Για την αποκατάσταση του Σοσιαλισμού ως οράματος κοινωνικής χειραφέτησης: Ο Κρατικός Καπιταλισμός στην ΕΣΣΔ (ΙΙΙ)

 του Αλέξη Λιοσάτου

Στο σύστημα του κρατικού καπιταλισμού η άρχουσα τάξη που ελέγχει την οικονομία είναι το καπιταλιστικό κράτος, ο συλλογικός καπιταλιστής. Στο εργατικό κράτος είναι η συλλογικά οργανωμένη εργατική τάξη. Στον κρατικό καπιταλισμό, η παραγωγική διαδικασία έχει απώτερο στόχο την παραγωγή υπεραξίας και τη μετατροπή της σε υπερπροϊόν. Στο εργατικό κράτος η παραγωγή έχει στόχο τη σχεδιασμένη ικανοποίηση των αναγκών της κοινωνίας. Πρόκειται για δυο συστήματα που φαινομενικά μοιάζουν, αλλά έχουν  αντίθετα ταξικά χαρακτηριστικά.

Όπως έγραφε ο Ένγκελς, στο «Αντι-Ντύρινγκ»:  «Όσο πιο πολλές παραγωγικές δυνάμεις αναλαμβάνει το κράτος, τόσο περισσότερο γίνεται το συλλογικό όργανο όλων των καπιταλιστών, και τόσο περισσότερους πολίτες εκμεταλλεύεται. Οι εργάτες παραμένουν μισθοσυντήρητοι-προλετάριοι. Οι καπιταλιστικές σχέσεις δεν καταργούνται, αλλά φτάνουν στα ακραία τους όρια.» , ενώ ο Λένιν έγραφε:

«Τα μέτρα που οι Γερμανοί Πλεχάνοφ (Σάιντεμαν, Λενς κι άλλοι) αποκαλούν πολεμικό σοσιαλισμό είναι στην πραγματικότητα κρατικός μονοπωλιακός καπιταλισμός σε καιρό πολέμου… είναι η στρατιωτική καταναγκαστική εργασία των εργατών, η στρατιωτική υπεράσπιση των καπιταλιστικών κερδών» και αλλού:

«Τάξεις αποτελούν ομάδες ανθρώπων, η μια από τις οποίες μπορεί να οικειοποιηθεί την εργασία μιας άλλης χάρη στις διαφορετικές θέσεις που κατέχουν σε ένα δοσμένο σύστημα κοινωνικής οικονομίας.»

Η Σταλινική γραφειοκρατία συνιστούσε τάξη, μια ομάδα ανθρώπων με συγκεκριμένη θέση στην παραγωγική διαδικασία, που ολοκλήρωσε τη μετατροπή της σε άρχουσα τάξη ακριβώς τη στιγμή που ο δυναμισμός της ρωσικής οικονομίας βρισκόταν στο απόγειό του, δηλαδή με τα Πεντάχρονα Πλάνα. Δεν αποτελούσε απλώς μια κάστα (όπως πχ έλεγε ο Τρότσκι), γιατί κάστα σημαίνει μια νομικο-πολιτική ομάδα, με μέλη που προέρχονται από διάφορες τάξεις, και προκύπτει σαν αποτέλεσμα μιας σχετικά στατικής οικονομίας και παραγωγικών δυνάμεων κι ενός αυστηρού καταμερισμού εργασίας.

Οι δυο λειτουργίες που είναι θεμελιακές για τον καπιταλισμό, η απόσπαση της υπεραξίας και η μετατροπή της σε κεφάλαιο, έχουν στόχο τη συσσώρευση για τη συσσώρευση και την αντιμετώπιση του ανταγωνισμού. Η ρώσικη γραφειοκρατία, αφού το κράτος αποτελούσε «ιδιοκτησία» της, κι επειδή ήλεγχε τη διαδικασία συσσώρευσης, αποτελούσε την ενσάρκωση του κεφαλαίου στην πιο καθαρή μορφή του. Ο Τ.Κλιφ προτιμούσε για τη ρώσικη κοινωνία τον ορισμό «γραφειοκρατικός κρατικός καπιταλισμός», για να τον διακρίνει από τον κρατικό καπιταλισμό που –θεωρητικά- μπορούσε να προκύψει σταδιακά από το μονοπωλιακό καπιταλισμό.

Στη Ρωσία ως εργοδότης εμφανιζόταν το κράτος και ως διευθυντές οι γραφειοκράτες. Αλλά αυτή η διαφορά ήταν μόνο τυπική. Στην ουσία η ιδιοκτησία βρισκόταν στα χέρια των γραφειοκρατών συλλογικά. Ήταν επίσης φανερό ότι το εισόδημα των γραφειοκρατών εξαρτιόταν από τη δουλειά των εργατών, κι όχι των ίδιων. Στην πράξη το κράτος αποτελούσε την οργάνωση της γραφειοκρατίας σαν συλλογικότητας, όπως και στον ιδιωτικό καπιταλισμό το κράτος είναι ουσιαστικά η οργάνωση της αστικής τάξης για την επιβολή της εξουσίας της πάνω στην εργατική τάξη.

Ο καταμερισμός της υπεραξίας ανάμεσα στο κράτος (σαν τάξη) και στους γραφειοκράτες (σαν άτομα) εξαρτιόταν από την πίεση του παγκόσμιου καπιταλισμού κι αυξανόταν ανάλογα με την εντατικοποίηση του ρυθμού εκμετάλλευσης των μαζών και την εύρεση νέων πηγών για την άντληση κεφαλαίου. Αυτό εξηγούσε τη διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου μέσω της απομύζησης της αγροτιάς και της καταλεηλάτησης των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης.

