Για την αποκατάσταση του σοσιαλισμού ως όραμα κοινωνικής χειραφέτησης: Ο Κρατικός καπιταλισμός στην ΕΣΣΔ (ΙΙ)

του Αλέξη Λιοσάτου

Κόμμα και Κράτος

Α)Στρατός

Οι μπολσεβίκοι μετά το ’17 εφάρμοσαν συγκεκριμένα μέτρα: όλη η εξουσία περνούσε στα σοβιέτ (συμβούλια) των φαντάρων, οι διοικητές πλέον εκλέγονταν  και ήταν άμεσα ανακλητοί, οι βαθμοί (πχ λοχίας, λοχαγός κλπ), τα παράσημα, οι χαιρετισμοί  καταργήθηκαν. Η στράτευση έγινε πλέον εθελοντική.

Από τον πρώτο καιρό όμως, η εθελοντική στράτευση στον επαναστατικό στρατό ήταν μικρή, λόγω της αηδίας του ρώσικου λαού για τον Α’ ΠΠόλεμο. Παράλληλα ξεκίνησε η ιμπεριαλιστική επέμβαση των ξένων δυνάμεων για να ανατρέψουν το καθεστώς.

Έτσι οι μπολσεβίκοι έκαναν υποχωρήσεις, λόγω των αντικειμενικών συνθηκών. Η στράτευση έγινε σύντομα ξανά υποχρεωτική, επιστράτευσαν χιλιάδες παλιούς τσαρικούς αξιωματικούς και κατάργησαν την αρχή της εκλογής (αλλιώς δεν υπήρχε περίπτωση να εκλέξουν οι φαντάροι τους μισητούς πρώην διοικητές τους.)

Οι εργάτ(ρι)ες-η ατμομηχανή της επανάστασης- ήταν λίγοι, οι αγρότες μια λαοθάλασσα ιδιοκτητών χωρίς συλλογική συνείδηση,  η παραγωγή ήταν μικρή, τα εφόδια λίγα, οι υποδομές ανεπαρκείς. Σε αυτές τις δυσμενείς συνθήκες, αυτές οι υποχωρήσεις ήταν αναγκαίες για να «αντέξει» το καθεστώς την πίεση, μέχρι να νικήσει η εργατική επανάσταση στη Γερμανία ή αλλού, και να έρθει η βοήθεια από το εξωτερικό. Διατυπωμένος στόχος των μπολσεβίκων ήταν ξανά και ξανά αυτά τα μέτρα να καταργηθούν αμέσως, καθώς ήταν γενικά αποδεκτό ότι αποτελούν επικίνδυνη παρέκκλιση από τους επαναστατικούς σκοπούς.

Τα μέτρα δεν καταργήθηκαν ποτέ, γιατί όχι μόνο δεν ανατράπηκαν οι δυσμενείς συνθήκες, αλλά το αντίθετο: η επανάσταση άρχισε να υποχωρεί, οι εργάτες να εξατομικοποιούνται, τα πιο πρωτοπόρα κομμάτια τους είχαν χαθεί στον εμφύλιο και στην απόκρουση των ξένων  δυνάμεων, η δυσαρέσκεια των αγροτών μεγάλωνε.

Όσο διατηρούνταν αυτή κατάσταση, με την επαγγελματοποίηση και τη μονιμότητα των παλιών τσαρικών, και την εξασθένηση του ελέγχου από τα κάτω, άρχισε να αλλοιώνεται η σύνθεση και η ποιότητα του Κόκκινου στρατού. Οι διοικητές άρχισαν να συγκροτούν κλίκα, όλο και πιο απομακρυσμένη από τη βάση των φαντάρων, χρησιμοποιώντας την εξουσία για να αποκομίσουν προνόμια και για να γίνονται όλο και πιο αυταρχικοί.Ο αυταρχισμός έγινε ο κανόνας το 1923 με τη μερική νίκη της γραφειοκρατίας του Στάλιν. Τις κομματικές θέσεις (αυτές που υποτίθεται θα εγγυόντουσαν την προστασία των φαντάρων από τους διοικητές!) άρχισαν να καταλαμβάνουν οι διοικητές στο στρατό. Το 1926 καταλάμβαναν τα 2/3 των κομματικών θέσεων.

Το 1924 ο διοικητής έπαιρνε μισθό 150 ρούβλια το μήνα, δηλαδή όσο περίπου ένας μέσος εργάτης. Μετά το 1928, οι ανισότητες άρχισαν να καλπάζουν. Από το 1934 ως το 1939 οι μισθοί διπλασιάστηκαν έως τετραπλασιάστηκαν. Το 1937 ο στρατιώτης έπαιρνε 150 ρούβλια, κι ο αξιωματικός 8000 ρούβλια το μήνα. Στον Β’ ΠΠ οι φαντάροι παίρνανε 10 ρούβλια κι οι συνταγματάρχες 2400 ρούβλια το μήνα (ανισότητα πχ πάνω από 60 φορές μεγαλύτερη απ’ ότι στον αμερικάνικο στρατό). Επίσης από το 1928 καθιερώθηκαν προνόμια για τους διοικητές: πολυτελή σπίτια, αποκλειστικοί συνεταιρισμοί κοινωνικών παροχών, δωρεάν μετακινήσεις κλπ.

