Καπιταλιστικές κρίσεις: ιστορικές συγκρίσεις και προοπτικές

του Βασίλη Μορέλλα

89 χρόνια από τη «µαύρη Τρίτη» του 1929 και 10 χρόνια από τη «µαύρη ∆ευτέρα» του 2008

Η πτώχευση της µεγάλης επενδυτικής τράπεζας Lehman Brothers στις 15 και η σοβαρή πτώση του χρηµατιστηρίου στις 29 Σεπτέµβρη 2008, έδωσαν το διεθνές έναυσµα σε µια Κρίση που είχε επωαστεί στην αµερικανική αγορά στέγης µήνες νωρίτερα. Η επέτειος προηγείται κατά έναν ακριβώς µήνα της επετείου της «Μαύρης Τρίτης», που εισήγαγε την Κρίση του 1929. Έτσι, αυτόν το µήνα δόθηκε η ευκαιρία για διάφορες ανασκοπήσεις της Κρίσης, συγκρίσεις µε το 1929 και προβλέψεις για την εξέλιξη των πραγµάτων σήµερα. Αυτό θα αποπειραθούµε κι εµείς.

«Μαύρη Τρίτη»

Στις 29/10/1929 το αµερικανικό χρηµατιστήριο ξεκινούσε µια βουτιά που θα του κόστιζε τη µισή αξία του σε δεκαπέντε µέρες και το 90% ως το 1932. Παρόµοια διεθνή συµβάντα είχαν προϊδεάσει βδοµάδες πριν τη «Μαύρη Τρίτη», που άλλωστε ήταν απλώς το αποτέλεσµα µιας φούσκας υπερδανεισµού και επενδύσεων στο χρηµατοπιστωτικό τοµέα, µε τη σειρά τους σύµπτωµα της υπερσυσσώρευσης που είχε εµφανιστεί το προηγούµενο διάστηµα διεθνώς. Στη δεύτερη οικονοµία του κόσµου, τη Γερµανία, µε την ολοκλήρωση της ανοικοδόµησής της από το 1928, στο Βέλγιο και την Αγγλία από την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1929, τα κεφάλαια δεν έβρισκαν κερδοφόρα διέξοδο στην πραγµατική οικονοµία και η ανεργία µεγάλωνε. Οι ίδιες οι ΗΠΑ είχαν µια προσωρινή µικρή ύφεση το 1927. Στη βιοµηχανία, το ποσοστό κέρδους είχε πέσει 40% από το 1880 µε µικρή ανάκαµψη τη δεκαετία του ’20, έχοντας ρίξει τους µισθούς. Γενικά, η κατανάλωση αυξανόταν πολύ πιο αργά από την παραγωγή και τις νέες επενδύσεις. Το 1929 εκδηλώθηκε τελικά η µεγαλύτερη καπιταλιστική κρίση ως σήµερα.

Στις ΗΠΑ, µέσα στην πρώτη χρονιά, η βιοµηχανική παραγωγή έπεσε 20% και η ανεργία ανέβηκε στο 16%. Μέχρι το 1932 το ΑΕΠ και η βιοµηχανική παραγωγή θα έπεφταν στο µισό (παγκόσµια κατά ένα τρίτο σε σχέση µε το 1928), οι επενδύσεις στο 1/16, τα επιχειρηµατικά κέρδη από 10 σε 1 δισ. (σε τρέχουσες τιµές της εποχής εκείνης), οι µισθοί κατά 40%, η ανεργία θα εξαπλασιαζόταν αδράχνοντας σχεδόν το ένα τρίτο του εργατικού δυναµικού, ενώ τουλάχιστον 2 εκατοµµύρια θα έµεναν άστεγοι. Υπήρχαν εκατοµµύρια τόνοι τροφής, όµως η µεταφορά τους δεν ήταν συµφέρουσα· οι αποθήκες ήταν γεµάτες ρουχισµό και πολλά σπίτια έµεναν κενά, αλλά ο κόσµος δεν είχε χρήµατα για να αγοράσει. Έτσι σχηµατίστηκαν οι παραγκουπόλεις µε το παρατσούκλι «Χωριά του προέδρου Χούβερ». Μια ανάπαυλα το φθινόπωρο ’32 κράτησε λίγο. Το αµερικανικό κράτος προτίµησε να ανεβάσει τα επιτόκια για να προστατεύσει το δολάριο, παρά να δώσει φτηνό χρήµα στις επιχειρήσεις, πράγµα που επέσπευσε µια νέα πτώση στις αρχές του ’33. Μεταξύ 1930-33 ο τραπεζικός τοµέας χρεοκόπησε σε τέσσερα κύµατα και χιλιάδες τράπεζες έκλεισαν. ∆ιεθνώς, η Κρίση έφερε τον προστατευτισµό: οι άνοδος των δασµών έριξε το εµπόριο κατά το ένα τρίτο, οι πολεµικές προετοιµασίες εντάθηκαν.

