Η κρίση και κατάρρευση της ISO (Διεθνιστικής Σοσιαλιστικής Οργάνωσης) στις ΗΠΑ

Ένα ακόμη «επεισόδιο» κρίσης της επαναστατικής αριστεράς διεθνώς – Αναγκαία η σε βάθος συζήτηση για τα αίτια

Των Αλέξη Λιοσάτου – Πάνου Κοσμά

Tο τελευταίο διάστημα είχαμε καταιγιστικές εξελίξεις στην ISO (International Socialist Organisation), τη μεγαλύτερη επαναστατική οργάνωση στις ΗΠΑ. Στο «θυελλώδες» συνέδριο του περασμένου Φλεβάρη αντικαταστάθηκε η ιστορική ηγεσία της οργάνωσης, ύστερα από σφοδρή εσωκομματική πάλη που σοβούσε τα τελευταία χρόνια. Η νέα ηγεσία (θα χρησιμοποιούμε κάπως απλουστευτικά τους όρους «παλιά ηγεσία» και «νέα ηγεσία» για την καλύτερη κατανόηση των γεγονότων, παρόλο που δεν είναι απόλυτος ο διαχωρισμός – για παράδειγμα, κάποια στελέχη «της παλιάς ηγεσίας» ανήκουν πλέον στη «νέα ηγεσία») αποφάσισε να δημοσιοποιήσει καταγγελία πρώην μέλους της για απόπειρα βιασμού το 2013 από μέλος της ηγετικής ομάδας που προέκυψε από το πρόσφατο Συνέδριο, που η παλιά Κεντρική Επιτροπή αποφάσισε να συγκαλύψει. Tα πράγματα εκτραχύνθηκαν τόσο, ώστε στα τέλη του Μαρτίου η οργάνωση ανακοίνωσε ότι αποφάσισε την αυτοδιάλυσή της. Δεν πρόκειται λοιπόν απλώς για ένα επεισόδιο κρίσης ή διάσπασης, αλλά για κατάρρευση και διάλυση.

Η κατηγορία για συγκάλυψη του βιασμού λειτούργησε σαν «πυροκροτητής» για τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια απέναντι στην παλιά ΚΕ, ωστόσο τα στοιχεία που προκύπτουν από κείμενα που γράφτηκαν δημόσια τον τελευταίο χρόνο από μέλη και πρώην μέλη της Οργάνωσης δείχνουν ότι αυτή η κατηγορία αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Είναι προφανές ότι «κάτι (πολύ) σάπιο υπήρχε στο βασίλειο της Δανιμαρκίας» ώστε να υπάρξει μια τόσο «θεαματική», άδοξη και ολοσχερής κατάρρευση.

 

Πολιτικές διαφωνίες

Επί αρκετά χρόνια υπόβοσκαν πολιτικές διαφωνίες στους κόλπους των στελεχών της Οργάνωσης σχετικά με την τακτική της στο νέο κίνημα. Οι διαφωνίες κλιμακώθηκαν μετά το 2016, όταν η ISO βρέθηκε αντιμέτωπη με μαζική ριζοσπαστικοποίηση τμήματος της κοινωνίας και άνοδο των κοινωνικών αγώνων, που συνδυάστηκαν με το «κίνημα του «Σάντερς» (ο ριζοσπάστης υποψήφιος ηγέτης των Δημοκρατικών που ηττήθηκε από την Χ. Κλίντον στις προεδρικές εκλογές του 2015 και τώρα επανέρχεται με νέα υποψηφιότητα στις εσωκομματικές εκλογές του Δ.Κ.).

Για να κατανοήσουμε την κρίση της ISO, πρέπει να αναφερθούμε στην οργάνωση DSA (Δημοκράτες Σοσιαλιστές Αμερικής), μια ρεφορμιστική οργάνωση που από τη μια μεριά δηλώνει σοσιαλιστική, αντικαπιταλιστική δύναμη που παλεύει ενάντια στο κεφάλαιο και υπέρ της εργατικής τάξης, από την άλλη όμως διατηρεί προνομιακές σχέσεις με το Δημοκρατικό Κόμμα. Οι DSA κατά καιρούς έχoυν στηρίξει Δημοκρατικούς υποψηφίους (στάση που θυμίζει σε αρκετά σημεία την «ιδιαίτερη» σχέση που είχε παλιότερα ο ΣΥΝ με το ΠΑΣΟΚ) και διατρέχονται έντονα από φιλοδοξίες για τη μετατροπή του Δημοκρατικού Κόμματος σε φιλολαϊκό κόμμα «αλώνοντάς το από μέσα».

Την τελευταία 3ετία οι DSA είδαν τα 5.000 μέλη τους να γίνονται 60.000 κι έχουν αναδείξει ήδη πάνω από 100 εκλεγμένους βουλευτές και πολιτειακούς συμβούλους. Οι τελευταίοι δηλώνουν ανοιχτά σοσιαλιστές (λέξη περίπου απαγορευμένη και σίγουρα απολύτως απαξιωμένη στις ΗΠΑ, που σήμερα όμως αποκτά δημοτικότητα ρεκόρ), η εκλογή τους ωστόσο γίνεται χρησιμοποιώντας τον εκλογικό μηχανισμό των Δημοκρατικών, ενός αστικού κόμματος-βασικού πυλώνα της επίθεσης του αμερικανικού καπιταλισμού και ιμπεριαλιασμού στην αμερικανική εργατική τάξη αλλά και στους υπόλοιπους λαούς του πλανήτη.

