι στον Χίτλερ. «Σήµερα η κατάσταση δεν είναι αυτή που ήταν το 1914 (…) Στην παρούσα φάση, ακόµα κι ένας αριθµός καπιταλιστικών κρατών ενδιαφέρονται να διατηρήσουν την ειρήνη. Έτσι υπάρχει η δυνατότητα για τη δηµιουργία ενός πλατιού µετώπου (…)», αποφαινόταν η Κοµιντέρν το 1936.

Για να γίνει εφικτή η συµµαχία µε αστικά τµήµατα, τα Κοµουνιστικά Κόµµατα θα έπρεπε να απεµπολήσουν το στόχο της σοσιαλιστικής επανάστασης, ανακαλύπτοντας διάφορα ενδιάµεσα «στάδια» – η µεγάλη στρατηγική τοµή του σταλινισµού, η θεωρία των σταδίων, που στην ουσία συνιστά επιστροφή στη στρατηγική των Μενσεβίκων, γεννήθηκε µέσα από αυτή τη µήτρα. Έτσι το 1935 υπογράφεται Γαλλο-Σοβιετικό σύµφωνο και στο 7ο Συνέδριο της Κοµιντέρν σφραγίζεται η στρατηγική των «λαϊκών µετώπων», για να αντιµετωπιστεί, τάχα, ο φασισµός κι ο πόλεµος. Στο 7ο Συνέδριο αφαιρείται κάθε νύξη στον ιµπεριαλισµό και τους αντιαποικιακούς αγώνες των ποθητών συµµάχων (κυρίως δηλαδή των Άγγλων και Γάλλων ιµπεριαλιστών) για να µη… θιχτούν και χαλάσει η «συµµαχία». Στην πράξη, τα ΚΚ αναλάµβαναν να παίξουν πυροσβεστικό ρόλο στην ταξική πάλη, υποτασσόµενα στο στόχο της συνεργασίας µε την αστική τάξη σε κάθε χώρα. Έτσι, στα πιο χαρακτηριστικά παραδείγµατα της σταλινικής προδοσίας, τα ΚΚ πρόδωσαν το γαλλικό κίνηµα των καταλήψεων εργοστασίων (1936) και την Ισπανική επανάσταση ενάντια στον φασισµό (1936-7). Αυτή τη συµφωνία µε τους «δηµοκράτες» ιµπεριαλιστές, η οποία προηγήθηκε της Συµφωνίας του Μονάχου (1938) και οδήγησε ξανά και ξανά τους εργάτες στην ήττα, ξεχνά να µας την αναφέρει ο Ν. Μπ.

Ωστόσο, παρόλο που ο Στάλιν κέρδισε επάξια τον τίτλο του νεκροθάφτη των επαναστάσεων στη ∆ύση, οι δυτικές κυβερνήσεις στάθηκαν «αχάριστες» απένανατι στην άρχουσα γραφειοκρατία της ΕΣΣ∆ και παρέδωσαν την Τσεχοσλοβακία στον Χίτλερ µε τη Συνθήκη του Μονάχου το Σεπτέµβρη του 1938. Προτιµούσαν να στρέψουν τον Χίτλερ απέναντι στον Στάλιν, για να αποδυναµωθούν κι οι δύο… Η τακτική της συµµαχίας µε τους «δηµοκράτες» ιµπεριαλιστές «εµετρήθη, εζυγίσθη και ευρέθη ελλιπής» – κάτι χειρότερο: αποδείχθηκε ένα ακόµη καταστροφικό ζιγκ-ζαγκ στην πολιτική της σταλινικής γραφειοκρατίας. Η Συνθήκη του Μονάχου δεν είναι απόδειξη ορθότητας της γραµµής της Κοµιντέρν, αλλά αντίθετα απόδειξη της γραφειοκρατικής ιδιοτέλειας και των αυταπατών για τους «δηµοκράτες» ιµπεριαλιστές που χαρακτήριζαν αυτή τη γραµµή, και τεκµήριο παταγώδους αποτυχίας.      