Από άποψη οικονοµικού σοκ, η Κρίση του 1929 ήταν για τη ∆ύση περίπου ό,τι ήταν για την Ελλάδα αυτή του 2009: κράτησε πολλά χρόνια κι είχε βαθιές συνέπειες, ειδικά για τις ΗΠΑ και τη Γερµανία. Ωστόσο, η Κρίση του 2008 χτύπησε κυρίως τον ευρωπαϊκό Νότο και δη την Ελλάδα. ∆εν ήταν το ίδιο επώδυνη για τις ΗΠΑ και τον κόσµο: στις ΗΠΑ κράτησε ως το 2010, οπότε η ανεργία είχε «µόνο» διπλασιαστεί.

«Μαύρη ∆ευτέρα»

Στις 29/9/2008 ο Dow Jones έχασε 7% σε µια µέρα. Ως το Μάρτη του 2009 θα είχε χάσει τη µισή αξία από το αποκορύφωµα πριν την Κρίση (10/2007). Μέσα στην επόµενη χρονιά, στις ΗΠΑ, θα έφταναν να χάνονται κάθε µήνα ως και ένα εκατοµµύριο θέσεις εργασίας και να γίνονται 360.000 εξώσεις. Χάθηκε περίπου το 20% των συνολικών εταιρικών κερδών, η ανεργία έφτασε τα 15 εκατοµµύρια (10%, από 5% το 2008) και µεταξύ 2008-2011 έγιναν πάνω από 4 εκατοµµύρια εξώσεις (που συνεχίστηκαν µε µικρότερους ρυθµούς). Ήταν η τρίτη ισχυρότερη κρίση στην ιστορία, µετά από εκείνες του 1929 και του 1873. Είχε ξεκινήσει από το σκάσιµο της «φούσκας» των ακινήτων που παρέσυρε τις τράπεζες και µετά όλη την οικονοµία.