Οι διαφορές στη Νομοθεσία

Γιατί υπήρχε διαφορά στη νομοθεσία περί ιδιοκτησίας ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση;

Η νομοθεσία δεν εκφράζει τις παραγωγικές σχέσεις άμεσα, αλλά έμμεσα. Η λειτουργία της είναι να κρατάει σε κάποια ισορροπία τα ανταγωνιστικά συμφέροντα των διαφόρων τάξεων και να συμπληρώνει τα κενά που απειλούν να δημιουργήσουν ρωγμές στο κοινωνικοοικονομικό σύστημα. Για να εξασφαλιστεί αυτή η λειτουργία, πρέπει το δίκαιο να ανυψωθεί –φαινομενικά- πάνω από την οικονομία, στηριζόμενο όμως σε αυτήν.

Πάντοτε μεσολαβεί κάποιο χρονικό διάστημα ανάμεσα στις αλλαγές που γίνονται στις παραγωγικές σχέσεις και στις αντίστοιχες που γίνονται στη νομοθεσία. Όσο πιο βαθιά και γρήγορη είναι η αλλαγή στις πρώτες, τόσο πιο δύσκολο είναι το δίκαιο να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση και να διατηρεί παράλληλα –τυπικά- τη συνέχεια με το παρελθόν.

Στο παρελθόν οι ανερχόμενες αστικές τάξεις στη Δύση έκανε προσπαθούσαν να αποδείξουν πως το κέρδος και ο τόκος δεν είναι παρά μια μορφή ενοικίου – εκείνη την ιστορική περίοδο το ενοίκιο που επέβαλλε ο γαιοκτήμονας ήταν νομιμοποιημένο στα μάτια της άρχουσας τάξης.

Ομοίως, η γραφειοκρατία στη Ρωσία εξελίχθηκε σε άρχουσα τάξη , αλλά κράτησε μια τυπική συνέχεια με το παρελθόν, για εσωτερικούς λόγους αλλά και για τις ανάγκες της εξωτερικής πολιτικής (ψευτο-επαναστατική προπαγάνδα στους εργάτες όλου του κόσμου, μέσω των ΚΚ που γεννήθηκαν κι απέκτησαν μεγάλη δύναμη στις περισσότερες χώρες του κόσμου, μετά το 1917).

Όμως δεν αρκούν μόνο αυτά για να εξηγήσουμε γιατί η γραφειοκρατία δεν επανέφερε το θεσμό της ατομικής ιδιοκτησίας, ώστε να εξασφαλίζεται στο παιδί του μια εξασφαλισμένη οικονομική θέση. Πρέπει να εξετάσουμε και ορισμένους άλλους παράγοντες. Όταν οι άνθρωποι «γράφουν» ιστορία, τη «γράφουν» σύμφωνα με την εξωτερική αντικειμενική πραγματικότητα που τους περιβάλλει και διαμορφώνει τις επιθυμίες τους.

 «Η κρατική γραφειοκρατία έχει το κράτος σαν ατομική της ιδιοκτησία.» (Μαρξ, «Κριτική στη Χεγκελιανή φιλοσοφία του Δικαίου»)

Η κρατική γραφειοκρατία στη Ρωσία έβρισκε διαφορετικούς τρόπους να κληροδοτεί τα προνόμιά της από τους «παραδοσιακούς» των αστών. Αν η επικρατέστερη μέθοδος για την εκλογή διευθυντών στα εργοστάσια ήταν η κοοπτάτσια (διορισμός), τότε ο γραφειοκράτης θα κληροδοτούσε τις «επαφές» του στο παιδί του, θα περιόριζε στο ελάχιστο τον αριθμό των ανταγωνιστών του, θα περιόριζε τις πιθανότητες των μαζών για ανώτερη μόρφωση κλπ, πράγματα που όντως συνέβαιναν στη σταλινική Ρωσία.

Η Ρωσία μας έδωσε τη σύνθεση μιας μορφής ιδιοκτησίας που αναδύθηκε από μια προλεταριακή επανάσταση και παραγωγικών σχέσεων που προήλθαν από το συνδυασμό των καθυστερημένων παραγωγικών δυνάμεων και της πίεσης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Η ιστορία συχνά κάνει άλματα προς τα μπρος ή προς τα πίσω. Όταν γυρίζει προς τα πίσω δε γυρνάει κατευθείαν στην αφετηρία της, αλλά μέσα από μια διαδικασία ελικοειδούς υποχώρησης, συνδυάζοντας τόσο τα στοιχεία του συστήματος απ’ όπου ξεκίνησε, όσο κι αυτά του συστήματος προς το οποίο εξελίσσεται.

Μπορεί να υπάρξει σταδιακή μετάβαση από το εργατικό στο καπιταλιστικό κράτος;

«Το προλεταριάτο δεν μπορεί να αναλάβει τον κρατικό αστικό μηχανισμό, πρέπει να τον καταστρέψει» (Λένιν, 1917, «Κράτος κι Επανάσταση»)

Μήπως η σταδιακή μετάβαση από το εργατικό κράτος στον κρατικό καπιταλισμό έρχεται σε αντίθεση με τη βάση της θεωρίας του Μαρξ για το κράτος; Γράφει πχ ο Τρότσκι το 1933: «…Όποιος πιστεύει ότι η σοβιετική κυβέρνηση έχει σταδιακά αλλάξει από προλεταριακή σε αστική, …ξετυλίγει ανάποδα το φιλμ του ρεφορμισμού.»

Πρέπει πάντα σαν μαρξιστές να κάνουμε ανάλυση των συγκεκριμένων συνθηκών της συγκεκριμένης κατάστασης. Όταν η γραφειοκρατία ενός εργατικού κράτους μεταβάλλεται σε άρχουσα τάξη, το κράτος σταδιακά αρχίζει να διαχωρίζεται από τους εργάτες, κι οι σχέσεις του με αυτούς γίνονται όλο και περισσότερο σχέσεις καπιταλιστή-εργάτη. Αν οι αξιωματικοί μιας λαϊκής πολιτοφυλακής όσο περνάει ο καιρός εξαρτώνται όλο και λιγότερο από τη βούληση των φαντάρων, τότε μπορούν να μεταλλαχθούν σταδιακά σε κάστα αξιωματικών ανεξάρτητη από τους φαντάρους. Αυτό άλλωστε που την καθιστά λαϊκή πολιτοφυλακή είναι ο έλεγχος «από τα κάτω».

