Η επαναστατική εφημερίδα- Αποτυχημένες εφημερίδες/H επαναστατική εφημερίδα και το κόμμα

Toυ Κρις Χάρμαν (1984)

Μτφρ ΑΛ

https://www.marxists.org/archive/harman/1984/xx/revpress.html

 

Αποτυχημένες εφημερίδες

Η αδυναμία των εφημερίδων να προσαρμοστούν στην περίοδο της υποχώρησης και της απογοήτευσης μπορεί να τις οδηγήσει σε πλήρη αποτυχία να συσπειρώσουν τη μειοψηφία των αγωνιστών που αντιστέκεται στην κάμψη του κινήματος. Ο απλούστερος δρόμος και και συχνά ο πιο δελεαστικός είναι να προσπαθήσεις να διατηρήσεις τη δημοτικότητα της εφημερίδας αντιγράφοντας το ύφος και το περιεχόμενο του πλατιάς απεύθυνσης αστικού τύπου. Οποιοσδήποτε έχει ασχοληθεί με την έκδοση εφημερίδας έχει ακούσει την κραυγή : “θα μπορούσαμε να πουλάμε περισσότερο αν μοιάζαμε πιο πολύ με τις δημοφιλείς καθημερινές εφημερίδες”. Αυτό δεν είναι τίποτα καινούριο. Ένας τρόπος με τον οποίο οι ριζοσπάστες εκδότες προσπάθησαν να διατηρήσουν την πλατιά αναγνωσιμότητα της εφημερίδας μετά την κατάρρευση του Χαρτισμού ήταν να τυπώσουν εφημερίδες γεμάτες με ζοφερές περιγραφές εγκλημάτων, σεξουαλικών σκανδάλων, αθλητικών γεγονότων κλπ- στην πραγματικότητα ριζοσπαστικές εφημερίδες όπως η Reynold’s News έπαιξαν πρωτοπόρο ρόλο στην εξέλιξη του κυριακάτικου τύπου. Επίσης, η επίσημη εφημερίδα των Εργατικών, ο προπολεμικός ανταγωνιστής της Herald, η Daily Citizen συνειδητά ξεκίνησε να μιμείται τον υπόλοιπο δημοφιλή τύπο (εκδιδόταν από  τον πρώην εκδότη της μετέπειτα κορυφαίας σε πωλήσεις εφημερίδας, της Daily Mail). Όταν η ίδια η Herald πέρασε στα χέρια της TUC και της Odhams, ακολούθησε την ίδια διαδρομή. Ωστόσο το αποτέλεσμα της αναζήτησης δημοτικότητας με αυτόν τον τρόπο αναπόφευκτα υποβαθμίζει μια σοβαρή παρουσίαση της σοσιαλιστικής επιχειρηματολογίας. Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχει μια πολύ στενή συσχέτιση του πλατιού αστικού τύπου με την ιδεολογική λειτουργία του.

Μια σοσιαλιστική εφημερίδα προσπαθεί να τροφοδοτήσει τους αναγνώστες της με μια συνεκτική οπτική για τον κόσμο, με την οποία κάθε νέα είδηση εντάσσεται σε ένα ξεκάθαρο σχέδιο, καθιστώντας τους ικανούς να κατανοούν τις πραγματικές δυνάμεις της σοσιαλιστικής εξέλιξης και πώς αυτές μπορούν να μετασχηματιστούν. Αντίθετα, ο σκοπός των πλατιάς κυκλοφορίας αστικών φυλλάδων είναι φρενάρουν το προχώρημα αυτής της συνεκτικής κατανόησης του κόσμου. Πρέπει να κάνουν την τρέχουσα κοινωνική πραγματικότητα να μοιάζει ότι αποτελείται από μια μάζα άσχετων και ανεξέλεγκτων τυχαίων γεγονότων. Όπως ανέδειξε ο Ούγγρος Κομμουνιστής Adalbert Fogararsi σε ένα πρωτοπόρο άρθρο το 1921, αυτό το πετυχαίνουν παρουσιάζοντας «ειδήσεις» σαν ένα πλήθος άσχετων τεμαχιδίων πληροφορίας: «πετυχαίνουν το συστηματικό προχώρημα της άγνοιας με τη μορφή μετάδοσης ένα σωρό γνώσεων και πληροφοριών… Ο αστικός τύπος προσπαθεί να διαμορφώσει τη δομή της συνείδησης των αναγνωστών με τέτοιον τρόπο  ώστε να τον καταστήσει ανήμπορο να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα, να συσχετίσει αιτίες και αποτελέσματα, να εντάξει τα μεμονωμένα γεγονότα στο συνολικό πλαίσιο που τα περιβάλλει, να αφομοιώσει με λογική τη γνώση στην άποψή του…Σε αυτήν τη διαδικασία η συνείδηση του αναγνώστη πρέπει να διατηρείται σε μια κατάσταση μόνιμης ανασφάλειας, αβεβαιότητας και σύγχυσης…» (μεταφρασμένο στη  Radical America, Μάης-Ιούνης 1969).

