Πού βαδίζουν οι πολιτικές εξελίξεις;

Μνηµονιακό success story και µακεδονική «ειρήνη»

Του Βασίλη Μορέλλα

Τα αστικά κόµµατα κινούνται ήδη σε προεκλογικούς ρυθµούς, επικεντρώνοντας στην επικοινωνία ελλείψει πολιτικής ουσίας. Προκειµένου να διατηρήσει ποσοστά, ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει να περάσει για αριστερή, ρεαλιστική λύση απέναντι στη… δεξιά «ανωµαλία», ενώ ο ίδιος εφαρµόζει ξεκάθαρες δεξιές πολιτικές, από τα µνηµόνια µέχρι το προσφυγικό, το Μακεδονικό και συνολικά τα λεγόµενα «εθνικά θέµατα». Πρόκειται για την παλιά απάτη του δικοµµατισµού που σιγοντάρουν και τα ΜΜΕ, είτε κάνοντας µόνο από τα δεξιά κριτική στην κυβέρνηση είτε στηρίζοντάς την. Μάλλον κωµικό παράδειγµα, η φιλολογία για συνταγµατικό διαχωρισµό Εκκλησίας και Κράτους. Ο ΣΥΡΙΖΑ τάσσεται υπέρ συµβολικών αλλαγών που κι αυτές θα µείνουν στα λόγια: η παρούσα Βουλή το πολύ να αποφασίσει ποια άρθρα του Συντάγµατος θα αλλάξει η… νεοδηµοκρατική πλειοψηφία της επόµενης.

Ο «διάβολος» της σχετικής σταθεροποίησης…

Για τους «από κάτω», άρα και για την κυβέρνηση που θέλει να υφαρπάξει την ψήφο τους, πιο σηµαντική είναι η οικονοµία – εξ ου η προπαγάνδα περί εξόδου από τα µνηµόνια. Ότι δεν πρόκειται ούτε για «καθαρή» ούτε για έξοδο, αναλύεται στις σελίδες 8-9. Εν συντοµία, δεν υπάρχει ούτε έξοδος από την επιτήρηση ούτε έξοδος από τα εφαρµοσµένα µνηµόνια ούτε αποφυγή νέων µέτρων. Η συµφωνία του Eurogroup δεν πατά καν σε ρεαλιστικές οικονοµικές εκτιµήσεις.

Εδώ υπάρχει ένας «διάβολος» που συχνά παραγνωρίζεται. Είναι η υλική αλήθεια ότι ο ελληνικός καπιταλισµός έχει γνωρίσει τα τελευταία δυόµισι χρόνια σχετική σταθεροποίηση. Το ΑΕΠ ανεβαίνει µαζί µε τα επιχειρηµατικά κέρδη, έστω και λίγο. Η ανεργία έχει µειωθεί, έστω κι αν παραµένει υψηλή, έστω κι αν οι µισθοί καθηλώθηκαν. Για τις ζωές των περισσότερων οι συνθήκες δεν χειροτερεύουν πια µε τους ραγδαίους ρυθµούς που γινόταν ως το 2016. Προφανώς εξακολουθούν και υπάρχουν στρώµατα που υφίστανται νέες επιθέσεις, όπως οι απολύσεις ή η απληρωσιά επισφαλών εργαζόµενων στα δηµόσια νοσοκοµεία και τον ιδιωτικό τοµέα. Αλλά έχουν πάψει, για παράδειγµα, οι ονοµαστικές µειώσεις στους µισθούς του ∆ηµοσίου ή στον κατώτατο µισθό. Μετά από µία δεκαετία (κι όµως πέρασε!) µνηµονιακής «λιτότητας», πολύς κόσµος προσπαθεί να προσαρµοστεί στην εγκατεστηµένη, µίζερη πραγµατικότητα και όχι να την ανατρέψει. Η νέα γενιά δεν έχει καν γνωρίσει καλύτερες συνθήκες.

Η σχετική σταθεροποίηση αφήνει στην κυβέρνηση περιθώρια για κάποια ψιχία φιλανθρωπίας προς µια µειοψηφία των φτωχών, όπως το επίδοµα κοινωνικής αλληλεγγύης. Πρόκειται για αναδιανοµή της φτώχειας που το «µατωµένο» υπερ-πλεόνασµα έχει εξασφαλίσει. Όµως κάνει να µοιάζουν υλοποιήσιµες κάποιες εξαγγελίες, όπως η µικρή αύξηση του κατώτατου µισθού, παρόλο που είναι πολύ πιθανό να µείνουν εξαγγελίες.