Η μετάβαση από πολιτοφυλακή σε τακτικό στρατό, μπορεί να προκαλέσει την αντίδραση των φαντάρων, κι άρα να εκδηλωθεί βίαια. Όμως κάτι τέτοιο δεν είναι αναγκαίο, αν αυτή η αλλαγή γίνει σταδιακά, χωρίς την αντίδραση των φαντάρων. Το ίδιο ισχύει και για το κράτος: ένα κράτος χωρίς γραφειοκρατία ή με αδύναμη γραφειοκρατία που εξαρτάται από την πίεση των μαζών, μπορεί σταδιακά να μεταβληθεί σε κράτος όπου η γραφειοκρατία δεν υπόκειται πια στον εργατικό έλεγχο.

Γράφουν πχ ο Μαρξ κι ο Ένγκελς ότι μόνο η Αγγλία του 1871 θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση, όσον την ανάγκη καταστροφής της κρατικής μηχανής ως το πρώτο βήμα για την εργατική επανάσταση.«Η κοινωνική επανάσταση στην Αγγλία μπορεί ίσως να πετύχει και μόνο με ειρηνικά και νόμιμα μέσα», κι ο Λένιν το δικαιολογεί, αφού επρόκειτο για μια χώρα  «χωρίς  μιλιταρισμό και , σε μεγάλο βαθμό, χωρίς γραφειοκρατία».

Ανάλογα, λοιπόν, στο εργατικό κράτος της Ρωσίας δεν υπήρχε αστικός στρατός και γραφειοκρατία, αλλά μπορούσε να δημιουργηθεί με «ειρηνική μετάβαση», χωρίς ανοιχτή αντεπανάσταση, αφού στην πράξη δεν υπήρχαν ούτε εργατικός έλεγχος ούτε εργατικές πολιτοφυλακές.

Βέβαια η αντεπανάσταση δεν ήταν ακριβώς «ειρηνική». Προηγήθηκαν οι προσπάθειες  αντεπανάστασης από την ρωσική αστική και φεουδαρχική τάξη και την διεθνή ιμπεριαλιστική επέμβαση. Ο πόλεμος, η πείνα, οι αρρώστειες επέβαλαν «προσωρινά» αντισοσιαλιστικά μέτρα, οι αγρότες σταδιακά στράφηκαν ενάντια στους εργάτες, η εργατική δυσαρέσκεια οξύνθηκε, τα εργοστάσια (κέντρο της επανάστασης) καταστράφηκαν κι ερήμωσαν, τα σοβιέτ απονεκρώθηκαν, χιλιάδες πρωτοπόροι κομμουνιστές εξοντώθηκαν στην πρώτη γραμμή των μαχών. Ακολούθησε η «προσωρινή» υποχώρηση στον καπιταλισμό, με τη Νέα Οικονομική Πολιτική (ΝΕΠ, 1921). Και στις δυο περιπτώσεις το «προσωρινά» σήμαινε την αναμονή νικηφόρων εργατικών επαναστάσεων στη Δύση, που όμως δεν ήρθαν ποτέ. Ακολούθησε η μερική νίκη της γραφειοκρατίας μέσα στο κόμμα (τελευταίο οχυρό της επανάστασης) το 1924 (οπότε η ΕΣΣΔ πέρασε από το δόγμα «χωρίς την επανάσταση στη Δύση είμαστε καταδικασμένοι» στο δόγμα «σοσιαλισμός σε μια μόνο χώρα»), το σταδιακό ξέκομμα και ανύψωση της  γραφειοκρατίας πάνω από τις εργατολαϊκές μάζες και η μετατροπή της σε νέα άρχουσα τάξη με το Πρώτο πεντάχρονο Πλάνο, το 1928, οπότε η Ρωσία μπαίνει στην τελική  φάση της αντεπανάστασης: βίαιη κολεκτιβοποίηση και μαζική εξόντωση αγροτών το 1929, εκατόμβες νεκρών στις πόλεις από το λιμό του 1932-33, εκατομμύρια αντιφρονούντες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης τη δεκαετία του ’30. Οι δίκες της Μόσχας (1936-38) δεν ήταν παρά ο εμφύλιος πόλεμος της γραφειοκρατίας ενάντια στις μάζες, όπου μόνο η μια πλευρά ήταν οπλισμένη κι οργανωμένη, το επιστέγασμα της ολοκληρωτικής απαλλαγής της γραφειοκρατίας από το λαϊκό έλεγχο.

Καθώς εξελίσσονταν τα γεγονότα ωθούσαν τον Τρότσκι να τείνει να οδηγηθεί σε συμπεράσματα που αναιρούν προηγούμενες διατυπώσεις του σχετικά με τη φύση της ΕΣΣΔ, παρόλο που δεν πρόλαβε να αποκτήσει εκείνα τα στοιχεία (που προέκυψαν μετά τον Β’ ΠΠ) που θα τον έκαναν να διατυπώσει μια νέα θεωρία.

Ήταν όμως μήπως προοδευτικό το σταλινικό καθεστώς, επειδή παρ’ όλα αυτά προώθησε την τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων;

Ο Λένιν έλεγε πως η περίοδος του ιμπεριαλισμού σημαίνει την παρακμή και την αποσύνθεσή του, συμπλήρωνε όμως πως: «Είναι λάθος να πιστεύουμε αυτή η τάση για αποσύνθεση αποκλείει μια γοργή ανάπτυξή του. Ο καπιταλισμός στο σύνολό του αναπτύσσεται πιο γρήγορα από ότι στο παρελθόν, αυτή η ανάπτυξη όμως γίνεται όλο και πιο ανισόμερη, και με την αποδυνάμωση εκείνων των χωρών που είναι πλουσιότερες σε κεφάλαια (όπως πχ η Αγγλία)». (Λένιν, «Ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού» 1916)

Ο ίδιος ο Λένιν μάλιστα είχε «προβλέψει» τα σταλινικά κατορθώματα από την εποχή του 1905 που πίστευε ότι «η δημοκρατική δικτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς» θα εκτελέσει τα καθήκοντα της αστικής επανάστασης στη Ρωσία. Είχε πει ότι η δημοκρατική επανάσταση στη Ρωσία «θα δημιουργήσει τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης του ρωσικού καπιταλισμού, με ρυθμούς ανάλογους με αυτούς των ΗΠΑ».