Το 1935 επαναφέρθηκαν (επιστρέφοντας στην εποχή του τσάρου) οι βαθμοί και το 1940 τα διακριτικά των βαθμών στο στρατό. Το 1917 είχαν καταργηθεί σαν σύμβολο καταπίεσης. Τώρα η ρώσικη κυβέρνηση αποφάσιζε ότι τα διακριτικά συμβολίζουν «τη συνέχιση της ένδοξης ιστορίας των ρώσικων στρατιών από καταβολής ρωσικού κράτους»!!! Μετά το 1940 οι συντροφικές σχέσεις μεταξύ φαντάρων και διοικητών απαγορεύθηκαν, ο διοικητής μπορούσε να απειλήσει με όπλο τον φαντάρο, αλλά και να τον εκτελέσει επιτόπου χωρίς καν στρατοδικείο, ακόμα αν επρόκειτο για ομαδικό παράπονο, ακόμα και για το φαγητό. Αυτά συνιστούσαν μια από τις πιο βάρβαρες στρατιωτικές ιεραρχίες στην ιστορία της ανθρώπινης κοινωνίας.

Β)Σοβιέτ (Εργατικά Συμβούλια)

Στον σοσιαλισμό, η ουσία βρίσκεται στη ζωντανή επαναστατική διαδικασία του εργατικού ελέγχου και της εργατικής κυβέρνησης, που με τη σειρά τους βασίζονται στην εργατική δημοκρατία και την ενεργή συμμετοχή του κόσμου στα εργατικά συμβούλια-τα σοβιέτ.

«Μα τα σοβιέτ ζουν και βασιλεύουν επί Στάλιν στην ΕΣΣΔ», θα αντιτείνουν οι σταλινικοί. Πράγματι, αλλά μάλλον μπερδεύουν (σκόπιμα;) οι σ. τη μορφή με το περιεχόμενο. Γιατί τα Σοβιέτ σαν ζωντανά κύτταρα είχαν πάψει να λειτουργούν ή υπολειτουργούν, ακόμα και στις μεγάλες πόλεις, πόσο μάλλον στην απομακρυσμένη επαρχία, από τα πρώτα χρόνια μετά το ’17, επί «Πολεμικού Κομμουνισμού». Είδαμε ότι οι συνθήκες ήταν δυσμενείς κι αυτό ήταν αναπόφευκτο, αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να γίνεται για πάντα χωρίς συνέπειες για το εργατικό κράτος. Μετά το τέλος του εμφυλίου και τη νίκη των Μπολσεβίκων, εργατική δημοκρατία πλέον δεν υπήρχε. Οι μπολσεβίκοι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την επαναφέρουν με διάφορα μέτρα και με συνεχή παρακίνηση, αλλά αυτό δεν μπορούσε να εμφυτευθεί στα κεφάλια των εργατών «από τα πάνω», είχε να κάνει με τις εμπειρίες τους. Ο ταλαιπωρημένος ρώσικος λαός είχε χάσει σε επαναστατική συνοχή και έδινε τη μάχη της επιβίωσης, εκδηλώθηκε η κόντρα μεταξύ πόλεων (εργάτες=μειοψηφία) και υπαίθρου (αγρότες=συντριπτική πλειοψηφία), ενώ οι εργατικές επαναστάσεις έχαναν σε μια σειρά άλλες  χώρες, με τελευταία κρίσιμη χαμένη μάχη την επανάσταση του 1923 στη Γερμανία-που σηματοδότησε την υποχώρηση του διεθνούς επαναστατικού κύματος. Τα σοβιέτ άρχισαν να μετατρέπονται σε κενό γράμμα, όσον αφορά τη λειτουργία, τη συμμετοχή, τον αποφασιστικό ρόλο, τη συχνότητα συνεδριάσεων.

Το 1918 το Συνέδριο των Σοβιέτ συγκλήθηκε 5 φορές. Από το 1919 ως το 1922 συγκαλούνταν μια φορά κάθε χρόνο. Από το 1917 ως το 1936 συνολικά συνεδρίασε 104 μέρες, από τις οποίες το 70% των συνεδριάσεων πραγματοποιήθηκαν ως το 1925.

