Ο κίνδυνος πυρηνικών «χτυπημάτων» πιο υπαρκτός από ποτέ

Του Χάρη Παπαδόπουλου

Τι σηµαίνει η απόσυρση των ΗΠΑ από τη συµφωνία για τον έλεγχο των πυραύλων µέσου βεληνεκούς

«Ποιο είναι το νόημα των πυρηνικών όπλων, αν δεν μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε;»
Ντόναλντ Τραμπ

Η παραπάνω ρητορική ερώτηση του Αµερικανού προέδρου απευθύνθηκε στους συµβούλους του στο Λευκό Οίκο στις 18 Οκτώβρη. ∆ύο µέρες µετά, στις 20 Οκτώβρη 2018, ο Τραµπ ανακοίνωσε πως οι ΗΠΑ αποχωρούν από τη συµφωνία ελέγχου των πυρηνικών όπλων µέσου βεληνεκούς. Η αποκάλυψη ως προς το τι ειπώθηκε µεταξύ του Τραµπ και των συνεργατών του έγινε από το περιοδικό Φόρεϊν Αφέαρς [εµείς αλιεύσαµε την πληροφορία από το άρθρο του Λεωνίδα Βατικιώτη «Έναυσµα για κούρσα πυρηνικών ανταγωνισµών από Τραµπ»].

Η αρθρογράφος του Φόρεϊν Αφέαρς µαζί µε τις πληροφορίες καταθέτει το συµπέρασµά της: «Για πρώτη φορά από το τέλος του Ψυχρού Πολέµου η πιθανότητα ένας Αµερικανός πρόεδρος να σκέφτεται στ’ αλήθεια τη χρήση πυρηνικών έχει γίνει µια πραγµατικά τροµακτική προοπτική». Λίγες µέρες µετά, και αφού ανακοινώθηκε από τον Τραµπ πως οι ΗΠΑ δεν δεσµεύονται πλέον από τη συµφωνία για τα µέσου βεληνεκούς πυρηνικά όπλα, πολιτικός αναλυτής και στέλεχος των Ρεπουµπλικανών δήλωσε: «Έχουµε αρκετά όπλα όχι µόνο για να αυτοκαταστραφούµε, αλλά και για να καταστρέψουµε τον κόσµο πάνω από δέκα φορές. ∆εν χρειάζεται να ανησυχούµε πως δεν έχουµε αρκετά όπλα».

Η συµφωνία ελέγχου των πυρηνικών µέσου βεληνεκούς είχε υπογραφεί το 1987 ανάµεσα στους Ρίγκαν και Γκορµπατσόφ, επικεφαλής τότε των ΗΠΑ και της Σοβιετικής Ένωσης αντίστοιχα. Απαγόρευε την ανάπτυξη πυρηνικών πυραύλων βεληνεκούς µέχρι 5.000 χιλιοµέτρων και υποχρέωνε τις ΗΠΑ και Ρωσία να καταστρέψουν 3.000 από τους πυραύλους τους.

 

Τι προσπαθεί να κερδίσει ο Τραµπ;

∆υστυχώς το θέµα µε τον Τραµπ δεν είναι µονάχα η παρουσία ενός άξεστου και υπερφίαλου ανθρώπου στη θέση του πλανητάρχη. Ο Τραµπ είναι το σύµπτωµα. Η αιτία βρίσκεται στη µεταβολή συσχετισµών ανάµεσα στις ΗΠΑ και τα υπόλοιπα ιµπεριαλιστικά κέντρα του πλανήτη.

Για δύο δεκαετίες τουλάχιστον, η οικονοµική επιρροή των ΗΠΑ συνεχώς υποχωρεί. Ο πλανήτης όλο και περισσότερο φαίνεται να γίνεται πολυπολικός. Αυτό σηµαίνει πως δεν θα υπάρχει ένας µόνο «κυρίαρχος του παιγνιδιού», όπως φανταζόταν η άρχουσα τάξη των ΗΠΑ µετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Οι ΗΠΑ, ωστόσο, διαθέτουν ένα τεράστιο ατού: Η πυρηνική δύναµή τους και γενικά η στρατιωτική τους υπεροχή απέναντι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσµο είναι ασύγκριτη. Οι ΗΠΑ δεν ξεπερνούν απλώς κατά πολύ το στρατιωτικό και πυρηνικό δυναµικό της Ρωσίας: οι δέκα επόµενες στρατιωτικές δυνάµεις στον πλανήτη, ακόµα και αν ενώσουν τις δυνάµεις τους, δεν φτάνουν την πυρηνική και στρατιωτική ισχύ των ΗΠΑ.