Αν οι καθυστερημένες χώρες ήταν απομονωμένες από τον υπόλοιπο κόσμο, θα λέγαμε με σιγουριά ότι ο καπιταλισμός θα έπαιζε σε αυτές προοδευτικό ρόλο. Οι επαναστάτες μαρξιστές πάντως, έπρεπε να παίρνουν το παγκόσμιο σύνολο σαν αφετηρία, οπότε κι έφταναν στο συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός, οπουδήποτε κι αν υπάρχει, είναι αντιδραστικός. Γιατί το πρόβλημα της ανθρωπότητας σήμερα δεν είναι η περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, αλλά, -μπροστά στο φόβο των στρατιωτικών επεμβάσεων, των πογκρόμ, των παγκοσμίων πολέμων, των μαζικών θανάτων από ασθένειες λόγω έλλειψης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, της πείνας και της φτώχειας του μεγαλύτερου τμήματος του πληθυσμού της γης, των πυρηνικών όπλων, των οικολογικών απειλών και καταστροφών,-  για ποιον σκοπό και κάτω από ποιες κοινωνικές σχέσεις θα τις χρησιμοποιήσει.

Κάποιος άλλος μπορεί να ισχυριστεί ότι ο σχεδιασμός στη Ρωσία ήταν ένα στοιχείο που μεταβάλλει τη ρώσικη οικονομία σε προοδευτική. Αλλά εφόσον η εργατική τάξη δεν ήλεγχε την παραγωγή, οι εργάτες δεν ήταν το υποκείμενο του σχεδιασμού, αλλά το αντικείμενό του. Το μεγαλύτερο εργοστάσιο έχει πιο αναπτυγμένο σχεδιασμό από ένα μικρότερο, κι ο κρατικός καπιταλισμός έχει ακόμα πιο αναπτυγμένο –καπιταλιστικό- σχεδιασμό. Αυτό όμως δεν κάνει τις παραγωγικές σχέσεις στις μεγάλες επιχειρήσεις πιο προοδευτικές από ότι στις μικρότερες. Και στις δυο περιπτώσεις ο σχεδιασμός υπαγορεύεται από την τυφλή εξωτερική δύναμη του ανταγωνισμού που υπάρχει ανάμεσα στους ανεξάρτητους παραγωγούς.

Νόμος της Αξίας, Καπιταλιστικές Κρίσεις και ΕΣΣΔ

Όλοι οι μαρξιστές θεωρητικοί πίστευαν ότι αν η συγκέντρωση κεφαλαίου έφτανε σε τέτοιο στάδιο, όπου ένας ή περισσότεροι καπιταλιστές, ή ακόμα και το ίδιο το κράτος,  συγκέντρωναν στα χέρια τους όλο το εθνικό κεφάλαιο, ενώ ο ανταγωνισμός στη διεθνή αγορά συνεχιζόταν, η οικονομία αυτού του κράτους θα εξακολουθούσε να είναι καπιταλιστική.

Τι ισχύει για τον νόμο της αξίας σε ένα τέτοιο κράτος;

Ο νόμος της αξίας ρυθμίζει τις οικονομικές λειτουργίες με άναρχο τρόπο και ισχύει απόλυτα μόνο σε συνθήκες απόλυτα ελεύθερου ανταγωνισμού. Έτσι:

  • Και οι πιο στοιχειώδεις μορφές μονοπωλιακής οργάνωσης αρνούνται σε ένα βαθμό το νόμο της αξίας.
  • Η κρατική παρέμβαση στην οικονομία, αποτελεί καθεαυτή μια επί μέρους άρνηση του νόμου της αξίας, έστω κι αν το κράτος δεν έχει γίνει ακόμα ο θεματοφύλακας των μέσων παραγωγής. Όταν το κράτος παρεμβαίνει και ρυθμίζει την κατανομή κεφαλαίων κι εργατικής δύναμης, την είσπραξη ή την επιλεκτική μη είσπραξη φόρων, τις επιλεκτικές επιδοτήσεις ή αναθέσεις ή μίζες, τις τιμές εμπορευμάτων κλπ, αναιρεί εν μέρει το νόμο της αξίας.
  • Το ίδιο συμβαίνει κι όταν το κράτος γίνεται σημαντικός αγοραστής προϊόντων, πχ για την άμυνα του κράτους.
  • Το τραπεζικό κεφάλαιο παρουσιάζει τη μορφή της κοινής χρηματοδότησης και κατανομής των μέσων παραγωγής σε κοινωνική κλίμακα. Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο όταν το κράτος γίνεται ο κύριος επενδυτής χρηματικού κεφαλαίου, και ισχύει στο απόλυτο όταν το καπιταλιστικό κράτος αναλαμβάνει το ίδιο το σύνολο του τραπεζικού συστήματος.
  • Στο μονοπωλιακό καπιταλισμό, κι ακόμα περισσότερο στον κρατικό καπιταλισμό, τα μέσα παραγωγής δεν ανήκουν πια στο μεμονωμένο καπιταλιστή. Στις μετοχικές εταιρίες το κεφάλαιο παραχωρείται με τη μορφή κοινωνικού κεφαλαίου, καταργείται δηλαδή το κεφάλαιο σαν ατομική ιδιοκτησία, ενώ συνεχίζεται η ατομική ιδιοποίηση.
  • Ο κρατικός καπιταλισμός είναι μια μερική άρνηση της εργατικής δύναμης σαν εμπορεύματος. Για να εμφανιστεί η εργατική δύναμη στην αγορά σαν «καθαρό» εμπόρευμα πρέπει  α) ο εργάτης να είναι απαλλαγμένος από τα μέσα παραγωγής και β) να πουλάει ελεύθερα την εργατική του δύναμη. Κάτω από συνθήκες κρατικής παρέμβασης, πχ στο φασισμό, ο εργάτης δεν είναι πια «ελεύθερος».