Όπως κάθε κρίση, θα έβρισκε τη λύση της µέσα από την καταστροφή των µη ανταγωνιστικών κεφαλαίων. Εν προκειµένω µέσα από τις πτωχεύσεις µεγάλων επιχειρήσεων που ενσωµατώθηκαν από ακόµη µεγαλύτερους ανταγωνιστές τους, ειδικά στον τραπεζικό τοµέα. Η JP Morgan Chase «διέσωσε» την Bear Stearns, η Goldman Sachs κατάπιε την Lehman, η Bank of America εξαγόρασε την Merrill Lynch. Όχι όµως µε δικά τους χρήµατα! Οι Αµερικανοί πολιτικοί αποφάσισαν (µε το αζηµίωτο) να πληρώσουν οι φορολογούµενοι (όπως οι Έλληνες φορολογούµενοι πλήρωσαν τις κεφαλαιοποιήσεις των ελληνικών τραπεζών). Από τις κυβερνήσεις Μπους και Οµπάµα δόθηκε επιδότηση 1,1 τρισ. $ στις τράπεζες το 2008-09· και άλλα 1,7 τρισ. ως το 2011 µε µορφή φοροαπαλλαγών στο κεφάλαιο. Αντίθετα, µόνο 75 δισ. δόθηκαν (σαν υπόσχεση) στις υπό έξωση οικογένειες. Η Κεντρική Τράπεζα, η FED, έδωσε 2,5 τρισ. $ για να αγοράσει τραπεζικό ενεργητικό που δεν άξιζε σχεδόν τίποτα. Ως το 2016, όλη η «ποσοτική χαλάρωση», δηλαδή τα άτοκα δάνεια από το κράτος προς τις τράπεζες µαζί µε την αγορά τραπεζικών µετοχών, έφτασε στα 6 τρισ. Επειδή η… γενναιοδωρία αύξανε το δηµόσιο χρέος, η «λιτότητα» ήταν απαραίτητο αντιστάθµισµα. Π.χ. ο Οµπάµα, το 2011, επέβαλε περικοπές ύψους ενός τρισ. στο κοινωνικό κράτος. Αυτές οι «χαλαρές» µε το κεφάλαιο πολιτικές, όσο «σκληρές» και αν ήταν µε τους εργαζόµενους, βοήθησαν να αυξηθεί το δηµόσιο χρέος των ΗΠΑ από 5 τρισ. το 2008 σε 16 τρισ. σήµερα! Παρόµοια πράγµατα έγιναν στην ΕΕ, που µεταξύ 2008-2010 ενέκρινε 4,3 τρισ. ευρώ ενισχύσεων στη διάθεση 215 τραπεζών, εκ των οποίων επανακτήθηκαν τελικά 1,2 τρισ.

Η ίδια εµβαλωµατική λύση

Η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους στην πραγµατική οικονοµία είναι το µόνο πειστικό ερµηνευτικό εργαλείο των κρίσεων. Μερίδα αστών οικονοµολόγων διατείνεται ότι η Κρίση είχε προκληθεί από την έλλειψη ελέγχων στο τραπεζικό σύστηµα, δηλαδή την υπερβολική διόγκωση της πίστωσης. Μα χωρίς αυτήν την υπερβολική διόγκωση των δανείων, η Κρίση θα είχε έρθει νωρίτερα. Για την ακρίβεια, µε το δανεισµό και τη νεοφιλελεύθερη «λιτότητα» (µε ∆ΝΤ ή χωρίς) είχαν ξεπεραστεί οι προηγούµενες υφέσεις, µετά τη δεκαετία του 1970. Κλοτσώντας συνεχώς το τενεκεδάκι λίγο παραπέρα κι ενώ οι αγορές στένευαν, τόσο από την ανάδειξη πολλών διεθνών ανταγωνιστών όσο και από την πίεση στους µισθούς, το 2008 µετατράπηκε στη µεγαλύτερη κρίση από το 1929. Εξάλλου, η ίδια η Κρίση του 2008 µε δανεισµό και λιτότητα αντιµετωπίστηκε. Για τη λιτότητα, πέρα από την Ελλάδα που είναι η χειρότερη περίπτωση, ας δει κανείς και τις ΗΠΑ. Όπου οι µισθοί των εργατών εξακολουθούν να πέφτουν για να µειωθεί η επίσηµη ανεργία, τα νοικοκυριά τα βγάζουν πέρα αυξάνοντας τα χρέη τους για να σπουδάσουν ή να νοσηλευτούν και το προσδόκιµο ζωής πέφτει συνεχώς από το 2014, πράγµα πρωτοφανές από το 1963.

