Οι ευρωεκλογές και η ριζοσπαστική Αριστερά

Του Γιάννη Νικολόπουλου

Σε τρεις περίπου µήνες θα διεξαχθούν οι εκλογές για την ανάδειξη του νέου Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του νέου επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ίσως οι πιο κρίσιµες εκλογές στη δύση της πρώτης δεκαετίας της ευρωπαϊκής και παγκόσµιας καπιταλιστικής κρίσης. Τα πολιτικά προµηνύµατα και το γενικότερο κλίµα προς τις ευρωκάλπες, κακά τα ψέµατα, είναι άσχηµα. Έχει ήδη στηθεί ένας νέος ευρωπαϊκός διπολισµός ανάµεσα από τη µία µεριά στους θεωρούµενους «ευρωπαϊστές» του Κέντρου και της ∆εξιάς και από την άλλη µεριά στους λεγόµενους «ευρωσκεπτικιστές» και «λαϊκιστές» της Άκρας ∆εξιάς.

Στο πρώτο στρατόπεδο καταγράφονται πλέον και δυνάµεις του Κόµµατος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, που ανέλαβαν να διαχειριστούν τα τελευταία χρόνια τον «νεοφιλελευθερισµό µε ανθρώπινο πρόσωπο» στην Πορτογαλία και την Ελλάδα. Με τον ΣΥΡΙΖΑ να αποτελεί το ευρωπαϊκό παράδειγµα, των µεν, γοργής ενσωµάτωσης στην κυρίαρχη πολιτική και… βίαιης ωρίµανσης στην κυβερνητική εξουσία, των δε, πολεµικής ενάντια σε µια βολική εκδοχή της «αριστεράς», που τάχα είναι εκ των προτέρων έτοιµη να παραδώσει και να απαρνηθεί αρχές, αξίες και προγράµµατα, προκειµένου να διατηρήσει τις καρέκλες της εξουσίας. Ίσως η χειρότερη υπηρεσία και ζηµιά που έκανε στην υπόθεση της ριζοσπαστικής Αριστεράς η ταξική προδοσία του καλοκαιριού του 2015, από τον Τσίπρα και την παρέα του: έριξε νερό στον µύλο του συνόλου της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς και έστρεψε πολυπληθή ακροατήρια να αναζητήσουν την πολιτική και εκλογική λύση του ευρωπαϊκού δράµατος σε νέας, φασιστικής κοπής δηµαγωγούς, όπως ο Σαλβίνι και η Λεπέν.

 

Σαλβίνι και Λεπέν

Οι δυο τους, σφυρηλάτησαν ένα κοινό Σύµφωνο µε στόχο την «άλωση» των Βρυξελλών, και µε τις ευλογίες του πάλαι ποτέ πανίσχυρου µυστικοσυµβούλου του Τραµπ, µεγαλοτραπεζίτη της Γκόλντµαν Σακς και ιδρυτή της ακροδεξιάς, φεηκνιουζγραφικής ιστοσελίδας ΜπράιτµπαρτΝιουζ, Στιβ Μπάνον. Ο τελευταίος έχει αναλάβει εδώ και έναν χρόνο να ενώσει τις δυνάµεις της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς κάτω από τη σκέπη του λεγόµενου «Κινήµατος», µε τον συντονισµό του Βέλγου υπερσυντηρητικού δικηγόρου και πολιτικού, Μίκαελ Μοντριγκάµερ, που εδρεύει στις Βρυξέλλες. Στο µυαλό του Μπάνον, η ΕΕ και οι επιµέρους χώρες-µέλη προσοµοιάζουν µε τις ΗΠΑ. Η Ιταλία, η Γαλλία και η Ουγγαρία του Όρµπαν είναι αντίστοιχα, το Τέξας, η Νότια Καρολίνα και η Ιντιάνα της Ευρώπης, στις οποίες, αφού κυριάρχησαν ή κατέγραψαν υψηλές εκλογικές επιδόσεις οι πιο ακραίες και µισαλλόδοξες φωνές του Ρεπουµπλικανικού Κόµµατος, έπειτα στοιχήθηκαν πίσω από τον Τραµπ για να «αποξηράνουν το έλος της Ουάσιγκτον», να υψώσουν το Τείχος του Μεξικού και να κυνηγήσουν µεταναστευτικές, λατινοαµερικανικές µάγισσες.

Η Ιταλία έχει τον πλέον κοµβικό ρόλο στη µάχη που έρχεται. Όχι µόνο επειδή ο Σαλβίνι αποτελεί τον πραγµατικά ισχυρό εταίρο της κυβέρνησης συνεργασίας Πέντε Αστέρων και Λέγκας του Βορρά, συνεργασία που περνά εσχάτως από σαράντα κύµατα, εξαιτίας των πολιτικών δεσµών που αναπτύσσει η Λέγκα µε τα µουσολινικά «Αδέρφια της Ιταλίας», κατ’ αρχάς στο πλαίσιο των αυτοδιοικητικών εκλογών, αλλά πάντα µε την παραίνεση (και) του Μπάνον, αλλά και επειδή η πολιτική ατζέντα στη γείτονα είναι ακριβώς εκείνη που ισχυροποιεί την Άκρα ∆εξιά σε πανευρωπαϊκή κλίµακα: Αντιπροσφυγικό και αντιµουσουλµανικό µένος. «Εύκολη» και επιφανειακή σύγκρουση µε τις Βρυξέλλες και τις «ελίτ». Ακατάσχετη υποσχεσιολογία για παροχές στο πλαίσιο ενός νεοπαγούς κορπορατικού κράτους «µόνο για Ιταλούς (και όσους µετανάστες πρόλαβαν να ‘‘ιταλοποιηθούν’’ έως τη δεκαετία του 1990)», όταν και εφόσον προκύψει η… πολυαναµενόµενη ανάπτυξη του ιταλικού κεφαλαίου. Μέσα στην επόµενη τριετία – και βλέπουµε.