Ο αναγνώστης καθοδηγείται να πιστεύει ότι υπάρχει πραγματική αξία και πραγματικό ενδιαφέρον στη μάθηση  κάθε είδους πληροφορίας γύρω από πράγματα που στην πραγματικότητα δεν έχουν καμία σχέση με τη ζωή του- τα κατορθώματα της βασιλικής οικογένειας, τη σεξουαλική ζωή των σταρ του κινηματογράφου, τη συμπεριφορά των κορυφαίων αθλητών, την κατάταξη των δίσκων της ποπ, τις προβλέψεις των αστρολόγων, την πιο μικρή λεπτομέρεια για ένα έγκλημα. Δημιουργείται μια κατάσταση στην οποία οι άνθρωποι νιώθουν ότι δεν μπορούν να συμμετέχουν σε κανονικές συζητήσεις με άλλους ανθρώπους αν δε γνωρίζουν όλα αυτά τα πράγματα. Ωστόσο τα πληροφοριακά «μεζεδάκια» σπάνια είναι ιδεολογικά ουδέτερα. Παίρνουν ως δεδομένη την αποδοχή της μοναρχίας, την αντιμετώπιση των γυναικών σαν εμπόρευμα, το αναπόφευκτο του ανταγωνισμού, την ταύτιση με τη χώρα «σου» ενάντια σε όλες τις άλλες χώρες σε κάθε πεδίο (από την επιστήμη μέχρι τον πόλεμο).  Μια σοσιαλιστική εφημερίδα που αναλώνεται στη μετάδοση αυτού του είδους των «ειδήσεων» σύρεται αναπόφευκτα στη διασπορά  ενός κάρου άχρηστων πληροφοριών που επιβεβαιώνουν την ισχύουσα τάξη πραγμάτων. Γι αυτό οι θέσεις της Κομιντέρν ήταν αρκετά σωστές όταν επέμεναν ότι «οι εφημερίδες μας δεν πρέπει να ικανοποιούν τη δίψα του κοινού για «πιπεράτες» ειδήσεις ή τη ρηχή διασκέδαση». Στη άνοδο του κινήματος αυτό δεν εμποδίζει τις επαναστατικές εφημερίδες να είναι οι ίδιες πολύ δημοφιλείς. Η εμπειρία του αγώνα οδηγεί τους εργάτες να ψάξουν για την πραγματική κατανόηση της θέσης τους και την πραγματική ζωντανή ατμόσφαιρα που επικρατεί στον αγώνα και όχι για τη χειραγώγηση της υποκατάστασης και της ταύτισης με τα κατορθώματα των βασιλιάδων, των σταρ ή των αθλητικών ομάδων. Στην κάμψη του κινήματος, ωστόσο,  αυτό σημαίνει οπωσδήποτε ότι η σοσιαλιστική εφημερίδα κριτικάρεται από τους απολίτικους εργάτες για το ότι δεν περιέχει τα θέματα που θέλουν (είτε είναι αθλητικές ειδήσεις είτε μια σελίδα με τσόντες). Αντί να νιώσουν πως αυτό σημαίνει ότι κάτι δεν κάνει σωστά η εφημερίδα, οι σοσιαλιστές πρέπει να το κατανοήσουν απλά σαν μια αντανάκλαση της έλλειψης δημοτικότητας για τις επαναστατικές ιδέες, κάτι που δεν θα διαρκέσει για πάντα.