Σε γενικές γραμμές η «παλιά ηγεσία» της ISO υιοθετούσε κάθε ενιαιομετωπική δράση με τους DSA στο κίνημα αλλά απέρριπτε την εκλογική στήριξη των υποψηφίων τους στις λίστες του Δημοκρατικού Κόμματος. Για την παλιά ηγεσία διαχρονικό ζητούμενο ήταν η δημιουργία ενός «τρίτου πολιτικού πόλου» στα αριστερά των Δημοκρατικών και ο τρίτος πόλος γι’ αυτούς περνούσε μέσα από ανεξάρτητα εκλογικά κατεβάσματα Αριστεράς και κινηματικών συλλογικοτήτων. Τόνιζαν ότι αν τα κατάφερε μια φορά καλά ο Νέιντερ του «πράσινου-οικολογικού κινήματος» το 2000 (2,74%), σήμερα οι συνθήκες (κίνημα, ριζοσπαστικοποίηση, σχετική κρίση πολιτικής εμπιστοσύνης στα δυο μεγάλα κόμματα, η προκλητική παρουσία του Τραμπ που λειτουργεί συσπειρωτικά για την Αριστερά) είναι πολύ πιο ώριμες για την προσπάθεια οικοδόμησης ανεξάρτητου τρίτου πόλου, με δυνατότητα πολύ μεγαλύτερων επιτυχιών, ενός πόλου που θα προσπαθεί να απευθυνθεί κυρίως στον κόσμο του Σάντερς, αλλά στην κατεύθυνση απεγκλωβισμού του από το ψευτοδίλημμα «οι κακοί ή οι χειρότεροι» (Ρεπουμπλικανοί ή Δημοκρατικοί).

Η «νέα ηγεσία» από τη μεριά της υποστήριζε ότι πρέπει να υποστηριχτούν οι υποψήφιοι των DSA, για να καταφέρουν οι επαναστάτες σοσιαλιστές να συνδεθούν με ευρύτερα ακροατήρια και να ενισχύσουν την προοπτική στο μέλλον της ανεξαρτητοποίησης των DSA από τους Δημοκρατικούς (ή έστω μιας μαζικής αριστερής διάσπασης των DSA) που θα βοηθήσει στο χτίσιμο μαζικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και «τρίτου πόλου» στις ΗΠΑ. Επισήμαναν τον κίνδυνο σεχταρισμού και απομόνωσης από τη νέα ριζοσπαστικοποίηση, αλλά και τις ιδιαιτερότητες του αμερικανικού εκλογικού συστήματος που πολύ δύσκολα επιτρέπει την εκλογή ανεξάρτητων από τα δυο μεγάλα κόμματα υποψηφίων. Η «παλιά ηγεσία» αντέτεινε ότι μέσω της στήριξης των υποψηφίων των DSA με τους Δημοκρατικούς η Αριστερά εγκλωβίζει τον κόσμο στους Δημοκρατικούς.

Η επιχειρηματολογία της «νέας ηγεσίας» μας φαίνεται φτωχή και ρηχή. Εξάλλου (θα έπρεπε να) είναι γνωστή η ελληνική εμπειρία. Ο ΣΥΝ για πολλά χρόνια επέλεγε τη φιλική προς το ΠΑΣΟΚ αντιμετώπιση και συνεργαζόταν μαζί του σε διάφορα επίπεδα για να προσεγγίσει -υποτίθεται- τη βάση του ή για να «αλλάξει την κυβέρνηση/τους δήμους/τα συνδικάτα» με τους «αριστερούς» εκλεγμένους. Το αποτέλεσμα ήταν η ενίσχυση… του ΠΑΣΟΚ, ενώ ο ΣΥΝ βολόδερνε με ποσοστά στα όρια της εισόδου στην ελληνική Βουλή. Έπρεπε να προηγηθεί η αριστερή στροφή του ΣΥΝ, η απόρριψη της Κεντροαριστεράς και της συμπολίτευσης, η επιλογή του «τρίτου πόλου» και η άνοδος του εργατικού και νεολαιίστικου κινήματος, για να μπορέσει η ελληνική εκδοχή του «τρίτου πόλου», ως ΣΥΡΙΖΑ πλέον, να φτάσει στην αξιωματική αντιπολίτευση το 2012, οδηγώντας το ΠΑΣΟΚ στην κατάρρευση. Αν οι DSA επέλεγαν τέτοια στρατηγική «τρίτου πόλου», αφενός θα γλίτωναν τη συστημική ρετσινιά των Δημοκρατικών και αφετέρου θα είχαν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να «χτυπήσουν» τους Δημοκρατικούς και να δυναμώσουν το ρεύμα προς τα αριστερά, ενώ μια τέτοια επιλογή θα επέτρεπε περαιτέρω ενιαιομετωπικές διεργασίες, και υπό αυτές τις προϋποθέσεις η παλιά ηγεσία της ISO δηλώνει πως θα στήριζε τους υποψήφιους των DSA ως ανεξάρτητους υποψηφίους. Όταν λοιπόν το δίλημμα τίθεται με αυτούς τους όρους («ανεξαρτησία από το Δημοκρατικό Κόμμα/νεκροταφείο των κινημάτων και του αριστερού ριζοσπαστισμού ή όχι», η «παλιά ηγεσία» έχει προφανώς το δίκιο με το μέρος της.