ΩΣΤΟΣΟ Η ΜΕΡΙΚΗ ΑΡΝΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΔΕΝ ΑΠΑΛΑΣΣΕΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ. Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΗ ΜΟΡΦΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΚΦΡΑΖΕΤΑΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ. Η μισθωτή εργασία εξακολουθεί να μετατρέπεται σε κεφάλαιο. Ο συνολικός χρόνος εργασίας της κοινωνίας κι ο συνολικός χρόνος που καταναλώνεται για την παραγωγή ειδών πρώτης ανάγκης καθορίζουν το βαθμό εκμετάλλευσης, το ποσοστό υπεραξίας. Ο συνολικός χρόνος εργασίας που αναλώνεται για την παραγωγή νέων μέσων παραγωγής καθορίζει το ρυθμό συσσώρευσης. Ο καταμερισμός του συνολικού προϊόντος της κοινωνίας ανάμεσα στις διάφορες τάξεις, και τα ποσοστά που διατίθενται για την κατανάλωση και τη συσσώρευση, εξαρτώνται από το νόμο της αξίας. Όπου το κράτος είναι ιδιοκτήτης όλων των μέσων παραγωγής , ενώ η παγκόσμια οικονομία δεν έχει ενοποιηθεί ακόμα, αυτή η εξάρτηση παίρνει την πιο καθαρή κι άμεση μορφή.

Όσον αφορά την ΕΣΣΔ, δύο διακεκριμένοι Σοβιετικοί οικονομολόγοι ,οι Λάπιντους κι Οστροβιτιάνοφ, έγραφαν το 1927: «Ο νόμος της αξίας δεν έχει ακόμα φθαρεί ολότελα… όμως… βρίσκεται στη διαδικασία απονέκρωσής του…».

Το 1943 ωστόσο έσκασε η «βόμβα». Στο θεωρητικό όργανο του Κόμματος «Ποντ Ζναμέμεν Μαρξίσμα», αναφερόταν ότι «…επαναφέρθηκε στα πανεπιστήμιά μας το Μάθημα της Πολιτικής Οικονομίας…κύριο σφάλμα της προηγούμενης διδασκαλίας ήταν ότι αρνιόταν τη λειτουργία του νόμου της αξίας στη σοσιαλιστική κοινωνία».

Και το 1952 ο Στάλιν έγραψε: «…υπάρχει ο νόμος της αξίας… στη χώρα μας, κάτω από το σοσιαλιστικό σύστημα; Ναι! Και υπάρχει και λειτουργεί.» Και συμπλήρωσε , σε αντίθεση με όλη τη μαρξιστική διδασκαλία πάω στο ζήτημα: «Αποτελεί ο νόμος της αξίας τον βασικότερο οικονομικό νόμο του καπιταλισμού; Όχι.»

Δεν επρόκειτο για στροφή 180 μοιρών αλλά για ανοιχτή παραδοχή από τη γραφειοκρατία αρκετών πραγμάτων, που στο παρελθόν δέχονταν στην πράξη, αλλά αρνιόνταν να παραδεχτούν δημόσια, όπως συνέβη και με τον μεγαλορώσικο σωβινισμό, την εξύμνηση των τσαρικών παραδόσεων κι άλλα παρόμοια.

Για τον Μαρξ, η αξία καθορίζεται σαν το κοινό χαρακτηριστικό όλων των εμπορευμάτων στη βάση που ανταλλάσσονται. Τα προϊόντα μόνο σαν εμπορεύματα έχουν ανταλλακτική αξία. Όταν ένα εμπόρευμα αποτελεί αξία, σημαίνει ότι είναι αποτέλεσμα μέρους της συνολικής παραγωγικής δύναμης της κοινωνίας. Ο νόμος της αξίας καθορίζει τη σχέση ανταλλαγής ανάμεσα σε διαφορετικά εμπορεύματα και τον καταμερισμό του συνολικού κοινωνικού χρόνου εργασίας ανάμεσα στις διάφορες επιχειρήσεις. Καθορίζει λοιπόν τη σχέση ανταλλαγής ανάμεσα στην εργατική δύναμη σαν εμπόρευμα και άλλα εμπορεύματα. Ενώ ο παραγωγός παράγει αξία χρήσης για να ικανοποιήσει μια συγκεκριμένη κοινωνική ανάγκη, ο νόμος της αξίας είναι ο μοναδικός καθοριστικός παράγοντας της διάρκειας του διαθέσιμου εργάσιμου χρόνου της κοινωνίας που πρέπει να ξοδευτεί για την παραγωγή εμπορευμάτων, κι ορίζει την «αναγκαία εργασία» (για την αναπαραγωγή της εργατικής του δύναμης) και την πρόσθετη εργασία (για την υπεραξία για τον καπιταλιστή).Ο καταμερισμός της εργασίας φέρνει σε επαφή τους ανεξάρτητους παραγωγούς, που δε δέχονται καμιά άλλη εξουσία εκτός απ’ αυτή του ανταγωνισμού, του καταναγκασμού που πηγάζει από την πίεση των αμοιβαίων συμφερόντων, μέσα από την αδιάκοπη αλλαγή της ζήτησης και της προσφοράς που πηγάζουν από τον ανταγωνισμό. Για να ισχύει ο νόμος της αξίας όπως περιγράφουμε παραπάνω, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να υπάρχει απολύτως ελεύθερος ανταγωνισμός ανάμεσα στους ανεξάρτητους παραγωγούς.