Σιγά σιγά τα σοβιέτ άρχισαν να γίνονται τα τυφλά εκτελεστικά όργανα μιας εξουσίας που βρίσκεται στα χέρια μιας άλλης τάξης. Κομβικές αποφάσεις-τομές στη ρώσικη οικονομία, με τεράστιες επιπτώσεις στο λαό της, όπως το 5χρονο Πλάνο, η βίαιη κολεκτιβοποίηση ή η γρήγορη εκβιομηχάνιση πάρθηκαν χωρίς συμμετοχή ή ενημέρωση της «Ανώτατης Αρχής» του Συνεδρίου των Σοβιέτ. Θέματα ζωτικά, εξωτερικής πολιτικής, ενόψει Β’ ΠΠ, δεν συζητιόνταν καν, καθώς τα «χειριζόταν η Σοβιετική Κυβέρνηση» (δηλαδή ο Στάλιν κι ο περίγυρός του). Η κεντρική εκτελεστική του επιτροπή (ΚΕΕ) επί Στάλιν δεν συνεδρίαζε ούτε 10 μέρες το χρόνο. Το Ανώτατο Σοβιέτ πολλές φορές ενημερωνόταν για τον ετήσιο κρατικό προϋπολογισμό, μήνες μετά την εφαρμογή του. Το προεδρείο του Ανώτατου Σοβιέτ πραγματευόταν άγνωστη θεματολογία και δεν κρατιόντουσαν πρακτικά από τις συνεδριάσεις του. Από το τέλος της δεκαετίας του ’20, όλες οι αποφάσεις παίρνονταν ομόφωνα. Δεν σημειώθηκε ούτε μια αντίθετη ψήφος, μια διαφορετική πρόταση ή έστω μια αποχή! Σαφώς όλα αυτά δεν πλησίαζαν καν την αστική δημοκρατία, πολύ περισσότερο δεν θύμιζαν την εργατική…

Γ)Εκλογές

Ποτέ σε περιφερειακές εκλογές το ποσοστό του εκλεγμένου δεν έπεσε κάτω από 98%. (Μια φορά μάλιστα, το 1947, ο Στάλιν πήρε 2122 ψήφους, από σύνολο 1617 ψηφοφόρων!) Για τις εκλογές του Ανώτατου Σοβιέτ το 1937, και για ένα δημοψήφισμα στη Λιθουανία το 1940, τα  αποτελέσματα έγιναν γνωστά πριν πραγματοποιηθούν οι εν λόγω «δημοκρατικές» διαδικασίες. Λίγες μέρες πριν τις εκλογές του ‘37, 37 υποψήφιοι «εξαφανίστηκαν». Καμία εξήγηση δεν δόθηκε στους ψηφοφόρους και το θέμα θεωρήθηκε «λήξαν».  Τέτοια φαινόμενα απολυταρχίας και ταυτόχρονα ξετσίπωτης προπαγάνδας, δύσκολα σημειώνονταν ακόμα και σε δικτατορικά καθεστώτα.

Δ)Το Κόμμα

Παρά τη χυδαία προπαγάνδα που ασκήθηκε από διάφορες πλευρές, αυτό που κυρίως χαρακτήριζε το μπολσεβίκικο κόμμα ήταν η εσωτερική δημοκρατία. Από τις αρχές του 1900 ως το 1918, για παράδειγμα, υπάρχουν πλείστες καταγεγραμμένες περιπτώσεις διαφωνιών μέσα στο κόμμα για σημαντικά ζητήματα (για τη συμμετοχή ή όχι στις εκλογές, τη στάση στον Α’ ΠΠ, τον χαρακτήρα της επανάστασης, τη χρονική στιγμή της εξέγερσης…), όπου ο Λένιν, λαμπρή φυσιογνωμία του κόμματος, ήταν μειοψηφία. Σε πολλά από αυτά, ο Λένιν δικαιώθηκε αργότερα μέσα από την αποκρυστάλλωση των εμπειριών των απλών μελών του κόμματος που προέκυπτε μέσα από δημοκρατική συζήτηση μεταξύ τους.

Η «μονολιθικότητα» του κόμματος καθιερώθηκε σαν «ίδιον γνώρισμα» με επικεφαλής τον Στάλιν.Το Συνέδριο του Κόμματος έπρεπε να γίνεται κάθε χρόνο, όπως  και γινόταν ως το 1925. Τα επόμενα Συνέδρια έγιναν το ’27, ’30, ‘34, ’39 και το τελευταίο το 1952. Η Συνδιάσκεψη έπρεπε να γίνεται κάθε χρόνο, όπως και γινόταν ως το 1926. Μετά διεξήχθη το 1929, ’32, ’34 κι η τελευταία το 1941.