Ένα δεύτερο λάθος που γίνεται μερικές φορές είναι να πέφτουνε (οι σοσιαλιστές) στην παγίδα της έκδοσης μιας εφημερίδας που μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο από τους μυημένους. Η ιταλική οργάνωση Democracia Proletaria (Εργατική Δημοκρατία) έκανε αυτό το λάθος με την (πρώτα καθημερινή και μετά βδομαδιάτικη) Quotidiano dei Lavoratori που απευθυνόταν βασικά στη ριζοσπαστική διανόηση και όχι στους αγωνιστές των εργασιακών χώρων.Στην πραγματικότητα, αφού δεν καταπιανόταν με το τι πραγματικά γινόταν στο εργατικό κίνημα, δεν είχε να πει πολλά ούτε στους διανοούμενους. Μια παρόμοια εκδοχή του ίδιου λάθους έχει επαναληφθεί από πολυάριθμες σέχτες, που αντιδρούν στην κάμψη του κινήματος απλά επαναλαμβάνοντας τις ιδρυτικές αρχές τους, χωρίς να ασχοληθούν καθόλου με το επείγον ζήτημα του “τι να κάνουμε”. Αντί να υπερασπίζονται καθαρά και σθεναρά τις γενικές ιδέες του Μαρξισμού δένοντάς τες με τις δυσκολίες κι εμπειρίες της αγωνιστικής μειοψηφίας, οσοδήποτε μικρή κι αν αυτή είναι, απλά συνομιλούν με τον εαυτό τους και καταλήγουν στο πουθενά. Ένα κάπως παρόμοιο λάθος γίνεται από αυτούς τους σοσιαλιστές που βλέπουν τα μη ταξικά κινήματα να ανθίζουν, ενώ οι εργατικοί αγώνες είναι σε χαμηλό επίπεδο, κι αφιερώνουν τις εφημερίδες τους σε αυτά. Έχουν υπάρξει πολλά παραδείγματα εφημερίδων της ευρωπαϊκής επαναστατικής αριστεράς που ήταν κάτι σαν συλλογή εμπειριών από τα διάφορα κινήματα- μια σελίδα για την οικολογία , μια σελίδα για τις καμπάνιες ειρήνης, μια σελίδα για το φεμινιστικό κίνημα, μια σελίδα για τα αντι-ιμπεριαλιστικά κινήματα, μια σελίδα για τη διαπαιδαγώγηση της νεολαίας και μια σελίδα για τις δράσεις στα συνδικάτα, χωρίς καμιά προσπάθεια να τις εντάσσουν σε ένα ενιαίο σχέδιο συνολικού αγώνα στον οποίο ο ρόλος της εργατικής τάξης είναι αποφασιστικός. Τέτοιες εφημερίδες δεν έχουν τίποτα να πούνε στους εργάτες που θέλουν να παλέψουν, και συνήθως δεν έχουν να πούνε κάτι κανούριο ούτε στα «κινήματα».

Ένα άλλο λάθος που μπορεί να γίνει είναι να φτιάξουν μια «ψευδο-αγκιτατόρικη» εφημερίδα. Αυτή μοιάζει σαν εφημερίδα που αντανακλά μια άνοδο του κινήματος. Γράφεται σε γλώσσα που οι εργάτες χρησιμοποιούν στην καθημερινότητά τους ,είναι γεμάτη με περιγραφές συναρπαστικών μαχών και του τρόμου του συστήματος γι αυτές. Ωστόσο αυτή η πραγματικότητα είναι εντελώς ψεύτικη, αφού αν και γίνονται κατά περιόδους αγώνες μεγάλης κλίμακας, αυτοί είναι αμυντικοί και συνήθως χάνουν. Αντί να παρέχει στους αγωνιστές την επιχειρηματολογία για να αναμετρηθούν με αυτήν την κατάσταση, η εφημερίδα με την πλαστή εικόνα του ενθουσιασμού και των επιτυχιών απλά αφήνει τους αναγνώστες της αδιάφορους.

