Ο ΣΥΡΙΖΑ ενάντια στους εργαζόμενους

Του Πάνου Κοσμά

Στη συγκυρία όπως διαµορφώνεται, είναι εύλογο -και έτσι συµβαίνει για πολλούς και πολλές- να σκεφτεί κανείς/καµιά ως εξής: «Τελικά, ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ µάς είπαν την ωµή αλήθεια. Το καλοκαίρι του 2015 δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για οτιδήποτε άλλο πέρα από έναν οδυνηρό συµβιβασµό – αλλιώς θα µπαίναµε σε µια περιπέτεια µε «τυφλή» εξέλιξη και ακόµη οδυνηρότερη κατάληξη. Μέχρι και το τέλος του προγράµµατος δεν υπήρχαν επίσης προϋποθέσεις για ουσιαστικές αντιστάσεις στις απαιτήσεις των δανειστών. Ύστερα όµως από τη λήξη του προγράµµατος τον Αύγουστο του 2018, το να υπάρχει στην εξουσία µια κυβέρνηση της Αριστεράς ‘‘κάνει διαφορά’’. Τώρα φαίνεται τι θέλει να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, σε αντίθεση µε όσα υποχρεώθηκε να κάνει από το καλοκαίρι του 2015 ως το καλοκαίρι του 2018. Και είναι επίσης εξίσου φανερό τι θα φέρει τυχόν εκλογική νίκη της Ν∆. Εν τέλει, το δίληµµα ΣΥΡΙΖΑ ή Ν∆, Τσίπρας ή Μητσοτάκης είναι πραγµατικό και δεν µπορεί ο κόσµος της Αριστεράς και οι εργαζόµενοι να ψηφίσουν αυτόν που θα έρθει για να ενορχηστρώσει έναν νέο γύρο λιτότητας, εθνικισµού και αυταρχισµού. Στο κάτω-κάτω, και το αριστερό ρήγµα του 2015 έχει καταρρεύσει και σχεδόν αποσυντεθεί, χάρη σε όσα έκαναν ή δεν µπόρεσαν/ήθελαν να κάνουν ο Παναγιώτης Λαφαζάνης και η Ζωή Κωνσταντοπούλου».

Tέτοια -ή περίπου τέτοια- επιχειρήµατα ακούγονται πλέον από τα χείλη πολλών «καλών ψυχών». Φαίνεται, λοιπόν, προκλητικό ότι αντιτάσσουµε σε όλα αυτά το κατηγορηµατικό «ο ΣΥΡΙΖΑ ενάντια στους εργαζόµενους». Κι όµως… γυρίζει. Που θα πει: κι όµως, είναι έτσι ακριβώς. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν από το καλοκαίρι του 2015 και εξακολουθεί να είναι ο πιο αποτελεσµατικός ίσως «µηχανισµός» υπονόµευσης των δικαιωµάτων και κατακτήσεων των εργαζόµενων τάξεων. Πρώτα απ’ όλα, γιατί κάνει ό,τι κάνει στο όνοµα της Αριστεράς. Κι ύστερα, γιατί το κάνει πολύ αποτελεσµατικά – «χωρίς να ανοίξει ρουθούνι»…

 

Καλοκαίρι του 2015: «αντικειµενικά δεν µπορούσε να γίνει κάτι άλλο»;