Ωστόσο, η παλιά ηγεσία δεν απέφυγε στην εφαρμογή της τακτικής του ενιαίου μετώπου «κλασικά» λάθη πολλών οργανώσεων της επαναστατικής αριστεράς τις τελευταίες δεκαετίες. Τα λάθη αυτά διαμόρφωσαν πολιτικά τα μέλη της ISO με τέτοιον τρόπο, ώστε να «προετοιμαστεί» και διευκολυνθεί η τελική επικράτηση μιας δεξιότερης/διαλυτικής γραμμής. Ως συνήθως, επρόκειτο για συνδυασμό αριστερών και δεξιών λαθών. Στη δεξιά τους εκδοχή, αυτά τα λάθη άνοιξαν το δρόμο για δεξιότερες προσαρμογές από τη νέα ηγεσία. Στην «αριστερή» τους εκδοχή, συνέτειναν στο να εσωτερικευθεί όλη η πίεση του μαζικού αριστερού ριζοσπαστισμού και να στραφεί ενάντια στη γραμμή της ανεξαρτησίας από τους Δημοκρατικούς.

Από τη μια, λοιπόν, ήταν δηλωμένη η επιθυμία της «παλιάς ηγεσίας» για τη δημιουργία ενός «τρίτου πόλου» με βάση τους DSA και επικεφαλής κάποιον «νέο Νέιντερ», που θα έμπαινε εκλογική «σφήνα» ανάμεσα στα δύο αστικά κόμματα. Μπορεί αυτό να δοκιμαζόταν στην αρχή εκλογικά, με τη μορφή μιας χαλαρής εκλογικής σύμπραξης (εν είδει «χαλαρού ΣΥΡΙΖΑ» – εξάλλου και ο ΣΥΡΙΖΑ χαλαρό μέτωπο ήταν στην αρχή), αλλά αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε υβριδική μορφή νέου μετώπου/κόμματος, με την προδιαγεγραμμένη πορεία αντίστοιχων διεθνών παραδειγμάτων: εκκίνηση από θέσεις αριστερού/ριζοσπαστικού/κινηματικού ρεφορμισμού και διαρκής δεξιά διολίσθηση όσο τα ποσοστά αυξάνονταν και εδραιωνόταν κοινοβουλευτικά. Όταν μια οργάνωση της επαναστατικής αριστεράς ισχυρίζεται είτε ρητά είτε και έμμεσα ότι ένα τέτοιο πολιτικό εργαλείο έχει ανάγκη η τάξη, έχει ενεργοποιήσει ήδη μια διαδικασία εκφυλισμού της ίδιας: αν το κατάλληλο πολιτικό εργαλείο δεν είναι ένα κόμμα «τύπου Λένιν» αλλά ένα κόμμα «τύπου Τσίπρα ή Λούλα ή Νέιντερ», τότε το χτίσιμο επαναστατικής οργάνωσης (όπως η ISO) απαξιώνεται εξ ορισμού. Δεν αφορά μια ζωτική ιστορική ανάγκη, δεν αφορά αυτό που έχει ανάγκη η τάξη στο σήμερα, αλλά το «άλλοτε» ενός μακρινού μέλλοντος, ενώ στο σήμερα αφορά μόνο τα «κεκτημένα» και τη συνέχεια μιας μειοψηφικής ιστορικής παράδοσης, που υπ’ αυτούς τους όρους στα μάτια πολλών αγωνιστών/στριών μοιάζει με ακατανόητη επιμονή – από τη στιγμή που ένας αριστερός ρεφορμιστικός πολιτικός σχηματισμός είναι «κατάλληλο» πολιτικό εργαλείο στο σήμερα. Από τη μια, ήταν ολόσωστη η απαίτηση για ανεξαρτησία από το Δημοκρατικό κόμμα. Από την άλλη, στο βαθμό που αυτό μεταφραζόταν σε πολιτικό σχέδιο μιας χαλαρής εκλογικής συμμαχίας (σαν σημείο εκκίνησης) με χαρακτηριστικά ριζοσπαστικού ρεφορμισμού, ήταν λάθος. Ήταν το ίδιο λάθος -παρά όλες τις προφανείς και μεγάλες αμερικανικές ιδιαιτερότητες- με το λάθος της ΔΕΑ στην τακτική της στον ΣΥΡΙΖΑ. Δευτερευόντως, αλλά επίσης πολύ σημαντικό, αυτή η τακτική είχε μέσα της το σπέρμα της εκλογικίστικης αντίληψης: η οικοδόμηση ενός τέτοιου μαζικού πολιτικού σχηματισμού με αφετηρία ένα εκλογικό «ξεπέταγμα» που δεν θα αντιπροσώπευε πραγματικές σχέσεις με την τάξη.