Τυπικό παράδειγμα του πώς μπορεί να γίνει αυτό ήταν αυτό που συνέβη με τις εφημερίδες του βρετανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, τη Workers Weekly κι έπειτα με τη Daily Worker στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και στις αρχές του ‘30. Μετά από διαδοχικά αλλόκοτα πειράματα (για λεπτομέρειες βλέπε το χρήσιμο άρθρο της Jane Ure Smith στο IS 2: 18), το κόμμα πέτυχε να μετατρέψει την Workers Weekly σε μια καλή εργατική εφημερίδα αγκιτάτσιας τα χρόνια 1924-25. Αν διάβαζες την εφημερίδα εκείνα τα χρόνια, ένιωθες ότι οι άνθρωποι που την εξέδιδαν είχαν διδαχτεί από τα θετικά της παλιάς Daily Herald.

Αλλά τότε εγκαινιάστηκε η σταλινική έφοδος της «τρίτης περιόδου» στα τέλη της δεκαετίας του 1920 και αυτό οδήγησε τους εκδότες να μην μπορούν να συμβαδίσουν με την τρομερή υποχώρηση που γνώρισαν τα συνδικάτα στην Αγγλία. Το ύφος της εφημερίδας γινόταν ολοένα και πιο μαχητικό και καλούσε σε περισσότερη δράση, ενώ η διάθεση των μαζών έπεφτε. Και η τάση επιδεινώθηκε με τη μετατροπή της εφημερίδας σε καθημερινή. Αν και η εφημερίδα φαινόταν να παρουσιάζει συναρπαστικά γεγονότα, δεν ήταν ακριβώς αυτός ο τρόπος που τα αντιλαμβάνονταν οι ίδιες οι εργατικές μάζες που εμπλέκονταν, οι οποίοι δέχονταν τη μια οδυνηρή ήττα πίσω από την άλλη. Στην πραγματικότητα το ψευδο-αγκιτατόρικο ύφος εμπόδιζε οποιαδήποτε αντικειμενική ανάλυση του τι πραγματικά συνέβαινε στην τάξη ή οποιαδήποτε διαυγή παρουσίαση των ιδεών που χρειάζονταν οι αγωνιστές για να επιβιώσουν σε μια τέτοια περίοδο. Κι έτσι, αντί να βοηθήσει στο χτίσιμο του κόμματος, η καθημερινή εφημερίδα ήταν τα πρώτα χρόνια της ένας επιπρόσθετος παράγοντας που μείωνε τον ενθουσιασμό και την αγωνιστικότητα των μελών.

Τέλος η πιο κλασσική μορφή ίσως της εφημερίδας στην κάμψη του κινήματος είναι η εφημερίδα που περιέχει προπαγάνδα και αναλύσεις για το πόσο κακό είναι το υπάρχον σύστημα, αλλά από την άλλη ελάχιστη καθαρή ανάλυση για το τι να κάνουμε γι αυτό. Ο τύπος αυτός της εφημερίδας είναι δημοφιλής, ωστόσο στην πραγματικότητα το ακροατήριο είναι μικρό και τη βαριέται.  Τυπικά παραδείγματα στη Βρετανία σήμερα είναι η Labour Herald, η Morning Star και η Militant. Σε όλες θα δεις αναλύσεις για το πόσο άσχημα συμπεριφέρονται οι Τόρις στο λαό, ή πόσο άσχημες είναι οι συνθήκες για τους ανέργους, για το ελεεινό σύστημα παροχής υπηρεσιών υγείας ή για τη στέγαση των δήμων. Αλλά καμιά δεν αναλύει σοβαρά την κατάσταση του εργατικού κινήματος και δεν εξηγεί λεπτομερώς τι να κάνουμε για να σπάσουμε τον κύκλο των ηττών.