Όσο για το τραπεζικό σύστηµα, αυτό δεν… «ρυθµίστηκε», παρά µόνο σε κάποιες πολιτικές οµιλίες. Το 2016 η αγορά παραγώγων (των πιστωτικών «προϊόντων» που ήταν φτιαγµένα έτσι ώστε όλοι να υπερτιµούν την πραγµατική τους αξία και µεγέθυναν τη φούσκα) ήταν 52% πιο διογκωµένη απ’ ό,τι το 2007! Μόνο τα φοιτητικά δάνεια συνιστούν 1,5 τρισ. χρέους, όπου κάθε χρόνο προστίθενται πάνω από 100 δισ. Η όποια αναιµική ανάπτυξη βασίζεται στο δανεισµό, όχι σε νέες πάγιες επενδύσεις. Για παράδειγµα, το 2015-16 οι τιµές σε βιοµηχανία, γεωργία και κατασκευές απειλήθηκαν µε κατάρρευση λόγω πτώσης της ζήτησης, από τις προσπάθειες ΗΠΑ-Κίνας-ΕΕ να νοικοκυρέψουν τα ανοίγµατά τους και να περιορίσουν την πληµµυρίδα τσάµπα χρήµατος που πρόσφεραν ως τότε. Αναγκάστηκαν να ξανανοίξουν τη δανειακή στρόφιγγα άρον-άρον: η FED ανέβαλε την άνοδο των επιτοκίων της, το ΚΚΚ εκτόξευσε δαπάνες και δάνεια σε επιχειρήσεις και τοπικές κυβερνήσεις (πιο ψηλά κι απ’ το 2009) και η ΕΕ ενέτεινε την «ποσοτική χαλάρωση» (3/2016) για να µην ξαναπέσει συνολικά σε ύφεση. Έτσι το παγκόσµιο χρέος βρέθηκε το 2017 σε 237 τρισ. δολάρια, από 167 το 2007 και 84 το 1999 (εκτίµηση IIF).

Η αύξηση κατά κανόνα συνίσταται σε αύξηση του δηµόσιου χρέους και του χρέους των νοικοκυριών, αλλά κυρίως του χρέους των επιχειρήσεων! Ο δανεισµός φτάνει σε τρίτους καπιταλιστές εντός κι εκτός συνόρων και σε νέες χρηµατιστηριακές φούσκες. Παρεµπιπτόντως, κατ’ αυτόν τον τρόπο εξακολουθούν να επιβιώνουν εταιρείες «ζόµπι», που χωρίς κρατική ενίσχυση θα είχαν πτωχεύσει προ πολλού.

Γιατί δεν πηγαίνουν αυτοί οι πόροι σε παραγωγικές επενδύσεις; Για τους καπιταλιστές, ο λόγος που ψάχνουν τα κέρδη στη σπέκουλα και το δανεισµό, είναι ότι δεν τα βρίσκουν στην παραγωγή. Σε αυτό συνεισφέρει και η πεσµένη λόγω λιτότητας κατανάλωση (εργαζοµένων και δηµοσίου). Τα περισσότερα από τα εµφανιζόµενα κέρδη (στις ΗΠΑ ανέβηκαν περίπου στα 2 τρισ.) δεν αφορούν καν την παραγωγή. Κατά την Zion Research, από τις φοροαπαλλαγές του Τραµπ προέρχεται το… 49% των κερδών των 500 µεγαλύτερων αµερικανικών επιχειρήσεων! Εν τω µεταξύ, το ποσοστό κέρδους των παραγωγικών τοµέων µένει στα χαµηλά προ κρίσης επίπεδα και πέφτει µετά το 2013! Αφετέρου, τα όποια κέρδη δεν κατευθύνονται σε παραγωγικές επενδύσεις: κάθε χρόνο από το 2010, πάνω από 1 τρισ. ενθυλακώνουν οι µέτοχοι µέσω επαναγοράς των µετοχών τους από τις εταιρείες που διοικούν ή µέσω διανοµής µερισµάτων.

 

Προοπτική

Το διεθνές περιβάλλον βρίθει λοιπόν κακών οιωνών. Η ατµοµηχανή της κινεζικής ανάπτυξης σταθεροποιείται σε χαµηλά επίπεδα (6%)· οι επενδύσεις παραγωγικού κεφαλαίου στην Ιαπωνία είναι µηδενικές από το 2009 και µειωµένες στο µισό για ΕΕ και ΗΠΑ· πολλές µεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες παραµένουν χωρίς κεφαλαιακή επάρκεια και µε πολλά κόκκινα δάνεια (όπως δήλωσε και η Λαγκάρντ) · η άνοδος των αµερικανικών επιτοκίων προκαλεί πιστωτική ασφυξία σε επιχειρήσεις και χώρες (βλέπε Τουρκία, Αργεντινή, Βραζιλία, Ινδία κ.ά.). Η ασάφεια του Brexit, οι δασµολογικές αψιµαχίες ΗΠΑ-Κίνας, οι στρατιωτικές θέσεις που καταλαµβάνουν στην Αφρική και την Αν. Ασία…