Σε αντίθεση με την Ελλάδα, αυτή η γραμμή αποδείχτηκε (μέχρι τώρα, αλλά το «μέχρι τώρα» αφορά ούτε λίγο ούτε πολύ το σημείο διάλυσης της ISO…) όχι μόνο λαθεμένη αλλά και μη ρεαλιστική: οι τάσεις για «παιχνίδι» στα αριστερά του Δημοκρατικού Κόμματος και σε σχέση με αυτό, αποδείχτηκαν πολύ πιο ισχυρές και στην πράξη μη αντιμετωπίσιμες. To «φαινόμενο» που αντιπροσωπεύουν τα δεκάδες χιλιάδες και διαρκώς αυξανόμενα μέλη των DSA και οι εκατοντάδες χιλιάδες των ριζοσπαστών υποστηρικτών της υποψηφιότητας Σάντερς (στους οποίους περιλαμβάνεται η αφρόκρεμα της κινηματικής πρωτοπορίας) μάλλον υποτιμήθηκε από την παλιά ηγεσία και σε κάθε περίπτωση απαιτούσε έναν άλλο τύπο προσαρμογής της τακτικής του ενιαίου μετώπου. Καθώς αυτό δεν έγινε, η γραμμή της «παλιάς ηγεσίας» έχασε τις γέφυρες επικοινωνίας με τον κινηματικό ριζοσπαστισμό: όχι μόνο αποξενώθηκε απ’ αυτόν, αλλά και στράφηκε εναντίον της. Αντί να θυσιάσει τα πάντα στον -και μη ρεαλιστικό- στόχο της μετατροπής των DSA σε ανεξάρτητο, τρίτο πόλο του κινηματικού/αριστερού ρεφορμισμού, η «παλιά ηγεσία» θα μπορούσε να εκπονήσει μια άλλη τακτική κριτικής υποστήριξης κάποιων πραγματικά ριζοσπαστών κινηματικών υποψηφίων των DSA, επαναλαμβάνοντας δημόσια την κριτική της για τις αυταπάτες περί το Δημοκρατικό Κόμμα αλλά και για τις προγραμματικές ελλείψεις των ίδιων αυτών υποψηφίων. Αφού οι DSA προσλάμβαναν μαζικά χαρακτηριστικά και συσπείρωναν αγωνιστικό και πρωτοπόρο κινηματικό δυναμικό, θα μπορούσε να εκπονήσει προς αυτούς μια τακτική σαν αυτή που πρότεινε ο Λένιν στους Βρετανούς κομμουνιστές απέναντι στο Εργατικό Κόμμα: κριτική εκλογική υποστήριξη, λέγοντας δημόσια και καθαρά ότι ο δρόμος τους οδηγεί στην καταστροφή και ότι χρειαζόμαστε ένα άλλο πρόγραμμα, ένα άλλο κόμμα και έναν άλλο δρόμο. Όταν ο Λένιν παρότρυνε τους Βρετανούς κομμουνιστές να ψηφίσουν κριτικά το Εργατικό Κόμμα, το «αντιστάθμισμα» δεν ήταν κάποιοι «όροι» ούτε -πολύ περισσότερο- κάποια συνολικότερη πολιτική συμφωνία μαζί του, αλλά η δημόσια, ανοιχτή και χωρίς αυτολογοκρισία κριτική στο Εργατικό Κόμμα και η προβολή του συνολικού προγράμματος των Κομμουνιστών. Μια κριτική ψήφος σε κάποιους ριζοσπάστες σοσιαλιστές υποψηφίους των DSA θα ήταν «νόμιμη» στο πλαίσιο μιας τέτοιας τακτικής, με δημόσια κριτική για τις αυταπάτες για το Δημοκρατικό Κόμμα (Δ.Κ.), για τους περιορισμούς στον πολιτικό και προγραμματικό τους λόγο, για τον αντιδραστικό ρόλο των Δημοκρατικών, με κάλεσμα στους αγωνιστές να χτίσουν μια νέα επαναστατική Αριστερά για σύγκρουση με το κεφάλαιο, το κράτος και τα κόμματά του (Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς) κ.λπ.

Με την τακτική που ακολούθησε, η «παλιά ηγεσία» αφενός «νομιμοποίησε» τη δεξιότερη μετατόπιση της «νέας ηγεσίας» στη βάση του (ανέφικτου) στόχου για συγκρότηση τρίτου-ρεφορμιστικού πόλου και αφετέρου έστρεψε εναντίον της το μαζικό κινηματικό ριζοσπαστισμό. Τα «δίδυμα» αυτά αποτελέσματα της πολιτικής της, προετοίμασαν πολιτικά την κρίση και την κατάρρευση.

Όσο για τη νέα ηγεσία-πλειοψηφία της ISO, αυτή δυστυχώς φαίνεται ότι έβγαλε τα λάθος συμπεράσματα και στρίβει ολοταχώς δεξιά, κρίνοντας τόσο από την απόφαση αυτοδιάλυσης της ISO για να φτιαχτεί μια «καινούρια σοσιαλιστική (σ.σ. όχι επαναστατική) οργάνωση μαζί με άλλους» (που προϊδεάζει για προσπάθειες ανασύνθεσης με τους DSA και με άλλες αριστερές οργανώσεις, στα πρότυπα των «πλατιών αντικαπιταλιστικών συμμαχιών») και από τις γενικόλογες φανφάρες για τη διατήρηση μιας δικτύωσης των μελών της ISO «για να βοηθήσουμε στο χτίσιμο ενός επαναστατικού σοσιαλιστικού ρεύματος στο μέλλον» (Ρεύμα, όχι κόμμα; Πώς και σε ποιο μέλλον;) όσο και από ένα πρόσφατο άρθρο που υποστηρίζει «κριτικά» την αυτονομίστικη, διασπαστική και αντιμαρξιστική «θεωρία των ταυτοτήτων». Από την αρθρογραφία τους διαβλέπουμε δεξιόστροφες ανασυνθετικές λογικές και στροφή στον κινηματισμό, την αυτονομία, τον «κινηματικό ρεφορμισμό».

 

Η αλληλεξάρτηση πολιτικής γραμμής και οργανωτικού μοντέλου και η χρεοκοπία του μοντέλου της IST

Ωστόσο, οι πολιτικές διαφορές καθαυτές μεταξύ παλιάς και νέας ηγεσίας δεν αρκούν για να καταρρεύσει και να διαλυθεί μια Οργάνωση με αυτόν τον τρόπο. Ο πλούτος διαφορετικών απόψεων στο πλαίσιο του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού (ελευθερία-δημοκρατία στη συζήτηση, ενότητα στη δράση) μπορεί α) να διορθώνει τα λάθη στη «γραμμή» της οργάνωσης, όπου όλα τα μέλη συζητούν και εγκρίνουν τη μία ή την άλλη τακτική, τη δοκιμάζουν στην πράξη όλοι μαζί συλλογικά και μετά απολογίζουν τις κοινές τους εμπειρίες, όντας ικανοί από τα αποτελέσματα να διακρίνουν αν η μια τακτική πέτυχε (οπότε τα μέλη της άλλης άποψης πείθονται) ή η άλλη τακτική απέτυχε (οπότε μπορούν τα μέλη μέσα από την εμπειρία τους να πειστούν και να υιοθετήσουν τη διαφορετική άποψη της μειοψηφίας, που μπορεί να αποδειχθεί με τη σειρά της σωστή ή λάθος κ.ο.κ.) και β) να διατηρεί σε κάθε περίπτωση ένα συντροφικό κλίμα, σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ μελών-ηγεσίας και τελικά τη συνοχή της οργάνωσης.