Έτσι η αστική τάξη αντιµετωπίζει τα τελευταία χρόνια ένα δύσκολο δίληµµα:

Η πρώτη επιλογή: Να µειώσει το αµερικανικό κράτος τις θηριώδεις στρατιωτικές δαπάνες, να επενδύσει στην παραγωγή και να επιχειρήσει να ξανακερδίσει την παγκόσµια οικονοµική του υπεροχή.

Η δεύτερη επιλογή: Να χρησιµοποιήσουν οι ΗΠΑ την αδιαµφισβήτητη πυρηνική και στρατιωτική τους υπεροχή σήµερα, προκειµένου να επιβάλουν τους δικούς τους όρους σε όλους τους οικονοµικούς τους αντιπάλους.

Ο προηγούµενος πρόεδρος, Μπαράκ Οµπάµα, έδειχνε να κλίνει άτολµα προς την πρώτη επιλογή. Η εκλογή Τραµπ, ωστόσο, φέρνει µια ξεκάθαρη στροφή στη δεύτερη. Μέχρι σήµερα, ο Τραµπ έψαχνε µια αφορµή -στη Βενεζουέλα, στη Συρία ή στη Βόρεια Κορέα- για να κάνει επίδειξη των δυνατοτήτων ΚΑΙ του πυρηνικού του οπλοστασίου.

Τώρα, µε την ανακοίνωση στις 20 Οκτώβρη περί απόσυρσης των ΗΠΑ από τη συµφωνία ελέγχου των µέσου µεγέθους πυραύλων που µπορούν να φέρουν πυρηνικές κεφαλές, φαίνεται πως ο Αµερικανός πρόεδρος δίνει το σήµα για να ξαναρχίσει η κούρσα των εξοπλισµών, περιλαµβανοµένων των πυρηνικών όπλων, όπως επί Ψυχρού Πολέµου.

 

Και τώρα;

Όπως είχε αποκαλύψει η εφηµερίδα «Γκάρντιαν» στις αρχές του χρόνου, ο Τραµπ και οι ΗΠΑ σκοπεύουν να στραφούν κατ’ αρχάς στην ανάπτυξη «µικρών και εύχρηστων» (!) πυρηνικών όπλων.

Αυτό δεν σηµαίνει πως τέτοια όπλα δεν συνιστούν απειλή για τη Ρωσία. Ήδη το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ οργανώνουν κάθε τόσο στρατιωτικά γυµνάσια εξαιρετικά κοντά στα ρωσικά σύνορα -στην Πολωνία και στις χώρες της Βαλτικής- και κάνουν µε κάθε αφορµή επιδείξεις στρατιωτικής ισχύος. Όµως, είναι φανερό πως η στόχευση των ΗΠΑ στρέφεται πλέον προς πολλές κατευθύνσεις.

Ο επόµενος στη σειρά στόχος δείχνει αυτή τη στιγµή το Ιράν. Οι ΗΠΑ πριν λίγους µήνες αποσύρθηκαν µονοµερώς και από τη συµφωνία ελέγχου ανάπτυξης πυρηνικών όπλων του Ιράν, ξεκινώντας νέο κύκλο κυρώσεων ενάντια στο ιρανικό κράτος.

Φαίνεται, όµως, πως ο αντίπαλος που οι ΗΠΑ αναζητούν διαρκώς ευκαιρία να τροµοκρατήσουν µε την πυρηνική τους ισχύ είναι η Κίνα, ο µεγαλύτερος αυτή τη στιγµή εµπορικός και γενικότερα οικονοµικός αντίπαλος των ΗΠΑ. Μάλιστα, µερίδα του Τύπου -στην Ελλάδα χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της «Καθηµερινής»- πιστεύουν πως η συµφωνία, από την οποία οι ΗΠΑ αποσύρθηκαν, θα αντικατασταθεί σχετικά σύντοµα από µια νέα, µεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Θα αφήνεται ωστόσο στον Τραµπ το περιθώριο να αναπτύξει καινούργια σχετικά µικρά πυρηνικά όπλα έναντι της Κίνας, της ανερχόµενης πυρηνικής δύναµης, που δεν δεσµευόταν από την µέχρι τώρα σε ισχύ συµφωνία απαγόρευσης ανάπτυξης όπλων µέσου βεληνεκούς.