Έχει εφαρμογή ο νόμος της αξίας στο καπιταλιστικό μονοπώλιο; Ο μόνος μαρξιστής που ανέλυσε λεπτομερειακά το ζήτημα αυτό είναι ο Ρούντολφ Χίλφερντινγκ στο βιβλίο του «Το χρηματιστικό κεφάλαιο» (1910). Κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ενώ, φαινομενικά η μονοπωλιακή συγχώνευση φαίνεται να αναιρεί τη θεωρία της αξίας (αφού η τιμή πλέον του εμπορεύματος από αντικειμενική γίνεται υποκειμενική, βασισμένη στο συνειδητό παράγοντα), στην ουσία έχουμε μια μερική άρνησή της. Οι σχέσεις ανταλλαγής ανάμεσα στα εμπορεύματα κι ο καταμερισμός του συνολικού χρόνου εργασίας αποτελούν παραλλαγές των ίδιων παραγόντων που θα εμφανίζονταν και κάτω από συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού. Ο ανταγωνισμός, αν και δεν είναι απόλυτα ελεύθερος, υπάρχει. Παρά τον σχεδιασμό των μονοπωλίων, ο καταμερισμός εξακολουθεί να είναι αυθαίρετος κι εντελώς διαφορετικός από τον καταμερισμό εργασίας μέσα στο εργοστάσιο.

Κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός κι η θεωρία της αξίας

Έλεγε ο Λένιν: «Όταν οι καπιταλιστές δουλεύουν για την άμυνα, είναι φανερό ότι δεν έχουμε να κάνουμε με γνήσιο καπιταλισμό, αλλά με μια ειδική μορφή εθνικής οικονομίας.»

Στη ναζιστική Γερμανία για παράδειγμα, έμεναν πολύ στενά περιθώρια στους Γερμανούς επιχειρηματίες για αυτόνομη δραστηριότητα. Όπως έγραφε κι ο Χίλφερντινγκ: «Στη Γερμανία…το κράτος καθορίζει το χαρακτήρα της παραγωγής και της συσσώρευσης…»

Αλλά κι αυτή η μορφή «κρατικού καπιταλισμού» συνέχιζε να βρίσκεται στο έλεος τυφλών οικονομικών δυνάμεων. Στη ναζιστική Γερμανία, η προσπάθεια για συσσώρευση κεφαλαίου ή για το χτύπημα των εργατικών δικαιωμάτων καθοριζόταν από την ανταγωνιστική πίεση –στρατιωτική και οικονομική- που ασκούσαν οι αντίπαλες δυνάμεις. Συνεπώς, παρά τις όποιες «παραλλαγές», ο νόμος της αξίας εξακολουθούσε να ισχύει και να καθορίζει τα πάντα.

Στη Σταλινική Ρωσία, αν την εξετάζαμε απομονωμένη από τον παγκόσμιο καπιταλισμό, θα συμπεραίναμε ότι ο νόμος της αξίας δεν ισχύει. Υπήρχε ένας και μοναδικός εργοδότης, η «αλλαγή αφεντικών» και η πώληση του εργάτη είχαν τυπική έννοια, αφού υπήρχαν πολλοί πωλητές (εργατικής δύναμης) και μόνο ένας αγοραστής (η Ρωσία). Ουσιαστικά η Ρωσία λειτουργούσε σαν ένα ενιαίο τεράστιο εργοστάσιο.

Αν εξετάζαμε όμως τη Ρωσία στα πλαίσια της Διεθνούς οικονομίας, θα βλέπαμε ότι οι αποφάσεις της γραφειοκρατίας εξαρτιόταν και παίρνονταν με βάση την παγκόσμια οικονομία και ανταγωνισμό. Στη Ρωσία ήταν διακριτό ένα από τα βασικά γνωρίσματα του καπιταλισμού: «η αναρχία και ο δεσποτισμός όσον αφορά τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας σε ένα εργοστάσιο είναι αμοιβαίες συνθήκες το ένα για το άλλο».

Η οικονομία της Ρωσίας ήταν πολύ καθυστερημένη για να κατακλύσει τις ξένες αγορές με τα προϊόντα της. Οι δικές της αγορές προστατεύονταν από τα ξένα προϊόντα με τη μονοπώληση από το κράτος του εξωτερικού εμπορίου.  Έτσι λοιπόν οι εμπορικοί ανταγωνισμοί δεν ήταν μέχρι τώρα τόσο σημαντικοί όσο οι στρατιωτικοί (τα πράγματα έγιναν διαφορετικά όταν εκδηλώθηκε ο εμπορικός ανταγωνισμός της Ρωσίας με τα κράτη-δορυφόρους της). Έτσι ο διεθνής ανταγωνισμός έπαιρνε κυρίως  στρατιωτική μορφή.

Στις χώρες του παραδοσιακού καπιταλισμού, σε καιρό πολέμου, το βάρος των εξοπλισμών μοιραζόταν σε όλην την οικονομία. Το γνωστό σύνθημα «πρώτα τα κανόνια, μετά το βούτυρο» σήμαινε ότι ο εμπορικός ανταγωνισμός αντικαθίστατο από τον άμεσο στρατιωτικό ανταγωνισμό. Στην πολεμική βιομηχανία δε χρειάζεται να περικοπεί το κόστος παραγωγής προς όφελος του εμπορικού ανταγωνισμού, αλλά το ζητούμενο είναι να αυξηθούν οι αξίες χρήσης, τα όπλα. (Έτσι εξηγείται ότι στη διάρκεια του Β΄ΠΠ προέκυψαν τεχνικές βελτιώσεις που τον καιρό της ειρήνης σκόνταφταν στις αντιδράσεις των μονοπωλίων και των καρτέλ.)

Το αυξημένο ποσοστό εκμετάλλευσης και η ολοένα και μεγαλύτερη υποταγή των εργατών στο ρωσικό κράτος, ώστε να παράγονται περισσότερο κανόνια παρά βούτυρο, μοιραία οδηγούσε στην όλο και πιο έντονη καταπίεση των μαζών.