Μια συνηθισµένη µέθοδος ξεπλύµατος ευθυνών είναι να παίρνει κάποιος σαν «αντικειµενικά» δεδοµένα τα αποτελέσµατα της ίδιας του της πολιτικής. «Το καλοκαίρι του 2015 αντικειµενικά δεν µπορούσε να γίνει κάτι άλλο…». Όχι, αυτό το «αντικειµενικά» ήταν το προϊόν µιας στρατηγικής, που υπήρχε στο DNA του παλιού Συνασπισµού και η οποία κυριάρχησε και υλοποιήθηκε κατά κύµατα συστηµατικά αµέσως ύστερα από τις δεύτερες εκλογές του 2012. Να θυµίσουµε λίγο πρόχειρα: ταξίδια στο εξωτερικό για να στηθούν γέφυρες επικοινωνίας µε ισχυρά «κέντρα» του διεθνούς συστήµατος (από το Σικάγο µέχρι τη σύναξη της Λέσχης Μπίλντεµπεργκ στην Ιταλία). Λανσάρισµα της στρατηγικής των πολύ πλατιών συµµαχιών (έτσι έκαναν ρεσάλτο στο καράβι του ΣΥΡΙΖΑ οι ορδές των ξεσκολισµένων ΠΑΣΟΚων, που… ήξεραν από διαχείριση κυβερνητικής εξουσίας. Έτσι εξηγείται και η προαποφασισµένη συµµαχία µε τους ΑΝΕΛ και τα πάρε-δώσε µε την καραµανλική πτέρυγα της Ν∆ και ο Παυλόπουλος – µε τις σχετικές κατά κύµατα «διευρύνσεις»). Τακτική «αποθέρµανσης» στις µαζικές κινηµατικές εκδηλώσεις (απεργία καθηγητών κ.λπ.) και «συντεταγµένης» πορείας προς την κυβερνητική εξουσία. ∆ιαρκές «ξενέρωµα» του προγράµµατος. Αντικατάσταση της τακτικής µονοµέρειας υπέρ των εργαζόµενων από τη θεωρία win-win (θα κερδίσουν και οι εργαζόµενοι και η αστική τάξη). Επίσηµη έναρξη της… υψηλής αριστερής στρατηγικής στη σχέση µε εκλεκτά τέκνα της αστικής τάξης (αρχίζοντας ούτε καν από τη «λευκή» επιχειρηµατικότητα, αλλά από την πιο µαύρη: Μαρινάκης, Μελισσανίδης). Πλήρης αυτονόµηση της ηγεσίας στο κόµµα ΣΥΡΙΖΑ και της Κοινοβουλευτικής Οµάδας από τα κοµµατικά όργανα κ.λπ. κ.λπ.

Όλα αυτά δεν ήταν ατάκτως ερριµµένες τακτικές εµπνεύσεις, αλλά στοιχεία µιας στρατηγικής, της οποίας οι προϋποθέσεις οικοδοµήθηκαν συστηµατικά και µε πυκνές πρωτοβουλίες σε όλα τα επίπεδα. Ότι µια τέτοια στρατηγική, που ολοφάνερα εµπνεόταν από την κολοσσιαία αυταπάτη του «έντιµου συµβιβασµού» µε το εγχώριο και διεθνές σύστηµα, είχε επίσης ολοφάνερες γελοίες πλευρές και προσδοκίες, δεν σηµαίνει ότι δεν ήταν στρατηγική. Το όνοµά της αποδίδεται από µια πολύ γνωστή έννοια: ρεφορµισµός.

Αυτή η στρατηγική, που ακολουθήθηκε µε εξίσου µεγάλη συνέπεια και το πρώτο εξάµηνο του 2015 ύστερα από την εκλογική νίκη, κατέστρεψε σε µεγάλο βαθµό τις προϋποθέσεις, ώστε τον Ιούλιο του 2015 να µπορεί να γίνει «κάτι άλλο», δηλαδή να υπάρξει µια πολιτική ρήξης µε το σύστηµα. Και παρ’ όλα αυτά, παρόλο το «ξενέρωµα» του κόσµου των αντιστάσεων και του κόσµου της Αριστεράς απ’ όλη αυτή την «προεργασία», ο κόσµος αυτός ήταν έτοιµος για «µεγάλα πράγµατα», όπως απέδειξε η κινητοποίηση για το δηµοψήφισµα.

Είναι λοιπόν πολιτική απάτη ολκής ο ισχυρισµός ότι το καλοκαίρι του 2015 «αντικειµενικά» δεν µπορούσε να γίνει «κάτι άλλο». Αυτό το «αντικειµενικά» ήταν «υποκειµενικά» – µε όλους τους δυνατούς τρόπους.