H επαναστατική εφημερίδα και το κόμμα

Πολύ πετυχημένες επαναστατικές εφημερίδες πρωτοκυκλοφόρησαν σε περιόδους της ανόδου του κινήματος χωρίς καμιά οργάνωση από πίσω τους. Στοίχισαν σημαντικά τμήματα του κόσμου πίσω τους και δημιούργησαν ρεύματα που άρχισαν να εκπληρώνουν το ρόλο του των κομμάτων. Τέτοιες ήταν όπως είδαμε οι περιπτώσεις των L’Ami du Peuple, Northern Star και Daily Herald. Εξάλλου ο Τρότσκι της ανεπιτυχούς προσπάθειας (για να φτιάξει πετυχημένη εφημερίδα) των χρόνων 1908-12 γνώρισε πολύ μεγαλύτερη επιτυχία τη χρονιά της επανάστασης, το 1905. Γράφει στην αυτοβιογραφία του ότι είχε φτιάξει εφημερίδες που γνώρισαν μακράν μεγαλύτερη επιτυχία από τον μπολσεβίκικο τύπο: «με τον Πάρβους ξεκινήσαμε την παντελώς άγνωστη Russian Gazette και τη μετατρέψαμε σε όργανο μάχης των μαζών. Σε λίγες μέρες μόνο η κυκλοφορία εκτοξεύτηκε από τις  30,000 στις 100,000. Ένα μήνα μετά έφτασε στο μισό εκατομμύριο… Στις 13 Νοέμβρη, σε συνεργασία με τους Μενσεβίκους βάλαμε μπρός τη δημιουργία ενός μεγάλου πολιτικού οργάνου, της Nachalo.Η κυκλοφορία της έκανε άλματα. Χωρίς το Λένιν η μπολσεβίκικη Novaya Zhizn ήταν αρκετά μονότονη…. Η Nachalo από την άλλη γνώριζε εκπληκτική επιτυχία… Ο Κάμενεφ, ένας από τους εκδότες της, μου περιέγραφε έκ των υστέρων ότι παρακολουθούσε μια μέρα τις πωλήσεις των εφημερίδων στο σταθμό… Η ζήτηση αφορούσε μόνο επαναστατικές εφημερίδες. «Nachalo, Nachalo», ακουγόταν από τα αδημονούντα πλήθη, μετά «Novaya Zhizn», και μετά ξανά  «Nachalo, Nachalo, Nachalo».  «Είπα από μέσα μου τότε», ομολόγησε ο Κάμενεφ, «Αυτοί στη Nachalo γράφουν καλύτερα από εμάς». » (Η ζωή μου, Νέα Υόρκη 1960, σελ 178) . Σε τέτοιες καταστάσεις κυριολεκτικά η εφημερίδα πουλάει από μόνη της. Μπορεί να βοηθήσει στο χτίσιμο ενός κόμματος, αλλά δεν  προϋποθέτει την ύπαρξη ενός κόμματος για να γνωρίσει βραχυπρόθεσμη επιτυχία.   Τα πράγματα γίνονται τελείως διαφορετικά στην περίοδο της υποχώρησης και της απογοήτευσης. Σε τέτοιες συνθήκες, η επαναστατική εφημερίδα δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς μια επίπονη συστηματική προσπάθεια που μόνο ένα κόμμα μπορεί να καταβάλει. Ο Τρότσκι το κατάλαβε όταν αποπειράθηκε να βγάλει την Βιενέζικη Pravda διακινώντας την σχεδόν μόνος του. Λόγω οικονομικής αδυναμίας την έβγαζε πολύ σποραδικά- μόνο πέντε φύλλα κυκλοφόρησαν τον πρώτο χρόνο έκδοσής της. Αλλά πιο δύσκολο από το γράψιμό της ήταν  διακίνησή της παράνομα στη Ρωσία. Ο εκδότης έκανε έκκληση στους αναγνώστες να στηρίξουν, παραπονούμενος ότι αρκετές στοίβες εφημερίδων είχαν κολλήσει στα ρωσικά σύνορα και δεν μπορούσαν να προωθηθούν λόγω της μη καταβολής 50 ρουβλιών, τα χειρόγραφο υλικό για το νέο φύλλο ήταν στοιβαγμένο στο γραφείο του και δεν μπορούσε να το στείλει για εκτύπωση, η (Βιενέζικη) Πράβντα υποχρεώθηκε να σταματήσει την επικοινωνία με τους αναγνώστες της στη Ρωσία αφού δεν μπορούσε να ανταποκριθεί οικονομικά στα ταχυδρομικά τέλη.. (The Prophet Armed, Λονδίνο, 1954, σελ. 192)