 

Το Κέντρο και η ∆εξιά «τρέφουν» την ακροδεξιά «επαναθεµελίωση»

Παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούµενα, το Σύµφωνο και το «Κίνηµα» δεν θέλουν να διαλύσουν την ΕΕ-θέλουν να την επαναθεµελιώσουν σε ολοκληρωτικά, αντιδραστική τροχιά. Και για την ακρίβεια, θέλουν να χτίσουν πάνω στα θεµέλια του κρισιακού καπιταλισµού, που άφησαν οι συνασπισµένες δυνάµεις της ∆εξιάς, της Σοσιαλδηµοκρατίας και της ενσωµατωµένης «αριστεράς». Η στάση που τήρησαν Ιταλία και Ουγγαρία στις διαπραγµατεύσεις για το Brexit και την επικύρωση της συµφωνίας Μπαρνιέ, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Πιθανότατα µάλιστα µαζί µε την ελληνική κυβέρνηση, υπήρξαν και οι πιο «σκληρές» χώρες στους όρους, τις προϋποθέσεις και τα βάρη που µετακυλίστηκαν στους Βρετανούς και τους Ευρωπαίους εργαζόµενους, ώστε να «βγει ο λογαριασµός» της συµφωνίας.

Από την άλλη πλευρά, οι παραδοσιακές δυνάµεις του Κέντρου και της ∆εξιάς καθαγιάζουν τα ταξικά εγκλήµατά τους επισείοντας τον κίνδυνο της ακροδεξιάς απειλής – άλλο, βέβαια, αν ήταν ακριβώς αυτές οι δυνάµεις που άνοιξαν την πόρτα του ευρωπαϊκού, πολιτικού φρενοκοµείου στον νεοφασισµό. Ποιος άραγε θυµάται σήµερα, για παράδειγµα, πως ο Όρµπαν υπήρξε ο φιλελεύθερος πρωθυπουργός της εισόδου της Ουγγαρίας στην ΕΕ το 2004;

Στο διά ταύτα, στην οικονοµία, τη διεθνή θέση της ΕΕ, την πανευρωπαϊκή αντιµετώπιση των κοινωνικών προβληµάτων, οι δυο πόλοι δεν διαφωνούν. Απλώς αλλάζει η ένταση στη ρητορική και την πολεµική. Οµογνωµούν στη λιτότητα, τη συντριβή της εργατικής τάξης, την καταδίωξη και τον εγκλεισµό σε στρατόπεδα των προσφύγων, στη διαρκή εσωτερική επιτήρηση των εργατών και την ακόµη διαρκέστερη πολεµική καταστολή µέσα και έξω από τα όρια της Ευρώπης των «27». Και µόνο τα γεγονότα στη Γαλλία µε την κινητοποίηση των Κίτρινων Γιλέκων και την αιµατοβαµµένη απάντηση του κράτους του Μακρόν, τεκµηριώνουν τα παραπάνω.

 

Η Ριζοσπαστική – Αντικαπιταλιστική Αριστερά

Με αυτό το τοπίο διαµορφωµένο, η στάση της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς καθίσταται εξαιρετικά δυσχερής, αλλά και κρίσιµη, καθώς, για να παραφράσουµε τους κλασικούς, οι ευρωεκλογές µπορούν να αλλάξουν την Ευρώπη – προς το χειρότερο. Και µάλλον η διάσπαση του ΚΕΑ και η ανασύνταξη πολιτικών σχηµατισµών στο «Πρώτα οι λαοί!» (σ.σ. οι λαοί ή οι εργατικές τάξεις;) µε στόχο µια καλή εκλογική επίδοση δεν φαίνεται να αρκεί στους καιρούς µας. Ο Μακρόν δεν δίστασε να βάψει τα χέρια του µε αίµα, η Βενεζουέλα µόνο στον χάρτη είναι µακριά και η Μεσόγειος, ειδικά στα ιταλικά παράλια, δεν έχει πάψει να είναι φρούριο και νεκροταφείο για τους απόκληρους της άγριας εκµετάλλευσης και δυστυχίας, που έχουν σκορπίσει οι Ευρωπαίοι πλουτοκράτες στην Αφρική. Με άλλα λόγια, και ενώ ο καπιταλισµός όχι µόνο δεν βγαίνει από την κρίση του, αλλά φαντάζει πιθανότερο να καταφύγει στην παλιά, δοκιµασµένη συνταγή µιας πολεµικής σύρραξης πλανητικών διαστάσεων και εµπλοκών, το αίτηµα και η υπόθεση µιας στρατηγικής πέρα από τις έδρες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και τις προσεχείς κάλπες φαντάζουν πιο επίκαιρες από ποτέ. Τουλάχιστον, µέχρι την επόµενη «κακή στροφή» που θα πάρει ο καπιταλισµός της εποχής µας µε οδηγούς τύπου Τραµπ, Μπολσονάρου, Σαλβίνι και Όρµπαν. Όταν δεν θα αρκούν οι κάλπες για να σωθεί η κατάσταση. Είτε των εργατών είτε του κλίµατος είτε του πλανήτη στο σύνολό του.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.