 

Το «κάνω ό,τι µπορώ» σαν καρικατούρα…αριστερής στρατηγικής

Αποκρούοντας τις -δίκαιες και ακριβέστατες- κατηγορίες για σκληρή µνηµονιακή πολιτική ενάντια στις εργαζόµενες τάξεις, οι προπαγανδιστές του ΣΥΡΙΖΑ απαντούν ότι «Όλα αυτά θα γίνονταν έτσι κι αλλιώς και χωρίς τον ΣΥΡΙΖΑ». Όχι ακριβώς! Επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ συµβόλιζε τον «αριστερό λαϊκισµό», επειδή είχε προλάβει να «ερεθίσει» το σύστηµα, εγχώριο και διεθνές, επειδή η άνοδός του και η µοιρολατρικά παραιτηµένη πρώτη περίοδος (το πρώτο εξάµηνο του 2015, µέχρι και την «κωλοτούµπα» του Ιουλίου) διακυβέρνησής του είχε αναστατώσει την «κανονικότητα» της αγοράς, των τραπεζών κ.λπ., έπρεπε να ταπεινωθεί προς παραδειγµατισµό. Έτσι, το 100% µνηµόνιο έγινε 120 και 150% µνηµόνιο – µε µια γενναία προσαύξηση πολιτικού ρεβανσισµού και «πολιτικού ρίσκου». Σε αυτή τη γενναία προσαύξηση, που έγινε µόνιµη πολιτική των δανειστών και του εγχώριου συστήµατος στο διάστηµα µέχρι και την έξοδο από το πρόγραµµα το καλοκαίρι του 2018, οφείλονται τα υπερπλεονάσµατα – χάρη στα οποία ο Τσίπρας ξεδιπλώνει τώρα τις πολιτικές κρατικής φιλανθρωπίας. Επιπλέον, ακόµη και αν έγιναν τα ίδια ακριβώς που θα γίνονταν και µε έναν Μητσοτάκη, δεν έγιναν στο όνοµα της ∆εξιάς, αλλά στο όνοµα της Αριστεράς.

Αυτό το «έτσι κι αλλιώς» συνδέεται µε µια καρικατούρα της γνωστής ρεφορµιστικής στρατηγικής του κυβερνητισµού στα όρια της παρωδίας: Οι κυβερνητικοί προπαγανδιστές ισχυρίζονται πως ό,τι αντιλαϊκό υπέγραψαν και επέβαλαν, δεν ήταν δικό τους, δεν τους αντιπροσώπευε. Ήταν του συστήµατος. «∆ικά τους» είναι µόνο τα ψήγµατα κυβερνητικής φιλανθρωπίας του τελευταίου διαστήµατος. Αφού όλα αυτά «έτσι κι αλλιώς θα γίνονταν», δεν είναι προτιµότερο να είναι τουλάχιστον η Αριστερά στην εξουσία; Όλο και κάτι θα µετριάσει, θα εξοµαλύνει…

Η παλιά στρατηγική του κυβερνητισµού έλεγε πως η Αριστερά στην κυβέρνηση και η υλοποίηση σχεδίων µεταρρύθµισης του συστήµατος θα οδηγούσε στον σοσιαλισµό. Ετούτη η µετανεωτερική εκδοχή κυβερνητισµού ισχυρίζεται πως καλό είναι να είσαι στην κυβέρνηση. Να υπογράφεις ό,τι αντεργατικό είναι «αναπόφευκτο» (ακόµη και αν πρόκειται για σκληρά µνηµόνια, για πολιτικές του ∆ΝΤ, των Βρυξελλών και του ΟΟΣΑ, ακόµη και αν πρόκειται για τις πιο φιλο-ϊµπεριαλιστικές πολιτικές της Μεταπολίτευσης). Και να κάνεις τα ελάχιστα που µπορείς. Αν, όµως, δουλειά της Αριστεράς είναι να βρίσκεται στην εξουσία µε σκοπό να επιβάλλει τα µείζονα για λογαριασµό του συστήµατος, µε την ελπίδα ότι θα µπορέσει να δώσει και κάνα ψίχουλο σαν… αντιστάθµισµα (ένα συστηµικό αµορτισέρ της κακιάς ώρας!), τότε ποιανού δουλειά είναι να αντιµετωπίσει τα… µείζονα;

