Η υποκατάσταση του μαρξισμού από τις «νέες κριτικές θεωρίες» και η Αριστερά

Γιατί τώρα είναι η ώρα να βαδίζουµε ξεχωριστά και να χτυπάµε µαζί

Του Ηλία Ιωακείμογλου

Στη δεκαετία του 1980, η κυβερνώσα Αριστερά στην Ευρώπη (Γαλλία, Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία) έκανε σειρά αποτυχηµένων προσπαθειών να βρει µια πορεία προς τον σοσιαλισµό ή έστω προς ένα βιώσιµο καθεστώς σοσιαλδηµοκρατικής διαχείρισης του συστήµατος, που θα βελτίωνε τη θέση των υποτελών κοινωνικών τάξεων και ταυτοχρόνως θα επέτρεπε στον καπιταλισµό να αναπτύσσεται απρόσκοπτα. Στο δεύτερο µισό της δεκαετίας του 1980, είχε πλέον γίνει φανερό ότι οι προσπάθειες αυτές είχαν αποτύχει και ότι αυτό ήταν το τέλος της Αριστεράς όπως τη γνωρίζαµε µέχρι τότε, στη µορφή που είχε µέχρι τότε. Όταν µερικά χρόνια αργότερα επήλθε η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισµού, η ιστορική ήττα της Αριστεράς στη ∆ύση απέκτησε ακόµη πιο δραµατικά χαρακτηριστικά.

 

Στη συνέχεια, και µέχρι το 1995, εκδηλώθηκε η ιστορική παρακµή των κοµµουνιστικών κοµµάτων και των άλλων οργανώσεων της Αριστεράς και οι σκόρπιες δυνάµεις της αναζήτησαν καταφύγιο κάτω από την οµπρέλα των ανερχόµενων κοινωνικών κινηµάτων της δεκαετίας του 1990, όπου και παρέµειναν έως ότου ανασυνταχθούν στο εσωτερικό νέων πολιτικών κοµµάτων τύπου Σύριζα, Ποδέµος, προοδευτικά λατινοαµερικάνικα κόµµατα κ.ά.

 

Υποκατάσταση

Η πορεία αυτή φαίνεται ότι έχει κάνει πλέον τον κύκλο της ένα τέταρτο του αιώνα µετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισµού· µας αφήνει δε ως κληρονοµιά µια σειρά ποιοτικών αλλαγών στη θεωρητική αντίληψη της Αριστεράς, οι οποίες καθοδηγούν και τις αντίστοιχες πολιτικές πρακτικές. Νέες θεωρίες που θέτουν σε αµφισβήτηση πλευρές της υπάρχουσας κοινωνικής πραγµατικότητας αναδύθηκαν µετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου· από τον Ρανσιέρ και τον Μπαντιού έως τους Νέγκρι και Χαρντ, και από τον Αγκάµπεν έως τους Λακλάου και Μουφ, οι «νέες κριτικές θεωρίες» υποκατέστησαν βαθµιαία τον µαρξισµό ως ιδεολογία µαζών, δηλαδή ως ιδεολογία που καθοδηγούσε τις συλλογικές δράσεις των καταπιεσµένων, των κυριαρχούµενων κοινωνικών τάξεων και οµάδων και των πολιτικών οργανώσεών τους.

Για ιστορικούς λόγους, αυτή η υποκατάσταση του µαρξισµού από τις νέες κριτικές θεωρίες πραγµατοποιήθηκε σε µια µακρά πορεία δυόµισι δεκαετιών χωρίς συγκρούσεις και ανταγωνισµό µεταξύ των δύο θεωρητικών ρευµάτων, έτσι ώστε η µετάβαση από τον µαρξισµό στις νέες κριτικές θεωρίες ήταν µια σχεδόν ανεπαίσθητη πορεία αργόσυρτης διολίσθησης· τόσο αργόσυρτης και τόσο «βελούδινης», που παραµένει, ακόµη σήµερα, αδιαφανής στην πλειονότητα όσων την έζησαν, ακόµη και µεταξύ αυτών που επιµένουν να αναφέρονται (περισσότερο τελετουργικά πλέον, παρά ουσιαστικά) στη µαρξιστική θεωρία, και είναι δύσκολο να αναγνωρίσουν αυθορµήτως τη διολίσθηση από τον µαρξισµό στις νέες κριτικές θεωρίες σαν κάτι που όντως τους συνέβη, δηλαδή σαν µια ιστορική ιδεολογική µετατόπιση, της οποίας έγιναν φορείς.