 

Και ξανά στη συµµαχία µε τον Χίτλερ ενάντια στους «δηµοκράτες» ιµπεριαλιστές

Με τη συµµαχία Χίτλερ-Στάλιν τον Αύγουστο του 1939, η ΕΣΣ∆ δεν επιδιώκει να φροντίσει την προετοιµασία της για τον αντιφασιστικό πόλεµο, αλλά την ιµπεριαλιστική επέκτασή της στην Ανατολική Ευρώπη σε συνεργασία µε τον Χίτλερ! Γι’ αυτό, όταν στις 3/9/1939  η Γαλλία και η Αγγλία κήρυξαν τον πόλεµο στον Χίτλερ µετά την εισβολή του τελευταίου στην Πολωνία, η ΕΣΣ∆ έµεινε έξω από την αντιπαράθεση – τιµώντας το γράµµα και το πνεύµα του Συµφώνου Ρίµπεντροπ – Μολότοφ… Ο Στάλιν, όµοια µε τους ∆υτικούς, πίστευε ότι µετά το «Σύµφωνο Μη Επίθεσης» µε τον Χίτλερ, η Γερµανία δεν θα επιχειρούσε επίθεση στη Ρωσία και θα εξαντλούνταν πολεµώντας τις δυτικές δυνάµεις.

Με το Σύµφωνο Ρίµπεντροπ-Μολότοφ προβλέπεται η ειρήνη µεταξύ των δυο χωρών, η µη επέµβαση του ενός εταίρου όταν εµπλέκεται ο άλλος εταίρος σε πόλεµο µε τρίτη χώρα και η παραχώρηση στην ΕΣΣ∆ της Φινλανδίας, των χωρών της Βαλτικής (πλην Λιθουανίας, που όµως την παραχώρησε ο Χίτλερ στην ΕΣΣ∆ λίγες µέρες µετά) και της µισής Πολωνίας στα όρια των ποταµών Νάφερ, Βιστούλα και Σαν. Στη βάση αυτή, η ΕΣΣ∆ εισβάλλει στη Φινλανδία και την Πολωνία. Στην Πολωνία η επέλαση σταµατάει στα συµφωνηµένα όρια, αφήνοντας τη Γερµανία ανενόχλητη (όπως και οι Αγγλία-Γαλλία που αναφέρει ο Ν.Μπ.) να καταλάβει την άλλη µισή Πολωνία και να σφάξει τον πολωνικό λαό. Ο Ν.Μπ. για τις Φινλανδία-Πολωνία χρησιµοποιεί το -ιµπεριαλιστικό!- επιχείρηµα ότι ο Κόκκινος Στρατός µπήκε στα εδάφη που… δικαιούνταν επειδή τα παραχώρησε το 1918 µε τη Συνθήκη του Μπρεστ – Λιτόφσκ µεταξύ Μπολσεβίκων και Γερµανίας! Ξεχνά να µας αναφέρει ότι στις 23 Σεπτέµβρη 1939 έγιναν κοινές παρελάσεις της Βέρµαχτ και του Κόκκινου Στρατού – σε δυο πόλεις της Πολωνίας, στο Λβοφ και το… Μπρεστ-Λιτόφσκ, του οποίου έτσι η «απελευθέρωση» πανηγυρίστηκε µε παρέλαση της… Βέρµαχτ! Οι νεκροί και οι αιχµάλωτοι από την εισβολή του σοβιετικού στρατού σε Εσθονία, Λετονία και  Λιθουανία το 1940 ήταν δεκάδες χιλιάδες. Αλλά επιπλέον, µέσω του Συµφώνου Μολότοφ-Ρίµπεντροπ, τους επόµενους 17 µήνες η ΕΣΣ∆ προµηθεύει τη Γερµανία µε τόνους πετρέλαιο, ξυλεία, χαλκό και σιτηρά. Σίγουρα κανείς δεν µπορεί να κατηγορήσει τον Στάλιν ότι δεν τίµησε -και µε το παραπάνω- το Σύµφωνο Μολότοφ – Ρίµπεντροπ…