Το Πολιτικό γραφείο του Κόμματος υποτίθεται ότι λογοδοτούσε στην Κεντρική Επιτροπή. Κι όμως από το 1934 ως το 1939 το ΠΓ διέγραψε πάνω από τα ¾ της ΚΕ. Μόνο 16 από τους 71 εκλεγμένους το ’34  ξαναέθεσαν υποψηφιότητα στο Συνέδριο του Κόμματος το ’39.Το ΠΓ εξέλεγε τη Γραμματεία που με τη σειρά της εξέλεγε τον γενικό γραμματέα. Αυτό το πόστο το είχε ο Στάλιν ως το θάνατό του, για 30 χρόνια. Το πόστο αυτό είχε πολύ περιορισμένες αρμοδιότητες ως το 1922, αλλά επί Στάλιν απόκτησε  εξουσίες παντοκράτορα.

Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ:

το 1934 μόνο το 9%  των μελών του κόμματος ήταν εργάτες, το 41% ανήκε στη διανόηση. Το 1923 μόνο το 23% των εργοστασιακών διευθυντών ανήκαν στο Κόμμα. Έπειτα τα ποσοστά έγιναν το 1925 82%, το 1927 84%, το 1936 98-99%. Το 1920 μόνο το 10% των διοικητών του Κόκκινου Στρατού ανήκαν στο Κόμμα. Έπειτα τα ποσοστά έγιναν το 1924 30%, το 1929 51% και το 1933 72%. Το 1937, το διοικητικό προσωπικό των επιχειρήσεων σχεδόν εξ’ ολοκλήρου ανήκε στο κόμμα (1.751.000 άτομα). Το κόμμα όμως είχε συνολικά 2,5 εκατομμύρια μέλη. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι άνθρωποι από τις χαμηλές τάξεις ήταν συντριπτική μειοψηφία μέσα στο κόμμα.

Από το 1.588.000 μέλη του Κόμματος το 1939, μόνο το 1% ανήκε στο κόμμα από το 1917, το 8,3%  αυτών ήταν μέλη από το 1920, ενώ το 70% μπήκε στο κόμμα μετά το 1929. Από τα 15 μέλη της επαναστατικής κυβέρνησης του ’17, μόνο 1  ζούσε το ’40 (ο Στάλιν). Το 1938 είχαν «εκκαθαριστεί» μετά τις δίκες της Μόσχας τα 9/10 των ηγετών της Οκτωβριανής Επανάστασης, το 85% των διοικητών στρατιάς που είχαν διοριστεί το 1935, ακόμα και 2 αρχηγοί της αστυνομίας.

Συμπέρασμα: Ο μαρξισμός κάνει λόγο για την  «απονέκρωση του νόμου και του  κράτους», όταν αναφέρεται στη μετάβαση του εργατικού κράτους προς την αταξική κομμουνιστική κοινωνία, όπου το κράτος αυτοδιαλύεται γιατί χάνει τη χρησιμότητά του, κι αντικαθίσταται με τη συνήθεια και την ενεργητική αλληλεγγύη μεταξύ των απλών ανθρώπων. Αντίθετα, από την άνοδο της γραφειοκρατίας και μετά, βλέπουμε την αλματώδη ανάπτυξη ενός τερατώδους προπαγανδιστικού και κατασταλτικού κρατικού μηχανισμού, ενός μηχανισμού  απόλυτου ελέγχου των μαζών, εις βάρος της πλειοψηφίας του ρώσικου λαού, αλλά υπέρ του κρατικοκαπιταλιστικού καθεστώτος ( με σκοπό «να φτάσουμε και να ξεπεράσουμε τη Δύση») και της άρχουσας τάξης του. Όπως έγραφε το 1948 ο σταλινικός Π.Φ. Γιουντίν : «Το σοβιετικό κράτος αποτελεί το κύριο όργανο για την οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας… η εδραίωσή του είναι προϋπόθεση για το χτίσιμο του κομμουνισμού…η άνοδος του κομμουνισμού είναι σε άμεση σχέση με την τελειότητα του κρατικού μηχανισμού….». Όλα αυτά ήταν προφανές ότι καμία σχέση δεν είχαν με τον Μαρξ, αλλά με το αντίθετό του. Η γιγάντωση του Ρωσικού κράτους –αντί για την απονέκρωσή του- ήταν άλλη μια απόδειξη για  την κατακόρυφη όξυνση των ταξικών ανταγωνισμών σε μια ήδη ταξική κοινωνία.

 

 H Οικονομία ενός εργατικού κράτους

Υπάρχουν δυο είδη παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό: τα μέσα παραγωγής και η εργατική δύναμη. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δημιουργεί τις υλικές συνθήκες για το σοσιαλισμό. Από όλα τα μέσα παραγωγής, μάλιστα, σύμφωνα με τον Μαρξ («Η αθλιότητα της Φιλοσοφίας»), μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη είναι η ίδια η εργατική τάξη.