Στο απόγειο της δεξιάς του στροφής και, ενώ προωθούσε (όπως ο Τσίπρας µεταξύ 2012-2015) τη συστηµική προσαρµογή του Κόµµατος Εργασίας, ο πρώην πρόεδρος της Βραζιλίας Λούλα είχε πει πως «Ο σοσιαλισµός είναι ένα πτώµα κρεµασµένο στον λαιµό του PT». Στην Ελλάδα, η «κυβέρνηση της Αριστεράς» υπήρξε -και εξακολουθεί να είναι- ένα πτώµα κρεµασµένο στον λαιµό της Αριστεράς (στην οποία δεν συγκαταλέγεται πλέον ο µετατοπισθείς στον χώρο της σοσιαλδηµοκρατίας ΣΥΡΙΖΑ).

Με τούτα και µε κείνα, επιβεβαιώνεται για άλλη µια φορά ότι ο ρόλος του ρεφορµισµού είναι υπό «κανονικές συνθήκες» να «κάνει κάτι» στην προσπάθεια να µεταρρυθµίσει και «εξανθρωπίσει» τον καπιταλισµό – επί µαταίω. Σε συνθήκες, όµως, που έχει τεθεί µε επίφοβο για την αστική τάξη τρόπο το ζήτηµα της εξουσίας, η συνθηκολόγησή του µε το σύστηµα επιφέρει υψηλά κόστη για τις εργαζόµενες τάξεις, αλλά και για την Αριστερά (που «αµαυρώνει» το όνοµά της, κηλιδώνει και ντροπιάζει τις σηµαίες της, αποκαρδιώνει και αποσυσπειρώνει τον κόσµο της).

 

Κατώτατος µισθός και… Πρέσπες

«Τώρα θα δείξουµε τι πραγµατικά πιστεύουµε», ισχυρίζεται η κυβερνητική προπαγάνδα. Και ιδού οι… αποδείξεις: η κρατική επιδοµατική πολιτική από τη µια. Ο «αντιεθνικισµός» της Συµφωνίας των Πρεσπών από την άλλη.

Από πού χρηµατοδοτούνται τα επιδόµατα της κρατικής φιλανθρωπίας; Από το υπερπλεόνασµα. Τι σηµαίνει υπερ-πλεόνασµα; Ότι τα µνηµονιακά µέτρα υπερ-αποδίδουν, ότι συγκεντρώνονται περισσότεροι φόροι και κόβονται περισσότερες δαπάνες σε σχέση µε τις προβλέψεις των µνηµονίων. Τα µέτρα κρατικής φιλανθρωπίας χρηµατοδοτούνται από το υπερ-πλεόνασµα θυσιών των εργαζόµενων τάξεων.

Σε ποιο πλαίσιο γίνεται η αύξηση του κατώτατου µισθού; Η υπουργική απόφαση για την αύξησή του επικυρώνει τον νόµο Βρούτση (υπουργός Εργασίας επί µνηµονιακής κυβέρνησης Ν∆-ΠΑΣΟΚ) και όλα όσα προβλέπει. Η τροπολογία Αχτσιόγλου βασίζεται στο άρθρο 103 αυτού του νόµου, που προβλέπει ότι «το ύψος του νοµοθετηµένου κατώτατου µισθού και νοµοθετηµένου ηµεροµισθίου θα πρέπει να καθορίζεται λαµβάνοντας υπόψη την κατάσταση της ελληνικής οικονοµίας και τις προοπτικές της για ανάπτυξη από την άποψη της παραγωγικότητας, των τιµών, και της ανταγωνιστικότητας, της απασχόλησης, του ποσοστού της ανεργίας, των εισοδηµάτων και µισθών». Με άλλα λόγια, δεν θα υπάρχουν ελεύθερες διαπραγµατεύσεις για τις ΣΣΕ, αλλά η αύξηση θα καθορίζεται µε απόφαση κάθε φορά του κράτους, του υπουργείου Εργασίας, µε βάση τους οικονοµικούς δείκτες κερδοφορίας της εργοδοσίας και του κεφαλαίου.