 

…και η «ουρά» του: προσωρινότητα, αστάθεια, νέες θυσίες

Αναγνωρίζουµε αυτήν την πραγµατικότητα, αλλά και προειδοποιούµε για το µέλλον. Επειδή ο διάβολος της σχετικής σταθεροποίησης έχει µια ουρά: η σταθεροποίηση είναι βραχύβια και ασταθής. Oι οικονοµικοί δείκτες, διεθνώς και εγχώρια, προετοιµάζουν για νέο κρισιακό επεισόδιο. Κατά συνέπεια, η οικονοµία είναι και δικό µας κεντρικό επιχείρηµα. Τα µεγάλα κρατικά και ιδιωτικά χρέη, συµπεριλαµβανοµένου του ελληνικού· η ανοδική τάση της τιµής του πετρελαίου και οι «φούσκες» που επωάζει η διεθνής οικονοµία περιλαµβανοµένης της κινεζικής ατµοµηχανής· η κλιµάκωση των ιµπεριαλιστικών ανταγωνισµών, οικονοµικών και στρατιωτικών· τα «κόκκινα» δάνεια και η έκθεση της Κοµισιόν που υπενθυµίζει την ανάγκη νέας (!) ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών. Όλα προµηνύουν νέες εκκλήσεις για «θυσίες».

Απέναντι στο πλαστό δίληµµα «Τσίπρας ή Μητσοτάκης», η αντικειµενική οικονοµική κατάσταση µάς καθοδηγεί στο συµπέρασµα. Πέρα από τις περικοπές σε συντάξεις και αφορολόγητο από το 2019-20, πέρα από το ότι αυτές θα πάρουν µε το ένα χέρι ό,τι κάποιες µικροπαροχές θα έχουν -ίσως- δώσει µε το άλλο, οποιαδήποτε κυβέρνηση, ΣΥΡΙΖΑ ή Ν∆, θα αναγκαστεί σύντοµα να πάρει νέα επώδυνα µέτρα, έστω µόνο για να διατηρήσει το «πρωτογενές πλεόνασµα». Το «προφανές», ότι ο Τσίπρας «δεν είναι ίδιος» µε τον Μητσοτάκη, υπονοώντας ότι είναι κάπως καλύτερος, δεν ισχύει. Οι διαφορές υπάρχουν, αλλά είναι δευτερεύουσες και κυρίως µη αποδείξιµες. Η αφηρηµένη κοµµατική καταγωγή δεν µπορεί να εξηγήσει γιατί ο ΓΑΠ του ΠΑΣΟΚ ήταν χειρότερος από τον Καραµανλή της επάρατης ∆εξιάς ή γιατί ο «αριστερός» Τσίπρας συµπεριφέρεται στους πρόσφυγες χειρότερα απ’ ό,τι ο ακροδεξιός Σαµαράς. Για τους πολιτικούς που έχουν ενσωµατωθεί στο σύστηµα της εκµετάλλευσης, είναι οι εκάστοτε οικονοµικές συνθήκες που ορίζουν ποιος φαίνεται καλύτερος ή χειρότερος, ενώ όλοι τους είναι βασικά ίδιοι. Ο Μητσοτάκης σε καιρό ανάπτυξης ή σχετικής σταθεροποίησης δεν θα είχε λόγο να προχωρήσει στις απολύσεις δηµοσίων υπαλλήλων που σκόπευε εν µέσω κρίσης. Κάλλιστα θα µπορούσε κι αυτός να µοιράσει κάποιο φιλανθρωπικό επίδοµα. Σάµπως δεν ήταν ο Σαµαράς που το είχε ξεκινήσει πιλοτικά µε το «ελάχιστο εγγυηµένο εισόδηµα», όταν η Ελλάδα γυρνούσε σε θετικούς ρυθµούς ανάπτυξης;

 

Η συµφωνία για το όνοµα σαν τεκµήριο «προοδευτικότητας»

Σαν επιπρόσθετη απόδειξη προοδευτικότητας, η κυβέρνηση ανεµίζει τη Συµφωνία µε τον Ζάεφ: λύσαµε ένα εθνικό ζήτηµα µε τρόπο επωφελή για τον ελληνικό λαό αλλά και για την ειρήνη στην περιοχή. Το Μακεδονικό έχει γίνει επίκεντρο πολιτικών εξελίξεων, επιφέροντας ως τώρα τη διάλυση του ΚΙΝΑΛ, το «αντάρτικο» του Καµµένου, κοινοβουλευτικές απώλειες για τη συµπολίτευση και ευκαιρίες ψηφοθηρίας στη Ν∆, µετατόπιση της Ν∆ δεξιά και «άνοιγµα χώρου» για την ακροδεξιά, αναθάρρηση της Χρυσής Αυγής. Η βαρύτητά του -που ορθά είχαµε εντοπίσει- και η πόλωση µε τα ακροδεξιά συλλαλητήρια, φαινοµενικά βοηθούν την απεύθυνση του ΣΥΡΙΖΑ σε αριστερά και φιλελεύθερα ακροατήρια. Αλλά η πραγµατικότητα είναι τελείως ανάποδη από τους κυβερνητικούς ισχυρισµούς. Η Συµφωνία ταπεινώνει τη µακεδονική εθνική συνείδηση, ενισχύει τους εθνικισµούς εκατέρωθεν, ανοίγει την όρεξη στην ελληνική επεκτατικότητα και αποσταθεροποιεί την περιοχή. Το Μακεδονικό επιφυλάσσει νέες εντάσεις, ακόµη κι αν η Συµφωνία εγκριθεί απ’ τα δυο κράτη, αφού θεσµοθετεί τις επόµενες παρεµβάσεις ελληνικών κυβερνήσεων στα εσωτερικά της γείτονος. Πέρα από την κυβερνητική στρεψοδικία όµως, το ζήτηµα ανέδειξε ξανά τον κίνδυνο της ακροδεξιάς. Το περιβάλλον την ευνοεί και δεν θα αλλάξει εύκολα: η Αριστερά έχει σπιλωθεί σαν έννοια, το βιοτικό επίπεδο έχει βαλτώσει, ο εθνικισµός αποτελεί σταθερή επιλογή (εξαιτίας και των ΑΟΖ) για ολόκληρη την περίοδο, το µεγαλύτερο µέρος της Αριστεράς αναπαράγει εθνικιστικά επιχειρήµατα και κατακρίνει τον Τσίπρα απ’ τα δεξιά. Μια µελλοντική υποτροπή της κρίσης θα έχει αµφίρροπες πολιτικές επιπτώσεις, εξαρτώµενες από την αναζωπύρωση µαζικών κινηµάτων και τη συγκρότηση της επαναστατικής Αριστεράς. Χωρίς αυτούς τους όρους, η ακροδεξιά θα αποκτήσει επικίνδυνη προτεραιότητα στην αξιοποίηση των ευκαιριών, όπως µαρτυρούν τα βήµατά της σε όλη τη ∆ύση. Οι τελευταίοι έξι µήνες µάς έδωσαν µια πρόγευση και εδώ.