Εργάτες και τεχνικοί: Οι τεχνικοί και η λοιπή «νέα μεσαία τάξη» αποτελούν αναγκαίο στοιχείο στην παραγωγική διαδικασία κι ένα σπουδαίο κομμάτι των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνίας. Στον καπιταλισμό, ο εργάτης αντιμετωπίζει τις επιστημονικές δυνάμεις σαν ιδιοκτησία κάποιου άλλου και σαν εξουσία, ενώ ο τεχνικός λειτουργεί σαν ιμάντας μεταβίβασης μέσω του οποίου εξασκεί τον καταναγκασμό του ο καπιταλιστής στον εργαζόμενο. Στα πρώτα στάδια του εργατικού κράτους, οι τεχνικοί θα είναι απαραίτητοι, αλλά η εργασία τους θα υπάγεται στα συμφέροντα της συλλογικής εργατικής τάξης. Η ύπαρξή τους σαν «ξεχωριστό» στρώμα είναι μεταβατική. Απόλυτη νίκη του σοσιαλισμού σημαίνει την κατάργηση του διαχωρισμού πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας. Όσο πιο ψηλό γίνεται το βιοτικό και πνευματικό επίπεδο των μαζών, τόσο υπονομεύεται η μονοπωλιακή θέση των διανοητικά εργαζομένων, μέχρι να επιτευχθεί η πλήρης σύνθεση των δύο εργασιών.

Εργασιακή Πειθαρχία: Στον καπιταλισμό η πειθαρχία λειτουργεί για τον εργάτη σαν εξωτερική καταναγκαστική δύναμη υπό τον έλεγχο του αφεντικού. Στον σοσιαλισμό, η πειθαρχία χρειάζεται, αλλά είναι αποτέλεσμα της συνείδησης και της νοοτροπίας ελεύθερων ανθρώπων, που θα παράγουν για τον εαυτό τους.

Κατανάλωση-Παραγωγή-Διανομή: Στην καπιταλιστική κοινωνία η συσσώρευση καθορίζει το βαθμό απασχόλησης και το ύψος των μισθών, δηλαδή τον ρυθμό κατανάλωσης των απλών ανθρώπων. Στο εργατικό κράτος η συσσώρευση ρυθμίζεται από τις ανάγκες τους.Η συσσώρευση για τη συσσώρευση στον καπιταλισμό πατάει σε δυο παράγοντες: α) τον διαχωρισμό του εργάτη από τα μέσα παραγωγής και β) την ύπαρξη ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστών (ιδιωτών, μονοπωλίων ή κρατών). Ο εργατικός έλεγχος λοιπόν της παραγωγής και η κατάργηση των εθνικών συνόρων αποτελούν τις δυο βασικές προϋποθέσεις για την πλήρη υποταγή της συσσώρευσης στην κατανάλωση.

Εργάτες και Αγρότες: Όπως έγραφε ο Έγκελς: «Αν είχαμε την κρατική εξουσία δε θα σκεφτόμασταν την απαλλοτρίωση των χωραφιών των μικροϊδιοκτητών. Στόχος είναι να στρέψουμε τη μικρής κλίμακας παραγωγή προς την κατεύθυνση του συνεταιρισμού, όχι όμως βίαια, αλλά με το παράδειγμα και με την παροχή δημόσιας βοήθειας… θα δείξουμε όλα τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται αυτός ο μετασχηματισμός… θα τους δώσουμε όλον τον καιρό να το σκεφτούν…» Η εθελοντική συνεργασία των μικρών αγροτών στην παραγωγή όμως προϋποθέτει μια σε μεγάλο βαθμό εκμηχανισμένη γεωργία, καλές τιμές για τα αγροτικά προϊόντα πληρωμένες από το κράτος, άφθονο εφοδιασμό των αγροτών με βιομηχανικά προϊόντα σε χαμηλές τιμές και χαμηλή φορολογία. Με λίγα λόγια όλα χρειάζονται «εν αφθονία αυτών». Στη Ρωσία εμφανίστηκε το ίδιο πρόβλημα που αντιμετώπισε και η Γαλλική επανάσταση ελλείψει αφθονίας: οι αγρότες, εφόσον ξεφορτώθηκαν τους φεουδάρχες, στράφηκαν ενάντια στους εργάτες. Άρχισαν να παράγουν όσα τους χρειάζονταν για να επιβιώσουν, και φυσικά στάθηκαν ενάντια στις υποχρεωτικές επιτάξεις για να τροφοδοτηθούν οι πόλεις. Η Ρωσία ήταν κατά 80% αγροτική χώρα, κι η τάξη των μισθωτών απάρτιζε μόνο το 10% του πληθυσμού.

Για να λυθεί αυτό το ζήτημα υπήρχαν δυο απαντήσεις:

Α)Η εξάρτηση του ρυθμού ανάπτυξης της βιομηχανίας από το ρυθμό αύξησης του αγροτικού πλεονάσματος που παραγόταν από τους πλούσιους χωρικούς (κουλάκους).