Τα οικονομικά προβλήματα λύθηκαν προσωρινά μόνο όταν το 1910 η μπολσεβίκικη πλειοψηφία της ηγεσίας του ρώσικου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος πήρε την απόφαση να ενισχύει οικονομικά την εφημερίδα, και ξαναεμφανίστηκαν όταν η οικονομική στήριξη διακόπηκε, οπότε η εφημερίδα του Τρότσκι σταμάτησε την κυκλοφορία της, την ίδια εποχή που η εφημερίδα των Μπολσεβίκων άρχιζε να γνωρίζει μεγάλη επιτυχία στην Πετρούπολη!

Οι Μπολσεβίκοι δεν τα βρήκαν ευκολότερα από τον Τρότσκι στην έκδοση της εφημερίδας και στη διακίνησή της στη Ρωσία τα χρόνια της κάμψης των αγώνων. Αλλά η ύπαρξη μιας πειθαρχημένης οργάνωσης σήμαινε ότι υπήρχε ένα δίκτυο υποστηρικτών που αναλάμβανε να κάνει την απαιτούμενη κοπιαστική και επικίνδυνη δουλειά που χρειαζόταν, παρ’ ότι  αντιμετώπιζαν τη σκληρότερη καταστολή.  Έτσι για παράδειγμα, μπόρεσαν να διακινήσουν αντίτυπα της παράνομης εφημερίδας στη Ρωσία λίγες μόνο εβδομάδες  μετά το ξέσπασμα του πολέμου τον Αύγουστο το 1914 που έδωσε την ευκαιρία στον τσάρο να απομονώσει τους επαναστάτες, να κλείσει τις νόμιμες εφημερίδες και να συλλάβει όσους συνέβαλαν στην έκδοσή τους. Στην 1η Νοέμβρη τυπώθηκαν 1500 φύλλα της  Sotsial Democrat καταγγέλοντας τον πόλεμο, και δεκαπέντε μέρες μετά ο Λένιν μπορούσε να καμαρώνει ότι ήταν όλα έτοιμα για να περάσουν στη Ρωσία. (Κρούπσκαγια, Αναμνήσεις από το Λένιν, Λονδίνο 1970, σελ. 254) . Ο μπολσεβίκος μεταλλεργάτης, ο Σλιάπνικοφ, περιέγραψε πώς κατάφερε να τις περάσει λαθραία εντός συνόρων: «Λόγω των ελέγχων στα σύνορα, οι άνθρωποι απέφευγαν να κουβαλάνε μαζί τους οτιδήποτε ενοχοποιητικό, οπότε έπρεπε να βρούμε τρόπο να τις κρύψουμε. Υπήρχαν διάφοροι τρόποι: σε μπαούλα, σε βιβλία, σε ρούχα, σε ομπρέλες, σε μπαστούνια,  σε παπούτσια κλπ. Εγώ προτιμούσα τα παπούτσια. Έστειλα τις μπότες μου σε τσαγκάρη που μου πρότειναν και του ζήτησα να δημιουργήσει χώρο στις σόλες και στις φτέρνες και να τις γεμίσει με φύλλα της Sotsial Democrat. Στο πρώτο ζευγάρι χώρεσε ένας μικρός αριθμός φύλλων που από περιφερειακές διαδρομές έφτασαν στην Πετρούπολη… (Την παραμονή του 1917, Λονδίνο 1982, σελ.38)

Περιγράφει πώς έναν χρόνο αργότερα προσπάθησε χωρίς επιτυχία να διασχίσει μια γέφυρα από τη Σουηδία στο ρωσικό τμήμα της Φινλανδίας μεταφέροντας μπόλικο έντυπο υλικό. Το σχέδιο ήταν να κατέβει από τη γέφυρα στον πάγο που έλιωνε , και να περάσει κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια των ένοπλων φρουρών της τσαρικής αυτοκρατορίας για να μεταφέρει  τις εφημερίδες εκεί όπου ήταν περισσότερο χρήσιμες. Ωστόσο η προσπάθεια άξιζε.