Τι σηµαίνει η εξαγγελθείσα νέα ρύθµιση των 120 δόσεων (που τελικά θα είναι έως 48 και υπό αυστηρές προϋποθέσεις); Ότι θα «διευκολυνθούν» τα λαϊκά νοικοκυριά να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους στην εφορία. Με τις ανεξόφλητες οφειλές προς την εφορία να αυξάνονται πλέον κατά σχεδόν 1 δισ. ευρώ σε µηνιαία βάση, κάτι έπρεπε να γίνει για να µην κινδυνεύσουν οι µνηµονιακοί στόχοι. Αλλά µε προσοχή για να µη διαταραχθεί η «κουλτούρα πληρωµών», που έχει µε… κόπους επιβληθεί. ∆ηλαδή, να µη χαλαρώσει ο φόβος των αναγκαστικών µέτρων είσπραξης και του πλειστηριασµού. Πόσο γενναιότερες, όµως, είναι οι ήδη θεσπισµένες ρυθµίσεις γι’ αυτούς που ζουν από τη δουλειά των άλλων (επιχειρήσεις και µικροµεσαίους)! Εκεί οι δόσεις είναι 120 και το «κούρεµα» οφειλών γενναιόδωρο. Ο ΣΥΡΙΖΑ υλοποιεί πολιτικές ταξικής µονοµέρειας –αλλά υπέρ του κεφαλαίου.

Μήπως, όµως, αυτά είναι τα πρώτα βήµατα µιας δειλής έστω, αλλά αρχόµενης επιστροφής σε πολιτικές αντιµνηµονιακές/αντι-λιτότητας; Τα κορυφαία κυβερνητικά και κοµµατικά στελέχη δεν χρησιµοποιούν ούτε καν ρητορικά την έννοια της αντιλιτότητας. Και πάντως όχι περισσότερο από τον… Μητσοτάκη. Και πώς θα µπορούσαν να το κάνουν οι ίδιοι άνθρωποι που συζητούν πάντα «σε πολύ καλό κλίµα» µε τους εκπροσώπους των δανειστών, εξασφαλίζουν τις θετικές εκθέσεις της Κοµισιόν χωρίς καν «αστερίσκους» και προσέχουν τα λόγια τους, για να µη δυσαρεστήσουν τις αγορές; Πώς θα µπορούσαν να το κάνουν τα στελέχη ενός κόµµατος, που φιλοδοξεί να είναι ο δεύτερος πόλος του «νέου δικοµµατισµού» της περιόδου που η «καταραµένη» διαχωριστική γραµµή µνηµόνιο/αντιµνηµόνιο έχει εξοβελιστεί, χάρη κυρίως στη µνηµονιακή θητεία του ΣΥΡΙΖΑ; Πώς θα µπορούσε να δείξει τέτοια αχαριστία ένα κόµµα και µια κυβέρνηση, που έχει δεχθεί τόσα πολιτικά δώρα από τους δανειστές και τις ισχυρές ιµπεριαλιστικές χώρες;