Β) Ένας γρήγορος ρυθμός εκβιομηχάνισης, βασισμένος στην πρωταρχική συσσώρευση, με τη βίαιη απαλλοτρίωση και κολεκτιβοποίηση των αγροτών και την αποδέσμευση εργατικής δύναμης για τη βιομηχανία.

Και οι δύο μέθοδοι δοκιμάστηκαν, η πρώτη με τη ΝΕΠ το 1921-28, και η δεύτερη με τα Πεντάχρονα Πλάνα από το 1928 και μετά. Αλλά φυσικά είναι αστείο να θεωρεί κανείς κάποια από αυτές τις μεθόδους σαν συνταγή επιτυχίας για την προώθηση του σοσιαλισμού. Γιατί και στις δυο περιπτώσεις, οι εργάτες κι οι φτωχοί αγρότες βρίσκουν απέναντί τους έναν ταξικό εχθρό, είτε τους κουλάκους, τους «νόμους της αγοράς» και το κράτος που αναγκάζεται να υποχωρεί απέναντί τους στην πρώτη περίπτωση, είτε το πανίσχυρο συγκεντρωτικό κι απολυταρχικό κράτος (που χρειάζεται για να επιβάλλει τα Πεντάχρονα Πλάνα) στη δεύτερη.

Συμπέρασμα: η οικονομία ενός εργατικού κράτους και η καπιταλιστική οικονομία έχουν αρκετά κοινά χαρακτηριστικά. Το διακριτικό χαρακτηριστικό είναι η ύπαρξη ή όχι του εργατικού ελέγχου πάνω στην παραγωγή.

 

Η Υλική κληρονομιά της προ-οκτωβριανής κοινωνίας

«Ένας κοινωνικός σχηματισμός ποτέ δεν εξαφανίζεται, αν δεν  αναπτυχθούν πρώτα όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί να χωρέσει, και ποτέ δεν εμφανίζονται καινούργιες, ανώτερες παραγωγικές σχέσεις, αν δεν ωριμάσουν πρώτα οι υλικές προϋποθέσεις για την ύπαρξή τους μέσα στους κόλπους της παλιάς κοινωνίας». (Μαρξ, «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας») Αυτό το απόσπασμα χρησιμοποιούσαν οι ρεφορμιστές στη Ρωσία-οι μενσεβίκοι, για να αποδείξουν ότι ο καπιταλισμός στη Ρωσία δεν έχει ωριμάσει αρκετά , κι άρα ότι η σοσιαλιστική επανάσταση δεν είναι ακόμα δυνατή.

Κι όμως το πιο πάνω απόσπασμα αφορά το παγκόσμιο σύστημα κι όχι μια απομονωμένη χώρα. Το γεγονός και μόνο ότι η πρώτη εργατική επανάσταση ξέσπασε σε μια καθυστερημένη χώρα, επιβεβαιώνει αυτή τη θέση και αποτελεί την καλύτερη μαρτυρία της ωριμότητας της σοσιαλιστικής επανάστασης σε παγκόσμια κλίμακα. Μόνο μέσα στο πλαίσιο της παγκοσμιότητας του καπιταλισμού θα μπορούσε να εξηγηθεί η ανισόμετρη και συνδυασμένη ανάπτυξη των διαφόρων χωρών:

  • Η ανάπτυξη στην τσαρική Ρωσία καθορίστηκε από τον συσχετισμό δυνάμεων ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις μέσα στην ίδια τη Ρωσία και από την εξάρτησή της από τον καπιταλιστικό κόσμο.
  • Σε μια καθυστερημένη χώρα η πάλη των τάξεων πήρε την πιο οξεία μορφή.
  • Η ρώσικη εργατική τάξη βρέθηκε πιο συγκεντρωμένη σε τεράστιες επιχειρήσεις, ακόμα και σε σχέση με τις ΗΠΑ.
  • Ο μαρξισμός (προερχόμενος από τη Δύση) επηρέαζε το εργατικό κίνημα στη Ρωσία, δείγμα της πνευματικής ενότητας του κόσμου.
  • Ο ρεφορμισμός ασκούσε λιγότερη επιρροή στο ρώσικο εργατικό κίνημα γιατί 1) το βιοτικό επίπεδο των εργατών κρατήθηκε σε πολύ χαμηλά επίπεδα εξαιτίας της μαζικής μετανάστευσης της αγροτιάς στην πόλη, και 2) η ρώσικη αστική τάξη δεν έκανε υπερπόντιες επενδύσεις και υπερκέρδη για να εξαγοράσει μια μερίδα εργατών, όπως έγινε στη Δύση.
  • Η χώρα βρισκόταν μόνιμα κάτω από την απειλή μιας επικείμενης αγροτικής επανάστασης.
  • Ακόμα κι ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος κατέδειξε την ωρίμανση των υλικών προϋποθέσεων της σοσιαλιστικής επανάστασης σε παγκόσμια κλίμακα.