Ο νόμος της αξίας θα σταματούσε μόνο αν μπορούσε να υπάρξει παγκόσμιος κρατικός καπιταλισμός. Τότε αυτός θα έπαυε να είναι καπιταλισμός και να υπάγεται στο νόμο της αξίας. Όπως κατέληξε κι ο Μπουχάριν στο έργο του «Παγκόσμια Οικονομία και Ιμπεριαλισμός» (1915) , τότε θα προέκυπτε ένα καινούριο –εκμεταλλευτικό- σύστημα που θα βασιζόταν «στις σχέσεις αφέντη προς δούλους, χωρίς σκλαβοπάζαρα». (Βέβαια ο Μπουχάριν, θεωρούσε  απίθανο ένα τέτοιο σενάριο μιας παγκόσμιας αυτοκρατορίας, λόγω της αναμενόμενης πληθώρας εθνικών και κοινωνικών συγκρούσεων.)

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΞ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Σύμφωνα με τον Μαρξ και την ανάλυσή του για τις κρίσεις υπερπαραγωγής, ο καπιταλισμός είναι αναγκασμένος να συσσωρεύει όλο και περισσότερο κεφάλαιο. Όμως αυτή η διαδικασία εμποδίζεται από δυο συμπληρωματικούς μα κι αντιφατικούς παράγοντες: α) η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, που σημαίνει ότι οι πηγές για παραπέρα συσσώρευση περιορίζονται, και β) η αύξηση της παραγωγής πέρα από τις δυνατότητες της αγοράς για την απορρόφηση των παραγόμενων προϊόντων. Αν δεν υπήρχε ο πρώτος παράγοντας, η αύξηση των εργατικών μισθών θα ήταν η απάντηση στην κρίση, ενώ αν δεν υπήρχε ο δεύτερος παράγοντας, η  καλύτερη απάντηση θα ήταν ο φασισμός και η συνεχής συμπίεση των μισθών. Σε τελική ανάλυση η αιτία της καπιταλιστικής κρίσης είναι ότι ένα όλο και μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού εισοδήματος περνάει στα χέρια της τάξης των καπιταλιστών κι ένα όλο και  μεγαλύτερο κομμάτι δεν ξοδεύεται για την αγορά καταναλωτικών αγαθών, αλλά για την αγορά μέσων παραγωγής και τη συσσώρευση κεφαλαίων. Φυσιολογικά οδηγούμαστε στην υπερπαραγωγή και αυτό οδηγεί στην ανάγκη για περαιτέρω συσσώρευση κι ακόμα μεγαλύτερο ποσοστό εκμετάλλευσης. Το ποσοστό κέρδους καθορίζει τον ρυθμό συσσώρευσης, αυτός τον βαθμό απασχόλησης, αυτός το ύψος των μισθών, αυτό το ποσοστό κέρδους κ.ο.κ., δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο. Ένα μεγάλο ποσοστό κέρδους σημαίνει συσσώρευση με γοργό ρυθμό, άρα μεγαλύτερες ευκαιρίες για απασχόληση κι αύξηση των μισθών. Κάποια στιγμή, η αύξηση των μισθών μειώνει το ποσοστό κέρδους κι έτσι επιβραδύνεται η συσσώρευση. Με άλλα λόγια, για αρκετά χρόνια οι επενδύσεις για χτίσιμο νέων εργοστασίων είναι πολύ μεγάλες σε σχέση με την αύξηση της παραγωγής τελικών προϊόντων. Αυτά είναι τα χρόνια της άνθισης. Αργότερα ακολουθεί μια περίοδος που επεκτείνεται η παραγωγή τελικών προϊόντων και πέφτει ο ρυθμός συσσώρευσης-είναι το πρώτο σημάδι της κρίσης. Στη συνέχεια έρχεται η κρίση: η παραγωγή πέφτει σε απελπιστικά επίπεδα ενώ οι επενδύσεις σταματούν.

Αυτή η θεωρία εξηγούσε κι εξηγεί  γιατί, παρά την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, δεν έχουμε μια συνεχή κρίση υπερπαραγωγής, αλλά μια  κυκλική κίνηση της οικονομίας.

Το πιστωτικό-τραπεζικό σύστημα επέτρεψε στον καπιταλισμό να αναπτυχθεί με έναν ρυθμό δίχως προηγούμενο, όμως παράλληλα αύξησε την αστάθεια του συστήματος, εμποδίζοντας τους βιομήχανους να σχηματίζουν μια εικόνα των αληθινών συνθηκών που επικρατούν στην αγορά. Οι πιστώσεις μπορούσαν να αναβάλουν την απαρχή μιας κρίσης, μόνο και μόνο για να την κάνουν έπειτα πιο βαθιά.

Ένας ακόμα παράγοντας που συμβάλλει στο ξέσπασμα των κρίσεων είναι η ύπαρξη μιας σειράς μεσαζόντων (εμπόρων)- χάρη σε αυτούς μπορεί η παραγωγή να αυξάνεται, χωρίς να αυξάνεται και η πώληση στους καταναλωτές. Τα απούλητα προϊόντα που μένουν σαν απόθεμα στα ράφια των εμπόρων κάνουν τις κρίσεις, όταν έρχονται, ακόμα πιο σοβαρές.

ΚΡΑΤΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΙΣΗ

Έγραφε ο Μπουχάριν για την κρίση υπερπαραγωγής στον κρατικό καπιταλισμό (1915): «Είναι δυνατή η συσσώρευση εδώ; Φυσικά!… Το σταθερό κεφάλαιο αυξάνεται… Αν γίνει κάποιο λάθος στην παραγωγή και παραχθούν περισσότερα καταναλωτικά αγαθά, το πλεόνασμα μπορεί να μοιραστεί αντί να καταστραφεί… Έτσι λοιπόν, ποτέ δεν έχουμε κρίση γενικής υπερπαραγωγής… Η κατανάλωση των καπιταλιστών αποτελεί την κινητήρια δύναμη της παραγωγής και του προγραμματισμού της… Σε αυτήν  την περίπτωση δεν έχουμε μια ιδιαίτερα ταχύρυθμη ανάπτυξη της παραγωγής…». Στην πραγματικότητα, αυτό σήμαινε στασιμότητα της οικονομίας, και η παραγωγή θα έπεφτε σε κατάσταση ληθάργου

Από την άλλη, ο Ρώσος οικονομολόγος Μιχαήλ Τουγκάν- Μπαρανόφσκι έγραφε το 1901, ότι θα μπορούσε να υπάρξει κρατικός καπιταλισμός με υψηλό κι αδιάκοπα ανερχόμενο επίπεδο παραγωγής, παράλληλα με τον ανταγωνιστικό τρόπο διανομής, υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) κάθε άνοδος της παραγωγικότητας της εργασίας να συνοδεύεται παράλληλα από μια αντίστοιχη αύξηση της παραγωγής παραγωγικών μέσων. β) Όλο και περισσότεροι άνθρωποι να απασχολούνται για την παραγωγή μηχανημάτων κλπ (με την προλεταριοποίηση της κοινωνίας), γ) Η παραγωγή καταναλωτικών αγαθών να μην ξεπερνάει τον ρυθμό αύξησης του πληθυσμού, την παραγωγική ικανότητα της κοινωνίας και την κατανάλωση των καπιταλιστών. Τότε δεν θα υπήρχε κρίση υπερπαραγωγής, όσο κι αν έπεφτε η αγοραστική δύναμη των μαζών, κατέληγε. Σε ένα ολοκληρωτικό κρατικοκαπιταλιστικό καθεστώς, οι μισθοί μπορούσαν να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα μέσα στα κατάλληλα όρια που υπαγορεύονται από τη διαδικασία της εκμετάλλευσης και την κυριαρχία του κεφαλαίου.

Αυτή όμως η «λύση» του οικονομολόγου ήταν εφαρμόσιμη σε έναν κρατικό καπιταλισμό καθυστερημένο σε σχέση με τον παγκόσμιο καπιταλισμό, εφόσον τα παραγωγικά μέσα σπανίζανε, κι εφόσον κατά συνέπεια ήταν επείγουσα, στο πλαίσιο του παγκόσμιου ανταγωνισμού,  η παραγωγή μηχανών που θα παράγουν άλλες μηχανές κ.ο.κ.

Όταν όμως η παραγωγή μηχανών κατάφερνε να εξυψώσει την ρωσική οικονομία στο επίπεδο της οικονομίας του υπόλοιπου κόσμου, θα βρισκόταν αντιμέτωπη με το πρόβλημα της υπερπαραγωγής, και τη στασιμότητα της οικονομίας, στο συμπέρασμα δηλαδή που κατέληγε ο Μπουχάριν.  Η «λύση» του Τούγκαν-Μπαρανόφσκι ήταν εφικτή σε κρατικό καπιταλισμό υπανάπτυκτης χώρας, ενώ ο Μπουχάριν μιλούσε για τον κρατικό καπιταλισμό που κοντεύει να φτάσει στο σημείο κορεσμού των παραγωγικών μέσων. Η πρώτη οδός μιλούσε για πλήρη αποδέσμευση της συσσώρευσης. Η  δεύτερη οδός εξηγούσε ότι η ταχύρυθμη συσσώρευση είναι αδύνατη κι άρα ότι η παραγωγή έπρεπε να μειωθεί. Στην πραγματικότητα και κατ’ αντιστοιχία, η πρώτη αντιπροσώπευε τη φάση οικονομικής ανάκαμψης, ενώ η δεύτερη την κρίση του καπιταλιστικού κύκλου. Όμως και οι δύο «λύσεις» ήταν καθαρό ότι διατηρούσαν τον εργάτη υποχείριο του κεφαλαίου.

Αλλά υπήρχε και μια τρίτη «λύση», η πολεμική οικονομία. Η πολεμική οικονομία ανακουφίζει τις αδυναμίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Επίσης ένας πόλεμος οδηγεί σε μαρασμό της συσσώρευσης και καταστροφή κεφαλαίων τεράστιας κλίμακας, κι έτσι ξαναδημιουργείται μια νέα δυνατότητα για συσσώρευση. Άλλωστε η πολεμική οικονομία συνοδεύεται πάντα από κρίση υποπαραγωγής, γιατί η ζήτηση αγαθών ξεπερνάει την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας.

Η θέση που είχαν στο ρώσικο κρατικό καπιταλισμό οι πολεμικές προετοιμασίες και η παραγωγή μέσων παραγωγής, πολύ μπροστά από την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών, έκαναν μέχρι τη δεκαετία του ’50 τη Ρωσία ικανή να ακολουθεί τον «δρόμο» Τούγκαν-Μπαρανόφσκι κι όχι τον «δρόμο» Μπουχάριν . Ωστόσο, με βάση  την παγκόσμια οικονομική κατάσταση, εκτιμούσε ο Τόνι Κλιφ πως πλέον η «λύση» της πολεμικής οικονομίας ήταν το μόνο μέσο που είχε στα χέρια της η ρώσικη γραφειοκρατία, μέχρι τον καιρό που είτε ο σοσιαλισμός είτε η βαρβαρότητα θα καθιστούσαν τέτοιου είδους «λύσεις» περιττές.

Σήμερα, το πέρασμα από όλες τις ανωτέρω φάσεις-που αντιστοιχούν στην κλασική ανάκαμψη και κρίση του καπιταλιστικού συστήματος- επιβεβαιώνεται σε μας που έχουμε ολοκληρωμένη εικόνα για τη διαδρομή της ανόδου και της πτώσης της Σοβιετικής Ένωσης.

(Διαβάστε: Κρατικός Καπιταλισμός στη Ρωσία, του Τόνι Κλιφ)

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.