Για τον ΣΥΡΙΖΑ, το µνηµονιακό συµβόλαιο παραµένει σεβαστό. Ένα είδος «συντάγµατος» του νέου καθεστώτος συσσώρευσης, που στηρίζεται στην ακραία εκµετάλλευση της εργασίας. Ό,τι υπόσχεται σαν πολιτικές «ανακούφισης» των λαϊκών στρωµάτων, στηρίζεται στην ύπαρξη µνηµονιακού υπερ-πλεονάσµατος, που δεν είναι παρά το υπερ-πλεόνασµα θυσιών των εργαζόµενων τάξεων. Οι διεθνείς και εγχώριες οικονοµικές προοπτικές προδιαγράφουν ήδη τη διαρκή µείωση αυτού του υπερ-πλεονάσµατος και τη µετατροπή του µεσοπρόθεσµα σε έλλειµµα σε σχέση µε τον στόχο 3,5% του ΑΕΠ.

Όπως ακριβώς η Συριζική κρατική φιλανθρωπία δεν είναι αντι-λιτότητα, έτσι και η Συµφωνία των Πρεσπών δεν είναι αντιεθνικισµός και πολιτική «φιλίας µεταξύ των δύο λαών». 

Πώς µπορεί να είναι αντιεθνικισµός να συµπεριφέρεσαι σε µια χώρα σαν να είναι «οικόπεδο µε κρατική υπόσταση» (κράτος χωρίς έθνος, αλλά µόνο µε «υπηκοότητα»); Να το υποχρεώνεις να διευκρινίσει σε ποια κατηγορία γλωσσών υπάγεται η γλώσσα του (τάχα για να µη σφετεριστεί τα… αρχαία µακεδονικά!); Να το υποχρεώνεις να αλλάξει όνοµα, για να µπει µετονοµασµένο µε το ζόρι κάτω από την… ειρηνική οµπρέλα και να µετατραπεί σε βάση του ΝΑΤΟ πυροδοτώντας, έτσι, και ενισχύοντας τον εθνικισµό και στις δύο πλευρές των συνόρων;

Πώς, πέρα από τα προηγούµενα, µπορεί η φιλία των λαών να υπηρετηθεί µε τη ληστρική-ιµπεριαλιστική διείσδυση του ελληνικού κεφαλαίου στη γειτονική χώρα αγοράζοντας µπιρ παρά δηµόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις, επιβάλλοντας αποικιοκρατικούς όρους επενδύσεων µε Ειδικές Οικονοµικές Ζώνες, µε µισθούς 230 ευρώ και µηδενική φορολογία;

Πώς µπορεί να συνιστούν πάλη ενάντια στην ακροδεξιά οι δηλώσεις Κουρουµπλή ότι «Αν θέλουµε να διαλύσουµε τα Σκόπια, τα διαλύουµε την επόµενη µέρα, αλλά δεν µας συµφέρει»; Η αδιατάρακτη µέχρι πρόσφατα συγκυβέρνηση µε τον Καµµένο και η υπουργοποίηση Παπακώστα; Η ακροδεξιάς έµπνευσης αντιµεταναστευτική πολιτική, που συµπλήρωσε τις Αµυγδαλέζες του ∆ένδια µε τα κολαστήρια hot spots στα νησιά και τις επαναπροωθήσεις στον Έβρο; Οι ανίερες συµµαχίες µε τα ακροδεξιά και δικτατορικά καθεστώτα του Ισραήλ και της Αιγύπτου; Η τυχοδιωκτική υπηρέτηση του ιµπεριαλιστικού ανταγωνισµού στην περιοχή για τις ΑΟΖ; Οι φωτογραφήσεις του Βίτσα µε τους Κασιδιάρηδες στη νήσο Ρω και η πλήρης ανοχή στην ηρωοποίηση του ακραίου εθνικιστή και χρυσαυγίτη πιστολέρο Κατσίφα; Πώς µπορεί να συνιστά αντιφασιστική ευαισθησία η ανύπαρκτη κυβερνητική πίεση στην αστυνοµία και τη δικαιοσύνη, προκειµένου να δεήσουν να τελειώσει η δίκη της Χρυσής Αυγής ή να φυλακιστούν οι φασιστικές συµµορίες, που επιτίθενται συστηµατικά τα τελευταία χρόνια σε µετανάστες και στέκια αριστερών και αναρχικών συλλογικοτήτων και που έκαναν πρόσφατα το «ντου» στη Βουλή;