Στο τελικό σηµείο αυτής της διολίσθησης, δηλαδή στην παρούσα ιστορική στιγµή, έχουν υποχωρήσει πλήρως οι σηµαντικότερες πολιτικές θέσεις του µαρξισµού έναντι των νέων κριτικών θεωριών της Αριστεράς· αυτό συνέβη, αλλού λίγο αλλού πολύ, ακόµη και στο ίδιο το εσωτερικό των πολιτικών οργανώσεων που ρητά αναφέρονται στον µαρξισµό.

 

Τεκτονικές µετατοπίσεις

Μπορούµε να συνοψίσουµε τη διολίσθηση από το ένα θεωρητικό υπόδειγµα (τον µαρξισµό) στο άλλο θεωρητικό υπόδειγµα (τις νέες κριτικές θεωρίες), σε τέσσερις «τεκτονικές» µετατοπίσεις:

Πρώτον, οι «νέες κριτικές θεωρίες» της Αριστεράς δεν χρησιµοποιούν την έννοια της οικονοµικής εκµετάλλευσης, που είναι ακρογωνιαίος λίθος της µαρξιστικής θεωρίας. Πρόκειται για έννοια που έχει εξαφανιστεί, όχι µόνο από τα θεωρητικά κείµενα αλλά και από την καθηµερινή πρακτική των οργανωµένων δυνάµεων της Αριστεράς. Όσο και αν την αναζητήσουµε στα πολιτικά κείµενα της σύγχρονης Αριστεράς, στις εφηµερίδες της και τους διαδικτυακούς της τόπους, στις δηµόσιες εκδηλώσεις και στα επίσηµα κείµενά της, η έννοια της εκµετάλλευσης απουσιάζει. Έχει δε αντικατασταθεί µε έννοιες που αναφέρονται είτε στα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώµατα είτε στην ηθική της αλληλεγγύης µεταξύ των ασθενέστερων.

Μοιραία, έχουν εξαφανιστεί από τον ορίζοντα των οργανώσεων της Αριστεράς ο χώρος της καπιταλιστικής παραγωγής και οι σχέσεις παραγωγής, δηλαδή οι σχέσεις που έχουν µέσα στην παραγωγή οι εργαζόµενοι µεταξύ τους και µε την ιεραρχία, οι σχέσεις τους µε τα εργαλεία ή τα µηχανήµατα της δουλειάς τους, ο έλεγχος που έχουν ή δεν έχουν επάνω σε αυτά, ο τρόπος µε τον οποίο είναι οργανωµένη η παραγωγή ώστε να υποτάσσεται η εργασία στο κεφάλαιο, ο δεσποτισµός της εργοδοσίας και οι µορφές που αυτός παίρνει, και άλλα. Εάν η οικονοµική εκµετάλλευση είναι µια µορφή καταπίεσης ανάµεσα σε άλλες τριάντα, πόσο αξίζει να ασχοληθούµε µε τις σχέσεις παραγωγής; Πολύ λίγο· και τελικά καθόλου. Χωρίς να το διατυµπανίζει, αυτή είναι η απάντηση που δίνει η σηµερινή Αριστερά στο ζήτηµα της καπιταλιστικής εκµετάλλευσης επειδή τελεί υπό την ηγεµονία των «νέων κριτικών θεωριών». Ως συνέπεια, δεν τίθεται κανένα ζήτηµα για τις «νέες κριτικές θεωρίες», και τη σηµερινή Αριστερά που καθοδηγείται από αυτές, να παραβιάσουµε τον ιερό χώρο της παραγωγής που γράφει στις πύλες του «απαγορεύεται η είσοδος στους µη έχοντες εργασία».