Για να δικαιολογηθεί αυτή η νέα και άθλια -µε κοµµουνιστικούς όρους- συµφωνία, η Κοµιντέρν ξαναβαφτίζει τον επερχόµενο πόλεµο από αντιφασιστικό µέχρι χθες, ξανά σε ιµπεριαλιστικό: «Αυτός ο πόλεµος είναι (…) ένας άδικος αντιδραστικός και ιµπεριαλιστικός πόλεµος (…) η εργατική τάξη δεν µπορεί να υποστηρίζει έναν τέτοιο πόλεµο» (δηλαδή έναν πόλεµο ενάντια στη φασιστική Γερµανία). Αυτή η πολιτική λειτουργεί σαν ισχυρό σοκ για τους κοµµουνιστές σε όλο τον πλανήτη, που πλέον καλούνται να υπερασπιστούν τον σφαγέα του γερµανικού προλεταριάτου σαν «φίλο και σύµµαχο», ενώ µέχρι χθες τον µάχονταν ως θανάσιµο εχθρό τους – έστω σε κοινό µέτωπο µε αστούς και ιµπεριαλιστές. Στην πράξη αυτή η Συµφωνία λειτούργησε γα άλλη µια φορά τελείως αποπροσανατολιστικά για τους κοµµουνιστές, αφόπλισε, παθητικοποίησε και απογοήτευσε για άλλη µια φορά τους αγωνιζόµενους εργάτες.

Εξαιτίας της προδοσίας των επαναστατικών εργατικών κινηµάτων, της διεκδίκησης συµµαχιών µε τους φασίστες και τους ιµπεριαλιστές, των αυταπατών και των λάθος εκτιµήσεων (κυρίως την υποτίµηση του Χίτλερ), η ΕΣΣ∆ ήταν καταδικασµένη όχι µόνο να µπει σε πόλεµο µε τους Ναζί αλλά και να πληρώσει βαρύ φόρο αίµατος…

 

∆ίκες της Μόσχας και σοβιετικός Στρατός

Αλλά και για έναν ακόµα λόγο: την πλήρη αποψίλωση του Κόκκινου Στρατού. Τη δεκαετία του ’30 η σταλινική αντεπανάσταση βρίσκεται στο απόγειό της. Εκατοµµύρια αντιφρονούντες δικάζονται και εκτελούνται ή κλείνονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ενώ όλη η παλιά φρουρά των Μπολσεβίκων εξοντώνεται. Στο 17ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1934) ο Στάλιν επιτίθεται µε δριµύτητα στον «τροτσκισµό», τον οποίο αντιµετωπίζει ως Νο 1 εχθρό, ενώ σχολιάζει σύντοµα το ρόλο της νίκης των ναζί – χωρίς καν να αναφερθεί στο όνοµα του Χίτλερ και στην απειλή του πολέµου.

Από τους συνέδρους του 17ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ εκτελείται το 56% (1.108 µέλη) µέχρι το 1938 στις δίκες της Μόσχας, µε βασική την κατηγορία του «τροτσκισµού» και «της συνεργασίας µε τους Ναζί» (της συνεργασίας που µόνο αυτός, ο Στάλιν, θα πραγµατοποιούσε λίγο καιρό µετά!). Στο 18ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (1939) παραµένει εν ζωή για να συµµετάσχει µόνο το 2% όσων συµµετείχαν στο 17ο συνέδριο. Κάπως έτσι ξεκινάνε και οι εκκαθαρίσεις στον Κόκκινο Στρατό.Ο στρατάρχης Τουχατσέφσκι µαζί µε χιλιάδες ακόµα στρατηγούς και αξιωµατικούς εκτελούνται µε την κατηγορία της συνεργασίας µε τους Γερµανούς Ναζί!

Ο Τρότσκι έγραφε προφητικά µετά τη δολοφονία των αξιωµατικών: «Τα συµφέροντα της άµυνας της χώρας θυσιάστηκαν για τη διατήρηση της διευθύνουσας φατρίας». Μια από τις διαφορές Τουχασέφσκι-Στάλιν ήταν ότι οι αξιωµατικοί αυτοί προετοιµάζονταν για τον Β’ ΠΠ, ενώ η σταλινική άρχουσα τάξη θεωρούσε ότι µπορούσε να τον αποφύγει µέσα από την πολιτική φιλίας και συνεργασίας µε το ναζιστικό καθεστώς… Όταν εκδηλώθηκε η ναζιστική επίθεση, τον Ιούνιο του 1941, το σοβιετικό καθεστώς αιφνιδιάστηκε, ο στρατός ήταν αποδεκατισµένος κι οι Ναζί σε ελάχιστες εβδοµάδες έφτασαν στα πρόθυρα της Μόσχας –  χρειάστηκαν εκατοµµύρια νεκροί για να ηττηθούν.