Οι πολιτικές διαφωνίες όμως μπορούν κάλλιστα να οδηγήσουν στη διάλυση μιας βαθιά αντιδημοκρατικής, λειτουργικά σταλινικής οργάνωσης – παρά τις αναφορές της στον τροτσκισμό.

Εδώ βρισκόμαστε και πάλι μπροστά στα αδιέξοδα του οργανωτικού μοντέλου της IST, ενός μοντέλου που έδωσε πλείστα παραδείγματα αντιδημοκρατικής λειτουργίας και ιδιοκτησιακής αντίληψης της ηγεσίας, οδηγώντας σε κρίση τις περισσότερες οργανώσεις της, αλλά και τις οργανώσεις που διασπάστηκαν από την IST και ακολούθησαν το ίδιο μοντέλο παρά τους αρχικούς όρκους για το αντίθετο (ISO, ΔΕΑ κ.λπ.). Η κρίση της ISO επιβεβαίωσε κάποια συμπεράσματα. Ένας ακόμα σημαντικός κρίκος που φαίνεται να ενώνει την κρίση στις οργανώσεις αυτού του ρεύματος -πέρα από τα λάθη πολιτικής γραμμής και τακτικής- είναι και το οργανωτικό μοντέλο, αλλά και μια σοβαρή οικονομική διάβρωση-εξάρτηση από το σύστημα, μέσω κοινοβουλευτικών επιχορηγήσεων και αποσπάσεων, μέσω χορηγιών καπιταλιστικών ιδρυμάτων, μέσω χρηματοδοτήσεων από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και πάει λέγοντας.

Η IST επέβαλε και κληρονόμησε ένα οργανωτικό μοντέλο που χαρακτηρίζεται από μεγάλο χάσμα μεταξύ ηγεσίας και βάσης, δυσκολία στην ανανέωση της ηγεσίας και ανανέωσή της μόνο με προώθηση/«διορισμό» στελεχών με την έγκριση των «ιστορικών στελεχών της ΚΕ», μέλη δυο ταχυτήτων (αυτά που «καθοδηγούν» και μπαινοβγαίνουν στα γραφεία και αυτά που «τρέχουν» και «υλοποιούν τη γραμμή»), έλλειψη ουσιαστικής δημοκρατικής συζήτησης και σοβαρής αντιμετώπισης των όποιων διαφωνιών, σε συνδυασμό με καχυποψία απέναντι στη διαφωνία. Οι πολιτικές διαφορές δεν αντιμετωπίζονταν ανοιχτά, τίμια και ενώπιον των μελών, αλλά είτε μυστικά εντός των ηγετικών οργάνων (οπότε η μειοψηφία απαγορευόταν να πει την άποψή της στα μέλη, για να εκφράζεται η ηγεσία «ενιαία» προς τα «έξω») είτε με κάποιες μικρές μειοψηφίες στον προσυνεδριακό διάλογο (που περιθωριοποιούνταν και λοιδορούνταν από την ηγεσία ή και αποκλείονταν από τα Συνέδρια). Οι πολιτικές διαφορές όμως εξακολουθούσαν να υπάρχουν, να δρουν υπογείως και να υποχρεώνουν το κάθε ηγετικό στέλεχος να κινείται με στόχο την προσωπική επιρροή στα ενδιάμεσα στελέχη και τα μέλη. Αυτή η λογική δημιουργούσε «αυλές», «φέουδα» και κάποιου τύπου «ιδιωτικοποίηση»-εξατομικοποίηση τμημάτων της Κεντρικής Επιτροπής και των στελεχών της Οργάνωσης, αντί για πραγματικά συλλογική ηγεσία.

Αυτή η λειτουργία, πέρα από καθεαυτό βαθιά αντιδημοκρατική, οδηγούσε σε σοβαρά (και όχι μόνο πολιτικά) προβλήματα:

1. Χαμηλό πολιτικό επίπεδο της βάσης, με ευθύνη της ηγεσίας. Τα μέλη δεν εκπαιδεύονταν μέσα από την αίσθηση ότι συνδιαμορφώνουν ισότιμα τη γραμμή, ώστε να αποκτούν αυτοπεποίθηση και κίνητρο για μεγαλύτερη πολιτικοποίησή τους. Υπήρχε μια τάση ανάθεσης για τα «πιο μεγάλα ζητήματα» στην ηγεσία, ενώ τα «απλά μέλη» απλά πειθαρχούσαν.

2. Αυτό το μοντέλο σταδιακά δημιουργούσε μια κατάσταση ασυναίσθητης (ή και συνειδητής) καταπίεσης, καθώς τα μέλη πειθαρχούσαν μεν αλλά συχνά δεν καταλάβαιναν τι ακριβώς υλοποιούν, με δεδομένο ότι πολλές φορές η ηγεσία έκανε αλλαγές τακτικής, έπεφτε σε αντιφάσεις και γενικά δεν έκρινε σκόπιμο να ερμηνεύει κάθε φορά τις επιλογές της, που η βάση μόνο τυπικά επιβεβαίωνε στις συνδιασκέψεις-συνέδρια. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο τελευταίο Συνέδριο της ISO τα προσυνεδριακά κείμενα έφτασαν… τις 1.000 σελίδες δυσκολεύοντας κάθε ουσιαστική αξιολόγησή τους από τα μέλη, ενώ η όποια αντιπολίτευση συναντούσε πολυποίκιλες δυσκολίες στον δρόμο για το εκάστοτε Συνέδριo. Tο μήνυμα ήταν σαφές: όποιον διαφωνεί «τον τρώει η μαρμάγκα».