Σε κάθε περίπτωση, τον τόνο για την κατεύθυνση της στρατιωτικής µηχανής των ΗΠΑ είχε δώσει λίγο µετά την εκλογή του ο ίδιος ο Τραµπ, µιλώντας -δηµόσια αυτή τη φορά- υπέρ ενός νέου γύρου εξοπλισµών: «Ας γίνει µια κούρσα εξοπλισµών! Θα τους ξεπεράσουµε όλους και θα επιβιώσουµε έναντι όλων»!

 

Έκκληση στη λογική;

-«∆εν θα τολµήσουν» έλεγες

«∆εν έχουν άλλο δρόµο» σου απαντούσα

«Αυτός ο δρόµος θα είναι ο τάφος τους», φώναζες µε πίστη”    

(«Νικηφόρος Μανδηλαράς», στίχοι του Αλέκου Παναγούλη)

Στον διεθνή αστικό Τύπο, µαζί µε την ανησυχία για το πού πάει η κατάσταση µε τα πυρηνικά όπλα, διατυπώνεται και µια ελπίδα και προσδοκία πως τελικά θα επικρατήσει η λογική και δεν θα χρησιµοποιηθούν στην πράξη τα πυρηνικά.

Όµως όταν διακυβεύονται τεράστια κέρδη, όταν διακυβεύεται η ίδια η παγκόσµια ιεραρχία ισχύος, ελάχιστος χώρος αποµένει για την ορθοφροσύνη. Ο ιµπεριαλισµός των ΗΠΑ συνήθισε από το 1991 να παίζει παγκοσµίως χωρίς αντίπαλο. Τώρα αντιµετωπίζει ξαφνικά τον κίνδυνο υποβιβασµού µπροστά στην ανάπτυξη οικονοµιών που δεν βαρύνονταν µε στρατιωτικές δαπάνες ανάλογες µε αυτές των ΗΠΑ. Και ο πειρασµός της επίδειξης δύναµης απέναντί τους είναι τεράστιος.

Η µόνη ρεαλιστική ελπίδα µέσα σ’ αυτόν τον ζόφο είναι το αντιπολεµικό και αντικυβερνητικό κίνηµα µέσα στις ΗΠΑ. Από την πρώτη µέρα που εγκαταστάθηκε στο Λευκό Οίκο ο Τραµπ, τα κινήµατα έχουν οργανώσει συγκλονιστικές διαδηλώσεις και έχουν πετύχει να ακυρώσουν αντιδραστικά µέτρα, όπως την απαγόρευση εισόδου στη χώρα ανθρώπων από µια σειρά ισλαµικές χώρες. Αυτά τα κινήµατα είναι η µόνη υπαρκτή εναλλακτική στην κυριαρχία του πυρηνικού τρόµου του Τραµπ και των Αµερικανών στρατοκρατών. Η κυβέρνηση Τραµπ είναι πολύ πιο ρεαλιστικό να πέσει κάτω από τη λαϊκή κατακραυγή, παρά να «λογικευτεί» και να πάρει πίσω τις απειλές πυρηνικού χτυπήµατος και τα σχέδια νέας κούρσας εξοπλισµών.

Στην Ελλάδα η κυβέρνηση Τσίπρα δένεται κάθε µέρα πιο στενά στρατιωτικά µε τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και την Αίγυπτο του δικτάτορα Σίσι και εξοπλίζεται για περιπέτειες για χάρη των ΑΟΖ. Εµείς εδώ έχουµε µόνο να διδαχτούµε από τις επιτυχίες των συντρόφων και συντροφισσών µας µέσα στην «καρδιά του κτήνους», την ιµπεριαλιστική µητρόπολη. Και πρέπει να τους µιµηθούµε. Είναι η παθιασµένη δράση που αλλάζει τους συσχετισµούς, όχι η παραίτηση ούτε οι φρούδες ελπίδες και η επίκληση της «λογικής».

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*