Με αφορμή την απελευθέρωση του Άουσβιτς σαν σήμερα το 1945

της Έλενας Παπαγεωργίου

Κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια

κορίτσι με τα παγωμένα χέρια,

άμα τελειώσει ο πόλεμος

μη με ξεχάσεις.

Στο λατομείο ν’ αγαπηθούμε

στις κάμαρες των αερίων

στη σκάλα, στα πολυβολεία.

Στις 8 Αυγούστου 1938 μια ομάδα τριακοσίων κρατουμένων από το Στρατόπεδο συγκέντρωσης Νταχάου μεταφέρεται στην περιοχή του λατομείου «Wiener Graben» και ξεκινάει την οικοδόμηση του στρατοπέδου του Μαουτχάουζεν. Η χρηματοδότηση του έργου έγινε από τα λεγόμενα «Κεφάλαια Χάιντριχ«, δηλαδή από κεφάλαια που συγκέντρωνε ο επικεφαλής της RSHA (Εθνικής Υπηρεσίας Ασφαλείας) από κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων και προσωπικών αντικειμένων των κρατουμένων σε άλλα στρατόπεδα ή δολοφονημένων Εβραίων και αντιπάλων του καθεστώτος.

Συνολικά 45 ιδιωτικές εταιρείες χρησιμοποίησαν κρατούμενους στις εργασίες τους. Μόνο το 1944, η παραγωγή από το σύμπλεγμα του Μαουτχάουζεν ανήλθε στο ποσόν των 11 εκατομ. γερμανικών μάρκων. Κρατούμενοι χρησιμοποιήθηκαν τόσο από εθνικές και μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες όσο και από μικρότερες και τοπικές, κυρίως για πολεμική παραγωγή.

Οι κρατούμενοι χωρίζονταν σε ομάδες (kommando) καθεμιά από τις οποίες είχε ως επικεφαλής ένα kapo, άνδρα των δυνάμεων της SS. Η εργασία ξεκινούσε στις 06:30 την θερινή και στις 07:30 την χειμερινή περίοδο. Η μεσημεριανή διακοπή διαρκούσε μισή ή μία ώρα και η εργασία συνεχιζόταν ως τις 4:45 μμ ή τις 6:30 μμ ανάλογα με την εποχή. Αυτό σήμαινε ότι η εργάσιμη ημέρα διαρκούσε 11 ώρες τη θερινή και 8 έως 8 ώρες τη χειμερινή περίοδο (54 – 60 ώρες εβδομαδιαίως).

Οι Ναζήδες έβαζαν τους μελλοθάνατους σε ένα λατομείο, να κουβαλούν ολημερίς πέτρες, ανεβαίνοντας άσκοπα και αέναα μια απότομη σκάλα, ως άλλοι Σίσυφοι. Αυτή ήταν η καταδίκη τους, επειδή δεν ήταν Άρειοι. Κάποια μέρα ένας μικρόσωμος κρατούμενος (Εβραίος, τσιγγάνος, αντιφρονούντας;) κατέρρευσε στη σκάλα. Ο Γερμανός στρατιώτης άρχισε να τον κλωτσάει και να τον διατάζει να σηκωθεί, έτοιμος να πυροβολήσει. Ο κρατούμενος είχε κλείσει τα μάτια και περίμενε τις σφαίρες που θα τον λυτρώνανε. Η σκάλα του θανάτου Τότε ο Νίκος – ή Αντώνης-, το παλικάρι, που ερχόταν πίσω από τον αποκαμωμένο, έσκυψε, πήρε την πέτρα και του άλλου και τον βοήθησε να σηκωθεί.

Ο στρατιώτης σημάδεψε τον Νίκο, του είπε να πετάξει τις δυο πέτρες και –για να τον εκδικηθεί- του έδειξε μια μεγαλύτερη, ένα αγκωνάρι. Ο Νίκος γέλασε. Κοίταξε τριγύρω, βρήκε μια πέτρα πιο βαριά και τη σήκωσε. Έπιασε και τον αποκαμωμένο και ξεκίνησε να ανεβαίνει τη σκάλα σφυρίζοντας –ίσως κάποια μελωδία του Τσιτσάνη. Και τότε… Το «κουτάκι του Γερμανού χάλασε».

Έτσι το έγραψε ο Καμπανέλλης… Ο Ναζί δεν έκανε τίποτα, μόνο κοιτούσε το παλικάρι, που ανέβαινε τη σκάλα αδιαφορώντας για την κάνη που τον σημάδευε, αδιαφορώντας για το θάνατο, αρκεί να έμενε όρθιος μέχρι την ύστατη στιγμή.

Ο Καμπανέλλης δεν μιλούσε ποτέ για την εμπειρία τού στρατοπέδου συγκέντρωσης. Την κατέγραψε στο βιβλίο του “Μαουτχάουζεν” και στα τέσσερα ποιήματα “Άσμα Ασμάτων”, “Άμα τελειώσει ο πόλεμος”, “Ο Αντώνης”, “Ο δραπέτης” που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης και τραγούδησε η Μαρία Φαραντούρη.

Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσοι κρατούμενοι πέρασαν από το Μαουτχάουζεν. Στις 5 Μάη του 1945 όταν το αμερικάνικο τανκ έλιωσε την πύλη του κάτω από τις ερπύστριες ξεπρόβαλαν 30000 ζωντανοί σκελετοί. Υπολογίζεται ότι κάθε ημέρα πέθαιναν από διάφορες αιτίες περίπου 200 άτομα, ενώ μόνο κατά την περίοδο από τον χειμώνα του 1944 μέχρι την απελευθέρωση του στρατοπέδου βρήκαν εκεί τον θάνατο 45.000 άτομα. Ο διοικητής του Μαουτχάουζεν Franz Ziereis δεν δικάσθηκε, καθώς σκοτώθηκε στις 24 Μαΐου 1945 από πυροβόλο όπλο. Λίγο πριν πεθάνει ομολόγησε ότι είχε δώσει για δώρο γενεθλίων στο 12χρονο γιο του 50 εβραίους για σκοποβολή.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.