3. Έπειτα, «εντελώς ξαφνικά», συνέβαινε ένα «περιστατικό» που οδηγούσε σε κρίση εμπιστοσύνης μεταξύ ηγεσίας-βάσης – για την οποία βέβαια οι βάσεις είχαν μπει από πριν. Στην ISO ίσως έγινε βιασμός και συγκαλύφθηκε από την ηγεσία της ISO, αλλά στο πλαίσιο της κρίσης πολιτικής εμπιστοσύνης που παρήγαγε το οργανωτικό μοντέλο, η πλειοψηφία των μελών της ISΟ έδειξε ότι αυτό πιστεύει. Στο SWP, τη μαζικότερη επαναστατική οργάνωση σε Ευρώπη και ΗΠΑ κάποτε, ένας βιασμός (εκεί, κατά κάποιο τρόπο «αποδεδειγμένα») και πάλι συγκαλύφθηκε και οδήγησε το SWP σε 4-5 διασπάσεις, καθιστώντας το και πάλι «γκρουπούσκουλο». Στη ΔΕΑ είχαμε επίσης πολλές εκδηλώσεις ιδιοκτησιακής και αντιδημοκρατικής αντίληψης της ηγεσίας, ακόμη και φαινόμενο οικονομικής κατάχρησης. Παράλληλα υπήρξε «αδιαπραγμάτευτη» επιμονή της ηγεσίας στην επιλογή ευθυγράμμισης με Λαφαζάνη και καθωσπρέπει αντιπολίτευσης στον Τσίπρα εντός ΣΥΡΙΖΑ, επιμονή στην τακτική αφομοίωσης στο πατριωτικό-σοσιαλδημοκρατικό σχέδιο της ΛΑΕ, σνομπάροντας ή και πολεμώντας οποιεσδήποτε αντιρρήσεις, αντί να ανοίξει ουσιαστικά τον διάλογο στην οργάνωση. Στο ΣΕΚ τη δεκαετία του ’90 είχαμε ξανά και ξανά καθαιρέσεις ηγετικών στελεχών που δεν ήταν της αρεσκείας των «ιστορικών στελεχών» ή που δεν ήταν πειθήνια προς αυτά.

4. Μετά από ένα ή κάποια τέτοια περιστατικά, οι αυταπάτες για τη «γενικά σωστή» ηγεσία κατέρρεαν μαζικά, με ποικίλες κάθε φορά συνέπειες. Με αποτυχημένη πολιτική, μη πεισμένα και μη εκπαιδευμένα μέλη, μόνο ο μηχανισμός των ηγετικών-επαγγελματικών στελεχών συγκρατούσε την οργάνωση και όχι η αυτόβουλη ενεργοποίηση ή η κατάρτιση των αγωνιστών-στριών. Έτσι δινόταν η ευκαιρία να ανοίξει η συζήτηση για την έλλειψη εσωτερικής δημοκρατίας, η -λιγότερο ή περισσότερο- εξωτερίκευση πολιτικών διαφορών που υπήρχαν εντός της ΚΕ, αλλά κατά βάση ήταν η ώρα για το «ξεκαθάρισμα πολιτικών λογαριασμών», την αλλαγή συσχετισμών εντός της ηγεσίας, η στιγμή της πάλης ενάντια σε καταπίεση χρόνων κ.λπ. Η μη λειτουργία και μη εκπαίδευση της ηγεσίας και της Οργάνωσης σε ανοιχτή και δημοκρατική αντιπαράθεση επιχειρημάτων των πολιτικών ηγετών έναντι των μελών καθιστούσε αδύνατη τη συνοχή της ηγεσίας, τη δυνατότητα συνύπαρξης. Στις 3 από τις προαναφερθείσες οργανώσεις υπήρξε διάσπαση, ενώ στην 4η (ISO) άλλαξε η ηγεσία και τελικά η οργάνωση κήρυξε την αυτοδιάλυσή της – υπήρξε δηλαδή ολοσχερής κατάρρευση…

 

Εκφυλιστικά φαινόμενα

Το μοντέλο της IST οδηγούσε σε μια σειρά εκφυλιστικά φαινόμενα:

  • «Ανανέωση» της ηγεσίας με μόνο γνώμονα την «αναπαραγωγή» της επιρροής των «ιστορικών στελεχών» και του μηχανισμού. Γραφειοκρατικές παραμορφώσεις και επαγγελματικές εξαρτήσεις με βάση τις χωρίς κριτήρια και αρχές και ερήμην της Οργάνωσης επαγγελματοποιήσεις μελών. Δημιουργία μιας «κάστας» που σταδικά και «ανεπαισθήτως» είχε υλικά προνόμια ώστε να συνεχίσει να διατηρείται στην ηγεσία για να εξασφαλίζει την επιβίωσή της, αλλά και για να ικανοποιεί τις φιλοδοξίες της (κύρος, οι ανέσεις των γραφείων, προσωπική επιρροή κ.λπ.).
  • Τα έσοδα πολλών εκατομμυρίων της ISO (μέσω Haymarket Books και CERSC), που αποκαλύφθηκαν με την κρίση, είναι προκλητικά, όπως και η χρηματοδότηση από διάφορα «δημοκρατικά» καπιταλιστικά ιδρύματα. Αυτά τα ποσά επιτρέπουν να αναπτυχθούν τάχιστα φαινόμενα γραφειοκρατίας και διαφθοράς που μετατρέπουν σταδιακά μια επαναστατική οργάνωση στο αντίθετό της. Η οικονομική ανεξαρτησία μιας οργάνωσης από τα «καλά του καπιταλισμού», η αποφυγή «υπερσυσσώρευσης» χρηματικών ποσών δραματικά αναντίστοιχων με την εμβέλειά της και την παρέμβασή της, ο συλλογικός έλεγχος του ταμείου, η αποφυγή επαγγελματοποιήσεων και συνεπώς πολιτικο-οικονομικών εξαρτήσεων φαίνεται και πάλι ότι είναι βασικά συστατικά για την αποφυγή νέων αποτυχιών επαναστατικής οικοδόμησης στο μέλλον.
  • Το μοντέλο «η ηγεσία είναι το παν-η ηγεσία είναι η εγγύηση», που οδηγούσε σε σοβαρές παραμορφώσεις, σε ηγεσία «κόμμα μέσα στο κόμμα», και τελικά σε ένα καθεστώς (και μια ψυχολογία) που μπορούσε να οδηγήσει (όπως και οδήγησε) σε κάθε μορφής μακιαβελισμούς και αυθαιρεσίες από στελέχη της ηγεσίας.
  • Κυριαρχούσε αν όχι η παντελής έλλειψη, πάντως η ελλιπέστατη αφομοίωση των συμπερασμάτων από το σύνολο της Οργάνωσης και του Ρεύματος. Για παράδειγμα, η ISO φαίνεται στο σύνολό της («παλιοί» και «νέοι» ηγέτες και πολύ περισσότερο τα μέλη) να αγνοούν τελείως την εμπειρία της Ελλάδας, την αποτυχία του εγχειρήματος ΣΥΡΙΖΑ και της αδερφής της οργάνωσης της ΔΕΑ. Γιατί δεν μπορεί με κανέναν άλλο τρόπο να εξηγηθεί ότι μετά την ελληνική εμπειρία, τα 2/3 της Οργάνωσης έβγαλαν το συμπέρασμα… ότι πρέπει να στηριχτούν οι DSA με τις «ιδιαίτερες» σχέσεις τους με τους Δημοκρατικούς στις ΗΠΑ.
  • Το χαμηλό πολιτικό επίπεδο της νέας πλειοψηφίας διαπιστώνεται από τους πανηγυρισμούς των έγχρωμων μελών της ISO, που εκλέχτηκαν σε πρωτοφανή ποσοστά στα νέα ηγετικά όργανα, στη βάση της αποδοχής της «θεωρίας των ταυτοτήτων». Το ότι όμως ένιωσαν τα μέλη της έγχρωμης κοινότητας ότι καταπιέζονται ή αποκλείονται από την ηγεσία της ISO, είναι πρόβλημα που βαραίνει την παλιά ηγεσία. Και επιπλέον, τα μέλη της ISO αποδείχθηκαν ανοχύρωτα ακόμα και στην πιο δεξιά πολιτική στροφή. Ήταν όμως η παλιά ηγεσία, για παράδειγμα, που απέφευγε τη λογοδοσία και απολογισμούς σοβαρών αποτυχιών, όπως την απώλεια του συνδικαλιστή δασκάλου, πρωταγωνιστή στις απεργίες του κλάδου του, Τζ. Σάρκι προς το Δημοκρατικό Κόμμα. Ήταν η παλιά ηγεσία που έδινε έμφαση στο «τρέξιμο»-υπερδραστηριότητα χωρίς ανοιχτή πολιτική συζήτηση και ιδεολογική κατάρτιση – χαρακτηριστικό όλης της IST.

Είναι προφανές ότι η ISO διατρεχόταν από κρίση τα τελευταία χρόνια, ότι η «παλιά ηγεσία» δεν έπειθε για τις επιλογές της και σίγουρα αυτό γεννούσε τη βάση για πολιτικές διαφωνίες. Υπήρχε τεράστιο χάσμα ηγεσίας-βάσης, ίσως τόσο μεγάλο, που η ηγεσία είχε χάσει κάθε επαφή με τη βάση και δεν μπόρεσε να πάρει μέτρα για να «σώσει» την κατάσταση (γιατί;). Υπήρχε, τελικά, το έδαφος για να εκδηλωθεί μαζική ανταρσία απέναντι στην παλιά ηγεσία. Αρκετά πριν τη διάλυση, μια πενταετία πριν, οι σ. μας ενημέρωναν ότι είναι μια οργάνωση με 1.500-2.000 μέλη σε συνεχή ανάπτυξη. Από τα κείμενα της τελευταίας χρονιάς μάθαμε ότι είχαν μείνει 500. Θα έπρεπε να υπάρχει μια εξήγηση (η γραμμή είναι σωστή, το κίνημα ανεβαίνει, τα ακροατήρια μεγαλώνουν, βαδίζουμε από επιτυχία σε επιτυχία, άρα… συρρικνωνόμαστε;). Προσπαθήσαμε να ακουμπήσουμε μερικές πτυχές της εξήγησης αυτής.

 

Οι προβληματισμοί για το ζήτημα μέσα στην Αριστερά

Αντιμέτωποι με ένα νέο «επεισόδιο καταστροφής» στη διεθνή επαναστατική αριστερά, είναι σημαντικό «να μην πετάξουμε το μωρό μαζί με τα απόνερα».