Ακόµη και αστοί αναλυτές δηλώνουν ότι µια νέα κρίση είναι θέµα χρόνου. Χωρίς νέες αγορές και χωρίς εκτεταµένη καταστροφή των µη ανταγωνιστικών κεφαλαίων, επαναλαµβάνονται τα φαινόµενα που δηµιούργησαν εξαρχής την Κρίση, ενώ η βιοµηχανική κερδοφορία και οι νέες επενδύσεις µένουν χαµηλά, παρά τα φτηνά δανεικά και τις κρατικές χορηγίες. Ουσιαστικά, για να «επιλυθούν» µακροχρόνια οι αντιφάσεις που δηµιούργησαν το 2008, πρέπει η καταστροφή που βρήκε την Ελλάδα µετά το 2009 να επαναληφθεί και στις καπιταλιστικές µητροπόλεις. Αλλά όταν τα οικονοµικά µεγέθη µεγαλώνουν, τα κεφάλαια δεν πεθαίνουν ήσυχα. Επιστρατεύουν κράτη (βλέπε Ιταλία), ως και στρατούς για να τα προστατεύσουν. Εκτός από την κατακρεούργηση των εργαζοµένων, µεταφορικά ή κυριολεκτικά, η ιστορία έχει επίσης αφήσει να διαφανεί ότι υπάρχει και άλλη λύση για τις µεγάλες κρίσεις, πιο µόνιµη και δύσκολη, η επαναστατική.

Το κίνηµα τότε και τώρα

Όπως µε την Κρίση του 1929, έτσι και µε του 2008, οι «από πάνω» χτύπησαν τα κοινωνικά δικαιώµατα για να την αντιµετωπίσουν. Και στις δυο περιπτώσεις, η «συνταγή» είχε αποτέλεσµα όχι την επαναφορά στην ανάπτυξη αλλά τη στασιµότητα, τότε ως το 1935 και τώρα µέχρι… σήµερα.

Όµως οι δυο περίοδοι είχαν µια σηµαντική διαφορά. Η λιτότητα του 1929 άντεξε ως το 1934 (στις ΗΠΑ). Το 1929 αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ ένα απειλητικό εργατικό κίνηµα, µε ηγεσίες ενίοτε ρεφορµιστικές (σταλινικό ΚΚ) ενίοτε επαναστατικές (τροτσκιστές, αναρχοσυνδικαλιστές κ.ά.).

Το 1930 η βάση του ΚΚ οργάνωσε πανεθνικές διαδηλώσεις του µισού εκατοµµυρίου κατά της ανεργίας, που ήταν ακόµη στο 9%. Το 1931 ακυρώθηκαν 75.000 εξώσεις από το κίνηµα ανέργων στη Ν. Υόρκη. Το 1934 η αστυνοµική καταστολή άφησε δεκάδες νεκρούς στις φρουρές του 1.500.000 απεργών στη βιοµηχανία. Τα µέλη των συνδικάτων τετραπλασιάστηκαν και αυτά του ΚΚ έφτασαν µέσα σε 5-6 χρόνια τις 75.000 από 7.000. Όλα τα χρόνια συνεχίστηκαν οι µεγάλες κινητοποιήσεις, οι απεργίες που αψηφούσαν τις δικαστικές αποφάσεις και την ένοπλη εθνοφρουρά, οι λεηλασίες αποθηκών τροφίµων, τα κινήµατα αλληλοβοήθειας (αν και κατέρρευσαν το 1933 από τη µεγάλη ανεργία), η ίδρυση νέων συνδικάτων µε κοµµουνιστική επιρροή. Αυτό το κίνηµα επέβαλε στον Ρούσβελτ το New Deal και µια προσωρινή οικονοµική ανάκαµψη το 1935, κόντρα στις αρχικές του προθέσεις για «ισοσκελισµένο προϋπολογισµό», περιορισµό του ∆ηµοσίου και ενίσχυση του µεγάλου κεφαλαίου µέσα από την κρατική ρύθµιση του ανταγωνισµού. Έτσι, ήρθε ο πρώτος νόµος για µια έστω κουτσή κοινωνική ασφάλιση (δεν κάλυπτε τους ηλικιωµένους), τα δηµόσια έργα και οι κρατικές προσλήψεις για να µειωθεί η ανεργία, η ελάχιστη αµοιβή και η 40ωρη εργάσιµη βδοµάδα (µε σοβαρές εξαιρέσεις), η απαγόρευση της παιδικής εργασίας.