 

Οι εκλογές δεν είναι αδιάφορες, αλλά δεν είναι και το στοίχηµα

Η σίγουρη διάψευση της «εξόδου από τα Μνηµόνια», η ακροδεξιά απειλή, ο εθνικισµός και η διακύβευση της ειρήνης, οι αναγκαίες απαντήσεις σε όλα αυτά, πολύ λίγο θα κριθούν από τις εκλογές. Αυτό γίνεται πια πλειοψηφική συνείδηση σε όλες τις δυτικές κοινωνίες, όπως µαρτυρά και η αύξηση της αποχής τα τελευταία. Όποια κυβέρνηση και να προκύψει από τις ελληνικές εκλογές, θα υλοποιήσει συγκεκριµένα µέτρα και θα «σεβαστεί» απόλυτα το µνηµονιακό καθεστώς ακραίας εκµετάλλευσης της εργασίας. Εκλογικά, το καλύτερο που έχουµε να ελπίσουµε είναι η µεγαλύτερη δυνατή αστάθεια και αδυναµία της όποιας νέας κυβέρνησης, και γι’ αυτό η ενίσχυση των υπαρκτών, πλην ανεπαρκών, αριστερών ψηφοδελτίων. Όµως, αν µέσα στην Αριστερά δεν αλλάξουν πολιτικές λογικές, αν δεν εξοβελιστεί η αστική επιρροή από τα προγράµµατά της (εθνικά συµφέροντα, διαταξική ανάπτυξη κ.λπ.), αν δεν µετατοπιστεί το κέντρο βάρους προς την ενότητα στη δράση και µακριά από βαρύγδουπες σεχταριστικές διακηρύξεις ή πρόχειρες και υστερόβουλες εκλογικές συντήξεις, θα χαθεί και η επόµενη ιστορική εποχή, όποτε και αν αυτή ανοίξει µε µια νέα κρίση.

Για να αλλάξει η Αριστερά, χρειάζεται βέβαια να υπερκεραστούν επιτελεία και συσχετισµοί που υπερασπίζονται τις αποτυχηµένες µεθόδους, να «πεθάνει το παλιό». Από την άλλη, η επαναστατική Αριστερά δεν βρίσκεται στο µηδέν ούτε στην αποµόνωση. Αν και τα µακεδονικά «συλλαλητήρια» λειτούργησαν σαν προστατευτικός µανδύας των φασιστών, αυτά ήδη αποψιλώνονται, ενώ από τα αντιρατσιστικά φεστιβάλ πέρασαν πρόσφατα δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων. Η συγκυρία µεσοπρόθεσµα δεν θα αφήσει την κοινωνική δυσφορία να καθιζάνει. Ο κόσµος που απευθυνόµαστε είναι ακόµα εκεί έξω. Το δυναµικό και οι ιδέες που µπορούν να στηρίξουν ένα µεταβατικό σοσιαλιστικό πρόγραµµα ή την πάλη ενάντια στον µιλιταρισµό και τον εθνικισµό υπάρχουν. Πρέπει να βρεθούν οι χώροι για να συνδυαστούν, σε κεντρικά και τοπικά µέτωπα και συντονισµούς, πλατύτερες ή στενότερες πρωτοβουλίες παρατάξεων και συντονισµών. Οι σχετικές ζυµώσεις έχουν ήδη ξεκινήσει και οι παλιές ισορροπίες δοκιµάζονται. Το νέο παλεύει να γεννηθεί…

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*