∆εύτερον, αφού η έννοια της οικονοµικής εκµετάλλευσης έχει περιπέσει σε αχρηστία, ο ανταγωνισµός της εργασίας µε το κεφάλαιο δεν έχει περισσότερη σηµασία από ό,τι οι άλλες αντιθέσεις που αναφέρονται στις άλλες καταπιεσµένες κοινωνικές οµάδες, στους αποκλεισµένους, τους περιθωριακούς, τους φτωχούς, τους πρόσφυγες, τους φυλακισµένους, τις µειονότητες, τους lgbtq κ.λπ. Με άλλα λόγια, ο ανταγωνισµός της εργασίας µε το κεφάλαιο, σύµφωνα µε τις νέες κριτικές θεωρίες, δεν κατέχει κεντρική θέση στη συγκρότηση της κοινωνίας ούτε στους κοινωνικούς αγώνες.

Τρίτον, εάν ο ανταγωνισµός της εργασίας µε το κεφάλαιο δεν κατέχει πλέον κεντρική θέση στην κοινωνία, δηλαδή δεν αποτελεί το φόντο πάνω στο οποίο αναπτύσσονται οι άλλες κοινωνικές αντιθέσεις όπως ισχυρίζεται η µαρξιστική θεωρία, τότε οι εργαζόµενες τάξεις ή αν θέλετε το προλεταριάτο, δεν αποτελούν το κύριο υποκείµενο της κοινωνικής αλλαγής, αλλά ένα υποκείµενο αντίστασης και αγώνα ενάντια στην καταπίεση µεταξύ πολλών άλλων κοινωνικών οµάδων που αγωνίζονται για τα δικαιώµατά τους.

Τέταρτον, συνεπάγεται από τα παραπάνω ότι εφόσον τα υποκείµενα της αλλαγής είναι πολλά και ίσης σηµασίας και αγωνίζονται σε διάφορες βαθµίδες της κοινωνίας, δεν υπάρχει ζήτηµα διεκδίκησης της κεντρικής εξουσίας αλλά ανάπτυξης αντιστάσεων σε πολλές άλλες βαθµίδες της κοινωνίας. Αυτή η αντίληψη είναι κυρίαρχη στο σύνολο της σηµερινής Αριστεράς, αν και όχι πάντα διακηρυγµένη, µερικές δε φορές κρυµµένη πίσω από παλιά φετίχ· αυτό εξηγεί την αδιαφορία που επιδεικνύει η σηµερινή Αριστερά έναντι της λενινιστικής αντίληψης ότι η οργάνωση των δυνάµεών µας, η οργάνωση των υποτελών κοινωνικών τάξεων και οµάδων, οφείλει να αποσκοπεί στον µετασχηµατισµό τους σε σχηµατισµούς µάχης που διαθέτουν στρατηγικό σχέδιο ενόψει των ταξικών συγκρούσεων µε τις δυνάµεις της αστικής τάξης και των συµµάχων της (δηλαδή µε τον ταξικό συνασπισµό εξουσίας). Μοιραία, η οργανωτική µορφή που προκρίνουν οι νέες κριτικές θεωρίες της Αριστεράς είναι το “µπουλούκι” που διαδηλώνει (κατεβαίνει δε και στις εκλογές). Ο δε ισχυρισµός ότι οι θεωρίες αυτές ηγεµονεύουν σήµερα σιωπηλά, ακόµη και στο εσωτερικό των οργανώσεων που δηλώνουν ρητά µαρξιστικές ή λενινιστικές, αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οργανώνουν και αυτές οι οργανώσεις τη δράση τους µε βάση αυτό το πρότυπο του ασύντακτου ή χαλαρά οργανωµένου πλήθους που διαµαρτύρεται διαδηλώνοντας, και στο τέλος της ηµέρας παρουσιάζεται και στις κοινοβουλευτικές εκλογές.