 

Μετά τη νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης το 1917 στη Ρωσία, κανένας μπολσεβίκος δεν υποστήριξε ποτέ πως θα μπορούσε μόνη της η Ρωσία να χτίσει σοσιαλισμό. Ο Λένιν ξανά και ξανά υποστήριξε το αντίθετο. «…Πάντα υπολογίζαμε για την επιτυχία της επανάστασής μας σε μια διεθνή επανάσταση…» Ακόμα και μετά το θάνατο του Λένιν, ο ίδιος ο Στάλιν στα πρώτα του κείμενα υποστηρίζει ότι είναι αδύνατη η νίκη του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα. Όλα αυτά σήμαιναν ότι μετά τη νίκη της ρώσικης επανάστασης υπήρχαν δυο πιθανότητες: Η πρώτη , να αποτελέσει το νικηφόρο 1917 την αφετηρία για μια σειρά νέες νικηφόρες επαναστάσεις που θα ξεσπάσουν αμέσως  ή μετά από ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Η δεύτερη, αυτό το «ορισμένο χρονικό διάστημα» να διαρκέσει χρόνια και να αφήσει τη ρώσικη επανάσταση απομονωμένη σε έναν εχθρικό καπιταλιστικό κόσμο.

Η ανθρώπινη δραστηριότητα και μόνο μπορούσε να αποφασίσει προς τα πού θα γείρει η πλάστιγγα, ποιον δρόμο θα τραβήξει η ιστορία.Εκ των υστέρων, η υποστήριξη που έδωσαν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Δύσης στον καπιταλισμό κι η προδοσία των επαναστάσεων που όντως ξέσπασαν στο σύνολο –πρακτικά- του αναπτυγμένου κόσμου, κι η απουσία κομμάτων επαναστατικών όπως οι μπολσεβίκοι στις χώρες αυτές,  οδήγησαν στην ήττα των επαναστάσεων στη Δύση και στην απομόνωση και εν τέλει στην ήττα της Ρώσικης Επανάστασης. Αλλά αυτό το σενάριο δεν ήταν νομοτέλεια, η ιστορία θα μπορούσε να ακολουθήσει διαφορετική διαδρομή, εφόσον οι αντικειμενικές συνθήκες για τη νίκη του σοσιαλισμού σε παγκόσμια κλίμακα υπήρχαν.

Η δυσμενής υλική κληρονομιά της προεπαναστατικής Ρωσίας

Στη Ρωσία του 1913 το 80% του πληθυσμού ήταν αγρότες και το 10% εργάτες. Για να γίνει μια σύγκριση, στη Βρετανία του 1841 οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι 22,7% και 47,3%, στη Γαλλία του 1866 43% και 38% αντίστοιχα, στη Γερμανία του 1852 44,4% και 40,9% αντίστοιχα, στις ΗΠΑ του 1850 64,8% και 17,8% αντίστοιχα. Το πραγματικό εισόδημα  ανά απασχολούμενο στη Ρωσία το 1913 έφτανε στις 306 Διεθνείς Μονάδες (Κόλιν Κλαρκ, «οι όροι της οικονομικής προόδου», Λονδίνο, 1940). Τα αντίστοιχα νούμερα άλλων χωρών: Βρετανία (1688) 372 Δ.Μονάδες, Γερμανία (1670) 420 Δ.Μ., Γαλλία (1850-59) 382 Δ.Μ., ΗΠΑ (1850) 787 Δ.Μ. Δηλαδή το μέσο εισόδημα στη Ρωσία του 1913 αντιστοιχούσε μόνο στο 80,9% του αντίστοιχου της Βρετανίας του 1688!!! Όλα αυτά έδειχναν τη μεγάλη καθυστέρηση της Ρωσίας, όσον αφορά τις υλικές συνθήκες.

Ο Μαρξ κι ο Έγκελς ασχολήθηκαν αρκετές φορές με το τι θα μπορούσε να συμβεί αν η εργατική τάξη πάρει την εξουσία πριν δημιουργηθούν οι υλικές προϋποθέσεις για την κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Έφτασαν λοιπόν στο συμπέρασμα ότι σε μια τέτοια περίπτωση η εργατική τάξη θα έχανε την εξουσία από τους αστούς. Ένα ιστορικό παράδειγμα που τους βοήθησε να βγάλουν συμπεράσματα ήταν η Γαλλική Επανάσταση 1789-94 και το αδύναμο γαλλικό προλεταριάτο που υπηρέτησε την αστική τάξη.