 

Ο Τσίπρας σαν «Λούλα της Μεσογείου»

Παρ’ όλα τα προηγούµενα, η κυβέρνηση ζητεί πολιτική/εκλογική στήριξη ανεµίζοντας σαν φόβητρο τον Μητσοτάκη. Μήπως λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι «επιβραδυντής» της δεξιάς και ακροδεξιάς επέλασης; Η ιστορία δείχνει ότι η ρεβανσιστική δεξιά έρχεται εκεί όπου αποτυγχάνει η Αριστερά. Η ακροδεξιά εκεί όπου η συνταγµατική δεξιά δεν είναι «αρκετή» και «κατάλληλη» για να βγάλει την απαραίτητη «βρόµικη δουλειά» για το σύστηµα. Ο φασισµός εκεί όπου όλα τα άλλα µέσα έχουν αποτύχει και το σύστηµα πρέπει να συντρίψει την εργατική τάξη, την Αριστερά, ακόµη και την ξεφτισµένη αστική δηµοκρατία µε τη φωτιά και το σίδερο. Η ήττα της Αριστεράς, που στην Ελλάδα πήρε τη µορφή της µνηµονιακής µεταστροφής και κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ, είναι που προετοιµάζει τους όρους για την έλευση της ρεβανσιστικής δεξιάς του Μητσοτάκη. Αν αυτή, εξαιτίας ενός πιθανότατου αρνητικού «γυρίσµατος» της διεθνούς οικονοµίας, αποδειχτεί «λίγη» και «ακατάλληλη», το σύστηµα θα αναζητήσει άλλες, σκληρότερες λύσεις. Αν, στο πλαίσιο -για παράδειγµα- µιας νέας διεθνούς κρίσης τίποτε από αυτά δεν αποδειχτεί τόσο αποτελεσµατικό όσο απαιτεί το σύστηµα, θα έρθει η ώρα της ακροδεξιάς και του φασισµού.

Το ερώτηµα «τι να ψηφίσουµε» υποτάσσεται στο ερώτηµα «ποια αριστερά θέλουµε να χτίσουµε, ποια αριστερά θέλουµε να δυναµώσει». Και σίγουρα η απάντηση δεν είναι να συνεχιστεί η «οµοιοπαθητική» της ήττας ψηφίζοντας ή υποστηρίζοντας ΣΥΡΙΖΑ σαν το µικρότερο κακό.

Στη Βραζιλία η σοσιαλ-φιλελεύθερη κυβερνητική θητεία του Λούλα, έθρεψε µια µεταβατική ρεβανσιστική δεξιά, µέχρι να έρθει η ώρα του Μπολσονάρου. Και όταν ήρθε αυτή η «κακιά ώρα», πολύτιµες δυνάµεις του κινήµατος και της Αριστεράς είχαν σπαταληθεί µε την αυταπάτη ότι, υποστηρίζοντας και ψηφίζοντας το εκφυλισµένο PT του Λούλα, βάζουν φρένο στη δεξιά και την άκρα δεξιά.

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο «µεγάλος λεηλάτης» όχι µόνο του πρόσφατου παρελθόντος, αλλά και του µέλλοντος της Αριστεράς.

Αυτό που χρειαζόµαστε κατεπειγόντως είναι µια ταξική και διεθνιστική αριστερά, µια ισχυρή επαναστατική αριστερά. Οτιδήποτε άλλο θα είναι αυταπάτη, σπατάλη πολύτιµων δυνάµεων και χάσιµο χρόνου, που στην Ιστορία και ιδιαίτερα σε κρίσιµες περιόδους δεν είναι απλώς πολύτιµος, αλλά υπαρξιακής σηµασίας.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*