∆εν επρόκειτο για τρόπο επίλυσης της Κρίσης. Η ανεργία παρέµενε στο 1/7 του δυναµικού το 1937, ακόµη και αν η παραγωγή είχε ήδη αποκατασταθεί στα ύψη του 1929. Κατά την παροιµιώδη φράση του Ρούσβελτ προς τους φίλους επιχειρηµατίες: «χάνετε τα καπέλα σας [από εµένα] για να µην χάσετε τα κεφάλια σας [από τους εργάτες]». Μαζί µε το καρότο θα εφάρµοζε ταυτόχρονα έναν συνδικαλιστικό νόµο ενσωµάτωσης του κινήµατος, ενώ το σταλινικό ΚΚ (µε τη θεωρία του Λαϊκού Μετώπου) θα δεχόταν να υπονοµεύσει τις «ανεξέλεγκτες» απεργίες. Τα δικαιώµατα του New Deal ήταν απλό δάνειο χρόνου µέχρι να παρθούν πίσω από µια εργοδοτική αντεπίθεση. Αυτό έγινε το 1937, οπότε επέστρεψε η ύφεση, η ανεργία άρχισε να ξανανεβαίνει και στην Πενσυλβάνια επιβλήθηκε αιµατηρός στρατιωτικός νόµος από τον ∆ηµοκρατικό κυβερνήτη.

Αντίστοιχοι χειρισµοί έγιναν και στο ανερχόµενο γαλλικό κίνηµα που είχε φτάσει σε προεπαναστατική κατάσταση από το ’34. Η λύση δεν έγκειτο απλά στην κεϊνσιανή «τόνωση της ζήτησης» εντός του καπιταλιστικού πλαισίου. Η «τόνωση της ζήτησης» υπέρ των εργαζοµένων, για να µη σαµποταριστεί ή αναιρεθεί από την κατέχουσα τάξη, προϋποθέτει την ανατροπή τους. Η Κρίση του 1929 ξεπεράστηκε οριστικά µόνο µε τα εκατοµµύρια καλοπληρωµένων δουλειών στην πολεµική παραγωγή από το 1939. Ο Β’ Παγκόσµιος αποδυνάµωσε το εργατικό κίνηµα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι ελιγµοί του Ρούσβελτ…

Σήµερα, το εργατικό κίνηµα δεν αποδείχθηκε τόσο ισχυρό ώστε να επιβάλει τέτοιες, έστω παροδικές, νίκες. Oύτε καν στην πλέον ταλαιπωρηµένη χώρα, την Ελλάδα. Φαινόµενο που έχει ποικίλες αντανακλάσεις, από το κατά πόσο το κεφάλαιο δεν έχει τόση ανάγκη ένα ισχυρό φασιστικό κίνηµα, µέχρι το πόσο λυµένα έχει τα χέρια για να µας βυθίσει σε νέο κύµα «λιτότητας» στην επόµενη κρισιακή υποτροπή. Σε κάθε περίπτωση, παρελθόν και παρόν βοούν: αυτό πρέπει να αλλάξει γρήγορα.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*