«Η αδικία των σχέσεων ιδιοκτησίας δεν οφείλει την καταγωγή της στην πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης, πηγάζει από τις υπάρχουσες σχέσεις παραγωγής…. Το χειρότερο που έχει να πάθει ο ηγέτης ενός ριζοσπαστικού κόμματος είναι να αναγκαστεί να αναλάβει την κυβέρνηση σε μια εποχή που το κίνημα δεν είναι ακόμα ώριμο για την κυριαρχία της τάξης που εκπροσωπεί… είναι αναγκασμένος να μην εκπροσωπήσει ούτε την τάξη του ούτε το κόμμα του, αλλά την τάξη για την κυριαρχία της οποίας έχουν ωριμάσει οι συνθήκες…. Η διαίρεση της κοινωνίας σε εκμεταλλεύτρια κι εκμεταλλευόμενη, ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα του ως τώρα χαμηλού επιπέδου ανάπτυξης της παραγωγής… Είναι λοιπόν ο νόμος της διαίρεσης της εργασίας που βρίσκεται στη ρίζα της αντίστοιχης διαίρεσης σε κοινωνικές τάξεις…»

Στη μεταοκτωβριανή Ρωσία, με το χαμηλό επίπεδο του εθνικού εισοδήματος, η εκπλήρωση των αστικών καθηκόντων ήταν το κεντρικό πρόβλημα. Ήταν όμως αυτή εφικτή, σε μια καθυστερημένη χώρα που βρίσκεται σε κατάσταση πολιορκίας; Μπορούσε να πραγματοποιηθεί ένας γοργός ρυθμός συσσώρευσης, που υπαγορευόταν από την καθυστέρηση της χώρας και την πίεση του παγκόσμιου καπιταλισμού, χωρίς το διαχωρισμό της κοινωνίας σε διευθυντές και διευθυνόμενους; Μπορούσε μια εργατική επανάσταση σε μια καθυστερημένη χώρα, που απομονώνεται από τον προελαύνοντα παγκόσμιο καπιταλισμό, να αντέξει επ’ αόριστον και να αποτελέσει οτιδήποτε άλλο εκτός από «μια στιγμή στην εξέλιξη» της ανάπτυξης του καπιταλισμού, έστω κι αν η τάξη των καπιταλιστών έχει εξαφανιστεί στη χώρα αυτή;

Υπό αυτές τις συνθήκες παλινορθώνεται ο καπιταλισμός στην ΕΣΣΔ, με το Πρώτο Πεντάχρονο Πλάνο (1928) να σηματοδοτεί την ολοκλήρωση του μετασχηματισμού της σταλινικής γραφειοκρατίας σε νέα άρχουσα-αστική τάξη. Ήταν τώρα, η πρώτη φορά που η γραφειοκρατία προσπάθησε να δημιουργήσει ένα μαζικό προλεταριάτο και να συσσωρεύσει κεφάλαιο με ταχύ ρυθμό. Ήταν δηλαδή η περίοδος που η γραφειοκρατία προσπάθησε να πραγματώσει την ιστορική αποστολή της αστικής τάξης όσο πιο γρήγορα γινόταν. Η γρήγορη συσσώρευση κεφαλαίου στη βάση ενός χαμηλού επιπέδου παραγωγής, δεν μπορούσε παρά να πραγματοποιηθεί εις βάρος, και μάλιστα με καταπιεστικό τρόπο, της κατανάλωσης των μαζών. Υπό αυτές τις συνθήκες η γραφειοκρατία έπρεπε να απαλλαγεί από τα τελευταία υπολείμματα εργατικού ελέγχου, να αντικαταστήσει τη συναίνεση με την καταπίεση για την επιβολή της εργατικής πειθαρχίας, να εξατομικεύσει την εργατική τάξη και να κατευθύνει την κοινωνικοπολιτική ζωή σε ολοκληρωτικά πρότυπα. Έτσι η εκβιομηχάνιση και η κολλεκτιβοποίηση, σε μια καθυστερημένη χώρα και σε κατάσταση πολιορκίας, μετέβαλε τη γραφειοκρατία σε άρχουσα τάξη. Η διαλεκτική ιστορική εξέλιξη τα έφερε έτσι, ώστε η γραφειοκρατία, που ξεκίνησε με στόχο να επιταχύνει το χτίσιμο του «σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα», να βάλει τα θεμέλια για το χτίσιμο του κρατικού καπιταλισμού. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά στην ιστορία που το αποτέλεσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων ερχόταν σε άμεση αντίθεση με τις ελπίδες και τις επιθυμίες των ανθρώπων που το προκάλεσαν…

(Διαβάστε: Κρατικός Καπιταλισμός στη Ρωσία, του Τόνι Κλιφ)

173total visits,1visits today

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*


Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.