Στην Πετρούπολη: « η ζήτηση για τον παράνομο σοσιαλιστικό τύπο ήταν τόσο μεγάλη που ο φτωχός παράνομος εξοπλισμός μας δεν μπορούσε να ανταποκριθεί. Για να τα καταφέρει χρειάστηκε την ατομική πρωτοβουλία. Κάθε λογής χειρόγραφα, χιλιογραμμένα ή ανατυπωμένα κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους εργάτες, με περιεχόμενο παράνομες προκηρύξεις, άρθρα παράνομων εκδόσεων του εξωτερικού κλπ. Η Sotsial Democrat και η  Kommunist θεωρούνταν  είδη πολυτελείας, καθώς μια ανάγνωση κόστιζε 50 καπίκια ή ένα ρούβλι. (σελ. 92).

Η εφημερίδα θεωρούταν ένα σημαντικό μέσο στο χτίσιμο παράνομων κομματικών ομάδων στους χώρους δουλειάς. Όπως το έθεταν οι κατευθυντήριες γραμμές του κόμματος για τους «οργανωτές» (σ.μ. δηλ. οι οργανωτικοί υπεύθυνοι για την κυκλοφορία της εφημερίδας) : «κάθε οργανωτής πρέπει να έχει ένα απόθεμα εφημερίδων και να το προμηθεύει στις ομάδες.Μετά τη διανομή τους, πρέπει να συγκεντρώνει ραπόρτα με τις εντυπώσεις που άφησε η εφημερίδα στη συγκεκριμένη επιχείρηση» (σελ. 96).

Η εφημερίδα του κόμματος έπρεπε να αντέξει κάτω και από τις δυσκολότερες περιστάσεις. Ήταν ο ζωντανός σύνδεσμος μεταξύ των εξόριστων που ήταν επιφορτισμένοι με με τη θεωρητική ανάλυση της ταξικής πάλης σε όλες της τις πτυχές, σε τοπικό και διεθνές επίπεδο, τους παράνομους αγωνιστές που διέτρεχαν το συνεχή κίνδυνο σύλληψης καθώς προσπαθούσαν να χτίσουν την παράνομη οργάνωση και τους αγωνιστές της εργατικής τάξης που πρωτοστατούσαν στη δράση μέσα στα εργοστάσια για τους μισθούς,  για το φαγητό κλπ. Η κομματική οργάνωση μπόρεσε  να επιβιώσει μετά το 1914 και να καθοδηγήσει την επανάσταση του 1917, επειδή μπόρεσε, έστω και σε μικρό βαθμό, να βγάζει παράνομες εφημερίδες στα ενδιάμεσα χρόνια που περιλάμβαναν από τη μια τις μακροσκελείς αναλύσεις του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, τον πόλεμο και τις προδοσίες της σοσιαλδημοκρατίας, κι από την άλλη ανταποκρίσεις από το εσωτερικό της Ρωσίας και τις αντιστάσεις των εργατών στον πόλεμο. Διατήρησε το συνδυασμό: ιδέες, εμπειρίες, τι να κάνουμε.

Καμιά εφημερίδα του ενός ατόμου και χωρίς κόμμα δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτό. Και επίσης δε θα το έκανε καμιά οργάνωση που δε θα κατάφερνε να βγάλει μια εφημερίδα για τους πρωτοπόρους αγωνιστές εργάτες.Το κόμμα και η εφημερίδα του συσπείρωσαν τα πιο συνειδητοποιημένα στοιχεία της τάξης την περίοδο της κάμψης του κινήματος, και έτσι τα εκπαίδευσε για να παίξουν τον ηγετικό ρόλο στην επόμενη ανάταση των αγώνων.

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.