 

Τα Κίτρινα Γιλέκα

Σε αυτό το νέο ιδεολογικό υπόδειγµα, στο οποίο ο µαρξισµός δεν έχει πλέον καµία θέση, ανήκει και το κίνηµα των Κίτρινων Γιλέκων (χωρίς τον κοινοβουλευτισµό όµως) το οποίο, παρά τις ελπίδες και τον ενθουσιασµό που προκαλεί σε όλους µας µε τη δράση του, είναι αξιοσηµείωτο ότι δεν ασκεί καµία κριτική στα αφεντικά, αλλά µόνο στην πολιτική εξουσία· όχι για τον ταξικό της χαρακτήρα, αλλά για την ανικανότητά της να αποδίδει κοινωνική δικαιοσύνη· για αυτόν τον λόγο τα Κίτρινα Γιλέκα δεν υψώνουν την κόκκινη σηµαία της κοµµουνιστικής παράδοσης, αλλά την τρίχρωµη σηµαία της γαλλικής επανάστασης. Τα Κίτρινα Γιλέκα είναι το πρώτο µαζικό συγκρουσιακό κίνηµα της νεοφιλελεύθερης Ευρώπης που δεν βρίσκεται υπό την ηγεµονία της µαρξιστικής ιδεολογίας (ή της αναρχικής ιδεολογίας), αλλά καθοδηγείται πλήρως και ξεκάθαρα από µαζικές ιδεολογίες που αντιστοιχούν στις νέες κριτικές θεωρίες: µια µερίδα εργαζοµένων δρα δυναµικά και συγκρούεται µε το καθεστώς, πλην όµως απλώς ως οµάδα διαµαρτυρίας που αγωνίζεται στο όνοµα δικαιωµάτων, χωρίς στρατηγική αντίληψη (εποµένως και χωρίς οργανωτική συγκρότηση) και χωρίς αντικαπιταλιστικό περιεχόµενο.

Στο ίδιο αναλυτικό πλαίσιο µπορούµε να δούµε και την περίπτωση του κυβερνητικού Συριζαϊσµού: πρόκειται για πολιτική που ασκείται από στελέχη και στηρίζεται από ψηφοφόρους, οι οποίοι δεν αναφέρονται στις κοινωνικές τάξεις, στις εργαζόµενες τάξεις και τον κοινωνικό σχηµατισµό εξουσίας, στην αστική τάξη και τις κοινωνικές της συµµαχίες, ούτε βέβαια στη ριζική αντίθεσή τους, ούτε έχουν βιώµατα σχετικά µε την πραγµατικότητα αυτή, αλλά αντιλαµβάνονται πολύ καλά τα ζητήµατα ισότητας, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωµάτων και τα παρόµοια, που είναι ζητήµατα µε τα οποία ακόµη και ένας εύπορος µικροαστός µπορεί να έχει βιωµατική σχέση µέσω της καθηµερινής του εµπειρίας.

Γίνεται φανερό από αυτές τις διαπιστώσεις ότι οι αντικαπιταλιστικές δυνάµεις που καθοδηγούνται ή θέλουν να έχουν τη µαρξιστική θεωρία ως οδηγό για τη δράση τους πρέπει τώρα να συγκροτήσουν αυτόνοµες πολιτικές οργανώσεις και να απαλλαγούν από την ηγεµονία των «νέων κριτικών θεωριών», όπως την περιγράψαµε παραπάνω. Όχι από αγάπη για τον σεχταρισµό, αλλά επειδή οι νέες κριτικές θεωρίες και ο «δικαιωµατισµός», που ηγεµονεύουν επί των οργανώσεων της σηµερινής Αριστεράς, µαταιώνουν κρίσιµες θέσεις και πρακτικές της µαρξιστικής µας παράδοσης. Για µία ακόµη φορά, τώρα είναι η ώρα να βαδίζουµε ξεχωριστά και να χτυπάµε µαζί.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*