Η παράδοση της IST ήταν ένα από τα νεότερα αλλά και πιο ελπιδοφόρα ρεύματα μέσα στην επαναστατική αριστερά, με ταχεία διεθνή ανάπτυξη, μεγάλο και σημαντικό έργο στη θεωρία, στην εξωστρέφεια, στην επανακαθιέρωση της εφημερίδας ως εργαλείου παρέμβασης και οικοδόμησης κ.λπ. Η συνεισφορά της τάσης του Κλιφ και των IS (Διεθνείς Σοσιαλιστές) παραμένει σημαντική πολιτικά και ιδεολογικά, τόσο για να κατανοήσουμε τον καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό σήμερα όσο και για να αποκαταστήσουμε τον σοσιαλισμό ως μια κοινωνία χειραφέτησης των εργατών και των καταπιεσμένων, πετώντας από πάνω του κάθε σταλινικό στίγμα. Και πρέπει να βαδίσουμε σε αυτήν, προσπαθώντας όσο μπορούμε να την εξελίξουμε και προσαρμόσουμε στις σύγχρονες συνθήκες.

Αν δεν τα κατάφεραν ούτε αυτές οι οργανώσεις, δεν πρέπει να βγει το συμπέρασμα ότι η προσπάθεια είναι μάταιη, αλλά ότι πρέπει να διερευνήσουμε και να ανακαλύψουμε τις αδυναμίες, τα λάθη, τις επιλογές που οδήγησαν στην αποτυχία, ώστε οι επόμενες προσπάθειες να είναι πιο πετυχημένες.

Κάποια τμήματα της Αριστεράς ισχυρίζονται ότι τα «πολιτικά ζητήματα» είναι πάνω απ’ όλα και καθορίζουν τα οργανωτικά. Ότι οι αιτίες της κρίσης πρέπει να αναζητηθούν σε επίπεδο καθαρά και μόνο πολιτικών επιλογών και προβληματισμών. Κατά τη γνώμη μας η παράδοση της IST αποδεικνύει ότι αυτό δεν ισχύει. Υπάρχει αμφίδρομη σχέση, στο πλαίσιο της οποίας καμιά φορά τα ζητήματα που αφορούν το οργανωτικό μοντέλο να αναδεικνύονται σε κυρίαρχα. Είναι σίγουρο ότι οι πιέσεις της συγκυρίας (κλιμάκωση της επιθετικότητας του καπιταλισμού, άνοδος φασισμού, κλιμάκωση εθνικισμού και μιλιταρισμού, σύννεφα πολέμου, κρίση εργατικού κινήματος, ρεφορμιστικής Αριστεράς κι επαναστατικής Αριστεράς, αγωνιώδεις δοκιμές τακτικών για να «πετύχουμε επιτέλους») αντανακλώνται με συγκρούσεις και διαφορές μέσα στις επαναστατικές οργανώσεις, αλλά οι πολιτικές διαφορές καθαυτές δεν αρκούν για να δικαιολογήσουν τη διάλυση ή τη διάσπαση οργανώσεων.

Η μη λειτουργία αυθεντικού δημοκρατικού συγκεντρωτισμού στις οργανώσεις δημιουργεί ένα νοσηρό καθεστώς που συσσωρεύει νομοτελειακά τις προϋποθέσεις για μικρές και μεγαλύτερες κρίσεις, οδηγώντας σε διαδικασίες που πηγαίνουν την επαναστατική Αριστερά δεκαετίες πίσω. Ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός -και όχι οι καρικατούρες του με τη μορφή γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού- μπορεί να αποτελέσει την εγγύηση, ώστε ακόμα και διάσπαση να συμβεί, να συμβεί σε καθαρά πολιτική βάση και με απόλυτα συντροφικό τρόπο, χωρίς να κρύβονται ιδιοτέλειες πίσω από τις κουρτίνες, όπως συνήθως ισχύει. Είναι η μέθοδος για να μαζικοποιηθούν οι οργανώσεις χτίζοντας παράλληλα και την εμπιστοσύνη και κουλτούρα αλληλεγγύης μεταξύ όλων των μελών και πίστη στη συλλογικότητα, στη συλλογική πάλη για την αλλαγή της κοινωνίας.

Η κρίση και τα πιο πάνω φαινόμενα αγγίζουν όλη την επαναστατική Αριστερά. Η απομόνωση και η «βιασύνη» να μεγαλώσουν οι οργανώσεις (για να ανεβεί η αυτοπεποίθηση των μελών, για να δείξει η ηγεσία ότι όντως έχει δίκιο κι έχει αποτελέσματα οικοδόμησης που φέρνουν πιο κοντά το χτίσιμο επαναστατικού κόμματος κ.λπ.) έδωσε και δίνει χώρο σε μικροαστικά στοιχεία και νοοτροπίες μέσα στις οργανώσεις, ιδιαίτερα μέσα στις συνθήκες κρίσης του εργατικού κινήματος, της ρεφορμιστικής κι επαναστατικής αριστεράς εδώ και δεκαετίες. Αυτή η αγωνιώδης προσπάθεια «να κόψουμε δρόμο για να μεγαλώσουμε, γιατί είμαστε μικροί και τα καθήκοντα μεγάλα» αποτέλεσε και αποτελεί τη βάση για την εκδήλωση όλων των ειδών των οπορτουνισμών από τις ηγεσίες.

Σίγουρα είναι δύσκολο καθήκον η προσπάθεια οικοδόμησης μιας σοσιαλιστικής εργατικής επαναστατικής οργάνωσης, χτισμένης πάνω στις αυθεντικές παραδόσεις του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού, σφυρηλατημένης με πραγματικά συντροφικούς δεσμούς και διαδικασίες λογοδοσίας της ηγεσίας και ελέγχου από τα κάτω. Σε κάθε περίπτωση, για εμάς δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά η οργανωμένη πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού διεθνώς. Συνεπώς, «ο αγώνας συνεχίζεται».

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*