 

Ο (φαύλος) κύκλος κλείνει: και πάλι µε τους «δηµοκράτες» ιµπεριαλιστές ενάντια στον Χίτλερ!

Λιγότερο από δυο χρόνια µετά, τα γεγονότα υποχρέωσαν τον Στάλιν να κάνει µια νέα στροφή στον «αντιφασισµό» και να ξανασυµµαχήσει µε την Αγγλία και τις ΗΠΑ, όταν οι δυνάµεις του Χίτλερ εισέβαλαν στην ΕΣΣ∆. Ο πόλεµος που στις 21/6/1941 ήταν ιµπεριαλιστικός, ξαφνικά βαφτίστηκε «πόλεµος για τη δηµοκρατία» µια µέρα αργότερα.

Και πάλι τα ΚΚ του πλανήτη καλούνταν να συµµαχήσουν µε κοµµάτια της αστικής τάξης και να υποτάξουν τα συµφέροντα των εργατών στα συµφέροντα του «εθνικού» καπιταλισµού. Με αυτή την πολιτική τα ΚΚ σε Ελλάδα, Βέλγιο, Γαλλία και Ιταλία, όπου δηµιουργήθηκαν επαναστατικές καταστάσεις, µπήκαν σε αστικές κυβερνήσεις, δέχτηκαν τον αφοπλισµό τους, στήριξαν πολιτικές λιτότητας και ιµπεριαλισµού, έσπευσαν να σώσουν τον καπιταλισµό στις «πατρίδες» τους. Αυτά τα «λάθη» τα παραδέχεται σήµερα ακόµα και η ηγεσία του ΚΚΕ.

Από κοµµουνιστική σκοπιά, η συντριβή των Ναζί έπρεπε να γίνει µε νικηφόρες εργατικές επαναστάσεις σε Ανατολή και ∆ύση, όχι µε την υποδούλωση των αντιφασιστικών διαθέσεων των µαζών στην αστική τάξη για τη διάσωση του καπιταλισµού. Αυτή ήταν η γραµµή του «τροτσκισµού» στο Β’ ΠΠ.

Ο φασισµός και το ενδεχόµενο του πολέµου µπορούσαν να ανατραπούν µε το Ενιαίο Μέτωπο Κοµµουνιστών-Σοσιαλιστών στη Γερµανία, µε τη νίκη της επανάστασης στη Γαλλία και την Ισπανία, µε τη νίκη των εργατικών αγώνων και των εξεγέρσεων στην Ελλάδα και τις ΗΠΑ, που µπορούσαν να νικήσουν και να δώσουν ένα δεύτερο (µετά το 1917) έναυσµα για τη διεθνή επανάσταση και το σοσιαλισµό. Αλλά και µετά τον Β’ ΠΠ, οι εργάτες µπορούσαν να αδράξουν την επαναστατική κατάσταση που προέκυψε από την ήττα του Χίτλερ. Αυτό που έλειπε ήταν η επαναστατική ηγεσία.

Η ΕΣΣ∆ βεβαίως νίκησε το γερµανικό φασιστικό ιµπεριαλισµό σε συνεργασία µε τον αµερικανικό, τον αγγλικό και το γαλλικό ιµπεριαλισµό. Αλλά το έκανε πάνω στα κόκαλα των εργατών και των κοµµουνιστών του κόσµου που πάλευαν για µια κοινωνία χωρίς καταπίεση κι εκµετάλλευση.Οι επαναστατικές καταστάσεις ηττήθηκαν από τη συνεργασία δυτικού καπιταλισµού και σταλινισµού, επιτρέποντας στο σύστηµα που γεννά το φασισµό να επιβιώσει.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*